Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2006

Τό Δείπνο τής Θείας Σοφίας σε σχέσι μέ τήν διεστραμένη εποχή μας



195-β
Κυριακή 17.12.2006

Χριστιανοί μου, το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, αναφέρεται στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, όπως και ακούσατε. Για το μεγάλο αυτό δείπνο έχομε μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν, είπαμε μάλιστα σε κάποιο κήρυγμα, πριν από δέκα χρόνια, ότι αυτό το δείπνο μπορεί να είναι το δείπνο της Θείας Ευχαριστίας, το δείπνο της Θείας Χάριτος, το δείπνο της Άνω Ιερουσαλήμ και το δείπνο της κρίσεως του Θεού.
Οι πνευματικές αναλύσεις που κάναμε τότε, μας ωθούν πνευματικά στο να αυξήσομε και μείς τους πνευματικούς μας αγώνες, με τρόπους πατερικούς, ορθοδόξους και ασκητικούς, για να πετύχουμε με τη βοήθεια του Θεού την κάθαρση από τα πάθη μας, το φωτισμό και την τελείωσή μας, δηλαδή την εν Χριστώ σωτηρία μας.
Το κήρυγμα αυτό είναι γραμμένο στην κασέτα εκατόν τριάντα επτά.
Εκτός όμως χριστιανοί μου από το τετραπλό αυτό δείπνο, το πολύμορφο και ουράνιο, έχουμε και το καθημερινό δείπνο, το Ευαγγελικό δείπνο, με την μελέτη και την πράξη της Θεϊκής διδασκαλίας της Καινής Διαθήκης, όπως και του Ψαλτηρίου και των λοιπών βιβλίων της Αγίας Γραφής.
Οι ανθρώπινες γνώσεις και επιστήμες και ιδέες και φιλοσοφίες, όλες διδάσκονται από ειδικές κατηγορίες, μορφωμένων, θα πω, ανθρώπων, είτε προφορικά, είτε γραπτά.
Έχουμε όμως και τη Θεία Γνώση.
Έχουμε και τη Θεία Σοφία που προσφέρεται από τον Θεόν, μέσα από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, με τρόπο αποκαλυπτικό.
Όταν διαβάζεις χριστιανέ μου συ, και συ το Ευαγγέλιο, δεν μορφώνεσαι, αλλά φωτίζεσαι.
Και φωτίζεσαι, και φωτίζομαι, και φωτιζόμεθα όλοι μας όταν έχουμε πίστη φλογερή και αγάπη ενεργουμένη προς τον Θεόν και τον πλησίον, εξ όλης ψυχής και καρδίας, ισχύος και διανοίας, ακόμα και προς τους εχθρούς μας.
Όταν έχουμε ακόμη αγρυπνία στις σκέψεις και στους λογισμούς.
Προσοχή στις αισθήσεις και μάλιστα στα μάτια μας που διαρκώς αρπάζουν και αμαρτάνουν.
Εγκράτεια στη γλώσσα μας, αχ αυτή η γλώσσα μας, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, αληθινή μετάνοια και συντριβή, ταπεινό φρόνημα, ακρίβεια στην τήρηση των εντολών του Αγίου Θεού, ταπείνωση στο νου και στην καρδιά, δηλαδή «κεκαθαρμένον στόμα, ηγνισμένον σώμα, πεφωτισμένον νουν», κατά την έκφρασιν του Αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου, και τέλος θέληση και καλή προαίρεση.
Όλα αυτά μαζί, μας διδάσκουν, μας φωτίζουν, και μας συνετίζουν κατά χάριν. Ο θείος φωτισμός της καρδιάς και του μυαλού μας, είναι δωρεά και χάρισμα της θείας σοφίας, και όποιος από μας τους κληρικούς, αλλά και από σας τους λαϊκούς, αγωνίζεται φιλότιμα αλλά και Ορθόδοξα, και διδαχτεί εξ αποκαλύψεως από τον Θεόν τη θεία σοφία, αυτός όχι μόνον φωτίζεται, όχι μόνον αποκτά διάκριση και καλοσύνη πολλή, αλλά και κατανοεί τα πάντα, θεία και ανθρώπινα, ουράνια και γήινα.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν άνοιξε κανένα βιβλίο για να διδάξει τους μαθητάς και Αποστόλους Του, αλλά «διήνοιξε αυτών τον νουν, του συνιέναι τας Γραφάς». Το ίδιο συμβαίνει και σ’ όλους εμάς.
Δηλαδή φωτιζόμεθα κατά χάριν, και μας προσφέρονται λύσεις σε όλα τα προβλήματα.
Βλέπουμε δηλαδή τη λύση του Θεού.
Βλέπουμε ακόμα, βλέπουμε την Πρόνοια του Θεού, βλέπουμε ακόμα και λειτουργία του πνευματικού νόμου, που η συνισταμένη τους, έχουν σαν σκοπό την σωτηρία του καθενός από μας χωριστά, αφού ο Θεός δε θέλει τον θάνατο κανενός αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν.
Φωτισμός σε σένα και φωτισμός σε μένα. Χάρις σε σένα, Χάρις και σε μένα. Φωτισμός, Χάρις και Σοφία σε όλους μας, αλλά με προϋποθέσεις.
Η πρώτη προϋπόθεσις είναι ότι το δοχείον της καρδιάς μας οφείλει να είναι ανοικτό, δεκτικό της Θείας Χάριτος και φωτισμού, δηλαδή πνευματικός σκληρός αγώνας με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των αρετών, τη συμμετοχή μας στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, Θείας Λειτουργίας, Θείας Ευχαριστίας, Ιεράς Εξομολογήσεως και συνεχής εκζήτησις του Θείου Ελέους, με πολλή προσευχή και δάκρυα, για να μας φωτίζει ο Θεός, για να μας φωτίζει ο Θεός σε τι; Στο να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όχι μόνον τις διάφορες φουρτούνες της ζωής, με τις αρρώστιες, τους πειρασμούς και την πολλή την γκρίνια που έχομε στα σπίτια μας και την ακατανοησία που δείχνουμε ο ένας απέναντι του άλλου και την έλλειψη της υπομονής, γιατί δεν έχουμε υπομονή, γιατί δεν ξέρουμε να συγκρατούμε την γλώσσα μας και αναστατωνόμεθα κάθε τόσο, και φέρομε ταραχή και πειράζομε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και ο δικός μας διχασμός είναι διχασμός και των ψυχών αυτών των αθώων παιδιών.
Όχι μόνον λοιπόν, μας φωτίζει ο Θεός στο να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις φουρτούνες, αλλά και πως θα μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις κοινωνικές μάστιγες που διαβρώνουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας μέσα στα σχολεία ακόμα, Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, φροντιστήρια, Πανεπιστήμια, από τις συμπεριφορές των άλλων παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, από τις διαστροφές στις ηθικές αξίες πατρίδος πίστεως και οικογένειας που σερβίρονται στους χώρους διασκεδάσεως, στα ανήθικα θεάματα, στις σειρές και στα σήριαλ των τηλεοράσεων, στο Internet και στις ιστοσελίδες και στις νέες παραμορφωμένες ανιστόρητες ιδέες, και συνθήματα που κυκλοφορούν χωρίς ηθικούς φραγμούς, αλήθεια, πως θα διαφυλάξομε τα παιδιά μας χωρίς προσευχή, χωρίς αγρυπνία, και νηστεία όταν βγαίνουν έξω για τις δήθεν αθώες διασκεδάσεις τους. Ακόμα και όταν βγαίνουν στην αγορά και στο δρόμο και στο πάρκο ακόμα και στις παιδικές χαρές.
Ποτάμια πρέπει να γίνουν τα δάκρυά μας για να διατηρηθούν αγνά τα παιδιά και τα εγγόνια μας και όλα τα Ελληνόπουλα. Από την διάχυτη ανηθικότητα των ημερών μας, μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο, διάχυτη είναι η ανηθικότητα. Από την επιρροήν των ναρκωτικών, των τσιγάρων και των ποτών, ακόμα και απ’ την παιδεραστία. Και κυρίως απ’ την ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, που δυστυχώς παίρνει και στην πατρίδα μας ανησυχητικές και τρομακτικές διαστάσεις.
Αλήθεια ξαναρωτώ: Πώς θα διαφυλάξουμε τις ψυχές των παιδιών μας αλλά και τις δικές μας όταν από τα σπίτια μας και τις καρδιές μας διώξαμε το Θεό;

Χριστιανοί μου «στώμεν καλώς».
Δυστυχώς είναι παρατηρημένο ότι απ’ την Ορθόδοξη Ελλάδα μας λείπει ο φόβος του Θεού. Λείπει η ευλάβεια προς τα θεία, όπως λείπει και ο εκκλησιασμός, η εξομολόγησις και η Θεία Κοινωνία. Πόσοι είναι αυτοί που έρχονται, ούτε πέντε τα εκατό, μακάρι να ήταν δέκα και είκοσι. Λείπουν δυστυχώς από τους περισσοτέρους νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς, η νηστεία, η αγρυπνία, η εγκράτεια και ειδικά η προσευχή. Λείπει και η μελέτη της Γραφής και κατά το πλείστον επικρατεί η άγνοια και η αδιαφορία. Να ξαναρωτήσω πως θα σωθεί η δόλια πατρίδα μας; Πως θα σωθούν τα παιδιά και τα εγγόνια μας; Πως θα φυλαχτούμε και μείς από το τόσο κακό που υπάρχει γύρω και μέσα μας; Να απαντήσω Πατερικά, «με προσευχή και μετάνοια». Με προσευχή και δάκρυα, με προσευχή και πνεύμα ταπεινό, με προσευχή και σιωπή. Σιωπή και στα χείλη και στο νου. Με προσευχή και εγκράτεια. Με προσευχή και κρυφή ελεημοσύνη. Με προσευχή και υπακοή στο θέλημα του Θεού. Με προσευχή και αγρυπνία. Με προσευχή και σφράγισμα της γλώσσης, το είπα πολλές φορές και επιμένω. Με προσευχή, με εξομολόγηση, με Θεία Κοινωνία. Με υπομονή και μακροθυμία. Με ζωντανή την πίστη και ενεργουμένη την αγάπη.
Ας σταματήσουμε όμως εδώ τις ανησυχίες μας για τα φανερά σημάδια, τα κακά φανερά σημάδια των καιρών μας, και των ημερών μας, και ας σταθούμε μόνο στην πνευματική μας άμυνα, με πολλή προσευχή και μετάνοια, με φόβον Θεού και Θεία Λατρεία.
Η πνευματική μας άμυνα που στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον στη βοήθεια του Θεού και στην καλή μας προαίρεση, είναι και αυτό ένα δείπνο της Θείας Χάριτος.
Αναζητάμε το Θείον έλεος για να καθαριστούμε από το πλήθος των ψεκτών παθών μας, να φωτισθούμε και στη συνέχεια να φυλαχτούμε και μείς και τα παιδιά μας, από το διάχυτο κακό που τόσο εύκολα μας προκαλεί και μας διαβρώνει.

Και έρχονται και Χριστούγεννα.
Οι περισσότεροι νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, θα περάσουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν, καρδιές άδειες κρύες και παγωμένες. Ο Χριστός δεν βρίσκεται στα ρεβεγιόν, στους στολισμούς του δυτικού πολιτισμού, στις διασκεδάσεις, στις εκδρομές και στο φαγοπότι. Ο Χριστός βρίσκεται στην εκκλησία, στους ιερούς ναούς και στα μυστήρια, στην προσευχή και στη μετάνοια, και μόνον έτσι θα ανακληθεί στις καρδιές μας, για να ζήσουμε και μείς αληθινά Χριστούγεννα.
Πρέπει να πάμε όλοι οι Έλληνες την ημέρα των Χριστουγέννων, απ’ τις τέσσερεις το πρωί αν μπορούμε, και να γεμίσουμε τους ναούς μέσα και έξω, να είναι αδιαχώρητες ακόμα και οι πλατείες για να δοξολογήσουμε τον Χριστό, που ήρθε στον κόσμο για να μας σώσει, όπως οι άγγελοι, να Τον προσκυνήσουμε όπως οι ποιμένες, και να Του προσφέρομε της καρδιάς μας τον χρυσόν, λίβανον και σμύρναν, όπως οι τρείς μάγοι με τα δώρα. Και κείνος θα έρθει και θα κάμει φάτνη τις καρδιές μας, είτε με τη Θεία Χάρη που πλημμυρίζει τους ναούς, είτε με την Θεία Κοινωνία. Και τότε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, θα μας βεβαιώσει και θα μας πει: «Είμαι μέσα σου, είμαι ο Κύριος και ο Θεός σου, είμαι ο Σωτήρας σου, είμαι ο Ων και ο Ην και ο Ερχόμενος, είμαι η Ζωή και η Ανάστασις, είμαι η δική σου ζωή» και θα πει και σε σένα, και σε σένα, και σε μένα «Είμαι ο Πατέρας σου, είσαι το παιδί Μου, για σένα ήρθα, για σένα γεννήθηκα ως άνθρωπος, για σένα Σταυρώθηκα, για σένα αναστήθηκα, για να σε σώσω».

Ναι χριστιανοί μου,
στο Σωτήρα μας και Κύριον Ιησούν Χριστόν,
ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

Η αισθητή παρουσία τών Θείων ενεργημάτων τού Αγίου Πνεύματος στη Θεία Λειτουργία καί η δική μας στάση



195-α
Κυριακή 3.12.2006

Χριστιανοί μου σήμερα είναι παραμονή της εορτής της Αγίας Βαρβάρας και συγχρόνως το πανηγύρι του Ναού μας. Η Αγία μας από σήμερα το πρωί, συμμετέχει μαζί μας στο θαύμα των θαυμάτων, που πραγματοποιείται σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν το Άγιον Πνεύμα κατέρχεται και μεταβάλλει τον άρτον και τον οίνον, σε Σώμα και Αίμα
Ιησού Χριστού.

Η Αγία Τράπεζα του ναού μας, είναι θεμελιωμένη πάνω στο αίμα και στα ιερά λείψανα της Αγίας Βαρβάρας. Κάθε τέτοια μέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της, μαζί με το Άγιον Πνεύμα το εξ ουρανών κατερχόμενον, και δορυφορούμενον από τις Ασώματες Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων, για την Θεϊκή και σωτήρια για μας, μεταβολή των Τιμίων Δώρων, συμπαρίσταται και η Αγία Βαρβάρα με φόβον, με δέος και δοξολογία.
Και δεν συμπαρίσταται μόνον η Αγία μας, αλλά και όλοι οι χοροί των Αγίων, δηλαδή των Προπατόρων, των Πατέρων, των Πατριαρχών, των Προφητών, των Αποστόλων, των κηρύκων και ιεραποστόλων, των Ευαγγελιστών, των μαρτύρων, των Ομολογητών, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων, των οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών, των συγκροτησάντων τας Οικουμενικάς Συνόδους, των εγκρατευτών, των αναχωρητών και των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των ιερομαρτύρων και παιδομαρτύρων, και παντός πνεύματος εν τω κόσμω τούτω δικαίου, και εν πίστη τετελειωμένου.

Αλλά να, που μαζί με την Αγία Βαρβάρα και τους χορούς όπως είπαμε των Αποστόλων, των Αγίων και των δικαίων, συμμετέχουμε και μείς όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πιστοί χριστιανοί, και μαζί με σας, και εγώ, ο ελεεινός και ταλαίπωρος παπάς, στο μέγιστον αυτό θαύμα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Έτσι τα πάντα, επίγεια και επουράνια, δηλαδή εμείς όλοι οι κληρικοί παντός βαθμού, αλλά και σεις όμως οι λαϊκοί, οι εκκλησιαζόμενοι Ορθόδοξοι πιστοί χριστιανοί, όλοι μαζί συλλειτουργούμε το βασιλικότερο των μυστηρίων, στη Θεία Ευχαριστία, στη Θεία Λειτουργία, στη Θεία Λατρεία, είτε αυτή τελείται σε κάποιον μεγαλοπρεπέστατον ναόν, είτε και στο πιο τελευταίο εγκαταλελειμμένο ερημοκκλήσι.
Και η συμμετοχή μας είναι ζωντανή, θερμή και πραγματική, όταν προσερχόμεθα μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στο Ποτήριον της Ζωής.

Οι μαρτυρίες είναι πολλές και γι’ αυτόν ακόμα τον απλόν εκκλησιαζόμενον χριστιανόν, που έχει όμως φόβον Θεού.
Κάποια μέρα χριστιανοί μου, ο Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ, τελούσε τη Θεία Λειτουργία, και ως βοηθό του είχε στο Άγιον Βήμα έναν μοναχό, τον πατέρα Σίμωνα. Κατά την διάρκεια που εψάλετο ο Χερουβικός ύμνος, και ετοίμαζε το θυμιατό ο μοναχός, βλέπει εντελώς ξαφνικά, να έρχεται από το πουθενά μια μεγάλη στήλη φωτιάς, που εκάλυψε κατά πρώτον την Αγία Πρόθεση, όπου ήταν τοποθετημένα τα Τίμια Δώρα, και ύστερα ως αστραπή εκάλυψε ολόκληρη την Αγία Τράπεζα μαζί με το Άγιον Αρτοφόριον. Και παρέμεινε εκεί, ως υπέρλαμπρη φωτοχυσία, μέχρι τη στιγμή που έπιασε ο Άγιος Σέργιος το Άγιον Ποτήριον, για να κοινωνήσει του Παναγίου Αίματος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η θεϊκή αυτή φωτοχυσία, εισήλθε αστραπιαίως ως γλώσσα θείου πυρός, μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Και έτσι κοινώνησε ο Άγιος.
Ο μοναχός Σίμων βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο, πλημμύρισε από φόβο, από δέος, από θαυμασμό, από τι άλλο θέλετε, αλλά και από τρόμο. Ο Άγιος το κατάλαβε και στο τέλος τον ρώτησε τι του συνέβη και κείνος απάντησε:
- Πατέρα μου και γέροντά μου, είδα κάτι το θεϊκό. Είδα με τα σωματικά μου μάτια, την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, από τον Χερουβικό Ύμνο και μετά, ως φλόγα Θείου Πυρός, όχι μόνο να καλύπτει την Ιερά Πρόθεση και την Αγία Τράπεζα και πολύ περισσότερο βέβαια, τα Τίμια Δώρα στον καθαγιασμό τους, αλλά και αισθητά να είναι μαζί σου. Και απ’ έξω, και από μέσα σου.
Τότε ο Άγιος του είπε:
- Να μην πεις τίποτα σε κανέναν, έως ότου ο Κύριος με καλέσει κοντά Του.

