Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

Η αισθητή παρουσία τών Θείων ενεργημάτων τού Αγίου Πνεύματος στη Θεία Λειτουργία καί η δική μας στάση



195-α
Κυριακή 3.12.2006

Χριστιανοί μου σήμερα είναι παραμονή της εορτής της Αγίας Βαρβάρας και συγχρόνως το πανηγύρι του Ναού μας. Η Αγία μας από σήμερα το πρωί, συμμετέχει μαζί μας στο θαύμα των θαυμάτων, που πραγματοποιείται σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν το Άγιον Πνεύμα κατέρχεται και μεταβάλλει τον άρτον και τον οίνον, σε Σώμα και Αίμα
Ιησού Χριστού.

Η Αγία Τράπεζα του ναού μας, είναι θεμελιωμένη πάνω στο αίμα και στα ιερά λείψανα της Αγίας Βαρβάρας. Κάθε τέτοια μέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της, μαζί με το Άγιον Πνεύμα το εξ ουρανών κατερχόμενον, και δορυφορούμενον από τις Ασώματες Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων, για την Θεϊκή και σωτήρια για μας, μεταβολή των Τιμίων Δώρων, συμπαρίσταται και η Αγία Βαρβάρα με φόβον, με δέος και δοξολογία.
Και δεν συμπαρίσταται μόνον η Αγία μας, αλλά και όλοι οι χοροί των Αγίων, δηλαδή των Προπατόρων, των Πατέρων, των Πατριαρχών, των Προφητών, των Αποστόλων, των κηρύκων και ιεραποστόλων, των Ευαγγελιστών, των μαρτύρων, των Ομολογητών, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων, των οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών, των συγκροτησάντων τας Οικουμενικάς Συνόδους, των εγκρατευτών, των αναχωρητών και των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των ιερομαρτύρων και παιδομαρτύρων, και παντός πνεύματος εν τω κόσμω τούτω δικαίου, και εν πίστη τετελειωμένου.

Αλλά να, που μαζί με την Αγία Βαρβάρα και τους χορούς όπως είπαμε των Αποστόλων, των Αγίων και των δικαίων, συμμετέχουμε και μείς όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πιστοί χριστιανοί, και μαζί με σας, και εγώ, ο ελεεινός και ταλαίπωρος παπάς, στο μέγιστον αυτό θαύμα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Έτσι τα πάντα, επίγεια και επουράνια, δηλαδή εμείς όλοι οι κληρικοί παντός βαθμού, αλλά και σεις όμως οι λαϊκοί, οι εκκλησιαζόμενοι Ορθόδοξοι πιστοί χριστιανοί, όλοι μαζί συλλειτουργούμε το βασιλικότερο των μυστηρίων, στη Θεία Ευχαριστία, στη Θεία Λειτουργία, στη Θεία Λατρεία, είτε αυτή τελείται σε κάποιον μεγαλοπρεπέστατον ναόν, είτε και στο πιο τελευταίο εγκαταλελειμμένο ερημοκκλήσι.
Και η συμμετοχή μας είναι ζωντανή, θερμή και πραγματική, όταν προσερχόμεθα μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στο Ποτήριον της Ζωής.

Οι μαρτυρίες είναι πολλές και γι’ αυτόν ακόμα τον απλόν εκκλησιαζόμενον χριστιανόν, που έχει όμως φόβον Θεού.
Κάποια μέρα χριστιανοί μου, ο Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ, τελούσε τη Θεία Λειτουργία, και ως βοηθό του είχε στο Άγιον Βήμα έναν μοναχό, τον πατέρα Σίμωνα. Κατά την διάρκεια που εψάλετο ο Χερουβικός ύμνος, και ετοίμαζε το θυμιατό ο μοναχός, βλέπει εντελώς ξαφνικά, να έρχεται από το πουθενά μια μεγάλη στήλη φωτιάς, που εκάλυψε κατά πρώτον την Αγία Πρόθεση, όπου ήταν τοποθετημένα τα Τίμια Δώρα, και ύστερα ως αστραπή εκάλυψε ολόκληρη την Αγία Τράπεζα μαζί με το Άγιον Αρτοφόριον. Και παρέμεινε εκεί, ως υπέρλαμπρη φωτοχυσία, μέχρι τη στιγμή που έπιασε ο Άγιος Σέργιος το Άγιον Ποτήριον, για να κοινωνήσει του Παναγίου Αίματος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η θεϊκή αυτή φωτοχυσία, εισήλθε αστραπιαίως ως γλώσσα θείου πυρός, μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Και έτσι κοινώνησε ο Άγιος.
Ο μοναχός Σίμων βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο, πλημμύρισε από φόβο, από δέος, από θαυμασμό, από τι άλλο θέλετε, αλλά και από τρόμο. Ο Άγιος το κατάλαβε και στο τέλος τον ρώτησε τι του συνέβη και κείνος απάντησε:
- Πατέρα μου και γέροντά μου, είδα κάτι το θεϊκό. Είδα με τα σωματικά μου μάτια, την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, από τον Χερουβικό Ύμνο και μετά, ως φλόγα Θείου Πυρός, όχι μόνο να καλύπτει την Ιερά Πρόθεση και την Αγία Τράπεζα και πολύ περισσότερο βέβαια, τα Τίμια Δώρα στον καθαγιασμό τους, αλλά και αισθητά να είναι μαζί σου. Και απ’ έξω, και από μέσα σου.
Τότε ο Άγιος του είπε:
- Να μην πεις τίποτα σε κανέναν, έως ότου ο Κύριος με καλέσει κοντά Του.

