Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ο επίσκοπος Απολλωνίας Αλβανίας κ. Νικόλαος

Πριν από αρκετά χρόνια ένας νεαρός Αλβανός ήλθε στην Ελλάδα, μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες του, να βρει δουλειά. Κατέληξε στη Βάλτα, ένα χωριό των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας και εκεί γνώρισε τον Γεώργιο Γρηγορόπουλο, συνταξιούχο γραμματέα Εισαγγελίας Εφετών και φλογερό εργάτη του Ευαγγελίου, ο οποίος τον δέχθηκε, τον περιέθαλψε, τον έμαθε ελληνικά, τον κατήχησε στη χριστιανική πίστη και τον βάφτισε.

Στην κηδεία του Γεωργίου Γρηγορόπουλου στις 19/10/2009, μαζί με τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ. Χρυσόστομο που εχοροστάτησε, έλαβε μέρος στην Εξόδιο Ακολουθία και ένας άλλος επίσκοπος που έψαλε αλβανικά, διάβασε το Ευαγγέλιο στα αλβανικά, μίλησε ελληνικά για τον ευεργέτη του και μας συγκίνησε με την απλότητα και την ταπεινότητά του. Ηταν ο πρώην νεαρός Αλβανός που είχε έλθει να ζητήσει δουλειά στην Ελλάδα και που τώρα, με τη βοήθεια του Γ. Γρηγορόπουλου, έχει γίνει ο επίσκοπος Απολλωνίας Αλβανίας κ. Νικόλαος, βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας. «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου».

Ευαγγελος Ανδριανος - Επίτιμος Αρεοπαγίτης Καστόρειον Λακωνίας

http://www.ekathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_13_30/10/2009_335254

Στο παραπάνω δημοσίευμα της Καθημερινής, έγινε αναφορά στο κήρυγμα του Αγίου Νικολάου, 2009

Η ζωή τού αγίου Νικολάου σέ συνδιασμό μέ δύο ιστορίες.

230 α
6.12.2009


Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου, τιμά την μνήμην του Αγίου Νικολάου, ενός μεγάλου Αγίου και θαυματουργού.
Και θα ήθελα να ξεκινήσω με κάποιες αληθινές ιστορίες οι οποίες δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, και μάλιστα η μία στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 30 Οκτωβρίου, φέτος (2009). Όταν μιλούν τα γεγονότα και τα φωτεινά παραδείγματα, τα λόγια τα πολλά περισσεύουν. Ο καθένας από μας πρέπει να γίνει, οφείλει να γίνει, ένας μικρός ιεραπόστολος, πρώτα πρώτα μέσα στην οικογένειά του και κατόπιν στην εργασία του και στην κοινωνία, που με το αγιασμένο παράδειγμά του να μεταμορφώνει τους απίστους σε πιστούς, τους χλιαρούς σε θερμούς, τους αλλόθρησκους σε αληθινούς πιστούς χριστιανούς και τους αιρετικούς να τους επαναφέρει στην Ορθόδοξη πίστη.
Έχουμε γεμίσει από μετανάστες παντός έθνους, φυλής, χρώματος και θρησκείας, και όλους αυτούς πρέπει με το δικό μας φωτεινό παράδειγμα και την δική μας φωτισμένη Ευαγγελική διδασκαλία, να τους μεταμορφώνουμε σε αληθινούς χριστιανούς Ορθοδόξους, και όχι αυτοί με τη ζωή τους ή με τη θρησκεία τους ή με τις αιρετικές δοξασίες τους, αυτοί να επηρεάζουν εμάς. Έτσι δεν γινόταν τα παλιά χρόνια… Γι’ αυτό μέσα σε τρείς αιώνες άλλαξε ολόκληρος ο κόσμος. Ο τότε γνωστός κόσμος. Όλος ο ειδωλολατρικός κόσμος έγινε χριστιανικός. Και έγιναν βέβαια όλα αυτά, και μπορούν να γίνουν και τα σημερινά, με τη βασική προϋπόθεση ότι η ζωή μας είναι ζωή Χριστού, ζωή αγίων, ζωή μαρτύρων. Ιδού το πρώτο παράδειγμα.

Πριν από αρκετά χρόνια, το 1991, ένας νεαρός Αλβανός ήλθε στην Ελλάδα μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες του, όταν τα άνοιξαν τα σύνορα, -τα θυμάστε οι παλαιότεροι,- να βρει δουλειά. Κατέληξε στην Βάλτα, ένα χωριό των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας. Και κει γνώρισε τον Γεώργιο Γρηγορόπουλο, συνταξιούχο γραμματέα εισαγγελίας εφετών και φλογερό εργάτη του Ευαγγελίου, ο οποίος τον δέχτηκε, τον περιέθαλψε. Τον έμαθε Ελληνικά. Τον κατήχησε στην χριστιανική πίστη και τον βάπτισε.
Πέρασαν χρόνια και ήλθε η δεκαεννιά Οκτωβρίου όπου ο κύριος Γεώργιος Γρηγορόπουλος πέθανε, και του εδιαβάσθη η νεκρώσιμος ακολουθία από τον σεβασμιότατο μητροπολίτη Τριφυλλίας Ολυμπίας κύριον Χρυσόστομο που εχοροστάτησε στην κηδεία, και έλαβε όμως μέρος στην εξόδιο ακολουθία και ένας άλλος επίσκοπος, ο οποίος έψαλε Αλβανικά, διάβασε το Ευαγγέλιο στα Αλβανικά, μίλησε Ελληνικά για τον μεγάλο ευεργέτη του τον Γεώργιο, και κατασυγκίνησε ολόκληρο το πλήθος για όσα θαυμαστά είπε αλλά και για την απλότητα και την ταπεινότητά του.
Ποιος ήταν αυτός ο επίσκοπος; Ήταν ο πρώην νεαρός Αλβανός που είχε έλθει να ζητήσει δουλειά στην Ελλάδα, και που με την βοήθεια του κυρίου Γεωργίου Γρηγοροπούλου, έγινε επίσκοπος Απολλωνίας Αλβανίας με το όνομα Νικόλαος, βοηθός επίσκοπος του σημερινού αρχιεπισκόπου Αλβανίας.
Θα μπορούσαμε να φωνάξουμε «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου!».
Από έναν απλό χριστιανό!
Παρακάλεσε ο τότε νεαρός, το όνομα που πήρε και ήταν Νικόλαος, το βαφτιστικό του δηλαδή, να το διατηρήσει. Και στην χειροτονία του, πρώτα πρώτα στην μοναχική του κουρά, και εν συνεχεία στη χειροτονία του, μέχρι επίσκοπος, διότι εβλαβείτο πολύ, μα πάρα πολύ τον Άγιο Νικόλαο.
Ιδού πώς με το φωτεινό παράδειγμα και την αληθινή Ορθόδοξη ζωή, και με την δύναμη του Σωτήρος Χριστού, τι κατάφερε ένας και μόνον αληθινός χριστιανός.