Να λοιπόν χριστιανοί μου, πως αποκαλύπτονται οι ακατάληπτες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος σε κάθε Θεία Λειτουργία, από την πιο απλή που τελείται σε ένα οποιοδήποτε μικρό ή έρημο εκκλησάκι, μέχρι και την πλέον πανηγυρική Θεία Λειτουργία, αλλά δυστυχώς ελάχιστοι βλέπουν τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος με τα αισθητά τους μάτια.
Αρκετοί όμως χριστιανοί, και πιστεύω πως και από σας μερικοί, έχουν μια πνευματική αντίληψη από την αισθητή παρουσία της Θείας Χάριτος, των Αγγελικών Δυνάμεων και των Αγίων, με μια βαθειά συναίσθηση της αμαρτωλότητός των, με άκρα ταπείνωση και συντριβή, με συστολή και κατάνυξη, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, το επαναλαμβάνω αυτό, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, με δάκρυα στα μάτια, κρυφά και φανερά, και με άλλες πνευματικές καταστάσεις που δεν περιγράφονται.

Το ζητούμενο όμως χριστιανοί μου είναι, το πώς οι περισσότεροι από μας, και τους κληρικούς και τους λαϊκούς, το πώς ιστάμεθα μέσα στον Ιερό Ναό σε κάθε Θεία Λειτουργία.
Την απάντηση μας την δίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, από το βιβλίο του «Χριστοήθεια». Ας τον ακούσομε με μια μικρή διασκευή, και που αρχίζει με τις ερωτήσεις:
- Πού είναι το μυαλό σας χριστιανοί μου όταν εκκλησιάζεστε; Δεν αισθάνεσθε ότι βρίσκεσθε στον ουρανό; Ή νομίζετε ότι είσθε στο παζάρι, -όπως θα λέγαμε δηλαδή στη λαϊκή αγορά-. Ή νομίζεται ότι είσθε στο θέατρο. -Εμείς θα λέγαμε μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων-. Ή στο σπίτι και στην κουζίνα σας; Μήπως νομίζετε ότι είστε σε κάποια κοσμική κοινωνική συγκέντρωση ή ακόμα και στη δουλειά σας; Άρα γι’ αυτό μιλάτε μεταξύ σας μέσα στο ναό, γιατί το μυαλό σας, η σκέψη σας και η γλώσσα σας, είναι στα μάταια πράγματα τούτου του κόσμου. Ούτε οι μεταξύ σας χαιρετισμοί και ασπασμοί επιτρέπονται, ούτε και πολύ περισσότερον οι ομιλίες και ο θόρυβος. Και αντί να κλείσετε τα μάτια σας και να λέτε από μέσα σας την προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ή άλλα αιτήματα ή δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεόν, εσείς χάσκετε. – Επί λέξει σας τα διαβάζω – Χαζεύετε βλέποντας δεξιά και αριστερά. Πότε προς τα δω και πότε προς τα κει. Τι φοράει η μια, πως κάνει το Σταυρό της η άλλη, πως κάθεται, πως σηκώνεται, -και να προσθέσω και γω-, αχ, η τάδε μας κάνει και τη θεούσα, κοιτάξτε τώρα τελευταία μας φοράει και μαντίλα. Και η κατάκρισις από μέσα σας και το κουτσομπολιό, πάει σύννεφο. Και άλλα πολλά, που είναι αμαρτωλή αργολογία του νου. -Και συνεχίζει ο Άγιος-: Τι κάμνεις χριστιανέ μου, δεν βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις; Ότι ολόκληρη η Αγία Τριάδα, ο Ένας Τριαδικός Θεός, συντρέχει με όλους τους χορούς των αγγέλων και των Αγίων, στα τελεσιουργούμενα του φοβερού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας; Και συ δεν τρέμεις; Δεν φοβάσαι; Δεν τρομάζεις; Γιατί στέκεσαι με τόση αναίδεια και τόση ανευλάβεια μπροστά στο Άγιο Βήμα; Μπροστά στη Ωραία Πύλη και μάλιστα μπροστά στο Άγιον Ποτήριον, με τη Θεία Κοινωνία στο στόμα; Στον ουρανό βρίσκεσαι! Και συ με το μυαλό σου τρέχεις στα γήινα, στα μάταια και στα κοσμικά; Οι Άγγελοι και οι Άγιοι είναι δίπλα σου και τριγύρω σου, και συ συνομιλείς και χασκογελάς με το διπλανό σου; Πως επιτρέπεις στον εαυτό σου, με το σώμα σου να είναι μέσα στο ναό, και με το μυαλό σου έξω στον κόσμο;
Αυτά τα λόγια του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου χριστιανοί μου, είναι μεν ελεγκτικά, αλλά όχι υπερβολικά. Τις ίδιες παρατηρήσεις κάμει ιδιαιτέρως, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους εκκλησιαζομένους χριστιανούς εκείνης της εποχής, και μάλιστα ήταν και αυστηρότερος. Πολλά υπάρχουν σήμερα και σε μετάφραση, που μπορείτε να διαβάσετε. Όπως επίσης και άλλοι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αλλά δεν είναι υπερβολές, αλλά μια τραγική πραγματικότητα.
Από τον καιρό που ο Πρωτόπλαστος Αδάμ, έπεσε στη παρακοή, ημαυρώθη το κατ’ εικόνα και εσκοτίσθη ο νους του ανθρώπου. Εξορίσθη από τον Παράδεισον του Θεού, και από τότε ο νους του περιπλανάται έξω από αυτόν, έξω από τον εαυτό του. Έξω από την καρδιά του, και ψάχνει, και ψάχνει και γυρίζει πότε από δω και πότε από κει, για να βρεί το χαμένο του Παράδεισο. Είναι ο ταλαιπωρημένος αλήτης, ο άστεγος πνευματικά. Γι’ αυτό και διαρκώς ο νους και ο νους μας μετεωρίζεται. Πότε στην καθημερινότητα, πότε στις βιοτικές μέριμνες, πότε σε έμμονες ιδέες και σκέψεις, πότε στα βάσανά μας, στις θλίψεις και στις στεναχώριες της ζωής, πότε σπρώχνεται πάλι ακόμα και σε σκέψεις αμαρτωλές, ή βλασφημίας, ή πονηρίας, ή κακίας, ή αμφιβολίας, ή και γογγυσμούς ακόμα κατά του Αγίου Θεού. Και τις περισσότερες φορές ο νους μας βρίσκεται στο πως θα ικανοποιήσει τα πάθη του και θα τροφοδοτήσει τις αδυναμίες του, πιστεύοντας πως εκεί βρίσκεται η χαμένη του πατρίδα και ευτυχία.
Μετεωρισμούς και πολέμους λογισμών, είχαν και έχουν ακόμα και οι ασκηταί, και οι αναχωρηταί και γενικά όλοι οι μοναχοί και όλοι εμείς οι κληρικοί, αλλά και σεις. Ο απλός μετεωρισμός και η προσβολή των ακαθάρτων λογισμών, των αισχρών και των βλασφήμων, καταπολεμούνται πρώτον με την καταφρόνηση και την αδιαφορία, - τάχουμε πει αυτά πολλές φορές -, δεύτερον με το να επικαλούμεθα το έλεος του Αγίου Θεού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τρίτον με τον αντιρητικόν λόγον και τέταρτον με την μνήμην του θανάτου.

Ο χαμένος Παράδεισος ξαναβρέθηκε και είναι ο Χριστός, είναι Αυτός που με το Άγιον Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα ενθρονίστηκε μια για πάντα στις καρδιές μας.
Η επιστροφή όμως του νου μας, μέσα στις καρδιές μας, γίνεται κυρίως με δύο τρόπους.
Με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και με την Θεία Κοινωνία.
Βέβαια υπάρχει η τήρησις των εντολών, η καλλιέργεια των αρετών, η μελέτη των Γραφών, η πρόοδος η πνευματική του ανθρώπου μέσα απ’ τους μακαρισμούς και τόσα άλλα.
Αλλά σε όλες τις περιπτώσεις και της πνευματικής Θεοκοινωνίας, και της Μυστηριακής, ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός, συγκαταβαίνει και εισέρχεται μέσα μας, και κάνει κατοικία και ναό την καρδιά μας.
Άρα σε κάθε Θεία Λειτουργία, ας είναι πανηγυρική, ας είναι απλή καθημερινή, ας είναι μέσα οι εκκλησιαζόμενοι τρείς και πέντε, δύο και ένας, οφείλουμε να συμμετέχουμε όχι ως περιπλανώμενοι Βεδουίνοι, αλλά με φόβο και τρόμο, με πίστη και αγάπη, με προσοχή και αφοσίωση, με συστολή και κατάνυξη, με δάκρυα και πένθος.
Διότι σ’ Αυτόν τον Χριστόν και Σωτήρα μας, ανήκει και πρέπει,
πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2006

Η Ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελεησόν με", οδοδείκτης σωτηρίας

194-γ
Κυριακή θ. Λουκά 19.11.2006



Χριστιανοί μου,
διαβάζοντας αυτές τις ημέρες το βιβλίο που λέγεται «Νηπτική Θεωρία του Ανωνύμου Ησυχαστού», που αποκαλείται με πολλή ταπείνωση απελπισμένος … διεπίστωσα ότι απευθύνεται όχι μόνον προς τους μοναχούς πάσης ασκητικής βιωτής και πολιτείας, αλλά και προς όλους τους φιλοαναγνώστες και φιλοπόνους Ορθοδόξους πιστούς χριστιανούς που αγωνίζονται με πολύ φιλότιμο μέσα στον κόσμο.
Η φτωχή μου σαρανταοχτάχρονη πείρα ιερατικής ζωής, μου απέδειξε ότι όντως υπάρχουν εργάτες της μονολογίστου ευχής, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είτε τη λέγουν αυτή συνεχώς δια του στόματος, είτε δια του ενδιαθέτου λόγου, μέσα στον κόσμο, ανάμεσά μας. Δεν τους γνωρίζουμε, δεν τους νοιώθουμε, δεν τους αγγίζουμε, επειδή ακριβώς είναι αφανείς εργάτες αυτής της νοεράς εργασίας, πράοι και ταπεινοί, γλυκείς, καλοσυνάτοι και θεοσεβείς. Με οικογένεια και υποχρεώσεις επαγγελματικές, κοινωνικές, οικογενειακές. Είναι όμοιοι με μας, γιατί και αυτοί σηκώνουν τον καύσωνα της παρούσης ζωής, με θλίψεις, στεναχώριες, αρρώστιες, και βάσανα πάσης φύσεως, που σηκώνουν όμως τα πάντα με υπομονή και αγογγύστως. Και που αγωνίζονται κατά δύναμιν και εν Χριστώ Ιησού, με νηστεία πρώτα στις αισθήσεις και στους λογισμούς, και ύστερα με σωματική νηστεία, ανάλογα με τις αντοχές που έχουν, είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω ασθενειών. Επίσης με μικρές ή μεγάλες αγρυπνίες όπως το τονίσαμε σε περασμένο μας κήρυγμα, με εγκράτεια στη γλώσσα και στις υλικές ή αισθησιακές απαιτήσεις της εποχής μας και πολύ περισσότερον με προσευχή προφορική στο όνομα του Ιησού Χριστού, γι’ αυτό αξιώνονται να λαμβάνουν και ουράνια χαρίσματα.
Βιώνουν καθημερινά το θαύμα του Θεού γι’ αυτό Τον δοξολογούν, και Τον ευχαριστούν πρωί μεσημέρι βράδυ, όλη μέρα, όλη νύχτα. Αυτά τα ουράνια χαρίσματα που βιώνουν μέσα στις καρδιές τους, οι αγωνιζόμενοι μέσα στον κόσμο, πιστοί και θεοσεβείς χριστιανοί, όπως πιστεύω πως είστε και σεις, δεν γνωρίζουν να τα αναλύσουν με τρόπους θεολογικούς, και με χριστολογικές δογματικές προϋποθέσεις. Απλά και μόνον απολαμβάνουν με πολλή ταπείνωση και δάκρυα ευγνωμοσύνης τη Θεία Ευφροσύνη. Ιδιαιτέρως όταν τελείται η Θεία Λειτουργία. Ακόμα πιο ιδιαιτέρως, όταν λέγεται ο Χερουβικός Ύμνος, και ακόμα πολύ περισσότερον, ασυγκρίτως περισσότερον, στην μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού και στη Θεία Κοινωνία καθενός από μας.
Ο απλανής πνευματικός οδηγός και γέροντας και εξομολόγος, είναι αυτός και μόνον που θα κάμει την πνευματική διάκριση στη σχέση μεταξύ ενδιαθέτου λόγου, νοός και καρδίας, αλλά και στην εν Χριστώ κατανόηση και αντίληψη της ακαταλήπτου μεταδόσεως της νοεράς ενεργείας, της Θείας Χάριτος στο Σώμα και στις αισθήσεις του προσευχομένου χριστιανού, στο σώμα που είναι αγνό και καθαρό.
Θέλεις να βιώσεις και συ χριστιανέ μου και συ χριστιανή μου αυτήν την ευλογημένη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά σου; Αν ναι, τότε βίαζε τον εαυτόν σου Ευαγγελικά, αφού οι «βιασταί αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών». Θέλεις να δεις από τώρα, όσο ζεις, και πριν ακόμα πεθάνεις τον Χριστό και Σωτήρα μέσα στην καρδιά σου μυστικά; Μυστικά, επαναλαμβάνω. Αν ναι, τότε φρόντισε να απαλλαχτείς από την τυραννία των παθών σου, δηλαδή από τον εγωισμό και την υπερηφάνεια. -Η μήπως νομίζετε ότι δεν έχουμε εγωισμό;- Από το θυμό και τα νεύρα, -θυμώνουμε ή δεν θυμώνουμε-; Από τη ζήλεια και το φθόνο! -Υπάρχει άνθρωπος να μην ζηλεύει;- Την κακία και την πονηριά, την πλεονεξία και τη λαιμαργία, την τσιγκουνιά και την ειρωνεία, την αμέλεια και την ακηδία και από τα τρία «φιλ-», για τα οποία επανειλημμένως έχουμε μιλήσει στο παρελθόν, και που είναι φιλοδοξία, φιληδονία και φιλαργυρία. Από εκατοντάδες άλλες αδυναμίες και πάθη με τα οποία ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός, καταδυναστεύει και κατατυραννά της ψυχής.
Και ξαναρωτώ: Θέλεις να αισθανθείς την καρδιά σου να μεταβάλλεται σε μια αέναο πηγή ζώντος ύδατος του Παναγίου Πνεύματος; Το θέλεις; Αν ναι, τότε μαζί με την κάθαρση από τα πάθη σου, φρόντισε να επικαλείσαι και να επιμελείσαι αδιαλείπτως την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» εμπόνως, και με καθαρή καρδιά, τηρώντας συγχρόνως τις Ευαγγελικές εντολές, καλλιεργώντας τις αντίστοιχες θειότατες αρετές, και συμμετέχοντες μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης στα Πανάγια σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Και επιπλέον θα ζητάμε από τον Κύριό μας, αυτό που ζητούσε κάθε μέρα, κάθε βράδυ βρέχοντας το στρώμα της κλίνης του με δάκρυα μετανοίας ο Δαβίδ και λέγοντας «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός». «Καρδίαν καθαράν» , γιατί σε καρδιά που είναι βρωμισμένη από ακαθάρτους λογισμούς, έννοιες και πάθη, δεν κατοικεί ο Θεός. Ή δε και εισελέυσεται, ταχέως εξελεύσεται, βεβαιώνει και ο Πατερικός νηπτικός λόγος.
Και αν μια στιγμή θα μας έλθει κάποιος φωτισμός και κάποια χάρις, γρήγορα θα φύγει, διότι ο τόπος και ο χώρος της καρδιάς μας ο πνευματικός είναι γεμάτος βρωμιές από τις αμαρτίες που δεν έχομε εξομολογηθεί με μετάνοια.
Και ξαναρωτώ: Θέλεις η καρδιά σου χριστιανέ μου να βιώσει τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος που είναι και ανασασμοί σωτηρίας; Αν ναι, τότε πάψε να γκρινιάζεις, πάψε να μουρμουρίζεις, να μεμψιμοιρείς, πάψε να απελπίζεσαι και να μελαγχολείς, πάψε να διαβολοστέλνεις, να αναθεματίζεις και να βλαστημάς και γίνου πιστός άχρι θανάτου.
Το Σύμβολον της Πίστεως, δηλαδή το «Πιστεύω», που έχει και επαναλαμβάνει δογματικούς όρους, -αυτοί και πρέπει να γίνουν, τρόπος πρακτικός και πνευματικός, θείας ζωής και πολιτείας.

Ασφαλής όμως οδοδείκτης της σωτηρίας μας,
είναι το Ευαγγέλιο στην πράξη του,
είναι ο λόγος του Θεού,
είναι τα Πανάγια σωστικά μυστήρια,
είναι η αδιάλειπτος προφορική προσευχή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,
είναι η εν γνώσει σιωπή των αισθητών και των νοητών χειλέων,
είναι η καθημερινή δακρύβρεκτη μετάνοια,
είναι η ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον,
είναι η ζωντανή πίστις,
είναι η Σταυρωμένη και καθαρή ομολογία ότι είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Και τέλος είναι και η αγόγγυστος υπομονή για να μη λέμε κι άλλα που είναι πολλά και αμέτρητα.