Να λοιπόν χριστιανοί μου, πως αποκαλύπτονται οι ακατάληπτες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος σε κάθε Θεία Λειτουργία, από την πιο απλή που τελείται σε ένα οποιοδήποτε μικρό ή έρημο εκκλησάκι, μέχρι και την πλέον πανηγυρική Θεία Λειτουργία, αλλά δυστυχώς ελάχιστοι βλέπουν τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος με τα αισθητά τους μάτια.
Αρκετοί όμως χριστιανοί, και πιστεύω πως και από σας μερικοί, έχουν μια πνευματική αντίληψη από την αισθητή παρουσία της Θείας Χάριτος, των Αγγελικών Δυνάμεων και των Αγίων, με μια βαθειά συναίσθηση της αμαρτωλότητός των, με άκρα ταπείνωση και συντριβή, με συστολή και κατάνυξη, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, το επαναλαμβάνω αυτό, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, με δάκρυα στα μάτια, κρυφά και φανερά, και με άλλες πνευματικές καταστάσεις που δεν περιγράφονται.

Το ζητούμενο όμως χριστιανοί μου είναι, το πώς οι περισσότεροι από μας, και τους κληρικούς και τους λαϊκούς, το πώς ιστάμεθα μέσα στον Ιερό Ναό σε κάθε Θεία Λειτουργία.
Την απάντηση μας την δίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, από το βιβλίο του «Χριστοήθεια». Ας τον ακούσομε με μια μικρή διασκευή, και που αρχίζει με τις ερωτήσεις:
- Πού είναι το μυαλό σας χριστιανοί μου όταν εκκλησιάζεστε; Δεν αισθάνεσθε ότι βρίσκεσθε στον ουρανό; Ή νομίζετε ότι είσθε στο παζάρι, -όπως θα λέγαμε δηλαδή στη λαϊκή αγορά-. Ή νομίζεται ότι είσθε στο θέατρο. -Εμείς θα λέγαμε μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων-. Ή στο σπίτι και στην κουζίνα σας; Μήπως νομίζετε ότι είστε σε κάποια κοσμική κοινωνική συγκέντρωση ή ακόμα και στη δουλειά σας; Άρα γι’ αυτό μιλάτε μεταξύ σας μέσα στο ναό, γιατί το μυαλό σας, η σκέψη σας και η γλώσσα σας, είναι στα μάταια πράγματα τούτου του κόσμου. Ούτε οι μεταξύ σας χαιρετισμοί και ασπασμοί επιτρέπονται, ούτε και πολύ περισσότερον οι ομιλίες και ο θόρυβος. Και αντί να κλείσετε τα μάτια σας και να λέτε από μέσα σας την προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ή άλλα αιτήματα ή δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεόν, εσείς χάσκετε. – Επί λέξει σας τα διαβάζω – Χαζεύετε βλέποντας δεξιά και αριστερά. Πότε προς τα δω και πότε προς τα κει. Τι φοράει η μια, πως κάνει το Σταυρό της η άλλη, πως κάθεται, πως σηκώνεται, -και να προσθέσω και γω-, αχ, η τάδε μας κάνει και τη θεούσα, κοιτάξτε τώρα τελευταία μας φοράει και μαντίλα. Και η κατάκρισις από μέσα σας και το κουτσομπολιό, πάει σύννεφο. Και άλλα πολλά, που είναι αμαρτωλή αργολογία του νου. -Και συνεχίζει ο Άγιος-: Τι κάμνεις χριστιανέ μου, δεν βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις; Ότι ολόκληρη η Αγία Τριάδα, ο Ένας Τριαδικός Θεός, συντρέχει με όλους τους χορούς των αγγέλων και των Αγίων, στα τελεσιουργούμενα του φοβερού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας; Και συ δεν τρέμεις; Δεν φοβάσαι; Δεν τρομάζεις; Γιατί στέκεσαι με τόση αναίδεια και τόση ανευλάβεια μπροστά στο Άγιο Βήμα; Μπροστά στη Ωραία Πύλη και μάλιστα μπροστά στο Άγιον Ποτήριον, με τη Θεία Κοινωνία στο στόμα; Στον ουρανό βρίσκεσαι! Και συ με το μυαλό σου τρέχεις στα γήινα, στα μάταια και στα κοσμικά; Οι Άγγελοι και οι Άγιοι είναι δίπλα σου και τριγύρω σου, και συ συνομιλείς και χασκογελάς με το διπλανό σου; Πως επιτρέπεις στον εαυτό σου, με το σώμα σου να είναι μέσα στο ναό, και με το μυαλό σου έξω στον κόσμο;