Και τώρα ας αναφερθούμε σε ένα δεύτερο παράδειγμα.
Προ ημερών εκοιμήθη ο Ορθόδοξος Πατριάρχης Σερβίας Κύριος Παύλος. Δεκαεννιά χρόνια ήταν ηγέτης της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας. Για τις μετακινήσεις του δεν είχε λιμουζίνα με διακριτικά, κανένα αυτοκίνητο, ούτε οπλισμένους φρουρούς για να τον προστατεύουν από τους κινδύνους που διέτρεχε από τους διαφόρους εξτρεμιστάς, επίσης δεν τον ακολουθούσαν τηλεοπτικές κάμερες στις επισκέψεις του στα ιδρύματα αδυνάτων, κατακοίτων, και ορφανών, -από τους πολέμους ορφανών,- αλλά και σε φτωχογειτονιές προσφύγων ανεξαρτήτου θρησκείας. Μπορούσες και συ, να τον συναντούσες σε κάποιους δρόμους του παλαιού Βελιγραδίου να κρατάει τσάντες με ψώνια από τα μπακάλικα της γειτονιάς για να τα προσφέρει στους απόρους και εγκαταλελειμμένους ή να τον βλέπεις σαν απλό επιβάτη στα λεωφορεία και στα τρόλεϋ του Βελιγραδίου.
Να και το δεύτερο παράδειγμα, που ήταν αλλά έγινε σε μας γνωστό, σ’ ολόκληρη τη ματωμένη Ορθόδοξη Εκκλησία.
Δεν λείπουν βέβαια και από μας τους Έλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς κάποια λαμπρά παραδείγματα τα οποία όμως δεν διατυμπανίζονται, είναι γραμμένα όμως στα βιβλία των ουρανών, στα βιβλία της αιωνίου ζωής.

Ένας μεγάλος Άγιος που ήταν η προσωποποίηση της χριστιανικής ευσπλαχνίας και την έμπρακτης ελεημοσύνης και αγάπης υπήρξε και ο σημερινός εορταζόμενος Άγιος Νικόλαος, τον οποίον εμιμήθησαν κατά πάντα οι δύο προηγούμενοι που ανέφερα.
Γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας μετά το 260 μ.Χ. από γονείς ευσεβείς. Έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και όταν ενηλικιώθηκε μοίρασε ολόκληρη την περιουσία των γονέων του στους φτωχούς.
Παρόλον που ήταν νέος γρήγορα οι χριστιανοί των Πατάρων ζήτησαν να γίνει ιερεύς για να τον έχουν ποιμένα και πατέρα τους, γιατί επάνω του έβλεπαν όλο το πλήθος των αρετών να κοσμούν τη ζωή του.
Όταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ο δεσπότης που τον χειροτόνησε είπε τα εξής προφητικά:
- Ο πατήρ Νικόλαος, ο νέος σας ποιμένας και εφημέριος, θα γίνει γρήγορα αρχιερεύς αυτής της περιοχής και της άλλης, που θα προστατεύει τους φτωχούς και τα ορφανά, που θα παρηγορεί τους λυπημένους και που τους δυστυχισμένους θα συνδράμει. Τους κλονισμένους στην πίστη θα στηρίζει και χιλιάδες ψυχές θα οδηγήσει στην Βασιλεία του Θεού.
Και πράγματι η προφητεία αυτή πραγματοποιήθηκε στο ακέραιο, ξεπερνώντας μάλιστα και κάθε προσδοκία.
Στα χρόνια των διωγμών Διοκλητιανού και Μαξιμιανού έδειξε τόλμη και θάρρος αληθινού ποιμένος. Τόλμη και θάρρος που τα μετέδιδε και στο λαό του ως αληθινός ποιμένας, στους χριστιανούς του.
Αποκαλύπτοντας τα ψεύδη και τις κακίες της ειδωλολατρίας παρόλα τα αυστηρά αυτοκρατορικά διατάγματα που υπήρχαν. Ο ποιμήν ο καλός είναι πάντα έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού, του Μεγάλου Ποιμένος.
Όταν λοιπόν τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα για τις διδασκαλίες του τις τόσο ανοικτές, τον συνέλαβαν, τον έκλεισαν φυλακή και αργότερα τον έστειλαν εξορία.
Με την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου επανήλθε στην έδρα του, τα Μύρα της Λυκίας, και συνέχισε το μεγάλο έργο της κατηχήσεως και προστασίας όλων των χριστιανών.
Και όταν φάνηκε η φοβερή αίρεση του Αρείου, ο Άγιος Νικόλαος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και έλαβε μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο το 325 στη Νίκαια. Και όπως προείπαμε πάνω απ’ όλα ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε η προσωποποίηση της χριστιανικής ευσπλαχνίας. Η ενσάρκωση της στοργής προς τους στερημένους και τους κινδυνεύοντας. Υπήρξε ποιμενάρχης της αγάπης με όλην την βαθειά έννοια της λέξεως. Όχι για να κάνει θόρυβο, όχι για να δεχθεί τυμπανοκρουσίες και χειροκροτήματα. Αλλά για να εφαρμόζει την αγάπη σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, «ου γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Πράγματι ο Άγιος Νικόλαος είχε όλα τα καλά χαρίσματα του Καλού Ποιμένος. «Εγώ ειμί ο Ποιμήν ο Καλός, και ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων». Κατά πάντα εμιμήθηκε τον Χριστόν ο Άγιος Νικόλαος.
Επανέρχομαι για να τονίσω ότι στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, κατά την διάρκειαν της αγορεύσεως του Αρείου, ο Άγιος Νικόλαος σηκώθηκε όρθιος, πήγε κοντά στον Άρειο και τον χαστούκησε δυό φορές ενώπιον του αυτοκράτορος. Αυτό θεωρήθηκε ασέβεια εφόσον δεν είχε καταδικαστεί ακόμα, και ζήτησαν οι Αρειανοί επίσκοποι να φυλακιστεί και να καθαιρεθεί. Έτσι τον Άγιο σιδηροδέσμιον τον οδήγησαν σε ένα μπουντρούμι, σε μια φυλακή. Το ίδιο βράδυ όμως παρουσιάστηκε μπροστά του ο Χριστός ο οποίος του έδωσε στα χέρια του ένα ολόχρυσο Ευαγγέλιο. Και αμέσως εμφανίζεται μετά τον Χριστόν, η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία του περνάει εδώ στους ώμους το ωμόφορον που είναι το χαρακτηριστικό άμφιο των επισκόπων. Το πρωί οι δεσμοφύλακες τον είδαν να λάμπει ολόκληρο, λελυμένο από τα δεσμά, και να κρατάει στα χέρια του το λαμπερό τούτο Ευαγγέλιο και στους ώμους του να φέρει το ωμοφόριο. Το πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας, ο Μέγας Κωνσταντίνος, και αμέσως του ζήτησε συγγνώμη, τον αποφυλάκισε και θριαμβευτικά τον έστειλε πίσω στο θρόνο της επαρχίας του, όπου και συνέχισε μέχρι την οσιακή κοίμησή του το μεγάλο έργο του καλού ποιμένος.

Χριστιανοί μου, από όσα είπαμε μέχρι τώρα, είναι όλα μια δυναμική πρόσκλησις έμπρακτης αγάπης, φιλανθρωπίας και ιεραποστολής και δράσεως, πρώτα μέσα στην οικογένειά μας, και ύστερα στο περιβάλλον το επαγγελματικό και το κοινωνικό. Τα είδαμε σα ζωντανά περιστατικά από τον μακαριστό κύριο Γεωργόπουλο και από τον απλό και ταπεινό Πατριάρχη Σερβίας Παύλο, που υπήρξαν κατά πάντα μιμηταί του Αγίου Νικολάου και των άλλων μεγάλων αγίων της Εκκλησίας μας.
Άρα καλούμεθα και μείς όλοι να τους μιμηθούμε, να μιμηθούμε τον Άγιο Νικόλαο στην κατά Θεόν πτωχείαν του. Δηλαδή στην αγία του ταπείνωση, στην πραότητα, στην πίστη, πού ’ναι νερόβραστη η δική μας. Από όπου και αν την πιάσεις χάλια έχει η πίστις μας. Από την έμπρακτη αγάπη. Από την αληθινή εγκράτεια, από την ευδόκιμη υπομονή που δόξαζε εν πάσι τον Πανάγιον Θεόν. Να τον μιμηθούμε στον ιεραποστολικό ζήλο και μεταξύ μας. Στην έμπρακτη φιλανθρωπία και στην πνευματική ελεημοσύνη διά προσευχής. Και είθε από σήμερα όλοι μας να τον τιμούμε, οι ασθενείς ως ιατρόν, οι κινδυνεύοντες ως λυτρωτήν, οι αμαρτωλοί ως πρεσβευτήν, οι πένητες και οι άποροι ως θησαυρόν, οι δυστυχισμένοι ως παραμυθίαν, και οι πονεμένοι ως ουράνια παράκλησιν, και όλοι οι ναυτικοί ως κυβερνήτην.