Γενικά όμως, να μην παρεξηγηθούμε και να μην στεναχωρούμεθα, αλλά είναι αλήθεια. Γενικά μας λείπει το ταπεινό φρόνημα, μας λείπει η γλυκειά γλώσσα, η καλοσύνη, μας λείπει η αλληλοκατανόησις, η ομόνοια, η σύμπνοια, ο καλός πνευματικός εποικοδομητικός διάλογος. Δεν συζητούμε εμείς οι σύζυγοι μεταξύ μας, δεν συζητούμε εμείς με τα παιδιά μας. Δεν ανοίγουν διάλογο τα παιδιά και μαζί μας, μας λείπει το γλυκό χαμόγελο, και η πνευματική χαρά. Το κύριο όμως χαρακτηριστικό γνώρισμα που μας λείπει, από μας τους κληρικούς παντός βαθμού, και από σας τους λαϊκούς είναι η ταπείνωση.
Το ταπεινό φρόνημα όπως είναι γνωστόν, είναι η βάσις και το θεμέλιον όλων των αρετών, και ιδιαιτέρως της νοεράς προσευχής.
Γι’ αυτό και τονίζει επιγραμματικά ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Μονάχα στους ταπεινούς εμφανίζεται εν Πνεύματι Αγίω ο Κύριος, και αν δεν ταπεινωθούμε με γνώση, δεν θα δούμε ποτέ τον Θεό, ούτε και στην άλλη ζωή. Η ταπείνωσις είναι το φως μέσα στο οποίον μπορούμε να δούμε τον Θεόν, Φως. Το μυστήριον της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο.
Διότι η ψυχή του ταπεινού μοιάζει με πέλαγος. Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος, θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια της θαλάσσης και ευθύς αμέσως θα βυθιστεί στα βάθη του ωκεανού. Ο Κύριος λοιπόν δεν εμφανίζεται στις υπερήφανες ψυχές, ο εγωιστής και ο υπερήφανος ακόμα και αν μελετήσει όλα τα βιβλία του κόσμου, και το σώμα του να παραδώσει να καεί, δεν θα γνωρίσει τον Χριστό, γιατί ο εγωισμός δεν αφήνει χώρο στην καρδιά, για να κατοικήσει το Άγιον Πνεύμα. Ο Κύριος γνωρίζεται μόνον με το Άγιον Πνεύμα. Αυτά κατά τον Άγιον Σιλουανό.
Οι σκληρόκαρδοι, οι εγωιστές, οι όργιλοι, οι θυμώδεις, οι πεισματάρηδες, οι βλάσφημοι, οι αιρετικοί και οι αταπείνωτοι ποτέ δεν θα βιώσουν τις αποκαλύψεις των θείων ενεργημάτων του Παναγίου Πνεύματος. Και ο οσιότατος παππούς μου και γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής ο θεόπτης λέγει τα εξής: Η ταπείνωσις, αυτή είναι το ύψος και η ανάβασις, να κατέβεις εις το μηδέν, να γίνεις χώμα να σε πατούν, διότι εκ του μηδενός έγινες χώμα και αυτό το χώμα με το εμφύσημα του Θεού, πήρε ζωντάνια, πήρε ψυχή και έγινε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Ιδού η καταγωγή σου, το χώμα, μη λησμονείς πόθεν συνελήφθης, είσαι πυλός, μην επαίρεσαι, είσαι λάσπη, είσαι σοβάς δια το αναγκαίο.
Και πάλιν ερωτώ ταπεινά, αφού κλείσαμε με τον όσιο παππού, θέλεις να γίνεις φίλος Χριστού; Θέλεις να γίνεις μαθητής Χριστού; Θέλομε να γίνομε απόστολοι Χριστού, αδελφοί Χριστού; Αν ναι, τότε ταπεινώσου συ και γω και σύντριψε τον εγωισμό σου, με την απόλυτη υπακοή στο Χριστό, που αυτός πρώτος εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού. Γι’ αυτό και συ φρόντιζε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, να αιχμαλωτίζεις πάν νόημα, σκέψη και λογισμό, στη υπακοή του Χριστού, και δια του Χριστού στον πνευματικό σου. Το ταπεινό φρόνημα μας δίνει την υπακοή στις Ευαγγελικές εντολές, θα σου ανοίγουν αδελφέ μου πάντοτε τις παράδοξες θύρες της νοεράς αδιαλείπτου προσευχής από καρδίας και πόνου.
Και πάλιν ερωτώ : Θέλετε Χριστιανοί μου, σεις και γω και όλοι μας, να ξεριζώσουμε τα πάθη μας, να μαλακώσουν οι πόνοι της ψυχής μας, από τα τόσα βάσανά μας, και να κατατροπώσουμε τα νοερά και νοητά ακάθαρτα πνεύματα που ζητούν την κόλασή μας; Αν ναι, τότε να μετανοούμε με συντριβή και να κράζουμε γοερά προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν από καρδίας μέχρι και πόνου, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ και Σωτήρα μου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και τότε θα έρθει η θεία παρηγοριά μέσα σου, θα έρθει η θεία παράκλησις, θα έρθει η θεία ανάπαυσις, για να ακολουθήσει μια παράδοξη, έστω και για λίγες μέρες ησυχία των λογισμών, μια μερική αταραξία των αισθήσεων αλλά και η βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, ο φωτισμός του νου, το ζωντάνεμα της πίστεως, το άπλωμα της πραγματικής και πνευματικής αγάπης προς όλους, και τέλος η χαρά της Αναστάσεως.
Ναι, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με συντριβή, με ταπείνωση, με δάκρυα, και αληθινή μετάνοια, και ιδιαιτέρως από καρδίας μέχρι πόνου.
Και τότε, και τότε, και τότε μόνον θα δούμε πρόσωπον Θεού,
και αυτό είθε να το δώσει εις όλους μας ο Θεός,

Αμήν.

194-δ
Συμπληρωματικό γιά τόν Πάπα



Και κάτι συμπληρωματικό.
Εξ αιτίας της επισκέψεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, κυρίου Χριστοδούλου στον Πάπα της Ρώμης,
και της επισκέψεως αντιστοίχως του Πάπα στον Βαρθολομαίο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,
επιθυμώ εκτός των άλλων, να τονίσω ιδιαιτέρως και ανελετικά μάλιστα
για την αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως που έχει επιφέρει αυτός ο Πάπας, ως προεξάρχων της επιτροπής επί των δογματικών λεγομένων θεμάτων,
όχι μόνον στο Φιλιόκβε, (Filio que), αλλά και σ’ άλλα σημεία,
για να διαπιστώσετε τις τεράστιες διαστάσεις που παίρνει η αίρεσις των παπικών,
και απορώ δια τις αλληλοεπισκέψεις.
Αυτά όμως όπως και άλλα πολλά,
τα οποία θα πούμε για τα δαιμόνια,
-για να δούμε ποιοι έχουν δαιμόνια, οι δαιμονοκρατούμενοι, ή οι αιρετικοί, και προπαντός οι άρχοντες των αιρετικών;-
θα τα πούμε όμως μαζί, μεθαύριο Τετάρτη, οκτώ παρά τέταρτο.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2006

Η Ευχή, σέ σχέσι μέ τήν εν γνώσει σιωπή τών αισθητών καί νοητών χειλέων



194-β
Κυριακή Ε. Λουκα 5.11.2006

Την Τετάρτη το βράδυ χριστιανοί μου,
σας είχα μιλήσει για κάποιο νέο που μύριζε σαν δενδρολίβανο, κι αυτό οφείλετο στην ευχή που καλλιεργούσε μέρα νύχτα, για πέντε περίπου χρόνια από τότε που τον συνάντησα για πρώτη φορά.
Από το νέον αυτόν μου έκανε βαθυτάτη επίσης εντύπωση η σιωπή του, με το να μελετά διαρκώς μέσα του το όνομα του Ιησού, έπαψε να πολυλογεί, έγινε λιγομίλητος, αλλά με γλυκύ χαμόγελο στα χείλη και σαφής, επέβαλε στον εαυτόν του τη σιωπή, βίαζε το στόμα του ώστε να λέγει τα χρήσιμα και τα απαραίτητα, κατάλαβε πως η νήψις και η προσοχή είναι άμεσα συνδεδεμένες με την εν γνώσει σιωπή τη γλώσσης και του στόματος που θεωρείται κατά τους πατέρας η σιωπή, ως η ουράνια πύλη της Άνω Ιερουσαλήμ.
Αυτό σημαίνει ότι η προσοχή, η νήψις, το πένθος, και η μετάνοια μαζί με τα δάκρυα, ως οι πλέον άριστες προϋποθέσεις για την πνευματική λατρεία, οδηγούν τον κάθε αγωνιζόμενο μοναχό, ή και κληρικό, ή και λαϊκό μέσα στον κόσμο, από την εν γνώσει σιωπή των αισθητών χειλέων, στην νοητή σιωπή των λογισμών, έργο δυσχερέστατον, δυσκολότατον, αλλά τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί, βεβαίωσε ο ίδιος ο Κύριος.
Παρά τις αρχικές σκληρές δυσκολίες που θα συναντήσουν οι εργάτες της ευχής απλώς ή της νοεράς προσευχής, από την πίεση των λογισμών, και την σωματική δυσανασχέτηση, οφείλουν να αντιδρούν με καταφρόνηση, με νήψη και βία πολλή, ακολουθώντας πιστά και τις συνετές και διακριτικές συμβουλές του πατρός και πνευματικού γέροντος. Έτσι με τον καιρό θα διαπιστώσουν ότι όλως παραδόξως τους δωρίζεται θεία Χάριτι, μια εσωτερική ανάπαυση, μία παύσις των λογισμών.
Έτσι και σ’ αυτόν τον ανυποψίαστον εργάτη της ευχής, ύστερα από τρία τέσσερα περίπου χρόνια επίμονης νοεράς εργασίας μέσα στην καρδιά του, άρχισε να αποκτά την αίσθηση μιας παράδοξης σιγής. Μιας ανέκφραστης εσωτερικής ησυχίας, που πλημμύριζε ολόκληρον τον ψυχοσωματικό του κόσμον, από γαλήνη και γλυκύτητα.
Ενώ ταυτόχρονα έρρεαν από τα μάτια του πλήθος δακρύων μετανοίας.
Είχε, για λίγο όμως χρόνο, ένα είδος θα λέγαμε Σαββατισμού του νοός, και από τις πλέον λεπτές, τις ψιλές όπως τις αποκαλούν οι Πατέρες, φαντασίες των παθών του, μια ανείπωτη παράδοξη σιγή.
Αυτό το γεγονός και μόνον αποδεικνύει ότι αν ο αγωνιζόμενος, πιστός χριστιανός μέσα στον κόσμο, θανατώσει εν Χριστώ, τις πρώτες κινήσεις πάσης κακίας, πάσης πονηρίας, πάσης αμαρτίας, δύναται να οδηγηθεί δια της καλλιεργείας όλων των Ευαγγελικών αρετών, και με ταπεινό φρόνημα στο ασφαλές λιμανάκι της απαθείας, δηλαδή στο θείο Σαββατισμό, όπου τα πάντα μέσα μας σιγούν.
Μακρινό το ταξίδι αλλά κατορθωτό, με τη βοήθεια πάντοτε του Αγίου Θεού.
Γι’ αυτό και απαιτείται υπομονή, επιμονή, και βία ψυχοσωματική. Άλλωστε οι βιασταί αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών, - ποια βασιλεία; Την βασιλεία που εντός ημών εστί.
Εκτός από το σύνολον των Ευαγγελικών αρετών που πρέπει να καλλιεργούνται, και το ’χομε τονίσει πολλάκις, απαιτείται και πρόγραμμα προσευχής σταθερό και αμετάκλητο.
Ανάλογα με τις ευκολίες και τις δυνάμεις που θα έχει ο χριστιανός, θα κάμει κάθε βράδυ τον καθορισμένον γι’ αυτόν (κανόνα, με) μικρή ή μεγάλη αγρυπνία.
Μερικές ψυχούλες αρχίζουν από τις δέκα μέχρι τις δύο, για δυο ώρες μελετούν συνεχώς το όνομα του Ιησού, με ή χωρίς κομποσχοίνι, εισπνέοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέοντας «ελέησόν με», ή εισπνέοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» ολόκληρο, και εκπνέοντας και πάλι «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Κάποτε σταματούν αυτόν τον τρόπον, και συνεχίζουν πλέον, απλά και ήρεμα, αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνον στο έλεος του Θεού.
Στις δυο άλλες ώρες, προ ή μετά την ευχή, θα γίνει ο ενδεδειγμένος κανόνας, με τα σταυρωτά κομποσχοίνια, τις στρωτές γονυκλισίες, τις σχετικές ακολουθίες και την αγιογραφική μελέτη.
Αυτό το πρόγραμμα άλλοι το τροποποιούν σε πρωί και βράδυ.
Άλλοι εγείρονται μετά τις δύο τα μεσάνυχτα, και συνεχίζουν μέχρι τις έξι, άλλοι τρείς με επτά, άλλοι δυό ώρες, άλλοι μία ώρα, άλλος μισή, ο καθένας ανάλογα με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, με τις προσωπικές του αντοχές, τις ευκολίες ή τις δυσκολίες τις προσωπικής του ζωής.
Γνώρισα μερικές ψυχούλες που άρχιζαν την αγρυπνία τους, χωρίς να αναπαυτούν από τον κόπο της ημέρας, τον άρχιζαν τα μεσάνυχτα και τελείωναν στις τέσσερεις το πρωί.
Ο ύπνος τους μόνο τέσσερεις με επτά, χειμώνα καλοκαίρι, η ανάπαυσίς τους, ο ύπνος τους, ήταν μόνον το κομποσχοίνι, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Οι υποχρεώσεις του πολλές, σύζυγος, παιδιά, γέροντες γονείς και ανάπηροι αδελφή στο καροτσάκι. Και όμως η αγρυπνία αγρυπνία και η προσευχή προσευχή. Άρα η θέλησίς μας για πνευματική και ουσιαστική προσευχή στο όνομα του Ιησού, δεν εξαρτάται από τις τυχόν εμπνεύσεις της στιγμής, ούτε από τις συναισθηματικές μας εξάρσεις, ούτε από τις νοσηρές μας φαντασιώσεις, ούτε από τις δήθεν καλές μας διαθέσεις, αλλά από την πόση πνευματική βία και σωματική μαζί θα χρησιμοποιήσουμε στο να κάνουμε προσευχή την προγραμματισμένη ώρα, έστω και αν τα εμπόδια είναι είτε φυσικά, είτε από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, είτε από τον ενελέητον αόρατον πόλεμον των δαιμόνων. Θα εγειρόμεθα πάση θυσία γι’ αυτή την εργασία, όσο και αν αυτό μας κοστίζει, διότι η προσευχή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, για τον καθέναν από μας χωριστά, αφού «ουκ έχω μετάνοια, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω συντριβήν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν, είμαι αμαρτωλός».
Όσο αναγκαία είναι η αναπνοή μας για να υπάρχομε στη ζωή, έτσι και για την ψυχή το οξυγόνο της, η ανάσα της, είναι η προσευχή και μάλιστα η αδιάλειπτη ευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν», μέρα νύχτα χωρίς διακοπή.
Όπως δεν συζητάμε για την αναγκαιότητα της αναπνοής, διότι χωρίς αυτή θα σκάσουμε και θα πεθάνουμε, άλλο τόσο και ακόμα περισσότερο δεν θα πρέπει να λέμε ότι δεν έχω καιρό, ότι δεν έχω διάθεση, ότι δεν μπορώ, ότι τώρα βαριέμαι, ότι τώρα είμαι κουρασμένος, και χιλιάδες άλλες δικαιολογίες, εκτός της ασθενείας.
Εάν τα πούμε τα προηγούμενα, τότε είμεθα χαμένοι από χέρι, όπως λέγει ο λαός, διότι αυτοκτονούμε ψυχικά.
Γι’ αυτό να ορίσουμε μια συγκεκριμένη ώρα νυχτερινής προσευχής, μικρής ή μεγάλης, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι πάντοτε η ίδια, και να προσευχόμεθα πάση θυσία με συντριβή και ταπείνωση, γιατί είμεθα αμαρτωλοί, με επιμονή και υπομονή, διότι οι βιασταί – το επαναλαμβάνω – αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών.
Δεν υπάρχει προσευχή, και μάλιστα με την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», χωρίς προσπάθεια, χωρίς αγώνα, χωρίς βία, για να συγκεντρωθεί ο νους μας πάνω σ’ αυτές τις λέξεις, ειδικότερα στο όνομα του Ιησού.
Χιλιάδες λογισμοί φωλιάζουνε μέσα μας, και ο διάβολος κάνει τα πάντα για να σκορπίσει το νου μας, για να μας καταβάλει ψυχικά και να μας απελπίσει. Για να μας κουράσει ψευτοσωματικά, ή να προκαλέσει ραθυμία και πολλά άλλα που γνωρίζει ο δόλιος δαίμονας.
Και αν ακόμα δεν καταλαβαίνομε τι λέμε, ή μας προκαλείται αφηρημάδα, και δυσκολίες ακόμα στη συγκέντρωση των ψυχικών μας δυνάμεων για την ευχούλα και διακόψουμε τότε, τότε χάσαμε. Κάναμε αυτό που ήθελε και που θέλει πάντα ο διάβολος. Να διακόψουμε την ευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. Ακούτε πολλές φορές, τι βομβαρδισμό δέχεται το μυαλό μας όταν κάνομε την ευχούλα.
Κι αν εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, και μετεωρίζεται έστω ο νους μας, ή και δεν ακούμε και αυτή ακόμα την ίδια τη φωνή μας, την καταλαβαίνει όμως και την ακούει ο διάβολος και καίγεται και μαστιγώνεται και λυσσομανεί από τη φρίκη του.
Για όλη μας όμως αυτή την σύγχιση, και την ψυχική μας ακαταστασία στην προσευχή, να θεωρούμε τον εαυτόν μας και μόνον υπεύθυνο, να μετανοούμε και να ζητάμε συγγνώμη, συγχώρεση και έλεος.

Πάντως λίγη προσευχή όλοι μας μπορούμε να δώσουμε στο Χριστό και το Σωτήρα μας, δέκα λεφτά, ένα τέταρτο, είκοσι, όση μπορεί ο καθένας.