Αυτά τα λόγια του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου χριστιανοί μου, είναι μεν ελεγκτικά, αλλά όχι υπερβολικά. Τις ίδιες παρατηρήσεις κάμει ιδιαιτέρως, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους εκκλησιαζομένους χριστιανούς εκείνης της εποχής, και μάλιστα ήταν και αυστηρότερος. Πολλά υπάρχουν σήμερα και σε μετάφραση, που μπορείτε να διαβάσετε. Όπως επίσης και άλλοι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αλλά δεν είναι υπερβολές, αλλά μια τραγική πραγματικότητα.
Από τον καιρό που ο Πρωτόπλαστος Αδάμ, έπεσε στη παρακοή, ημαυρώθη το κατ’ εικόνα και εσκοτίσθη ο νους του ανθρώπου. Εξορίσθη από τον Παράδεισον του Θεού, και από τότε ο νους του περιπλανάται έξω από αυτόν, έξω από τον εαυτό του. Έξω από την καρδιά του, και ψάχνει, και ψάχνει και γυρίζει πότε από δω και πότε από κει, για να βρεί το χαμένο του Παράδεισο. Είναι ο ταλαιπωρημένος αλήτης, ο άστεγος πνευματικά. Γι’ αυτό και διαρκώς ο νους και ο νους μας μετεωρίζεται. Πότε στην καθημερινότητα, πότε στις βιοτικές μέριμνες, πότε σε έμμονες ιδέες και σκέψεις, πότε στα βάσανά μας, στις θλίψεις και στις στεναχώριες της ζωής, πότε σπρώχνεται πάλι ακόμα και σε σκέψεις αμαρτωλές, ή βλασφημίας, ή πονηρίας, ή κακίας, ή αμφιβολίας, ή και γογγυσμούς ακόμα κατά του Αγίου Θεού. Και τις περισσότερες φορές ο νους μας βρίσκεται στο πως θα ικανοποιήσει τα πάθη του και θα τροφοδοτήσει τις αδυναμίες του, πιστεύοντας πως εκεί βρίσκεται η χαμένη του πατρίδα και ευτυχία.
Μετεωρισμούς και πολέμους λογισμών, είχαν και έχουν ακόμα και οι ασκηταί, και οι αναχωρηταί και γενικά όλοι οι μοναχοί και όλοι εμείς οι κληρικοί, αλλά και σεις. Ο απλός μετεωρισμός και η προσβολή των ακαθάρτων λογισμών, των αισχρών και των βλασφήμων, καταπολεμούνται πρώτον με την καταφρόνηση και την αδιαφορία, - τάχουμε πει αυτά πολλές φορές -, δεύτερον με το να επικαλούμεθα το έλεος του Αγίου Θεού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τρίτον με τον αντιρητικόν λόγον και τέταρτον με την μνήμην του θανάτου.

Ο χαμένος Παράδεισος ξαναβρέθηκε και είναι ο Χριστός, είναι Αυτός που με το Άγιον Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα ενθρονίστηκε μια για πάντα στις καρδιές μας.
Η επιστροφή όμως του νου μας, μέσα στις καρδιές μας, γίνεται κυρίως με δύο τρόπους.
Με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και με την Θεία Κοινωνία.
Βέβαια υπάρχει η τήρησις των εντολών, η καλλιέργεια των αρετών, η μελέτη των Γραφών, η πρόοδος η πνευματική του ανθρώπου μέσα απ’ τους μακαρισμούς και τόσα άλλα.
Αλλά σε όλες τις περιπτώσεις και της πνευματικής Θεοκοινωνίας, και της Μυστηριακής, ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός, συγκαταβαίνει και εισέρχεται μέσα μας, και κάνει κατοικία και ναό την καρδιά μας.
Άρα σε κάθε Θεία Λειτουργία, ας είναι πανηγυρική, ας είναι απλή καθημερινή, ας είναι μέσα οι εκκλησιαζόμενοι τρείς και πέντε, δύο και ένας, οφείλουμε να συμμετέχουμε όχι ως περιπλανώμενοι Βεδουίνοι, αλλά με φόβο και τρόμο, με πίστη και αγάπη, με προσοχή και αφοσίωση, με συστολή και κατάνυξη, με δάκρυα και πένθος.
Διότι σ’ Αυτόν τον Χριστόν και Σωτήρα μας, ανήκει και πρέπει,
πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.