Ναι χριστιανοί μου, όταν θα ασπαζόμαστε την οποιαδήποτε εικόνα του, εικόνα του Αγίου Νικολάου, ας του φωνάζουμε δυνατά από μέσα μας, και κείνος ακούει, όπως ακούει και όλος ο ουρανός, «Άγιε Νικόλαε λύτρωσέ μας από κάθε ανάγκη, θλίψη, αρρώστια και κίνδυνο και πρέσβευε για τη σωτηρία της ψυχής μας»,

Αμήν

-
Κατωτέρω το απόσπασμα της Καθημερινής.

Πριν από αρκετά χρόνια ένας νεαρός Αλβανός ήλθε στην Ελλάδα, μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες του, να βρει δουλειά. Κατέληξε στη Βάλτα, ένα χωριό των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας και εκεί γνώρισε τον Γεώργιο Γρηγορόπουλο, συνταξιούχο γραμματέα Εισαγγελίας Εφετών και φλογερό εργάτη του Ευαγγελίου, ο οποίος τον δέχθηκε, τον περιέθαλψε, τον έμαθε ελληνικά, τον κατήχησε στη χριστιανική πίστη και τον βάφτισε.

Στην κηδεία του Γεωργίου Γρηγορόπουλου στις 19/10/2009, μαζί με τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ. Χρυσόστομο που εχοροστάτησε, έλαβε μέρος στην Εξόδιο Ακολουθία και ένας άλλος επίσκοπος που έψαλε αλβανικά, διάβασε το Ευαγγέλιο στα αλβανικά, μίλησε ελληνικά για τον ευεργέτη του και μας συγκίνησε με την απλότητα και την ταπεινότητά του. Ηταν ο πρώην νεαρός Αλβανός που είχε έλθει να ζητήσει δουλειά στην Ελλάδα και που τώρα, με τη βοήθεια του Γ. Γρηγορόπουλου, έχει γίνει ο επίσκοπος Απολλωνίας Αλβανίας κ. Νικόλαος, βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας. «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου».

Ευαγγελος Ανδριανος - Επίτιμος Αρεοπαγίτης Καστόρειον Λακωνίας

http://www.ekathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_13_30/10/2009_335254

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Πώς ενεργεί η αγάπη

229-δ
Κυρ. Α' Λουκά. 15.11.2009



Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου.
Βρέθηκε ένας Νομικός, να ρωτήσει εκεί τον Κύριο, πώς θα κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών, και εκείνος του είπε «τας εντολάς οίδας».
Και οι πρώτες δύο βασικές εντολές, είναι μία αυτή, η οποία αναφέρεται στην ολοκληρωτική αγάπη και δόσιμο στο Θεό,
και το αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν.
Και εκείνος, για να δικαιολογήσει τον εαυτόν του, γιατί πήγε να Τον πειράξει τον Κύριο, έτσι λέει, «Νομικός τις πειράζων τον Κύριον», λέει «ποιος είναι ο πλησίον μου;», και αναφέρεται κατόπιν εν συνεχεία στην παραβολή του καλού Σαμαρείτου. Αυτήν την παραβολή την έχουμε αναλύσει τώρα, τριάντα χρόνια. Θα το δούμε κάπως αλλιώς το θέμα σήμερα.

Μια ψυχή, χριστιανοί μου, δεν θα πούμε ούτε αν είναι άνδρας, ούτε αν είναι γυναίκα, ψυχή θα την αποκαλούμε, ένα βράδυ θέλησε να κάνει νοερά προσευχή, όσο μπορούσε καλύτερα, επαναλαμβάνοντας από μέσα της νοερά, με τον ενδιάθετο λόγο, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Ξαφνικά διέκοψε όμως την προσευχή, -κι είναι λάθος αυτό,- και αναρωτήθηκε ποια η διαφορά, το να λες την ευχή με όλη σου την ψυχή, από το να λες με όλη σου την καρδιά. Ποία η διαφορά; Γιατί λέει και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης ψυχής σου, και εξ όλης καρδίας σου. Κάνει έναν δηλαδή διαχωρισμό ο Θεός. Η ψυχή τώρα. Η ψυχή είναι το πνευματικό και το νοερό μέρος του όλου ανθρώπου. Είναι το πνεύμα του. Είναι το κατ’ εικόνα του Θεού. Αυτό είναι η ψυχή.
Και επειδή ακριβώς είναι το κατ’ εικόνα του Θεού, πρέπει να τείνει και να πορεύεται πάντοτε προς τον Δημιουργόν του. Αυτό σημαίνει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση. Μας πορεύει, μας φτιάχνει, μας δημιουργεί ως προς την ψυχή με την δική Του την εικόνα, πού την βλέπουμε όμως την δική Του την εικόνα, για να πούμε ότι και η δική μας η ψυχή είναι πλασμένη κατ’ εικόνα Θεού; Τη βλέπουμε αυτή την εικόνα, την οποίαν και πρέπει να μοιάσουμε, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Εδώ είναι η εικόνα Του, ζωγραφισμένη. Ιστορημένη είναι μέσα στην Αγία Γραφή και σε όλα τα ιερά βιβλία της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και η εντολή είναι «μιμηταί Χριστού γίνεσθε». Άρα λοιπόν, αυτή είναι η πορεία μας. Να μοιάζουμε με τον Χριστό, και αυτός που προσπαθεί να μοιάσει με τον Χριστό επί της γης, ήδη πορεύεται και προς το καθ’ ομοίωσιν του Αγίου Θεού.
Η καρδιά του; Τι είναι η καρδιά του; Γιατί την ξεχωρίζει; Θα πούμε γιατί την ξεχωρίζει. Κατά πρώτον λόγον η καρδιά είναι κέντρον όχι μόνον της ψυχής αλλά και του όλου ανθρώπου. Έχουμε πει και άλλοτε σε πολλά κηρύγματα, δεν ξέρω πόσοι θα θυμάστε, ότι η καρδιά είναι κέντρον φυσικόν. Γιατί είναι φυσικόν; Διότι αυτή στέλνει το αίμα, το υγιές αίμα, μέχρι τον τελευταίο ιστό του σώματος, μέχρι το τελευταίο κύτταρο του σώματος, και έτσι υπάρχει και διατηρείται η ζωή στον άνθρωπο. Έσπασες την καρδιά; Διέκοψες την λειτουργία της; Πέθανες! Χωρίστηκε αμέσως η ψυχή, φεύγει από το σώμα, και πορεύεται στο δρόμο που διάλεξε μόνη της. Αυτό είναι λοιπόν. Είναι κέντρον φυσικόν. Η καρδιά, το λέει και η ιατρική μας επιστήμη.
Είναι όμως και κέντρον παραφυσικόν, κάτι δηλαδή που δεν είναι ευχάριστο. Και αυτό μας το βεβαιώνει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιον του Ματθαίου μάλιστα, τον οποίον αύριο ως Ευαγγελιστή εορτάζουμε. Λέει ο Κύριος μέσα σ’ αυτό το Ευαγγέλιο, στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο: Εκ της καρδίας του ανθρώπου εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρία, βλασφημία. Αυτές είναι οι λέξεις του Κυρίου μας. Αυτό σημαίνει ότι κυριαρχείται και κυριεύεται από τα πάθη της κακίας η καρδιά μας, της πονηρίας, της μοχθηρίας, του μίσους, της φιλαργυρίας, της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της αρχομανίας, που την βλέπουμε στις ημέρες μας πολύ, της υπεροψίας και πολλών άλλων παθών και αδυναμιών. Όλα αυτά όμως, όλα αυτά τα πάθη δηλαδή, τα οποία τα απαριθμήσαμε προηγουμένως, χρειάζεται να φύγουν από τον εαυτό μας, και αυτή η φυγή, αυτό το καθάρισμα, λέγεται και «κάθαρσις εκ των παθών». Και αυτό πρέπει να γίνεται μέσα από έναν καθημερινό πνευματικό αγώνα που πρέπει να κάνει ο κάθε χριστιανός χωριστά. Και για τον εαυτόν του και για τους άλλους που είναι δίπλα του.
Η καρδιά όμως πέρα από το που είναι κέντρον παραφυσικόν, διότι απ’ αυτής εξέρχεται κάθε είδους βρωμιά, είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Δεν ήτανε, έγινε, πότε έγινε κέντρον υπερφυσικόν; Μετά το Άγιον Βάπτισμα. Τότε εδρεύει μέσα η Χάρις του Αγίου Θεού. Το βεβαιώνει βέβαια ο Θεός όταν μας λέγει ότι η Βασιλεία των Ουρανών εντός ημών εστί, γι’ αυτό και τονίζεται και ξανατονίζεται το «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός». Καρδίαν καθαράν. Δηλαδή να είναι καθαρισμένη απ’ τα πάθη για να μπορούμε να αισθανόμεθα την Χάριν του Αγίου Πνεύματος μέσα μας. Και την αισθανόμεθα αυτή την χάριν, όταν είμαστε πολύ προσεκτικοί και πολύ συγκεντρωμένοι στη Θεία Λειτουργία ή στην κατ’ ιδίαν προσευχή στο σπίτι μας. Εδώ όμως πολύ περισσότερο. Διότι εδώ θα πάρουμε την Χάριν του Τριαδικού Αγίου Θεού που προέρχεται από τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων για όσους δεν κοινωνήσουν. Εκείνοι δε που θα κοινωνήσουν, θα πάρουν έτι περισσότερον για να καταλάβουν όντως, -αν το καταλάβουν και πόσοι θα το καταλάβουν,- ότι όντως η καρδιά είναι κέντρον υπερφυσικόν, όπου μέσα βασιλεύει το φώς το ανέσπερον του Αγίου Θεού. Και για να αγαπήσουμε λοιπόν τον Θεόν, εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας και εξ όλης ισχύος και εξ όλης διανοίας, πρέπει αυτό να το ζητούμε συνεχώς μέσα από την καθημερινή μας προσευχή και αυτό το θέλουν και αυτό το έλεος να το θέτουμε σε πράξη με συμμετοχή στα Πανάγια Σωστικά Μυστήρια, ήδη αναφέραμε τη Θεία Κοινωνία, την Θεία Λατρεία, την Ιερά Εξομολόγηση, την προσευχή, τη μελέτη, και την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών του Αγίου Θεού.