Ρωτάει ο Κύριος. «Τι κρατάς στο χέρι σου Άβελ;» «Ένα μικρό αρνάκι Κύριε, το διάλεξα απ’ το κοπάδι μου, και το προσφέρω θυσία σε Σένα!». Αυτό έκανε ο Άβελ. Και από τότε δεν σταμάτησαν οι άνθρωποι που πίστευαν στον Ένα και μόνο αληθινόν Θεόν, να προσφέρουν στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό και Σωτήρα, κάποια μικρή ή μεγάλη θυσία αινέσεως.

Πολλοί πρόσφεραν τα πλούτη τους. Όλα τους τα αγαθά, εκατοντάδες χιλιάδων πρόσφεραν τα νιάτα τους μέσα από το αγγελικό σχήμα στας ερήμους, στα βουνά, στα βράχια, στις σπηλιές και τις οπές της γής.
Και πολλά εκατομμύρια χριστιανών προσέφεραν την ίδια τους τη ζωή στο μαρτύριο και στην ομολογία.
Πυκνό το νέφος από μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες, νεομάρτυρες, ιερομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ομολογητές.

Ξαναρωτάει ο Κύριος: «Τι κρατάς στο χέρι σου Μωυσή;» «Το ραβδί Σου Κύριε για να οδηγώ και ποιμαίνω τα πρόβατά μου» «Από δω και πέρα θα το χρησιμοποιείς μόνον για μένα» Και με κείνο το απλό ραβδί έκανε τα πιο μεγάλα θαύματα που κατέπληξε τους μάγους της Αιγύπτου, και τον βασιλιά τους Φαραώ. Με το ίδιο το ραβδί χτύπησε αργότερα την Ερυθρά θάλασσα και την χώρισε στα δύο, αφήνοντας εδώ και χιλιάδες χρόνια όλον τον κόσμο με ανοιχτό το στόμα μέχρι των ημερών μας.

«Και συ παιδί μου Ταβιθά, τι κρατάς στο χέρι σου;» «Μια βελόνα Κύριε» Τότε και σύ με τη βελόνα σου κάνε ό,τι μπορείς για μένα. Και η Ταβιθά έκανε ό,τι μπορούσε. Και έντυνε την εποχή εκείνη και πτωχούς και γυμνούς και ορφανά και χήρες στην πόλη της Σιών. Είναι αυτή που ανέστησε εκ νεκρών ο Απόστολος Πέτρος. Και από τότε όλος ο χριστιανικός κόσμος τον ενθυμείται και μείς σήμερα την θαυμάζουμε και το λαμπρό σιωπηλό παράδειγμά της το ακολουθούμε. «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».

«Και συ παιδί μου παραστρατημένο τι κρατάς στα χέρια σου;» ρωτάει ο Κύριος την πόρνη αμαρτωλή γυναίκα. «Ένα δοχείο Κύριε με πολύτιμο μύρο για να αλείψω μ’ αυτό τα Πανάχραντα πόδια Σου και την ακήρατο ζωηφόρο …» Και το έκανε. Και από τότε μέχρι σήμερα γεμίζει από θεία ευωδία μυρίων αρωμάτων όλος ο κόσμος. Σε κάθε σπίτι και κελί, σε κάθε σπηλιά και τρύπα, σε κάθε Ορθόδοξο ναό και εξωκκλήσι, σε κάθε καντήλι και εικόνα, κάθε παπάς και μοναχός, ακούμε και βλέπουμε να λαλείται προσευχητικά το σωτήριον όνομά Του. Το βεβαιώνει θριαμβευτικά η Αγία Γραφή: «Μύρον κενοθέν το όνομά Σου Κύριε». Ναι το όνομά Του είναι Ιησούς, είναι ο Χριστός, είναι ο Σωτήρ, το φως του κόσμου, η ζωή και η Ανάστασις. Και η ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι θεία οσμή πνευματικής ευωδίας. Ναι, «εις οσμήν εν ευωδίας πραγματικής», όπως λέμε στις ακολουθίες μας.

«Παπά Στέφανε, με φωνάζει ο Κύριος», και με ρωτά «αυτή την ευχούλα, μπορείς να την κρατάς, και συ στο στόμα σου, στο νού σου, στην καρδιά σου, στην αγκαλιά της ψυχούλας σου; Ναι μπορείς, με την εν γνώσει σιωπή των αισθητών και νοητών χειλέων». «την ευχή, την ευχή, την ευχή» φωνάζει και ο άγιος γέροντάς μου, «την ευχή, την ευχή, την ευχή», φωνάζει και από την Άνω Ιερουσαλήμ, ο οσιότατος παππούς μου Ιωσήφ.
«Την ευχή, την ευχή», και γω και σεις, και όλοι μας χριστιανοί μου,

Αμήν.

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2006

Τρείς αγιοπνευματικές εμπειρίες σέ σχέση μέ τήν Δαιμονοκρατούμενη εποχή μας.




Ομιλία 133
1.11.2006

Πριν λίγο καιρό, χριστιανοί μου, γνώρισα έναν ευλαβέστατο έγγαμο ιερέα, τον πατέρα Χερουβείμ. Ο πατήρ Χερουβείμ ήταν φιλακόλουθος, ευλαβής, καλοσυνάτος, πράος, και με ταπεινό το φρόνημα. Συγχρόνως, ήτο και αφανής εργάτης, από το 1960 και εντεύθεν, της προφορικής ευχής, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", επηρεασμένος, κυρίως, από το τότε κυκλοφορηθέν βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού». Μετά, όμως, απ’ το 1968 και με τη μελέτη του βιβλίου «Γνόφος αγνωσίας», άρχισαν σιγά σιγά να τον καταλαμβάνουν κάποια πρωτόγνωρα γι’ αυτόν πνευματικά σκιρτήματα που τον γέμισαν από ουράνια ευτυχία. Ήσαν τα πρώτα θεϊκά ενεργήματα του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του, χωρίς όμως να μπορεί να τα αξιοποιήσει έτι περισσότερον, και μάλιστα πνευματικά, λόγω ελλείψεως καταλλήλου απλανούς οδηγού. Δυστυχώς στο Άγιον Όρος δεν είχε μεταβεί, και έτσι δεν ήξερε πώς να μπορέσει περισσότερο πνευματικά να καλλιεργήσει την ευχή. Ο Θεός, όμως, τον αξίωσε να δεί δύο από τα παιδιά του οικονόμους της Θείας Χάριτος, δηλαδή λειτουργούς του Υψίστου.
Πριν από τρία περίπου χρόνια, ο πατήρ Χερουβείμ συλλειτουργούσε μαζί με τους δύο υιούς του, τον πατέρα Γεώργιο και τον πατέρα Ιωάννη, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής, στις 8 Νοεμβρίου, στον ιερό ναό της ενορίας του.
Κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας και στην Μικρά Είσοδο, εντελώς απροσδόκητα εμφανίστηκε να προπορεύεται ένας αστραφτερός και ολόλαμπρος διάκονος κρατώντας με το δεξί του το χέρι ένα χρυσό θυμιατό και με το αριστερό ένα κερί που έβγαζε αντί για φλόγα, φως χιλίων κηρίων, χιλίων βάτ. Από όλο το εκκλησίασμα μόνο καμιά δεκαριά χριστιανοί έβλεπαν το εξαίσιο αυτό θέαμα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κύριος Ιωάννης Παπαευθυμίου. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος με την πάλλευκη στολή και τη συγχρόνως πιτσιλισμένη από αίματα εφαίνετο ότι συλλειτουργούσε μεν, με τους τρείς ιερείς, τον πατέρα με τους δυό γιούς, χωρίς όμως να κάνει εκφωνήσεις. Την εμφάνιση αυτού του αγγέλου, εκτός από τον κύριο Παπαευθυμίου, την είδαν και μερικοί άλλοι χριστιανοί, όχι περισσότεροι από δέκα. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος είχε πάντοτε το κεφάλι σκυμμένο και στο πρόσωπό του διεκρίνετο μεγάλος σεβασμός και δέος προς τα φρικτά τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, της επί γης Θείας Λειτουργίας.
Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη με το ολοφώτεινο κερί πάντοτε στο χέρι του.
Στη Μεγάλη Είσοδο και πάλι μπροστά με το χρυσό θυμιατήρι, σαν τα δικά μας τα θυμιατά, αλλά χρυσό και το παράδοξο αυτό κερί στο άλλο του το χέρι.
Όταν ο πατήρ Χερουβείμ έφτασε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και είπε «τα σα εκ των σών» ο ουράνιος αυτός διάκονος έσκυψε μέχρι το έδαφος. Δεν γονάτισε, απλώς διπλώθηκε στα δύο και σκέπασε το πρόσωπό του με το οράριο, το οποίον κρατούσε με τα δύο του δάκτυλα, έτσι το κρατούμε το οράριο από δώ, και το έβαλε μπροστά στα μάτια του.
Στο «Εξαιρέτως της Παναγίας» δε σηκώθηκε αλλά παρέμεινε σκυφτός μέχρι που τελείωσαν οι ιεροψάλτες τον υπέροχον αυτόν ύμνον, «Άξιον Εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον». Όταν σηκώθηκε, το πρόσωπό του ήταν τόσο φωτεινό και τόσο λαμπερό, που ο κύριος Παπαευθυμίου, ο Ιωάννης, όπως και οι άλλοι, όχι όλοι, μερικοί, όχι παραπάνω από δέκα, δεν μπορούσαν να το ατενίσουν, γι’ αυτό έκλεισαν τα μάτια τους, όλοι τους. Όταν τα ξαναάνοιξαν, ο αστραφτερός αυτός διάκονος με τη χρυσή πάλλευκη στολή και την πιτσιλισμένη από αίματα είχε εξαφανιστεί.
Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το μοίρασμα του αντιδώρου και τις πολλές ευχές που δέχτηκε ο πατήρ Χερουβείμ, τον πλησίασε ο κύριος Γιάννης μαζί με τους άλλους και τον ρώτησαν «ποιος ήταν ο ολόλαμπρος αυτός ουράνιος διάκονος;». Κατάλαβαν ότι ήταν ουράνιος γιατί ξαφνικά εμφανίστηκε και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Στην αρχή, το αρνήθηκε ο καημένος και έλεγε ένα πλήθος από δικαιολογίες, τους έλεγε ότι ήταν φαντασία τους, ότι ήταν πλάνη τους, ότι κείνο, ότι ήταν αυτό, αλλά εκείνοι, όμως, επέμεναν διότι έδωσαν λεπτομέρειες από την εμφάνιση αυτού του ουρανίου διακόνου. Οι μάρτυρες ήσαν αυτόπτες διότι πολλές φορές βρέθηκαν να τσιμπούν τον εαυτό τους εάν ονειρεύονται, ή εάν κοιμούνται, ή εάν πλανώνται, έτριβαν τα μάτια τους, και έτσι λοιπόν αυτή την πραγματικότητα αναγκάστηκε στο τέλος να την παραδεχθεί.
- Ναι, τους είπε, ήτανε … ο Άγιος Λαυρέντιος, διάκονος και μεγαλομάρτυρας της του Χριστού Εκκλησίας, τον οποίον τιμώ ιδιαιτέρως, διότι, πριν από είκοσι χρόνια, στη μνήμη του, είχα σωθεί από βέβαιο θάνατο, στις 10 Αυγούστου του 1982. Σας παρακαλώ και εντέλλομαι να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό μέχρι που να πεθάνω. Ακόμα και στους δύο υιούς μου τους ιερείς, που δεν αντελήφθησαν σήμερα τίποτα από την παρουσία του Αγίου Λαυρεντίου, και σ’ αυτούς δεν θα πείτε τίποτα.
Να όμως που ο πατήρ Χερουβείμ, κάτω από κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, το ομολόγησε σε μένα τον ανάξιο, με πολλή ταπείνωση, συντριβή και δάκρυα, γιατί θεωρώντας τον εαυτόν του ελεεινό και τρισάθλιο, εν τούτοις καταξιώθηκε τοιαύτης τιμής από τον προστάτη του, τον Άγιο Λαυρέντιο.
Η ομολογία του πατρός Χερουβείμ εγένετο εξ αφορμής του βιβλίου «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία». Το διαβάσατε; Κρίμα, αν δεν το διαβάσατε. Έτσι δεν ξέρετε τι γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Το εξαίσιο αυτό θαύμα και την ουράνια παρουσία με την διαβεβαίωσε και ο κύριος Παπαευθυμίου.
Περιμένοντας, βέβαια, την κοίμηση του πατρός Χερουβείμ και ο κύριος Παπαευθυμίου και οι άλλοι, περίπου δέκα, για να διαλαλήσουν τα θαυμάσια του Θεού, που γίνονται στη Θεία Λειτουργία και που έγιναν εκείνη την ημέρα και που γίνονται σε κάθε Θεία Λειτουργία.

Αλίμονο σε όλους μας, αδελφοί μου, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Κύριος του ουρανού και της γης και του σύμπαντος κόσμου, ταπείνωσε τον εαυτόν του, γενόμενος άνθρωπος και υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, ήν υποτασσόμενος αυτοίς, ποιοι αυτοίς; στον προστάτη του Ιωσήφ, και στην Παναγία Μητέρα Του. Έτσι λοιπόν και μείς, οφείλουμε να μιμηθούμε τον Κύριό μας, τον Χριστόν, που εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, να υπακούουμε και εμείς στον πνευματικό μας πατέρα και γέροντα, τον οποίο αγαπά ο Κύριος, και στον οποίον εμπιστεύθηκε την παρακαταθήκη του. Το ίδιο ισχύει και για μένα, για το δικό μου πνευματικό πατέρα, το ίδιο ισχύει και για σας. Αυτή η συμβουλή δεν είναι δική μου, είναι του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη. Ο Κύριος μας έδωσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, το ’χουμε πει και άλλη φορά, μας έδωσε το Μεσονυχτικό, μας έδωσε τον Όρθρο, μας έδωσε τον Εσπερινό, το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς, τις Παρακλήσεις, και τόσες άλλες ακολουθίες ή τις περισσότερες φορές για να μπορούμε και να τις ψάλουμε, ή σ’ αυτές να εντρυφούμε προσευχητικά. Γιατί είμαστε ακόμα μωρά, παιδιά, νιάνιαρα. Δεν ξέρουμε, ακόμα, πως να προσευχόμεθα, όπως θα έπρεπε, πνευματικά, νοερά, και έτσι η ψαλμωδία είναι ωφέλιμη για όλους μας, όταν την ψάλλουμε με ταπείνωση.
Είναι, όμως, καλύτερο, ασυγκρίτως ωφελιμότερο, όταν η καρδιά μας γίνεται ναός του Θεού, ναός του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εκ της οποίας καρδιάς την φωνήν αυτού ακούομεν δια του Παναγίου Πνεύματος, και ο νους μας προσφέρει τότε τη θυσία του ονόματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, γι’ αυτό και η καρδιά μας φωνάζει «Αββά ο Πατήρ», είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο Θεός μου, είσαι ο Σωτήρας μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό, ελέησέ με.

Η αγάπη προς τον Θεόν, λέμε πολλές φορές, εγώ το Θεό τον αγαπώ, λέει, όσο για τους ανθρώπους, όλους τους αγαπώ, τώρα τι αγάπη είναι αυτή που έχουμε, δεν ξέρω.
Κατά τον Άγιο Σιλουανό, η αγάπη έχει τρεις μορφές. Πιστεύω, όσοι έχετε διαβάσει τον Άγιο, πιθανόν κάτι να ενθυμείσθε.
- Ο πρώτος είναι λέει εκείνος με τον οποίον αντιστέκεται κάποιος στους κακούς λογισμούς, απλώς αντιστέκεται, για την αγάπη του Θεού. Αγαπά τον Θεόν κατά το μέτρον που πολεμά τους κακούς του λογισμούς. Αυτό είναι ένα είδος αγάπης.
- Το δεύτερο είναι όποιος αγωνίζεται κατά της αμαρτίας, παρακαλεί το Θεόν μέρα νύχτα, συμμετέχει στις ακολουθίες, και στα Πανάγια σωστικά μυστήρια, και δια μέσου αυτών παρακαλεί το Θεόν, την Παναγία, τους Αγίους να του δίνουν δύναμη να μην αμαρτάνει. Αλλά οι αδυναμίες μας είναι πολλές, η φύσις μας ρέπει προς τα πονηρά, παρασυρόμεθα εύκολα, σκοντάφτουμε πάνω στην αμαρτία, υποκύπτουμε, την διαπράττουμε, είτε στην διάνοια, είτε με τον λόγο, είτε με το έργον. Πονάμε κατόπιν γιατί αμαρτήσαμε, μετανοούμε, εξομολογούμεθα, λαμβάνουμε την άφεση και κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων. Έχει κάθε ψυχή, που πορεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπον, και νομίζω ότι ανήκουμε σχεδόν όλοι μας σ’ αυτήν την κατηγορία, έχουμε τη Χάρη στην ψυχή και στο νου, αλλά, όμως, δεν είμεθα απαθείς. Δεν έχουμε υποστεί τελεία την κάθαρση από τα πάθη μας. Διότι ακόμα θυμώνουμε, νευριάζουμε, γρινιάζουμε, μουρμουρίζουμε και δεν ξέρω τι άλλο κάνουμε…
Πρέπει πριν φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, πριν πεθάνω δηλαδή, πρέπει να σας βάλω έναν κανόνα, και θα σας τον βάλω. Θα βάλουμε έξω αγιασμό, απ’ την εκκλησία, ή εδώ, την ώρα που παίρνετε αντίδωρο, και να πίνετε μια γουλιά απ’ το αμίλητο νερό, απ’ τον αγιασμό. Αυτή τη γουλιά, δεν θα την καταπίνετε, θα την κρατάτε στο στόμα σας για δυο ώρες, να δείτε τι ωραία θα πάτε στο σπίτι σας, και τι ωραία που θάναι όλα… Για δοκιμάστε το μια φορά, να βάλετε μια γουλιά αγιασμό στο στόμα, και να το κρατήσετε δυο ώρες!.. Το συνέστησε ένας πνευματικός, το συστήνω και γω τώρα.
Τώρα, όμως, μπορώ να σας κάνω κάτι άλλο. Θα σας πω να κρατήσετε το αντίδωρο στο στόμα, μόλις το παίρνετε… για να δούμε, θα υπάρξει τότε ησυχία μέσα στο ναό, ναι ή όχι; Να μην το καταπίνετε. Αυτή είναι η πρόοδος!.. Και τρόπος πνευματικός για να αντιμετωπίσουμε το κακό που ξεκινάει από την γκρίνια και από την φαγωμάρα… Κακομοίρηδες είμαστε! Κακομοίρηδες…
- Εκείνος πάλι που έχει καταφέρει να νικήσει τα πάθη του, και δεν έχει πια αγώνα εναντίον των παθών, της αμαρτίας, και προπαντός των λογισμών, διότι κυριαρχείται ολόκληρος από την Χάρη του Ιησού Χριστού και από την Χάρη του Παναγίου ονόματός Του, αυτός έχει αισθητήν πλέον την χάριν, και αν αυτή κατορθώσει να την διαφυλάξει, τότε το σώμα του εξαγιάζεται και γίνεται σαν το άγιο λείψανο.