Έτσι λοιπόν, η προσευχομένη αυτή ψυχούλα, που αναφέραμε, προσηύχετο λοιπόν εξ όλης ψυχής, δηλαδή με όλο το ψυχοσωματικό της είναι, και εξ όλης καρδίας, με όλη τους την καρδιά, ως κέντρον όπως είπαμε υπερφυσικόν του όλου ανθρώπου, έχουσα από το κέντρο της την βοήθεια και την συνδρομή της Θείας Χάριτος. Έσωθεν. Από δω έρχεται η βοήθεια. Από δω έρχεται η δύναμις. Από δω έρχεται η Θεία Χάρις. Από δω ξεπηδά. Και όλοι μας την έχουμε αυτήν την Θείαν Χάριν. Έστω κι αν δεν το καταλάβαμε αυτό ποτέ στη ζωή μας.
Χωρίς τη Θεία Χάρι και την δωρεά του Αγίου Πνεύματος κανένα έργο δεν κατορθώνεται από τον άνθρωπον. «Ανευ εμού», λέει, «ου δύνασθε ποιείν ουδέν». «Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ», μέσα στην καρδιά. Αυτός παράγει έργον.
Ταυτόχρονα η ψυχή προσεύχεται και εξ όλης της διανοίας. Δηλαδή; Με όλες τις διανοητικές, λογικές δυνάμεις. Η διάνοια, που είναι όργανο της ψυχής, έχει και αυτή όργανο το μυαλό μας. Το μυαλό μας έχει και τον λόγον, το μυαλό μας έχει και την κριτική δύναμη, την ικανότητα να διακρίνει το καλό απ’ το κακό, να σκέπτεται και να αποφασίζει τι θα κάμει στη ζωή. Αν θα κάμει το άλφα ή αν θα κάμει το βήτα. Τι στάση θα κρατήσει επιτέλους; Αυτές τις δυνάμεις τις παίρνει κατόπιν ο ηγεμόνας νους, το νοερό μέρος αυτό της διανοίας που είναι το κατ’ εικόνα του Αγίου Θεού, και το θέτει σε πνευματικό συναγερμό για να υπηρετήσει την εσωτερική εργασία της προσευχής και της Θείας Κοινωνίας.
Λέγει όμως «και εξ όλης της ισχύος». Δηλαδή με όλη της την δύναμη. Ποια δύναμη; Την δύναμη της θελήσεως και της ακαταμάχητης προαιρέσεως. Χωρίς αυτά τα δυο ο άνθρωπος δεν καταφέρνει απολύτως τίποτα. Χρειάζεται η προαίρεσις. Χρειάζεται και η θέλησις. Και για την προσέγγυσή μας στο Θεό, και για να κτυπήσουμε το κακό, και για να καλλιεργήσουμε την αρετή.

Έτσι λοιπόν συνειδητοποίησε η προσευχομένη ότι όλος ο ψυχοσωματικός κόσμος πρέπει να δίδεται στην προσευχή όπως την έκαμε με το όνομα του Ιησού Χριστού, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Λέγοντας λοιπόν ένα βράδυ αυτού, αυτού του είδους την προσευχή, έκανε αυτούς τους συλλογισμούς. Ε, αυτούς τους συλλογισμούς έπρεπε να τους κάνει εκτός προσευχής. Όχι κατά την διάρκεια της ευχής, παρόλον που όσα σκέφτηκε ήταν πολύ αγαθά. Αλλά όταν λέμε την ευχή, δεν σκεπτόμαστε τίποτα. Ούτε το κακόν, ούτε το καλόν. Ούτε τα ιδιώματα του Θεού, ούτε τα ιδιώματα του ανθρώπου, τίποτα απολύτως. Ούτε τον απλόν μετεωρισμόν. Όλη η προσοχή είναι στραμμένη στην προσευχή.

Ξαφνικά λοιπόν, εκεί που έλεγε αυτήν την προσευχούλα, ένοιωσε ένα φοβερό μεγάλο κατάμαυρο χταπόδι, τόσο πολύ μεγάλο, όσο ήταν και οι διαστάσεις του σώματός της, να κολλάει επάνω της και να τη σφίγγει ολόκληρη ψυχοσωματικά. Ένοιωθε δηλαδή να ακουμπάει όχι μόνον εξωτερικά στο σώμα, αλλά και μέσα της, στην ψυχή της. Να κολλάει στο μυαλό της. Να κολλάει στο νου. Να κολλάει στην καρδιά. Σε όλο το ψυχοσωματικό της είναι. Μαζί με το ολοκληρωτικό αυτό τύλιγμα, το χταπόδι άρχισε να ουρλιάζει κυριολεχτικά προσπαθώντας αφενός μεν να την σκάσει και να την πνίξει, και αφετέρου με τις βεντούζες που έχουν τα πλοκάμια, - κάθε χταπόδι έχει κάτι που μοιάζουν σαν βεντούζες, - να της ρουφήξει, να της πιεί το αίμα. Οπότε η ψυχή συνήλθε, όταν συνήλθε από τον πρώτο της τρόμο, άρχισε να καλεί σε βοήθεια με το «Χριστέ μου ελέησέ με, ελευθέρωσέ με» και το «Παναγία μου σώσε με». Πολλές φορές. Οπότε το φοβερό αυτό τέρας, στριγγλίζοντας από τους πόνους που τους προκάλεσε το όνομα του Ιησού Χριστού και της Υπεραγίας Θεοτόκου, ξεκόλησε από πάνω της, αφήνοντας πίσω του μια απαίσια μυρωδιά βόθρου, και θειάφι. Και εξαφανίστηκε.
Ακολούθησε ένα μικρό χρονικό διάστημα ξελαφρώματος και ανακουφίσεως, δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Θεόν για την μεγάλη βοήθεια και την αποτελεσματική βοήθεια που είχε. Και κατόπιν ακολούθησε ένα περίεργο πράγμα που το ένοιωθε και για πρώτη φορά. Χωρίς να το καταλάβει, χωρίς να το θέλει, απλώς το παρακολουθούσε ξαφνιασμένη, άκουσε μέσα στην καρδιά της, η καρδιά της να ομιλεί, και να λέει "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και αυτή απλώς το παρατηρούσε έκπληκτη, τι λέει, μα εγώ δεν την λέω τώρα, … ποιος την λέει; Τι είναι αυτό που μου χαρίζει και μου προσφέρει τώρα, τόση χαρά, ευφροσύνη και ουράνια μακαριότητα;
Ύστερα από αυτή την εμπειρία που είχε, και της Θείας Χάριτος και του μίσους του διαβόλου, κατάλαβε ότι κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή οφείλει να θυμώνει εναντίον του διαβόλου και των εσωτερικών της αδυναμιών, να θυμώνει. Να εφαρμόζει δηλαδή την εντολή που λέγει «Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε». Να οργίζεσθε εναντίον της αμαρτίας, και εναντίον του διαβόλου για να μην αμαρτάνετε. Να οργίζεσθε εναντίον του εαυτού σας και όχι του πλησίον ειδικότερα δε μεταξύ των ανδρογύνων – το τι γίνεται. Να οργίζεσθε με τις αδυναμίες σας που τόση λύπη προκαλούν στους συνανθρώπους μας γύρω και ειδικότερα στην οικογένειά μας.
Κατόπιν ο φωτισμός του Θεού, μας οδηγεί ώστε όλες οι επιθυμίες μας να καταστούν αρεστές στο Θεό, όλες οι επιθυμίες μας να μετατραπούν σε αρετές. Οι αρετές θα πολεμήσουν τις κακίες και τα πάθη μας και μάλιστα τόσο αποτελεσματικά ώστε να ανοιχτεί ο δρόμος προς την Βασιλεία των Ουρανών. Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι οι ευρίσκοντες αυτήν. Λίγοι ψάχνετε, λίγοι, πολύ λίγοι, ή ψάχνομε, να βάλλω και τον εαυτό μου μέσα, να βρούμε αυτή την πορτίτσα, που οδηγεί στον Παράδεισο, ποια είναι τέλος πάντων αυτή; Για να παραμερίσουμε λίγο τα εμπόδια.. Για να παραμερίσουμε λίγο τις διαφορές μεταξύ μας .. Για να καλλιεργήσουμε λίγο το καλό, την αγάπη, την υπομονή .. Τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την ελεημοσύνη, το πένθος, την μετάνοια, την ταπείνωση, για να τα καλλιεργήσουμε αυτά !.. Έτσι θα βρεθεί η πόρτα! Πώς θα βρεθεί η πόρτα;.. Έτσι μαγικά θα μας δώσουν ένα κλειδάκι, και θα μας πουν άνοιξέ τη την πόρτα και πέρασε μέσα; Αυτή λοιπόν η τεθλιμμένη οδός θα γίνει ευκολοδιάβατη με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως.

Κατόπιν έρχεται η διάνοια. Το λογιστικό μέρος του ανθρώπου που πρέπει να καταστεί ο ηγεμόνας, ο άρχοντας μέσα μας, για να μπορεί με σοφία και διάκριση, προσέξτε το, να διατάζει, να νουθετεί, να εξουσιάζει, να τιμωρεί, πάθη, αδυναμίες, ιδιοτροπίες, κακές συνήθειες, και αυτή ακόμα τη ροπή που έχουμε προς την αμαρτία. Τότε η διάνοια και το λογιστικόν, γίνεται όλος νους, νους Χριστού.
Όταν χριστιανοί μου εξουσιάζουμε με τη χάρη του Θεού τη γλώσσα μας, έτσι; να συνεννοούμεθα, γιατί δεν την αφήνουμε ήσυχη ούτε μέσ’ στην εκκλησία, πς πς, πς, πς, … αυτά έχετε μεταξύ σας !.. Όταν όλες τις επιθυμίες μας με διάκριση τις στρέφουμε για να ωφελήσουμε τον εαυτό μας και τον πλησίον, όταν εξουσιάζουμε τον θυμό και τον στρέφουμε εναντίον του κακού μας εαυτού, και όχι εναντίον του πλησίον, κι όταν στο λογιστικό μας βλέπουμε αφεντικό τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τότε με την βοήθειά Του, με η βοήθεια της Θείας Χάριτος, με τη συμμετοχή μας στα σωστικά Πανάγια Μυστήρια, και με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών, φτάνουμε στην πρώτη αρχή.
Τότε αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε στην πράξη ότι όντως αρχίσαμε στις δυνάμεις που μας ανήκει ότι αγαπάμε τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας και τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας.
Αυτός είναι ο δρόμος της σωτηρίας μας και αυτόν οφείλουμε να τον ακολουθήσουμε
Αμήν.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Βίος και δράσις του αγίου Λουκά