Ξέρετε ότι οι εχθροί μας οι δαίμονες έπεσαν από υπερηφάνεια και μας παρασύρουν στην ίδια πτώση με λογισμούς υπερηφανείας, εγωισμού, αυτοκολακείας και αυτοεπαίνου. Άσε που παίρνουμε κολακείες και επαίνους με το τσουβάλι, ιδίως εμείς οι ιερείς, μας λιβανίζετε συνεχώς, και κακώς κάνετε, λοιπόν, αυτό συντελεί εις το να δημιουργείται ένας εύκολος δρόμος πτώσεως, διότι ο άνθρωπος είναι ευάλωτος και αδύνατος, και ο παπάς μαζί. Και αν δεχθούμε τον έπαινο, αν δεχθούμε την κολακεία, τότε η Χάρις φεύγει, δεν ταπεινώνεται η ψυχή, γι’ αυτό και πρέπει να μαθητεύουμε σε όλη μας τη ζωή μέσα σ’ αυτό το πνεύμα του ταπεινού φρονήματος. Όποιος έχει ταπείνωση και πραότητα, κέρδισε τη Χάρη και τη Βασιλεία των Ουρανών, την προγεύεται από δω, με θεθεωμένη την ελπίδα της σωτηρίας και ψηλαφώντας ακόμα και με τα χέρια του τη Χάρη. Όλα τα ουράνια γνωρίζονται από το Άγιον Πνεύμα και τα επίγεια βέβαια με το μυαλό μας, απ’ τη φυσική μας διάνοια, επόμενον είναι αυτό.
Βέβαια πολλοί νομίζουν ότι θα μπορέσουνε να γνωρίσουν τον Θεό μέσα από τα πολλά διαβάσματα που θα κάνουν, με το νου τους και με το μυαλό τους και μέσα από τις φυσικές γνώσεις που θα αποκτήσουν. Ο Θεός αποκαλύπτεται, δεν ανακαλύπτεται!... Και γνωρίζεται από το Άγιον Πνεύμα εντός της καρδίας του ανθρώπου. Άμα βλέπεις μέσα σου κακούς λογισμούς, λέγει ο Άγιος Σιλουανός, τρέξε στον πνευματικό σου να το πεις, έστω και αν δεν συγκατατίθεσαι, θα πεις ότι δέχομαι βλασφήμους λογισμούς, πονηρούς και αισχρούς, τους οποίους όμως δεν δέχομαι. Τους αντιμετωπίζω, είτε με την περιφρόνηση, είτε με το όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αν κάνεις δε το λάθος, και αν κάνουμε το λάθος, να νομίζουμε και να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε περισσότερα από τον πνευματικό μας, και παύουμε να του λέμε ό,τι ακριβώς μας συμβαίνει ή ντρεπόμεθα να του πούμε τις κακές σκέψεις, ακόμα και τις προσβολές που έχουμε εναντίον του, θα παραχωρήσει ο Θεός αναπόφευκτα να πέσει πειρασμός επάνω μας, που δεν θα μπορούμε πλέον να τον σηκώσουμε.

Ας αφήσουμε λιγάκι τώρα τα πνευματικά και να πάμε λίγο στα πιο πρακτικά. Δεν θα ήθελα να πάμε στα πρακτικά. Δεν θα ήθελα καθόλου. Αλλά ας πούμε ότι είναι μια μικρή έτσι διακοπή.
Πριν από τέσσερεις μέρες είχαμε μια μεγάλη ιστορική επέτειο, την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου του 1940. Και πριν απ’ αυτήν την εικοστή έκτη Οκτωβρίου που δεν είναι μόνον η μεγάλη γιορτή του Μεγαλομάρτυρος του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου, αλλά και η απελευθέρωσις της Θεσσαλονίκης το 1912. Για μας τους Μακεδόνες, αυτό το τριήμερο έχει μεγάλη αξία γιατί μας θυμίζει τους ηρωικούς αγώνες των προγόνων μας Ελλήνων ’12, ’13, ’40, ’41 υπέρ πίστεως και πατρίδος. Γιατί δυστυχώς το τρίπτυχο πίστις, πατρίδα και οικογένεια, το ξεχάσαμε, το ξεσχίσαμε, το κουρελιάσαμε. Κατάφερε το πνεύμα της Νέας Εποχής και της παγκοσμιοποιήσεως να τα διαλύσει όλα.
Η Νέα Εποχή είναι αυτή που γέννησε την παγκοσμιοποίηση, όλος ο κόσμος χωρίς σύνορα, χωρίς πατρίδα, χωρίς ιστορία, χωρίς οικογένεια, χωρίς πίστη, χωρίς θρησκεία, χωρίς φυλή και γλώσσα, χωρίς πολιτισμό, χωρίς παρελθόν, τίποτα.
Η Νέα Εποχή γέννησε το φρούτο του διαθρησκευτικού συγκρητισμού. Ένωσις, δηλαδή, όλων των θρησκειών και, ενώ πρώτα συζητούσαν για κείνους που πιστεύουν στον Ένα Θεό, των Χριστιανών, των Ιουδαίων και των Μουσουλμάνων, τώρα θέλουν να μας βάλουν και τους Ινδουιστάς, και κείνους που πιστεύουν στο Βούδα, το Βουδισμό, το Βραχμανισμό και τόσα άλλα, σ’ ένα κράμα μαύρο και άραχνο.
Τρίτο πράγμα που γέννησε η Νέα Εποχή είναι ο Οικουμενισμός. Δηλαδή, ένωσις ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, και με τους Παπικούς αλλά και με όλες τις πεντακόσιες τόσες χριστιανικές ομολογίες των προτεσταντικών παραφυάδων. Δηλαδή, με όλους τους αιρετικούς, παραμερίζοντας όλα αυτά που μας χωρίζουν και που αφορούν την Τριαδικότητα του ενός Αγίου Θεού, τα υποστατικά ιδιώματα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, την Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τη νεότητα της ψυχής σε σχέση με την αιωνιότητα Παραδείσου και Κολάσεως και μάλιστα της ακτίστου Κολάσεως, την Παναγία ως Θεοτόκον Θεομήτορα και αειπάρθενον, τους Αγίους και τα ιερά τους λείψανα. Να παραμερίσουμε τις διαφορές που έχουμε στα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας και ειδικότερα για ό,τι λέγεται για το Άκτιστο φως, και για άλλα πολλά τα οποία μας χωρίσουν, δημιουργώντας τεράστιο χάσμα μεταξύ μας και που οι πλάνες τους δυστυχώς καταστρέφουν εκατομμύρια ψυχές. Αν λοιπόν όλοι οι αιρετικοί δεν αναγνωρίσουν τις πλάνες τους και δεν τις διορθώσουν, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, τελεία και παύλα. Αυτό πιστεύω και αυτό διακηρύσσω. Εάν γίνει κάτι άλλο, θα πάρω το ρασάκι μου και θα πάω στο σπίτι μου να προσεύχομαι μόνος μου, μαζί με την οικογένειά μου.
Η Νέα, λοιπόν, Εποχή εκμεταλλεύεται όλη αυτή τη σύγχυση ιδεών, την άγνοια και την αδιαφορία ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, τη συντηρεί με τον Οικουμενισμό και το θρησκευτικό συγκρητισμό για να μας οδηγήσει στην σκλαβιά της παγκοσμιοποιήσεως που δεν έχει, ούτε Θεό Τριαδικό, ούτε πίστη, ούτε πατρίδα, ούτε οικογένεια. Ποιος νέος σήμερα που δέχεται , εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις , το τρίπτυχο αυτό για το οποίον οι πρόγονοί μας έδωσαν και τη ζωή τους; Ξέρετε τι έλεγε ο Κολοκοτρώνης; Πρώτα υπέρ πίστεως και ύστερα υπέρ πατρίδος. Ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για να απελευθερώσουμε στο όνομά Του την πατρίδα μας και αυτή την υπογραφή δεν την παίρνει πίσω. Κολοκοτρώνης. Τα ξέρουν τα παιδιά μας αυτά; Τους τα μαθαίνουμε; Τι κάνει η Ελληνική οικογένεια, και μάλιστα οι γονείς για να συντηρήσουν στην πράξη αυτό το τρίπτυχο; Υπάρχει, όμως, άραγε οικογένεια; Αλλά και οι δάσκαλοι των Δημοτικών Σχολείων, συγχωρέστε με, άγιοι διδάσκαλοι, και οι καθηγητές Γυμνασίων Λυκείων και Πανεπιστημίων, άραγε με το λόγο τους και το παράδειγμά τους τι κάνουν; Κτίζουν ή γκρεμίζουν; Καθίστανται φωτοδότες ή φωτοσβέστες; Είναι φάροι ή σηκώνουν μπροστά μας βράχους για να κτυπήσουμε πάνω το καράβι της οικογενείας μας και να γίνουμε συντρίμμια.
Τα μηνύματα, που έρχονται από κάθε γωνιά της πατρίδος μας για τα σχολεία και τα παιδιά μας, για τους νέους και τις νέες μας, για τους φοιτητάς και τις φοιτήτριες, είναι απογοητευτικά, χωριστά τα πόσα ακούνε τα αυτιά των πνευματικών. Υπάρχουν επαινετές εξαιρέσεις, δεν αντιλέγω, αλλά είναι ελάχιστες. Παντού όργια ανηθικότητος από τις ελεύθερες σχέσεις. Παντού αυθαδισμός, αναίδεια, βία και ανεξέλεγκτη αναρχία σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Η μεγάλη καταστροφή στην οικογένεια, στη πίστη και στην αξία της πατρίδος, ήρθε δυστυχώς από τον Δυτικό μας πολιτισμό, και την ασύδοτη, ασύδοτη, ασύδοτη, τηλεόραση. Απ’ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως τα λέμε. Μεγάλη καταστροφή αυτό σε κάθε τι ωραίο. Δεν μας δείχνουν ένα ευγενικό παράδειγμα, ζωής και αυτοθυσίας, ένα παράδειγμα αρετής να το μιμηθούμε, να το προβάλλουν και μία και δυο και τρεις και πέντε μέρες, να διδαχθούν τα παιδιά μας αλλά και μείς οι μεγάλοι.

Είπα ότι υπάρχουν κάποιες επαινετές εξαιρέσεις. Σε μια πόλη της Πελοποννήσου συναντήθηκα κάποτε με κάποιο χριστιανό περίπου τριανταδύο ετών, που μοσχομύριζε κάτι σαν δεντρολίβανο. Και η έκπληξίς μου μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, όταν άρχισε να μου μιλάει για την ευχή, για το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", διαπιστώνοντας ότι απ’ το στόμα του εξήρχετο η άρρητος ευωδία του Παναγίου Πνεύματος. Για το κομποσχοίνι και την ευχή τα είχε μάθει πριν από χρόνια στο Άγιον Όρος και από τότε την έλεγε ασταμάτητα μέρα νύχτα. Και πολλές φορές, χωρίς διακοπή, ακόμα και τις νύχτες. Η ευχή αναπληρούσε και τις φυσικές ανάγκες του ύπνου. Έτσι, σιγά σιγά, η προσευχή του Ιησού έγινε πνευματική και νοερά μέσα στην καρδιά του. Απολάμβανε το μεγαλείο της νοεράς προσευχής χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει το πώς λέγεται μέσα του ευχή, και μάλιστα από το μέρος της καρδιάς του με πολλή γλυκύτητα, και χωρίς αυτός να τη λέγει συνειδητά, είτε προφορικά, είτε με τον ενδιάθετο λόγο. Αυτό είναι το μεγαλείο της πνευματικής προσευχής ή, ειδικότερα, της νοεράς λεγομένης προσευχής.
Κάποτε, σε μια τέτοια κατάσταση τόσο πολύ αλλοιώθηκε απ’ τη χάρη του Θεού ώστε ανοίγω εισαγωγικά και λέγει: «ξέχασα τον εαυτόν μου. Ήταν σαν να χάθηκα και απροσδόκητα αισθάνθηκα πως η ψυχή μου ήταν μέσα στα ανοικτά χέρια του πνευματικού μου, του πατρός Γ.Κ. ο οποίος προσηύχετο μπροστά σε έναν ουράνιο ολόλαμπρο θρόνο που είχε πολύ φως και Δόξα Θεού. Σε λίγο, δεν ξέρω πότε, αυτό το ουράνιο φως έλουσε και τον πνευματικό μου και τον λάμπρυνε τόσο πολύ πούχα την αίσθηση ότι έκλεισα τα μάτια της ψυχής μου. Πώς έβλεπα; Και πως τα έκλεισα, δεν ξέρω. Σφιχταγκαλιασμένη η ψυχή μου με τον πνευματικό μου, τον άκουσα να προσεύχεται στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν για μένα. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια της ψυχής μου, εν τούτοις ένοιωθα αυτήν την υπέρλαμπρη φωτοχυσία να με πλημμυρίζει, να με λούζει κυριολεκτικά, να με γεμίζει από ευτυχία, από χαρά, από ειρήνη, από θαυμασμό, από αγαλλίαση. Κάποτε συνήλθα. Ένοιωθα να μην πατώ στη γη και η προσευχή του ονόματος του Ιησού Χριστού να λέγεται από μέσα μου άπειρες φορές. «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου». Τρείς τέσσερεις μέρες, ούτε έφαγα, ούτε ήπια σταγόνα νερό, ούτε κοιμήθηκα. Απολάμβανα αδιάλειπτα μια ουράνια ευτυχία που δεν περιγράφεται. Τα δε δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι συνεχώς και ήσαν γλυκύτατα».
Εδώ τελείωσε η θεωρία αυτού του χριστιανού που ζει ανάμεσά μας και στην εποχή μας, εξαίρεσις σ’ αυτήν την τρελή εποχή που ζούμε. Όλως αναξίως έδωσα κατόπιν κάποιες πνευματικές συμβουλές, όσες βέβαια μπόρεσα, και αυτές αριόμενες από την πολύτιμη και ματωμένη εμπειρία του δικού μου γέροντος του πατρός Εφραίμ, με την αμοιβαία υπόσχεση μιας εν Χριστώ πατρικής προστασίας, και με την ευλογία του πνευματικού του για την μετέπειτα ευδόκιμη πορεία της ζωής του και δη την πορεία της νοεράς προσευχής, και για να μην απολεσθεί το χάρισμα και η Θεία Δωρεά, αλλά και για τους κινδύνους της πλάνης και της πτώσεως εκ δεξιών.
Χριστιανοί μου, ο χριστιανός αυτός, ο αδελφός μας αυτός, που ζει ακόμα, μπορεί νάναι και δίπλα μας, ο οποίος αποτελεί βέβαια και λίγες από τις εξαιρέσεις τις επαινετές που αναφέραμε μέσα σ’ αυτόν τον πανζουρλισμό της ανηθικότητος που ζούμε, μόλις άρχισε να γεύεται το μέλι της θείας ευφροσύνης απ’ το γλυκύτατον και παντοδύναμον όνομα του Ιησού Χριστού, δόθηκε ολόψυχα σ’ αυτήν την πνευματική εργασία, στην αρχή προφορικά, ψιθυριστά, και κατόπιν από μέσα του με τον ενδιάθετο λόγο, ανεξάρτητα από τις πολλές υποχρεώσεις που είχε στη δουλειά του, στην κοινωνία και στο σπίτι του. Στο μυαλό του, στο νου του, στις σκέψεις του, στις ενθυμήσεις του, και στα αισθήματά του κυριαρχούσε ένα μόνο πράγμα, η δίψα για το όνομα του Ιησού Χριστού. Δίψα που έγινε αγάπη, που έγινε θεϊκός έρως για τον Χριστό. Ακόρεστη πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού εξ όλης ψυχής και εξ όλης διανοίας και εξ όλης καρδίας και εξ όλης ισχύος. Ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός μας διαβεβαιώνει, ότι οι πεινώντες και οι διψώντες την δικαιοσύνη του Θεού όχι μόνον θα χορταίνουν, αλλά και θα καθίστανται μακάριοι από την πληρότητα αυτής της αγάπης του Θεού. Και το πλήρωμα της αγάπης, όπως φαίνεται, αυτόν τον νέον, τον οδηγεί σιγά-σιγά στο περιβόλι της Παναγίας.

Να πούμε και ένα δεύτερο, προτιμώ τα πνευματικά, από τα πρακτικά. Τα πρακτικά τα βρίσκουμε και μόνοι μας, όταν καλλιεργήσουμε τα πνευματικά. Άμα αποκτήσεις φόβον Θεού, δεν θα αμαρτήσεις. Όταν αποκτάς ταπείνωση, και πένθος, και δάκρυα, προσεύχεσαι και δίνεις και το καλό παράδειγμα στο διπλανό σου, στο παιδί σου, στο γιο σου, στην κόρη σου, στη μάνα σου, στον αδελφό σου, στο γείτονα, στον προϊστάμενο, στον υφιστάμενο, στον συνάδελφο, στην κοινωνία. Το καλό παράδειγμα προέρχεται και πηγάζει και βγαίνει απ’ την Χάρη του Αγίου Πνεύματος που έχουμε μέσα μας, ως καρπός του Αγίου Πνεύματος. Καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια, υπομονή, ταπείνωσις, ελπίδα… Θα ’χουμε αυτά; Άμα τάχουμε, θα τα βγάλουμε, θα τα δώσουμε. Ό,τι έχουμε, δίνουμε. Άμα οι τσέπες μας είναι γεμάτες ακαθαρσίες, αυτές θα βγάλουμε και θα δώσουμε στους άλλους. Αν έχουμε χρυσάφι, χρυσάφι θα δώσουμε. Αλλά πρέπει νάχουμε, όμως, Πνεύμα Θεού, Χάριν Θεού. Και αυτήν να δώσουμε.

Πριν λίγο καιρό, είχα μια ουράνια πνευματική αποκάλυψη από κάποιον λειτουργό του Υψίστου, που ήτο κατάκοιτος στο κρεβάτι του πόνου και του μαρτυρίου. Τον γνώρισε και η πρεσβυτέρα. Όχι μόνον δοξολογούσε, και ευχαριστούσε τον Θεόν για τα σωματικά μαρτύρια εξαιτίας της ασθενείας του, αλλά και συνεχώς παρακαλούσε τον Χριστόν να τον ελεήσει σαν τον πλέον αμαρτωλόν με τις φράσεις: «Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν». «Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν». Μέρα νύχτα. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, πότε ψιθυριστά, πότε από μέσα του, πότε με τον ενδιάθετο λόγο, πάντοτε με το κομποσχοίνι στο χέρι, και άλλοτε απ’ το βάθος της καρδιάς του, βίωνε όπως έλεγε, την απόλυτη ουράνια ευτυχία. Μια ευτυχία που ένοιωθε πολλές ότι ήτο έτοιμη να τον σκάσει. Να του σχίσει τα σπλάχνα. Που ήθελε να βάλει σ’ αυτήν την ευτυχία, που την ένοιωθε σαν μια απέραντη ουράνια αγκαλιά όλον τον κόσμο, για να τη γευθεί λίγο και αυτός, που βρίσκεται μακριά απ’ τον Θεόν.
Μια φορά ήταν τόση η πληρότητα αυτής της παραδόξου νοεράς προσευχής, που αρπάχτηκε ο νους του, δεν ξέρει πως, στο Θρόνο του Θεού. Βρέθηκε στη Βασιλεία του Θεού. Στη βασιλεία των Ουρανών, όπου στο βάθος ίστατο ο Θρόνος του Κυρίου όλο φως, όλος δόξα. Ήταν, όμως, τόσο εκτυφλωτικόν αυτό το φως της δόξης του Θεού, που και αυτές οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων δεν μπορούσαν να το ατενίζουν, αλλά με σκυμμένες τις κεφαλές τους θυμιάτιζαν με ολόχρυσα και ολοφώτεινα θυμιατήρια τον ουράνιον θρόνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ενώ ταυτόχρονα πληροφορείτο η ψυχή του ότι αυτές οι ουράνιες ασώματες δυνάμεις είναι οι ίδιες που ολόθερμα επιθυμούν, όχι μόνον να ακούσουν την Ευαγγελικήν φωνήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, αλλά και υπερφυώς να δουν, αν τους το επέτρεπε ο Θεός το πρόσωπο της Αγίας Αναφοράς και απολαύσωσιν επι της γης και δη επί της Αγίας Τραπέζης τα φρικτά τελούμενα της Θείας και Ιεράς Λειτουργίας, όπως τούτο βεβαιώνεται και από την πέμπτη ευχή στο μυστήριον του Ιερού Ευχελαίου. Μαζί με τους θυμιατίζοντας αγγέλους και γύρω απ’ τον θρόνον του Θεού, είδε, επαναλαμβάνω, με τα μάτια της ψυχής του, εκείνος ο παππούλης, και τον Χορό των Αγίων Αποστόλων. Και αυτοί με θυμιατά. Και πέριξ αυτών των χορών, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων, το αμέτρητο πλήθος των Ιερομαρτύρων, τους χιλιάδες χιλιάδων επισκόπων, πρεσβυτέρων, ιερομονάχων και διακόνων, που καταξιώθησαν της Βασιλείας του Θεού και όλες αυτές οι μυριάδες, μόνον των αγίων ιερομένων, να θυμιατίζουν μεγαλόπρεπα, αλλά ταπεινά και με δέος και με πολλή αγάπη μαζί με τους Αποστόλους τον Ουράνιον αυτόν Θρόνον της Δόξης του Θεού. Και να που σε λίγο, τα κατάπληκτα μάτια της ψυχής του, αντικρύζουν, ώ της δικαιοσύνης Σου Χριστέ μου, ώ της απεράντου μακροθυμίας Σου, της μεγαλοσύνης Σου, της μεγαλοπρέπειάς Σου Κύριε, είδε και κάποιες απειράριθμες ψυχές να θυμιατίζουν και αυτές με ολόχρυσα θυμιατήρια τον Θρόνον του Θεού. Ποιες ήταν; Ήσαν αυτές που καταφρονήθησαν σε αυτόν τον κόσμο, όπως οι διανοητικώς ανάπηροι, οι διανοητικώς καθυστερημένοι, οι μικροί και οι μεγάλοι με το σύνδρομο Down, όλα τα ανάπηρα παιδιά στο μυαλό και συνάμα τα σπαστικά στο σώμα. Και γενικώς όλες εκείνες οι ψυχούλες, που στον κόσμο μας περιφρονήθηκαν και περιγελάστηκαν ως αγαθούληδες, κλείνοντάς τες πολλές φορές σε άσυλα, ακόμα και σε φρενοκομεία, αυτές θυμιάτιζαν, μαζί με τους Αγίους, τον Θρόνον του Θεού ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ, οι καλοί δήθεν χριστιανοί, με τις δήθεν καλές μας καλοσύνες. Όχι εμείς που διαλαλούμε ότι αγαπάμε όλο τον κόσμο και κρυφά αμαρτάνουμε! Αλλά οι διανοητικώς ανάπηροι. Τα διανοητικώς ανάπηρα παιδιά. Και όλες αυτές οι ψυχούλες ήσαν ενδεδυμένες με ολοφώτεινες πάλλευκες στολές, ενώ οι μυριάδες των ιερωμένων ανάλογα με την επί γης αγιότητά τους και τους αγώνες τους, που έδωσαν για τη θέωσή τους, είχαν ολόχρυσες ολόλαμπρες στολές, η λαμπρότητα, όμως, του καθενός εξ αυτών διέφερε από την λαμπρότητα των άλλων. Η κάθε ψυχή έλαμπε με τη δική της δόξα. Αλλά να, επαναλαμβάνω, που το πλέον αξιοθαύμαστο και ουράνιο αυτό θεϊκό όραμα, είδε ότι ήτανε μαζί με την χορεία των δώδεκα Αποστόλων, των Μεγάλων Ιεραρχών, των Θεοφόρων Πατέρων, των ιερομαρτύρων, των καταξιωμένων αγίων επισκόπων, πρεσβυτέρων και διακόνων στους είκοσι αιώνες που πέρασαν, ήσαν θυμιατίζοντες, και τα διανοητικώς καθυστερημένα παιδιά, πλημμυρισμένα, όπως το τόνισε και ο γέροντάς μας στην τελευταία επίσκεψή του, από φως, από σοφία, και από δόξα, πολλή δόξα. Και πολλή σοφία, και πολύ φως. Όμοια με των Αγίων.
Το ερώτημα που βάζω για μένα, πούμαι ανάξιος λειτουργός του Υψίστου, αλλά και για όλους τους ιερείς, επισκόπους και διακόνους των ημερών μας, που θυμιατίζουμε το επίγειο θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης, στον όρθρο, στον Εσπερινό, και ειδικά στη Θεία Λειτουργία, άραγε θα αξιωθούμε εμείς του εικοστού αιώνος οι ιερωμένοι να θυμιατίζουμε και το υπερουράνιο θυσιαστήριο; Ή θα βρεθούμε στο αιώνιο σκοτάδι και στο άκτιστο πυρ της Κολάσεως θυμιατίζοντας τον Αρχισατανά και τα δαιμόνιά του; Ασφαλώς με την αμετανόητη κακία μας και την πονηριά μας, γι’ αυτό να παρακαλάτε τον Θεόν νάχουμε όλοι εμείς οι ιερείς μετάνοια αληθινά, και ασφαλώς πρώτος εγώ, ων πρώτος ειμί εγώ, αυτό το τόνισε επιγραμματικά ο Απόστολος Παύλος, - δεν θα του το πω εγώ για τον εαυτό μου; θάναι γελοίο να μην το πω και να μην το πιστεύω.
Μετάνοια, λοιπόν, είθε να χαρίζει ο Θεός σε όλους τους κληρικούς παντός βαθμού, σε όλους τους μοναχούς, Αγιορείτας και μη, μετάνοια και στους άρχοντας ημών, και στους αρχομένους, μετάνοια στον Ορθόδοξο Ελληνικό λαό, μετάνοια σ’ όλους εμάς.

Μετάνοια θέλει η εποχή μας. Να ’ρθούμε, πάλι, ξανά να δούμε την τρελή εποχή μας; Που μοιάζει με ζούγκλα αδηφάγων ζώων, παρά με κοινωνία λογικών ανθρώπων; Δεν το γενικεύουμε το κακό, αλλά έτσι παρουσιάζεται. Και κει θα καταλήξουμε. Παραταύτα, όμως, ακούγονται, που και που, κάποιες κραυγές αγωνίας, από μερίδες ανθρώπων που ανησυχούν για τον ηθικό ξεπεσμό και την ασυδοσία των πάντων, από το 1970 και μετά, μέχρι και σήμερα, και ποιος ξέρει το τι θα ακολουθήσει στα επόμενα χρόνια, και οι κραυγές αγωνίας είναι γιατί γεμίσαμε από όργια παιδεραστίας. Είπαν προχτές οι ειδήσεις το τρομακτικό ότι πληρώνουν και βιάζουν παιδιά δύο μηνών, τεσσάρων μηνών, έξι μηνών, τα οποία τα περισσότερα πεθαίνουν με αυτό τον βιασμό μετά. Πολλά τα δανείζουν εκεί που έγινε το φοβερό τσουνάμι. Τους έρριξε ο Θεός λίγο κατακλυσμό για να βάλουν μυαλό, αλλά που το μυαλό να μπει… Όργια λοιπόν παιδεραστίας … Ομοφυλοφιλίας, λεσβιασμού, πανσεξουαλισμού… Θέλουν να δημιουργηθούν τώρα και σύλλογοι άκουσα προχτές στις ειδήσεις. Σύλλογοι παιδεραστών λέει…. Επισήμων ομοφυλόφιλων.. Που θέλουν τώρα και γάμους. Τρελαθήκαμε τελείως ! Ούτε στα ζώα δεν συμβαίνει αυτό.
Κραυγές αγωνίας για τη βία. Για τις ταραχές, για την αναρχία, για τους πολέμους, για τους εμφυλίους σπαραγμούς, για τις εκτρώσεις. Έγιναν, βλέπετε, και νόμιμοι οι φόνοι. Γέμισε ακόμα και η Ελλάδα μας, η πατρίδα μας, από κλέφτες, κακοποιούς, φονιάδες, ταραχοποιούς, βιαστάς, αναρχικούς, ναρκομανείς, ναρκομανείς από δεκατριών ετών και πάνω, μέχρι τριάντα… Οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στα εικοσπέντε. Πεθαίνουν με μια σύριγγα στο χέρι. Από νέους και νέες, που καπνίζουν και μεθούν και οργιάζουν μέσα στην ανηθικότητα και στα νάιτ κλάμπ. Μόδα και συνήθεια τώρα, έγινε και το φαινόμενο των αγάμων μητέρων, τα διαζύγια πολλαπλασιάστηκαν... Σε μια Μητρόπολη είναι περισσότερα απ’ τους γάμους.
Και το φοβερότερον, χίλιες εκτρώσεις την ημέρα. Που; Στην Ορθόδοξη Ελλάδα, την πατρίδα μας.
Μη μας κακοφαίνεται, λοιπόν, άμα γεμίσει η Ελλάδα μέσα σε δέκα χρόνια από Αλβανούς και Πακιστανούς και δεν ξέρω τι άλλο.

Μου έκανε εντύπωση που διάβασα σ’ ένα περιοδικό για το εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αθώων βουλευτών της Γαλλίας προ τριμήνου να εξεφράζει την ανησυχία της για τις διαστάσεις που πήραν τρία πράγματα, όπως το τόνισαν, και να σας πω ποια είναι αυτά τα τρία.
- Πρώτα-πρώτα για τις σατανόπληκτες, ανέφεραν, αιρέσεις, που διαφθείρουν τις παιδικές και νεανικές ψυχούλες, με τους προσηλυτισμούς, που εξασκούν επάνω τους, - το θεωρούν πνευματικό βιασμό. Και ζητούν και απαιτούν μέτρα εναντίον αυτής της καταστάσεως.
- Δεύτερον, τι θα γίνει με την διακίνηση των ναρκωτικών στους σχολικούς χώρους όλων των βαθμίδων της εκπαιδεύσεως, όπως θα λέγαμε, δηλαδή, Δημοτικά Σχολεία, Γυμνάσια, Λύκεια, Πανεπιστήμια. Δεν ακούγονται; Και τι δεν ακούγονται αυτές τις ημέρες; Τι να σας πω; Και μέτρα για την πάταξή τους.
- Και τρίτον, απ’ την έντονη βία και την αχαλίνωτη επιθετικότητα των νέων, να βρεθεί και δω τρόπος θεραπείας.
Αυτά, προ τριμήνου, από το 70% των Γάλλων βουλευτών. Δεν ξέρω τι πιστεύουνε και τι δεν πιστεύουνε αλλά εκφράζουν την ανησυχία τους για τα φαινόμενα αυτά που αναφέραμε και ασφαλώς πρέπει να είμαστε πολύ πιο ανήσυχοι και για όλα αυτά, όσα συμβαίνουν γύρω μας, στα σπίτια μας, που δεν έχουμε ασφάλεια πλέον. Όποτε θέλουν, μπαίνουν και, ό,τι θέλουν κάνουν μέσ’ στα σπίτια μας. Η οικογένεια είναι διαλελυμένη. Απ’ τις καρδιές μας διώξαμε, όχι μόνον απ’ τις δικές μας καρδιές, αλλά διώξαμε και απ’ τις καρδιές των παιδιών μας, καλά, εντάξει, εξαιρούνται οι παρόντες, αλλά διώξαμε, όμως, την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, τα ιερά και τα όσια της Παραδόσεώς μας και τα ιερά και τα όσια τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδος μας. Είμαστε Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί και αυτό δεν το τιμούμε. Τώρα, εγώ, γιατί φωνάζω έτσι; Ποιος μ’ ακούει; Μ’ ακούτε σεις που φοβάστε λίγο το Θεό, η δική μου φωνή είναι πολύ φτωχή, δεν έχω ποιμαντορική αρχιεπισκοπική ράβδο για να την χτυπήσω κάτω και να μπω μέσα στη Βουλή και να υψώσω φωνή διαμαρτυρίας. Δεν έχω τέτοια ράβδο… Έχω μια μικρή φωνούλα, μια μικρή φωνούλα, α, τη λέω σε σας. Αν μπορείτε σεις να την πείτε σε κάποιον άλλον διπλανό σας, μπας και σωθεί κανένα παιδάκι μας και καμιά ψυχούλα, καλά θα είναι. Αλλά εκείνο που χρειάζεται είναι ότι πρέπει να ’χουμε λίγο φόβο Θεού παραπάνω, και λίγη προσευχή παραπάνω, και λίγη προσοχή παραπάνω, όλα τα συνθήματα είναι για τη διάλυση της οικογένειας. Για τα διαζύγια και για τις εκτρώσεις. Λέει ο άνδρας στη γυναίκα του «η φίλη μου». Και λέει η γυναίκα στον άντρα της «ο φίλος μου». Που καταντήσαμε! Και τα δείχνουν αυτά στα σήριαλ, ε; Η ανοχή στην ανηθικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικό. Ανοχή στη βία, ανοχή στις ηθικές διαστροφές, ανοχή στην καταστροφή των ηθικών αξιών, και ανοχή στη διάδοση του υλισμού και της αθεΐας και μύρια τόσα άλλα κακά. Που είναι η φιλοπατρία, που είναι η προβολή των ηρώων της πίστεως, που είναι η προβολή των ηρώων της πατρίδος, που είναι τα πρότυπα; Πρότυπο ήταν ο Καραϊσκάκης, και ο Κανάρης, και ο Μιαούλης, και ο Κολοκοτρώνης, και ο Μάρκος Μπότσαρης και τόσοι άλλοι. Πρότυπα είναι και οι Άγιοί μας, πότε προβάλλονται; Ποια πρότυπα προβάλλονται καθημερινά; Εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί ίσως βλέπετε περισσότερο. Αυτά έχουν τα παιδιά μας.

Αλλά ήδη, όμως, ομιλώ εξήντα λεπτά και πρέπει να έχουμε πέρα από αυτά να συνεχίσω να πω και άλλα αλλά δεν θέλω για κανέναν άλλο η κασέτα, που θα βγάλουμε, να είναι περισσότερη από αυτά τα λεπτά. Γι’ αυτό διακόπτομε εδώ, εσείς θα μένετε με τα αληθινά και ζωντανά παραδείγματα, τα τρία που σας ανέφερα, ένα του πατρός Χερουβείμ με την παρουσία του Αγίου Λαυρεντίου, το άλλο με το νεαρό αυτό παληκάρι, το οποίον καλλιεργούσε πολύ έντονα την προσευχή, και το τρίτο με το θεϊκό όραμα του αρρώστου εκείνου του ιερέως, που ευρίσκετο και βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι του πόνου. Αυτά εμείς θα πάρουμε για σήμερα. Ε, και να κάνουμε τον πνευματικό μας αγώνα, στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, και αν μπορούμε σε κάποιον διπλανό μας, έχει καλώς, για να βγει κάτι ωφέλιμο. Γιατί θα έρθει η ώρα, θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμον, θα φύγουμε, και τι θα του πούμε του Θεού; Τι θα του πούμε; Τι απολογία θα δώσουμε;

Εύχομαι ο Πανάγιος Θεός να δώσει σε όλους μας φώτιση, να μπορούμε να κάνουμε τον καλό μας τον αγώνα και να φωνάξουμε σαν τον Απόστολο Παύλο, «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, ιδού εναπόκειταί μοι ο της ζωής στέφανος». Αυτό να μπορούμε να πούμε στον Θεόν. Και μπορούμε να το πούμε, με λίγη προσπάθεια, με μικρό καθημερινό αγώνα, με συμμετοχή στα μυστήρια, με προσοχή στις σκέψεις, στα λόγια και στα έργα μας, και ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείπει. Θα μας πει, στο τέλος, έστω και αν πράττουμε τα λίγα, και αν τα ελάχιστα εφαρμόζουμε, θα μας πει «ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επι ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου».