229-γ
Μνήμη αγίου Λουκά. Κυρ. 18.10.2009



Η Εκκλησία μας χριστιανοί μου σήμερα τιμά και εορτάζει τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς καταγότανε από την Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν γιατρός το επάγγελμα, και άριστος χειριστής του προφορικού και του γραπτού λόγου, γι’ αυτό και μας άφησε τα δύο μεγάλα αριστουργήματα, το Ευαγγέλιό του, το Κατά Λουκάν όπως το ονομάζουμε, και τις Πράξεις των Αποστόλων.
Τον Απόστολο Παύλο πρέπει να τον γνώρισε στην Τρωάδα της Μικράς Ασίας, διότι από την επίσκεψη αυτής της πόλεως και μετά, αρχίζει η διήγησις των Πράξεων των Αποστόλων να γίνεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Εκεί στην Τρωάδα, είδε ο Απόστολος Παύλος ένα αποκαλυπτικόν όραμα, όπου ένας Μακεδόνας τον παρακαλεί λέγοντάς του «διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν». Από την Τρωάδα και μετά αρχίζει η αυτοπρόσωπος διήγησις, γι’ αυτό ευθύς αμέσως λέγει στον πληθυντικόν αριθμόν «εζητήσαμεν εξελθείν εις Μακεδονίαν». Σε άλλο σημείο γράφει «εις την Τρωάδα επλεύσαμεν εις Σαμοθράκην και την επομένην εις την Νεάπολιν». Και αλλού «από την Νεάπολιν και τους Φιλίππους μετά πέντε ημέρες επανήλθαμεν εις Τρωάδα, και από εκεί επλεύσαμεν εις την Άσον και κατόπιν ήλθαμεν εις την Μυτιλήνην».
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγινε από τους πιο στενούς συνεργάτες του Παύλου, στη διάδοση και την εμπέδωση της νέας πίστεως στον Σωτήρα Χριστόν, τον Θεάνθρωπον Κύριον τον αναστάντα εκ νεκρών.
Όταν συνόδευσε τον Παύλο στα Ιεροσόλυμα, στα περίχωρά της, στη Ναζαρέτ και στην Καισάριαν, από τις επισκέψεις αυτές και την εκεί παραμονή του για πολύν καιρό, έλαβε αυτοπροσώπως όλες τις μαρτυρίες, για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την επίσκεψή της στην Ελισάβετ, την ωδή της Θεοτόκου την οποίαν ψάλλουμε σε όλες τις λειτουργίες, τη γέννηση του Προδρόμου, τη Γέννηση του Κυρίου στη Βηθλεέμ, τη δοξολογία των αγγέλων, την προσκύνηση των ποιμένων, την περιτομή του Κυρίου την ογδόη ημέρα, τον σαραντισμό της Παναγίας, τον Ιησού δωδεκαετή στο Ναό και πλήθος άλλων πληροφοριών για την ζωή του Κυρίου μας.

Δύο πράγματα είναι τα πιο σπουδαία κατά την ταπεινή μου γνώμη.
Το πρώτον είναι η ομολογία του Εσταυρωμένου εκ δεξιών κακούργου, που την γράφει μόνον ο Απόστολος Λουκάς, με το «μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», και έτσι γίνεται ο πρώτος πολίτης του Παραδείσου, ποιοςq ένας κακούργος, διότι το εβεβαίωσε και ο ίδιος ο Κύριος όταν του είπε ότι «σήμερον μετ’ εμού εν τω Παραδείσω».
Και δεύτερον σώζεται η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη παραβολή εξ όλων των παραβολών, και των διδασκαλιων του Κυρίου, η παραβολή του Ασώτου Υιού. «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Και ο Θεός Πατέρας αγκαλιάζει τον Άσωτον Υιόν, τον συγχωρεί, τον αποκαλεί και πάλι υιόν του, τον καθιστά ξανά κληρονόμον της Βασιλείας Του.
Επίσης περιγράφει πολλές από τις διδασκαλίες του Κυρίου και τα θαύματά Του, ένα πλήθος από πολύτιμες παραβολές, το Θείο Δράμα και την Ανάστασή Του.
Επίσης την πορεία προς Εμμαούς, από τον Κλεόπα και τον άλλον μαθητήν, που δεν ήτο ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά ένας εκ των εβδομήκοντα. Ο Ωριγένης μας λέγει ότι ήταν κάποιος Ιερεμίας. Στην κατά Κέλσον Επιστολήν μάς πληροφορούν ότι ήταν κάποιος Βασίλειος. Και άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς μας τονίζουν κάποιο Σίμωνα. Οπωσδήποτε όμως δεν ήταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς, γιατί όπως είπαμε τον Παύλο τον γνωρίζει και βαπτίζεται στην Τρωάδα κατά την δευτέραν αυτού Αποστολικήν οδοιπορίαν. Δηλαδή δέκα – δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάσταση και Ανάληψη του Κυρίου.
Περιόδευσε πολλές χώρες για να κηρύξει το Ευαγγέλιον του Χριστού, από την Αντιόχεια μέχρι τους Φιλίππους, και από την Καισάρεια μέχρι τη Ρώμη. Και μετά τον θάνατον του Αποστόλου Παύλου, εκήρυξε και πάλι Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, στην Δαλματία, την Ιταλία, τη Γαλλία και από την Ελλάδα κυρίως την Αχαΐα, δηλαδή ολόκληρον την Πελοπόννησον. Τελικά κατέληξε στην Θήβα της Βοιωτίας όπου και εκοιμήθη οσιακώς πέρα των ογδόντα ετών.
Κατά την διάρκειαν της ταφής του συνέβη το εξής θαύμα. Άρχισε να βρέχει εκατοντάδες κολλύρια με ποικιλία ιατρικών φαρμάκων μέσα σ’ αυτά. Μέγιστον το θαύμα και σημείον αγιότητος αλλά και αποδείξεως του ιατρικού του επαγγέλματος.
Ο βασιλεύς Κωστάντιος, υιός του αυτοκράτορος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μετέφερε το άγιο λείψανό του από τη Θήβα, στην Κωνσταντινούπολη. Και μάλιστα στον ιερό ναό των Αγίων Αποστόλων, και κάτω από την Αγία Τράπεζα μαζί με τα τίμια λείψανα των Αποστόλων Ανδρέου και Τιμοθέου.
Αυτή η κατάθεσις των λειψάνων, εορτάζεται και πάλι από την Εκκλησία μας, στις 20 Ιουνίου.
Επανερχόμεθα όμως για να τονίσουμε ότι για πολλά χρόνια επιτελούσε το έργον του Ευαγγελισμού των ψυχών μαζί με τον Απόστολο Παύλο.

Ας έρθουμε όμως για λίγο χριστιανοί μου στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, που είναι και δική του περιγραφή και περικοπή. Αναφέρεται στην ώρα εκείνη που ο Κύριος απέστειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους Του, να περιοδεύσουν στην Ιουδαία, αφού προηγουμένως τους είπε: «Εκείνος που ακούει εσάς, εμένα ακούει. Και κείνος που παρακούει εσάς, παρακούει εμένα. Και όποιος παρακούει εμένα παρακούει και τον Θεόν Πατέρα που με απέστειλε εις τον κόσμο ίνα σώσω τον κόσμο.» Και οι εβδομήκοντα ξεκίνησαν για το μεγάλο και ιερό έργο τους. Περιόδευσαν πόλεις και χωριά, και μετά από ημέρες, αφού επετέλεσαν την αποστολή τους, επέστρεψαν με μοναδική χαρά και έλεγαν με έκπληξη : «Κύριε, ακόμα και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν επί τω ονόματί Σου». Με την επίκληση του ονόματός Σου υποτάσσονταν τα δαιμόνια. Και ο Χριστός αποκρίθηκε, να το πούμε με απλά λόγια : «Από τότε που άρχισα το έργο μου, αλλά και όταν σας απέστειλα σ’ αυτήν την περιοδεία, έβλεπα τον Σατανά να χάνει την εξουσία του, και να πέφτει και να συντρίβεται τόσο γρήγορα όπως πέφτει μια αστραπή. Και τώρα σας δίνω πολύ μεγαλύτερη εξουσία εναντίον του Σατανά. Σας δίνω εξουσία να νικάτε και να ποδοπατάτε τα όργανά του, που σαν φίδια και σκορπιοί χύνουν το δηλητήριο ύπουλα στις ψυχές των ανθρώπων, για να τις θανατώσουν αιωνίως. Σας δίνω εξουσία, να καταπατάτε όλη τη δύναμη που διαθέτει ο εχθρός διάβολος, ο εχθρός του ανθρώπου για να παρεμποδίσει το έργο σας. Και έτσι δεν θα μπορεί πλέον να σας βλάψει σε τίποτα.»
Αυτήν ακριβώς την εξουσία του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, την πήρε και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ως ειδικός Απόστολος και Ευαγγελιστής του Χριστού. Γι’ αυτό πολλές φορές έβλεπε ότι και μέσα από τη δική του αποστολή ενεργούσε η παντοδυναμία και η χάρις του Χριστού, και θεράπευε ασθένειες πολλές, και κατανικούσε την εξουσίαν του διαβόλου, ακόμα και δαιμονισμένους θεραπεύοντας. Διότι έβλεπε ο Άγιος Λουκάς, την καταστροφή της κοσμοκρατορίας του διαβόλου, την πτώση της κυριαρχίας του πάνω στις ψυχές των ανθρώπων με την εξάλειψη της ειδωλολατρίας και την επιστροφή των ανθρώπων στην πίστη του Χριστού την Αγία.
Αισθάνονταν οι δαίμονες οι οποίοι ως φίδια και σκορπιοί, πληγώνουν τις ψυχές των ανθρώπων και καταπατούνται μόνον με την δύναμη του Ιησού Χριστού. Έβλεπε την νίκην του Κυρίου για όσους πίστευαν με όλην τους την καρδιά, και την πίστη την έκαναν πράξη και ζωή ποτίζοντάς την πολλές φορές και με το ίδιο το αίμα τους. Γιατί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, έζησε τους φοβερούς διωγμούς του Νέρωνος, όπως και τον μαρτυρικό θάνατο του Αποστόλου Παύλου. Τα κηρύγματα χριστιανοί μου των Αποστόλων, της νέας πίστεως στο Χριστό, οι συμβουλές, οι παραινέσεις και τα ζωντανά τους παραδείγματα, άλλαζαν ριζικά τους ειδωλολάτρες, που τους έβγαζαν από την άγνοια και την πλάνη μέσα στις οποίες βέβαια πελαγοδρομούσαν. Τους μεταμόρφωναν πνευματικά, και βιώνοντας την Ανάσταση του Χριστού, καταγράφονταν ως ουρανοπολίτες πλέον στην νέα εν Χριστώ ζωή.