Αμήν

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2006

Σωτήριες επεμβάσεις τών κεκοιμημένων,οι παιδομάρτυρες καί ο λόγος τού Θεού



194-α
Κυριακή.Δ.Λουκα 15.10.2006

Βρισκόμαστε αδελφοί μου στα σκληρά χρόνια της Σταλινικής δικτατορίας, όπου οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών και η αθεΐα έπαιρνε τρομακτικές διαστάσεις με συνέπεια, να καταστρέφονται και να κολάζονται εκατομμύρια ψυχές.
Ο Πατήρ Δημήτριος Ντούτκο, ιερεύς και πρωτοπρεσβύτερος της εποχής εκείνης, ο οποίος ήτο απτόητος μπροστά σε όλους αυτούς τους διωγμούς, όπου συνεχώς εδιώκετο και προπηλακίζετο ποικιλοτρόπως, κάποτε στο πολυπληθές εν κρυπτώ ακροατήριό του, διηγήθηκε την εξής ιστορία.

Είναι μεσάνυκτα, περιγράφει, κάποιος κτυπάει την πόρτα μιας εκκλησίας, από τις λίγες που είχαν απομείνει από την μανία της Γκα-Κε-Πέ. Ύστερα από λίγο, ανοίγει ο ιερεύς την πόρτα και βλέπει μπροστά του μια γριούλα, η οποία του ζήτησε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Χωρίς δισταγμό, ο παππούλης εκείνος ετοιμάστηκε, και βγήκε μαζί της. Εκείνη μπροστά και αυτός από πίσω με τα Τίμια Δώρα στα χέρια, με κάθε δυνατή προφύλαξη διότι ο κίνδυνος ήτο μεγάλος. Έτσι πλησίασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι, η γριούλα ανοίγει την πόρτα και από τον διάδρομο μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και ξαφνικά ο παππούλης βρίσκεται μόνος, με μόνον τον άρρωστο. Ο άρρωστος τον βλέπει και αμέσως με χειρονομίες και φωνές, άρχισε να βρίζει και να τον διώχνει.
«Φύγε από δω ρε τράγο, ποιος σε κάλεσε, ποιος σε φώναξε, εγώ είμαι άθεος, δεν πιστεύω σε τίποτα, και άθεος θέλω να πεθάνω».
Ο καημένος ο παππούλης τά ’χασε.
«Μα δεν ήρθα μόνος μου», του είπε.
«Μια γριούλα με εκάλεσε, και με έφερε μέχρι εδώ, μέχρι εδώ σε σένα».
«Ποια γριά», του λέει, «εγώ δεν ξέρω καμιά γριά».
Εκείνη τη στιγμή πέφτουν τα μάτια του ιερέως πάνω από το κρεβάτι του αρρώστου σε μια κορνίζα όπου υπήρχε μια φωτογραφία. Η φωτογραφία της γυναίκας, της γριούλας που τον κάλεσε, αλλά σε μια λίγο νεώτερη ηλικία.
«Να αυτή», του λέει, «αυτή με κάλεσε».
«Ποια αυτή», του λέει, «ξέρεις τι λες μωρέ παπά; Αυτή έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και είναι η μάνα μου».
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο, και τους κατέλαβε δέος. Και αμέσως μετά ο άρρωστος άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Και αφού έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε για πολλή ώρα, μέσα του γέμισε φως, φως μετάνοιας και φως ελπίδος και σωτηρίας.
Και φώναξε:
«Πιστεύω, πιστεύω τώρα και θέλω να εξομολογηθώ, όλα τα κρίματά μου, τα εγκλήματά μου, τους φόνους μου, τις ιεροσυλίες μου, τις βρωμιές μου, τις ανηθικότητές μου, τα πάντα. Και έτσι μέσα στο κρεβάτι, εκεί της βαρειάς του αρρώστιας και μέσα από λυγμούς και κλάματα πολλά, εξομολογήθηκε όλα τα κρίματά του.
Και ύστερα από λίγο αφού του διάβασε ο ιερεύς την συγχωρητική ευχή κοινώνησε και των Αχράντων Μυστηρίων.
Την άλλη μέρα πέθανε.
Η μητέρα του όμως, η μάνα του, φρόντισε και απ’ τον ουρανό να του δείξει τον δρόμον της σωτηρίας. Τον σπόρο του λόγου του Θεού, που τον είχε σπείρει στην παιδική του ψυχούλα, τότε που ήταν μικρό παιδάκι. Η ευλογημένη αυτή μάνα, με την ουράνια αυτή παρουσία της, αυτόν τον λόγον, στην παιδική ψυχούλα, τον έκανε ετούτη τη στιγμή δένδρο σωτηρίας.

Αυτό μας είπε και σήμερα ο λόγος του Θεού. Ό,τι σπέρνουμε, αυτό και θερίζουμε. Και Ό,τι σπέρνουμε στις παιδικές ψυχούλες των παιδιών μας, αλλά και σε κάθε ψυχή, αυτό και θα θερίσουμε. Ύστερα από πέντε μέρες, από δέκα, από ένα μήνα, από ένα χρόνο, από πέντε, από δέκα, από πενήντα, δεν ξέρω, κάποτε αυτός ο σπόρος θα πιάσει τόπο. Έστω και αν παρουσιάζεται προσωρινά κάποια σκληρότητα και από γρανίτη γη, στην καρδιά των ανθρώπων.
Ποιος ξέρει πότε μπορεί να γίνει αυτός ο σεισμός, και να ανοίξει μια χαραμάδα για να μπει ο σπόρος του Θεού μέσα στις ψυχές μας;
Αλλά ο λόγος όμως του Θεού, ο αγνός και καθαρός σπέρνεται από το αγιασμένο παράδειγμά μας, γιατί λόγια λέμε πολλά, και μείς οι παπάδες λέμε λόγια πολλά και κάνομε και ωραιότατα κηρύγματα, και σκλαβώνουμε και το πλήθος, και κρέμονται από τα χείλη μας, και μας λένε «ν’ αγιάσει το στοματάκι μας». Αλλά το είπε και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, η παραβολή, ότι ύστερα από λίγο μη έχοντες ικμάδα θα φύγει ο λόγος, και θα μείνει άχρηστος, άσπορος, άδενδρος, άκαρπος, τίποτα δεν θα ’χει μέσα.
Πιθανόν βέβαια τα παιδιά μας να κάμουν την επανάστασή τους, και την κάνουν. Θα λοξοδρομήσουν, θα λιποτακτήσουν, ακόμα και θα μας απαρνηθούν, και από ηλικία τριών ετών, μη σας φαίνεται παράξενο. Παρά ταύτα θα ’ρθει καιρός που κάποιο γεγονός, θα τα συγκλονίσει αυτά τα παιδιά, θα προκαλέσει μέσα αναστάσιμο σεισμό, και θα γεννήσει τη μετάνοια, και η μετάνοια με τη σειρά της θα γεννήσει τη σωτηρία.
Έσπειρε ο Κύριος τον λόγον του Θεού, και μετεβλήθησαν οι ψαράδες σε αλιείς ανθρώπων, σε κήρυκας του Ευαγγελίου, σε αποστόλους, μαθητεύοντες πάντα τα έθνη, και βαπτίζοντες όσους πίστευαν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Σπείρεται ο Ευαγγελικός λόγος και αναδεικνύονται μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας μας, οι Άγιοι θεοφόροι και Πατέρες ημών που συγκρότησαν όχι μόνον την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο, τους οποίους σήμερα εορτάζομε, αλλά και όλας τας Συνόδους, και τας τοπικάς που έχουν κύρος Οικουμενικό, όπως είναι οι δύο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και γεμίζει η έρημος, και γεμίζουν οι τρύπες της γης, τα βουνά και τα δάση, και οι σπηλιές της γης από χιλιάδες χιλιάδων οσίων Πατέρων, που με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, και σκληρή άσκηση, έλαβαν ουράνια χαρίσματα και έλαμψαν ως ο Άλλος Ήλιος, στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και γεννά εκατομμύρια από μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες, ομολογητές και νεομάρτυρες. Και το απίστευτο. Γέννησε και παιδομάρτυρες.
Θ’ αφήσουμε τους παιδομάρτυρες των πρώτων αιώνων, αρχίζοντες από
τον Άγιο Κήρυκο που ήταν τριών ετών,
τον Άγιο Ταρσήλιο που ήταν δώδεκα,
την Αγία Μαρίνα που ήταν δεκατέσσερα και πολλούς άλλους,
και θα πάμε σε κείνους, σε κείνα τα παιδιά μάλλον που μαρτύρησαν από την θηριωδία των Τούρκων. Σ’ αυτά τα παιδιά ο λόγος του Θεού και Ορθόδοξης πίστης είχε πιάσει μέσα τόσο βαθιές ρίζες, ώστε αυτά τα παιδιά από δέκα ετών και πάνω μέχρι δεκαοκτώ, έδωσαν και το αίμα τους για την πίστη του Χριστού την Αγία.
Θα σας αναφέρω δεκαπέντε – δεκαέξι.
Η Αγία Ειρήνη απ’ τη Μυτιλήνη μαρτύρησε δώδεκα ετών το χίλια τετρακόσια εξήντα τρία.
Ο Άγιος Γεώργιος στην Κωνσταντινούπολη δεκαπέντε ετών, το χίλια πεντακόσια δεκαπέντε,
ο Άγιος Μακάριος απ’ τη Χίο αποκεφαλίστηκε, δεκαοκτώ ετών το χίλια πεντακόσια ενενήντα,
ο Άγιος Θεόφιλος από την Ζάκυνθο, δεκαοχτώ ετών τον έκαψαν ζωντανό,
ο Άγιος Μάρκος από την Κρήτη, δεκαπέντε ετών απεκεφαλίστηκε,
ο Άγιος Ιωάννης απ’ τη Θάσο, και αυτός απεκεφαλίστηκε, δεκατεσσάρων ετών,
ο Άγιος Δημήτριος απ’ τη Φιλαδέλφεια, λιθοβολήθηκε και τον σκότωσαν με τις πέτρες δεκατριών ετών παιδάκι, επειδή φώναζε «δε θέλω να γίνω Τούρκος, θέλω να μείνω χριστιανός, όπως ο μπαμπάς μου και η μαμά μου»,
ο Άγιος Νικόλαος από το Καρπενήσι, του ’κόψαν το κεφάλι και αυτουνού, δεκαπέντε ετών,
ο Άγιος Νικήτας από την Ρόδο, βασανίστηκε και πέθανε δεκαέξι ετών,
η Αγία Κυράνα από την Θεσσαλονίκη, βασανίστηκε δεκαπέντε ετών,
η Αγία Ακυλίνη από Ζαγκλιβέρι, μαστιγώθηκε μέχρι θανάτου δεκαοχτώ ετών, το χίλια επτακόσια εξήντα τέσσερα,
ο Άγιος Μιχαήλ απ’ τα Βουρλά, τον αποκεφάλισαν δεκαοχτώ ετών,
τον Άγιο Ιωάννη από την Μονεμβασία, τον σφάξανε δεκαπέντε ετών,
τον Άγιο Πολύδωρο απ’ την Κύπρο, τον κρέμασαν δεκαπέντε ετών,
τον Άγιο Ιωάννη απ’ την Θεσσαλονίκη, τον έσφαξαν δεκαπέντε ετών, το χίλια εφτακόσια ενενήντα πέντε,
όλοι έχουν ημερομηνίες και ακρίβεια, ημερομηνίες δεν τις αναφέρουμε χάριν συντομίας του λόγου,
ο Άγιος Κωνσταντίνος από την Ύδρα βασανίστηκε δεκαοκτώ ετών,
ο Άγιος Χριστόδουλος απ’ τη Μακεδονία, τον αποκεφάλισαν δεκατεσσάρων ετών το χίλια οκτακόσια εξήντα,
η Αγία Αναστασία απεκεφαλίσθη δεκαπέντε ετών το χίλια οκτακόσια δέκα,
και για να τελειώνουμε να πούμε να πούμε και τον Άγιο Παναγιώτη που τον απεκεφάλισαν δεκαοκτώ ετών στο Βόλο.
Και ασφαλώς και όλα εκείνα τα παιδιά που σφαγιάστηκαν μαζί με τους γονείς τους στην παραλία της Χίου το χίλια οκτακόσια είκοσι ένα, όταν αρνήθηκαν να πατήσουν τον Σταυρό που ’χαν χαράξει οι Τούρκοι κάτω στη γη. Γονείς και παιδιά ακόμα και μωρά, όλα μαζί και όλοι μαζί που ήσαν περισσότεροι από τρείς χιλιάδες σφαγιάστηκαν στην παραλία της Χίου. Τα μαρτυρικά τους λείψανα και οστά βρίσκονται σε ένα μοναστήρι έτοιμα προς προσκύνηση για κάθε χριστιανό προσκυνητή.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και μέσα στον κόσμο. Και σε μας σπέρνεται ο λόγος του Θεού, πλούσια, αλλού υπάρχει λιμός, λιμός του ακούσαι λόγον Θεού, -επισκέφθηκα νησιά και το διαπίστωσα,- λιμός, δεν ακούνε λόγον Θεού, και μείς που ακούμε δεν παράγουμε καρπόν.
Έχουμε λοιπόν και μέσα στον κόσμο, ακόμα και στην εποχή μας, κάθε κοινωνικής τάξεως και επαγγέλματος, πάσης ηλικίας και μορφώσεως, άντρες γυναίκες και παιδιά, που δίνουν τον καλό τους τον αγώνα και αγιάζουν μέσα απ’ αυτόν.
Ναι αδελφοί μου, πλήθος αγίων γεννά κάθε μέρα ο λόγος του Θεού.
Κατ’ εξοχήν όμως ο Ευαγγελικός λόγος, ανέδειξε αγίους μοναχούς, ασκητάς, ησυχαστάς, ερημίτας, κελιώτας ακόμα και κοινοβιάτας.
Πάντοτε όμως ο λόγος του Θεού, θα γεννά και αγίους κληρικούς παντός βαθμού, διακόνους, πρεσβυτέρους, απλούς λεβήτας ενοριών, χωριών, πρεσβυτέρους, και νήσων, όπως και επισκόπους.
Γεννά ο λόγος του Θεού και μέσα από τους κεκοιμημένους, τους πεθαμένους, γονείς ή και παιδιά, που συνταράσσουν τις κοιμισμένες συνειδήσεις μας από τις σωτήριες ουράνιες επεμβάσεις τους, όπου προσφέρουν ζωντανά και παραστατικά, ή την φρίκη της κολάσεως ή την ωραιότητα και το κάλος του Παραδείσου και της Βασιλείας των Ουρανών.
Τα παραδείγματα δε λείπουν και μάλιστα είναι πολλά, ένα μας ανέφερε προηγουμένως ο πατήρ Δημήτριος Ντούτκο, αλλά θα πούμε και κάνα δυό εμείς.
Για τις παραβολές και τον σωτήριον λόγον του Θεού, θα ακούσετε πολλά και ωφέλιμα, στα βραδινά μας κηρύγματα, που εύχομαι να έρχεστε όλοι σας, από τον πατέρα Δημήτριο. Πάντως προσωπική μου διαπίστωσις είναι και το είδα με τα μάτια μου, ότι το Ευαγγέλιο τον μέθυσο τον κάνει νηστευτή, τον τσιγκούνη τον κάνει ελεήμονα, τον χαρτοπαίκτη τον κάνει νοικοκύρη, τον λύκο τον κάνει αρνάκι, τον θυμώδη και τον όργιλο τον μεταβάλλει σε πραότατον, τους φθονερούς τους γεμίζει από αγάπη και τους εγωιστάς και τους υπερηφάνους τους μεταμορφώνει με την ταπείνωση. Και τους απελπισμένους το Ευαγγέλιο τους γεμίζει από ουράνια ελπίδα.

Εμφανίζεται ένα πεθαμένο δωδεκάχρονο παιδάκι στους γονείς του γεμάτο φως, και με τις Ευαγγελικές του συμβουλές τους λυτρώνει από τον φόβο του θανάτου και της κολάσεως.
Εξομολογούνται, κοινωνούν, διάγουν αγία ζωή ύστερα από αυτή την ουράνια επέμβαση.

Εικοσάχρονος νέος ομολογεί απ’ τον ουρανόν, ότι είναι πρίγκιπας τώρα στην Βασιλεία των Ουρανών γεμάτος παράσημα, γεμίζοντας την τραγική χήρα μάνα, από την ομορφιά του Παραδείσου και την χαρά, της βεβαιωμένης ελπίδος και της προσωπικής της ακόμα σωτηρίας. Σήμερα χαίρεται γιατί έχει έναν εικοσάχρονο γιο, πρίγκιπα στην Βασιλεία των Ουρανών. Πόσοι άραγε από μας έχουν αυτή τη χαρά;

Τα παραδείγματα που είδα και άκουσα, στα σαρανταεφτάμιση χρόνια της ιερατικής μου ζωής, είναι πάμπολλα αλλά αρκούμαι σε αυτά που ανέφερα.