Αλλά και μείς όμως, ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, πρέπει να πετάξουμε από πάνω μας την άγνοια, τη λήθη, την ακηδία, τις προλήψεις, τις αδυναμίες, τις κακές συνήθειες και κάθε άλλο πάθος, και με την βοήθεια της Χάριτος και των Παναγίων σωστικών μυστηρίων, ας είσθε βέβαιοι ότι θα κερδίσουμε τον Παράδεισο, και τα ονόματά μας θα πολιτογραφηθούν, όχι στα κόμματα, αλλά ως ουρανοπολίτες στο Βιβλίον της αιωνιότητος, το βιβλίον του Θεού.
Αυτό θα απαιτήσει από όλους μας, κόπους, θυσίες, ιδρώτες, δάκρυα, αγωνίες, στερήσεις και διωγμούς από τον κόσμον της αμαρτίας που μας περιβάλλει, χωριστά οι καθημερινές συκοφαντίες εναντίον μας. Αλλά,
όχι πλέον φόβος αλλά θάρρος,
όχι δειλίες αλλά ζωντανή πίστις,
όχι διαμαρτυρίες αλλά προσευχή, βρεγμένη προσευχή, προσευχή μετά δακρύων,
όχι γογγυσμούς κατά του Θεού αλλά υπομονή και ενεργουμένη την αγάπη.

Χριστιανοί μου, είθε να μας δώσει ο Χριστός προς δόξαν Του την σωτηρία μας,
Αμήν.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Η αγάπη καί τά σπλάγχνα οικτιρμών μίμησις στό κατά δύναμην

229-β
Κυρ. Β' Λουκά 4.10.2009



Γίνεσθε ούν οικτίρμονες. Και ο Θεός, και ο Πατήρ ημών οικτίρμων εστί.
Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου, υπάρχει όλη η ουσία της διδασκαλίας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και η ουσία της είναι η αγάπη.
Όχι όμως σκέτη, όχι μόνη της, όχι γυμνή αλλά ζευγαρωμένη με τους εχθρούς.
Τα σπλάχνα των οικτιρμών που μας χάρισε ο Θεός και μάλιστα δωρεάν με την ενανθρώπισή Του στο πρόσωπο του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τα ίδια σπλάχνα οικτιρμών και την ίδια αγάπη, ζητάει από μας, από μας όλους.
Ζητάει αυτή την αγάπη του ανδρός προς την γυναίκα του,
της γυναικός προς τον άνδρα της,
των γονέων προς τα παιδιά τους,
τα παιδιά και κυρίως των παιδιών προς τους γονείς και μάλιστα τους γέροντες γονείς των.
Αυτή η αγάπη πρέπει να επεκτείνεται και προς το περιβάλλον μας.
Το συγγενικό, το επαγγελματικό και το κοινωνικό, έστω και αν είναι αχάριστο και πονηρό.
Η ενεργουμένη αυτή αγάπη οφείλει να εξασκείται και από μας τους ιερείς προς τα λογικά πρόβατα που μας εμπιστεύτηκε ο Πανάγιος Θεός.

Από τις πρώτες κιόλας λέξεις του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος βλέπουμε δυσκολίες στην πράξη της εφαρμογής αυτής της εντολής που λέγει «αγαπάτε τους εχθρούς ημών».
Και η ζωή μας απέδειξε ότι ανάποδα γίνονται τα πράγματα. Στραβά και δύστραβα, και τις περισσότερες φορές μη συνεννοήσιμα.
Αλλά όμως υπόσχεται ο Θεός ότι ό,τι δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος μόνος του, μπορεί να το κάνει μαζί με τον Θεόν. Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί.
Ο ύμνος της αγάπης υπάρχει όπως το γνωρίζουμε στην πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, στο δέκατο τρίτο κεφάλαιον, που μας λέγει ότι αν τις γλώσσες λαλώ και των ανθρώπων και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον. Είμαι ένας ξεγάνωτος ντενεκές δηλαδή που κάνει μόνο θόρυβο.
Και αν έχω πάσαν την πίστην ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπη δε μη έχω, ουδέν ειμί. Και αν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και αν παραδώσω το σώμα μου για να καεί μαρτυρικά στη φωτιά, αγάπη όταν δεν έχω, δεν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλεί, δεν ζηλεύει, δε φθονεί, όλοι μας και ζηλεύουμε και φθονούμε. Η αγάπη ου περπερεύεται, δεν συμπεριφέρεται με αυθάδεια, εμείς είμαστε και αυθάδεις… Ου φυσιούται, δεν υπερηφανεύεται, υπερηφάνεια έχουμε … με τους τόνους μέσα μας. Ουκ ασχημονεί, ου ζηλεί τα εαυτής, δεν ζητά εγωιστικά μόνον το δικό της συμφέρον. Ου παροξύνεται, δεν θυμώνει, δεν οργίζεται, ου λογίζεται το κακόν… Ου περπερεύεται. Δεν βάζει κακό δηλαδή στο μυαλό της εναντίον του πλησίον, όποιος και αν είναι αυτός, φίλος, γνωστός, εχθρός, ή όχι. Ου χαίρει επί τη αδικία, δεν χαίρεται όταν ο συνάνθρωπός του αδικείται, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, και τα πάντα υπομένει.

Αυτός ο ύμνος της αγάπης χωρίζεται σε δύο μέρη. Αφενός μεν στην εσωτερική κάτάσταση της ψυχής, απέναντι των άλλων αρετών, και υπερέχει η αγάπη διότι είναι η κορωνίδα και η βασίλισσα, και το στέγασμα όλων των αρετών, και αφετέρου την αγαπητική μας αυτή συμπεριφορά προς τον πλησίον χωρίς εξαιρέσεις.
Έτσι λοιπόν όπως μας εδόθη, μας είπε ο Κύριος ότι πρώτη μεγάλη εντολή, είναι «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης ψυχής, καρδίας, διανοίας και ισχύος», και δευτέρα, ομοία εντολή προς την πρώτην, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Αυτή η εντολή όμως η δεύτερη γίνεται ακόμα πιο μεγαλύτερη, και ακόμα πιο δυσχερής όταν λέει, και προσθέτει όπως το σημερινό ανάγνωσμα, «αγαπάτε τους εχθρούς ημών».
Η αγάπη λοιπόν είναι δύσκολη αρετή, όπως ακριβώς την είδαμε και στον ύμνον του Αποστόλου Παύλου.