Χριστιανοί μου,
ένα είναι το συμπέρασμα, το Ευαγγέλιο, ο λόγος του Θεού, η Καινή Διαθήκη, η Αγία Γραφή, η Ορθόδοξος πίστις με την Ιερά Παράδοσή της, την Εκκλησία και τα μυστήριά της, μας οδηγεί στη μετάνοια, στην προσωπική μας μεταμόρφωση, στο φωτισμό μας, στη λύτρωσή μας, στη σωτηρία μας.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, όλους μηδενός εξαιρουμένου, να προσεύχεστε, να χουμε μετάνοια, τα χρόνια, οι μέρες, οι μήνες, οι βδομάδες, δε ξέρω, ώρες, δεν ξέρω πόσες θα ’ναι για μένα.
Θέλω λοιπόν να παρακαλάτε τον Θεόν, να καλλιεργηθεί μέσα μου η αληθινή μετάνοια,
η αληθινή μετάνοια σε όλους τους Ορθοδόξους κληρικούς, εν Ελλάδι και απανταχού της γης, και σε μας, που σας υπηρετούμε εδώ και διακονούμε τα μυστήρια, χάριν της σωτηρίας σας, αλλά και σεις όλοι όμως, να καλλιεργήσετε αυτήν την σωτήρια μετάνοια, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο,

Αμήν.

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2006

Η πνευματική προσευχή οδοδείκτης στη πορεία της ζωής μας



193-γ
Κυριακή Β Λουκά, 1/10/2006

Στα τέλη του έκτου με αρχάς του εβδόμου αιώνος, έζησε χριστιανοί μου και αγίασε στην Ιρλανδία ένας άγιος ερημίτης, ο όσιος Κέβιν (Kevin), που καλλιεργούσε πολύ την προσευχή. Είναι άγιος της μιας Ορθοδόξου Αποστολικής Καθολικής Εκκλησίας, διότι έζησε πολύ πριν συμβεί το 1054 το μεγάλο σχίσμα ανάμεσα στους χριστιανούς της Δύσης και της Ανατολής.
Πριν αποτραβηχτεί στα βουνά της Ιρλανδίας για άσκηση και ησυχία ο Άγιος Κέβιν, είχε χρηματίσει και ηγούμενος της μονής του Γκλεντάου (Glendalough).
Εκοιμήθη οσιακώς το 618 μ.Χ. Η Εκκλησία μας και η δική μας τον τιμά στις 3 Ιουνίου όπως το διαπίστωσα από τους Συναξαριστάς.
Το 1995 το βραβείο της λογοτεχνίας Νόμπελ απενεμήθηκε στον Ιρλανδό Σέιμους Χίνι (Seamus Heaney). Στην πανηγυρική τελετή και ομιλία που εξεφώνησε στην Σουηδική Ακαδημία αναφέρθηκε σε ένα θαυμαστό γεγονός του Αγίου αυτού, του Κέβιν.
Κάποτε ενώ ο όσιος προσηύχετο στην ύπαιθρο νοερά, και με τεντωμένα τα χέρια του σε σχήμα Σταυρού, αρπάχτηκε ο νους του στα απόρρητα μυστήρια της Βασιλείας του Αγίου Θεού, όπου εγεύετο και απελάμβανε ακόρεστα το ουράνιο μέλι της θείας ευφροσύνης μαζί με τις αποκαλύψεις, που θα εδέχετο οπωσδήποτε από τον Πανάγιο εν Τριάδι Θεό. Η νοερά και λογική λατρεία αυτού του προσευχομένου απλανώς αγίου, ετέθη εκτός χρόνου, και χωρίς όρια γιατί κράτησε αυτή η στάσις της προσευχής του για πολλές μέρες.
Και πως έγινε αυτό ή πως γίνεται ίσως ρωτήσετε. Για τον κάθε από μας θνητό χριστιανό, και για όλους εμάς που η πίστις μας είναι χλιαρή έως και μηδενική, που τα μετράμε όλα με το μυαλό μας και με τη λογική μας, μας φαίνεται τελείως κάτι τέτοιο αδύνατο. Αλλά τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί.
Η ακινησία του προσευχομένου αυτού Αγίου Κέβιν, ήταν τόσο ειρηνική, τόσο απόλυτη και τόση ευλογημένη, ώστε ένα πουλί ήρθε και κάθισε στην ανοιχτή παλάμη του, και γέννησε το αυγό του! Και όχι μόνον το γέννησε αλλά δεν δίστασε και να το κλωσήσει για μέρες πολλές μέχρις ότου από τον μικρό αυτό αυγό βγήκε ένα πουλάκι, ο νεοσσός όπως λέγεται.
Τον άγιον αυτόν, ο λογοτέχνης τον ονόμασε οδοδείχτη. Δείχτη πορείας. Δείχτη πορείας είπε, που μας οδηγεί στην πνευματική μας ενηλικίωση και έτσι τελείωσε ο ομιλητής αυτός.

Για μας όμως το γεγονός αυτό του Αγίου Κέβιν, της μιας ενωμένης Εκκλησίας, μας δείχνει ότι μόνον διά μέσου της αληθινής πνευματικής προσευχής μπορεί ο χριστιανός να μεγαλώσει και να φτάσει «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», δηλαδή να πάψει να είναι μωρό και νήπιο. Να μεγαλώσει. Να μεγαλώσει πνευματικά ο χριστιανός, να ωριμάσει πνευματικά, γι’ αυτό οφείλει να σταματήσει να πίνει μόνο γαλατάκι ή να τρώει παπάρες και σουπίτσες της νερόβραστης ηθικολογίας των ημερών. Πρέπει να μάθει να τρώγει σιγά σιγά τις τροφές, τις διδασκαλίες των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, και θάλεγα μάλιστα ειδικότερα των νηπτικών.
Καθαριζόμενος κατά πρώτον λόγον από τα πάθη, φωτιζόμενος εν συνεχεία από την Χάρη του Θεού και πορευόμενος εν Χριστώ προς την τελείωση, τον αγιασμό, την θέωση. Να έχει δηλαδή πλήρη συναίσθηση ότι εμφορείται από το Άγιον Πνεύμα και ότι βιώνει τους ανεκλάλητους στεναγμούς, τους λαλουμένους εντός της καρδίας αυτού. Και ασφαλώς όχι με προσευχές «άντε άντε πότε θα τελειώσουμε», όχι μηχανικά, όχι παπαγαλίζοντας, και όχι τροχάδην, αλλά με δίψα για προσευχή και με ακόρεστη πείνα για θεοκοινωνία και για πνευματική λατρεία, για να μας πει σήμερα ο Απόστολος Παύλος στο Ανάγνωσμα που ακούσαμε, πόσα μας είπε για την τελειότητα που έχει και που πρέπει να έχει ο κάθε χριστιανός, πρέπει να έχει φτάσει, σ’ αυτή ακριβώς την πνευματική ενηλικίωση, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού.
Και σας ρωτώ τώρα: Εμείς λαχταράμε πότε θα κάνουμε προσευχή το βράδυ; Έχουμε την αγωνία της; Αισθανόμαστε την έλλειψή της; Λέμε μέσα μας «αχ πότε θα κερδίσω δέκα και είκοσι λεπτά χρόνο για να κάτσω να κάνω προσευχή και να αγκαλιάσω τον Θεόν Πατέρα μου, ή να ριχτώ μέσα στην αγκαλιά του»; Το λέμε αυτό; Σας ρωτώ, το λέμε, το φωνάζουμε, το λαχταράμε, το διψάμε, το επιδιώκουμε;
Αν δεν έχουμε χριστιανοί μου, αυτού του είδους την αγωνία και την λαχτάρα για προσευχή, και το λέω με πόνο, πως θα έχουμε την απαίτηση το Άγιον Πνεύμα να συμμαρτυρήσει και να βεβαιώσει ότι είμεθα όντως μέσα στην αγκαλιά του Θεού, στην αγκαλιά της θείας ευσπλαχνίας, και για την ακρίβεια ότι είμεθα παιδιά Του;
Μας λέγει ο Απόστολος Παύλος σε άλλο σημείο: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; Ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστίν, οίτινες εστέ υμείς». Δηλαδή, δε γνωρίζετε, ρωτάει ο Απόστολος Παύλος, ότι είστε ναός του Θεού, και ότι το Άγιον Πνεύμα κατοικεί μέσα σας; Ο ναός όμως του Θεού είναι άγιος, άρα και σεις είστε άγιοι! Ή να συμπληρώσω ταπεινά, «τουλάχιστον οφείλετε να γίνετε άγιοι». Αυτό όμως αποδεικνύει ότι ημείς όλοι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, μετά το Άγιον Βάπτισμά μας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και την τριπλήν κατάδυσιν μέσα στο ύδωρ της κολυμβήθρας, έχουμε εντός της καρδίας ημών και μέσα στο σώμα μας, σ’ ολόκληρο δηλαδή τον ψυχοσωματικόν μας κόσμον, το Άγιον Πνεύμα και είμεθα ναός του Θεού. Το νοιώθουμε άραγε αυτό; Βεβαιώνουμε βαθειά, ή μάλλον βιώνουμε βαθειά μέσα μας, αυτή την θεία παρουσία; Την καταλαβαίνουμε; Θάλεγα μάλλον όχι και συγχωρέστε με γι’ αυτό.
Μια έγκυος γυναίκα, και οι περισσότερες είστε μητέρες, είναι η έγκυος γυναίκα απόλυτη βεβαία, μετά τον πέμπτον μήνα της κυήσεως, ότι μέσα της κυοφορείται μια νέα ζωή, ένα έμβρυο. Νοιώθει τα σκιρτήματά του. Και περιπαιχτικά εμείς λέμε, «κλωτσάει, κλωτσάει»;
Εμείς όμως μπορούμε να το βεβαιώσουμε, η αιώνιος ζωή του Αγίου Πνεύματος, νοιώθουμε τα σκιρτήματα αυτής της αιώνιας ζωής; Έχουμε την αίσθηση ότι είμεθα ναός του Θεού; Και ότι αυτός ο ναός είναι το σώμα μας, που οφείλει να είναι άγιο, αγνό, πάλλευκο, από παντός μολυσμού, σαρκός και πνεύματος.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας βεβαιώνουν χριστιανοί μου, ότι αποκλείεται ο Ορθόδοξος χριστιανός, να μην καταλαβαίνει και να μην έχει την αίσθηση, ότι ο ίδιος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Αν δεν το νοιώθει, λένε, αυτό σημαίνει αλλοίωση των πνευματικών του αισθήσεων από τα πάθη. Για παράδειγμα: Ο ήλιος λάμπει στον καταγάλανο ουρανό. Αν εμείς ελεύθεροι και με τη θέλησή μας, εισέλθουμε σε ένα κατασκότεινο υπόγειο, χωρίς καμιά χαραμάδα φωτός, θα πούμε ότι φταίει ο ήλιος, γιατί εμείς διαλέξαμε το σκοτάδι; Όχι ασφαλώς! Το ίδιο συμβαίνει και στον κάθε άνθρωπο. Στον κάθε χριστιανό που διαλέγει το σκοτάδι της αμαρτίας απ’ το φως του Θεού, από το πέλαγος θα έλεγα των θείων αρετών. Πως λοιπόν σκοτεινιασμένη και βρώμικη από τα πάθη καρδιά, θα συμμαρτυρήσει το Άγιον Πνεύμα ότι ενοικεί εντός ημών; Γι’ αυτό και είμεθα όλοι μας και πρώτος εγώ, και δεν εξαιρώ τον εαυτόν μου, πάμπτωχοι και πάμπτωχος από τα ενεργήματα των θείων χαρισμάτων. Φτωχοί και πάμπτωχοι από την πνευματική νοερά λατρεία για την οποία κάναμε λόγο την περασμένη Κυριακή.
Παρά ταύτα, ο Θεός μας περιμένει, όλους δια μέσου της καθαράς και επίμονης και αδιαλλείπτου και δακρυβρέκτου προσευχής, διά μέσου της συμμετοχής μας στα σωστικά μυστήρια Ιεράς Εξομολογήσεως, Θείας Κοινωνίας, τακτικού εκκλησιασμού, μελέτης των Γραφών και άλλων, και δια μέσου της τηρήσεως των Ευαγγελικών εντολών και της αντιστοίχου καλλιεργείας των αρετών, μας περιμένει να μεγαλώσουμε λίγο πνευματικά, και να πάψουμε να παραμένουμε μωρά, βρέφη, νήπια και νάνοι.
Άντε λοιπόν χριστιανοί μου να μεγαλώσουμε και λίγο, άντε! Εικοσιπέντε χρόνια παλεύουμε εδώ! Άντε να μεγαλώσουμε λίγο! Ο Χριστός μας περιμένει για να μας σώσει όλους με το Πανάγιον έλεός Του. Από μας περιμένει την μετάνοιά μας την αληθινή, και την αλλαγή της αμαρτωλής ζωής μας σε δείκτη πορείας εκκλησιαστικής Ορθοδόξου πνευματικής ζωής και παραδόσεως. Από την αλλαγή αυτή θα προκύψει και η συμμαρτυρία του Αγίου Πνεύματος ότι είμεθα και πάλιν παιδιά του Θεού, σεσωσμένοι και τετελειομένοι κατά χάριν.
Η λύτρωσις, η αναγέννησις, η δικαίωσις, και η υιοθεσία είναι δωρεές που απορρέουν απ’ τη Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που απέθανεν επί του Σταυρού, ετάφη και ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και που ανελήφθη εν δόξη….. Εις το Άγιον Πνεύμα όταν από την λογική λατρεία των καθημερινών ακολουθιών μας, ανερχόμεθα εν Χριστώ στην πνευματική νοερά λατρεία. Και νοερά λατρεία είπαμε ότι είναι η νοερά προσευχή όταν διά μέσου αυτής έχουμε την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που συμμαρτυρεί τω Πνεύματι ημών ότι είμεθα κατά χάριν σεσωσμένοι, παιδιά του Θεού Πατρός και κατοικία της Τριαδικής Θεότητος. Αυτήν την αλήθεια μας την επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας «και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν».
Φοβερόν, όλος ο Τριαδικός Θεός έρχεται και κατοικεί μέσα μας και μάλιστα όταν Τον πιστεύουμε και Τον αγαπάμε εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας, και εξ όλης ισχύος, και εξ όλης διανοίας. Η πίστις μας βεβαιώνεται από τα έργα μετανοίας. Και η αγάπη μας με θυσίες και λατρεία πνευματική.
Θυσίες απαιτούνται στο να απαρνηθούμε το αμαρτωλό το κακό το πονηρό το διεστραμμένο θέλημά μας.
Θυσίες στο να σηκώνουμε κάθε μέρα το σταυρό μας, με το σταυρό στο χέρι.
Θυσίες για να υπομένουμε αγόγγυστα τους πειρασμούς και τα βάσανα της ζωής.
Θυσίες για να ξεριζώσουμε από μέσα μας τα πάθη μας και στη θέση τους να σπείρουμε τις θεοαρετές.
Θυσίες για να καταφέρουμε στο πως θα νηστεύουν οι αισθήσεις μας και ειδικότερα η γλώσσα μας, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
Θυσίες και μάλιστα μεγάλες για να μπορέσουμε με τη βοήθεια του Θεού να αγαπήσουμε τον εχθρόν μας, αυτόν που μας έκανε κακό, αυτόν που μας χαντάκωσε, να τον συγχωρήσουμε, και όχι μόνον να τον συγχωρέσουμε και να τον αγαπήσουμε, αλλά και να τον ποτίζουμε όταν διψά και να τον τρέφουμε όταν πεινά. Το είπε και σήμερα το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ως φωνή δυνατή του Αγίου Θεού ημών, ότι «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», και τους συντρέχουμε στις διάφορες ανάγκες τους.
Θυσίες λοιπόν, θυσίες, θυσίες πολλές, για την αγάπη του Θεού.
Αλλά και σ’ αυτές τις θυσίες που γίνονται εξ όλης ψυχής και καρδίας, συμμαρτυρεί το Άγιον Πνεύμα τω πνεύματι ημών, ότι είμεθα παιδιά του ουρανίου Πατρός, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού. Και το ακατάκριτον του συνειδότος, δηλαδή η ήσυχη συνείδησίς μας, είναι μαρτυρία ότι … αποκτήσαμε την υιοθεσία ότι εσμέν τέκνα Θεού.
Και κλείνοντας θέλω ιδιαιτέρως να τονίσω, ότι μόνο με την φανερή συμμαρτυρία της νοεράς ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, αποδεικνύεται ότι ένας χριστιανός ότι είναι πνευματικός άνθρωπος. Μη λέτε εύκολα «αυτός είναι πνευματικός άνθρωπος, εκείνη είναι πνευματικός άνθρωπος». Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος ο χριστιανός και μόνον εκείνος, κληρικός, μοναχός ή λαϊκός, κανέναν δεν εξαιρούμε, που φανερά καθίστανται σε ολόκληρη τη ζωή του, τα ενεργήματα και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ο πνευματικός.
Τέτοια φανερά ενεργήματα και χαρίσματα είχε ο Άγιος Κέβιν ο ερημίτης, της ενωμένης μιας τότε Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τέτοια φανερά ενεργήματα είχαν όλοι οι Άγιοι Απόστολοι, οι σημερινοί μας εορταζόμενοι άγιοι, ο άγιος γέροντάς μου, είχαν και έχουν όλοι οι άγιοι, οι γνωστοί και άγνωστοι που γιορτάζουμε κάθε μέρα, οι φανεροί και αφανείς, και στας ερήμους, και στας σκήτας, και στις μονές, αλλά και μέσα στον κόσμο, στην παλαίστρα αυτής της ζωής, είδαμε και γνωρίσαμε και αποκαλυφθήκαμε με το καλυμμαύχι μας, μπροστά σε τοιούτου είδους πνευματικούς εν Χριστώ αγωνιζομένους χριστιανούς εν τω κόσμω. Και κλείνω και τώρα το κεφάλι μου.

Είθε ο Πανάγιος Θεός χριστιανοί μου, να κατατάξει και όλους εμάς, και μένα τον αμαρτωλό και τον ανάξιο τελευταίο, ανάμεσα σ’ αυτούς τους αγίους και όλους εσάς,
στη δόξα των αγίων,
στο αιώνιον φως της Τρισηλίου Θεότητος,
να μας βάλει όλους και να μας κάνει παιδιά του Παραδείσου,
κληρονόμους της Βασιλείας Του,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.