Αδελφοί μου, τους ανθρώπους δεν τους χωρίζουμε σε εχθρούς και φίλους. Σε ξένους και αγνώστους. Σε καλούς και κακούς. Αλλά σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που γνωρίζουν το Χριστό και σε αυτούς που Τον αγνοούν τελείως ή δεν θέλουν να Τον μάθουν, δεν θέλουν να Τον πιστέψουν.
Αλλά και αυτοί που γνωρίζουν το Χριστό, πάλι χωρίζονται και αυτοί σε δυο κατηγορίες. Στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, και σε κείνους που κακοποιούν την πίστη, δηλαδή τους αιρετικούς, τους σχισματικούς, τους πλανεμένους. Τους διεστραμμένους ως προς την Εκκλησία μας.
Αλλά και οι Ορθόδοξοι πάλι Χριστιανοί, χωρίζονται και αυτοί σε κατηγορίες. Σε κείνους που συμμετέχουν στα Πανάγια σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, σε κείνους που τηρούν με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, το Πανάγιον θέλημά Του, «γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γής», το είπαμε πριν αλλά δεν το πιστεύουμε. Σε κείνους που καλλιεργούν τις αρετές, και στους άλλους. Αυτή είναι η μια κατηγορία. Οι άλλοι είναι αδιάφοροι, είναι αμελείς, δεν ενδιαφέρονται για τίποτα.
Παρά ταύτα όμως, ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, «και ούτως ηγάπησεν ο θεός τον άνθρωπον ώστε τον μονογενήν αυτού Υιόν έδωκε, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόλυται αλλά έχει ζωήν αιώνιον». Και αυτό βέβαια, το είδαμε, στην ενανθρώπιση του Θεού, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ο οποίος έζησε την αγάπη, μέχρι θυσίας και θανάτου, θανάτου δε Σταυρού.
Οι Πατέρες μας λένε, ότι μίμησις της αγάπης του Χριστού είναι κάτι που υπερβαίνει τη φύση μας. Είναι ζωή μαρτυρική, ζωή ποτισμένη γεμάτο πίκρες.
Και το βλέπουμε αυτό. Και κάθε μέρα, ας ρίξουμε μια ματιά στο παρελθόν μας, και στο παρόν μας και θα δούμε με πόσες πίκρες, πίκρες, πίκρες και αχαριστίες είμαστε ποτισμένοι.
Παρά ταύτα όμως ο Κύριος λέγει, όταν δέχεσαι αδικίες να μη μιλάς.
Όταν δίνεις με αγάπη, να ξέρεις ότι θα θερίσεις αχαριστία.
Όταν βλέπεις να σε καταδιώκει και αυτό σου το παιδί, και αυτόν που νόμιζες φίλον λίαν αγαπητό, συ και να χαμογελάς με καλοσύνη, και να τον ανέχεσαι.
Όταν σε κοροϊδεύουν οι συγγενείς σου, τα πεθερικά σου, η νύφη σου, οι κουνιάδες σου, οι γείτονές σου, οι συνάδελφοί σου, ακόμα τα παιδιά σου και ο σύντροφός σου, και συ πάλι θα πρέπει να τους αγκαλιάζεις όλους με αγάπη.
Έτσι μας λέγει ο Κύριος.
Είναι δύσκολα, αλλά έτσι μας λέει. Αυτό εντέλλεται, και το εντέλλεται μαζί Του. Γιατί αυτός θα γίνει ο Κυρηναίος, όταν θα σηκώσει μαζί μας το Σταυρό, διότι είπε «δεύτε πάντες προς με οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω ημάς».
Ζούμε σ’ έναν κόσμο ψευτιάς, και συμφέροντος, - α, συμφέροντα θα ψηφίσουμε, - πονηριάς και αδικίας, κακότητος και αχαριστίας. Και όμως ο αληθινός χριστιανός, πρέπει να ξέρει να δίνει την καρδιά του στον πλησίον.

Η αγάπη σημαίνει και κάτι άλλο, που το σημειώνει ένας μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας μας, που όταν το διάβασα εχθές το βράδυ, μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Λέει «η αγάπη ξέρει να μοιράζεται και τις ενοχές», τι θα πει αυτό; Μοιράζεται μαζί σου τις ενοχές, φροντίζοντάς σου να σε ξελαφρώσει, να σε παρηγορήσει, να σταθεί δίπλα σου, έστω και αν το αμάρτημά σου είναι μεγάλο, θα φροντίσει να μην σε οδηγήσει στην απελπισία, και από κει να σε πάρει απ’ το χέρι, και να σε πάει στο πετραχήλι του πνευματικού.

Έτσι λοιπόν, μοιράζεται ο χριστιανός τον πόνο σου, τη χαρά σου, τη γύμνια σου. Μοιράζεται τη σωματική σου πείνα, αλλά και την πνευματική, διότι φροντίζει να σου προσφέρει τον λόγον της αλήθειας. Μοιράζεται την στέρησή σου, μοιράζεται κάθε σου ανάγκη, κατά το μέτρον των δυνατοτήτων σου εδώ, μας λέγει ο όσιος πατήρ. Τι σημαίνει αυτό; Μας λέει ένας πνίγομαι, μου παίρνουν το σπίτι, εκατό χιλιάδες ευρώ. Που να τα βρείς; Έχεις μόνον πενήντα - πενήντα θα δώσεις.
Άρα η αληθινή Ορθόδοξη αγάπη δεν βιώνεται από μικρούς ανθρώπους αλλά από αγωνιστάς που ξέρουν να πεθαίνουν για το Χριστό.
Βέβαια, όχι λίγες φορές, αντιμετωπίζουμε και περιφρόνηση, άλλες φορές και στα παλιά τα χρόνια κατέληγε σε διωγμό και μαρτύριο, τώρα έχουμε άλλου είδους διωγμούς, σε όποια υπηρεσία και αν είσαι, και θέλεις να κάνεις το Σταυρό σου και να δηλώσεις ότι είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός.

Ο Χριστός όταν κήρυξε την αγάπη, σήκωσε όλη την μανία του διαβόλου, επάνω του, ο οποίος μέσω της προδοσίας τον οδήγησε στο Γολγοθά και στο θάνατο.
Η αγάπη και το αγκάλιασμα των εχθρών, των μισούντων και των αδικούντων, πράγματι είναι πολύ μεγάλη. Πρέπει όμως να γίνει πράξις, με μακροθυμία, με ανοχή, με υπομονή, με ευχαριστία, και αγάπη προς όλους εκείνους οι οποίοι επιθυμούν και επιδιώκουν το κακό μας. Σ’ αυτό χρειάζεται πλούσια η Χάρις και η βοήθεια του Αγίου Θεού.
Πώς το λέει το Ευαγγέλιον;
Αγαπάτε τους εχθρούς ημών.
Καλώς ποιείτε τοις μισούσιν ημάς.
Ευλογείτε τους καταρωμένους ημάς.
Προσεύχεσθε υπέρ των επιρρεαζόντων ημάς και διωκώντων ημάς.
Και αν ο εχθρός σου πεινά, ψώμιζε αυτόν, και αν διψά πότιζε αυτόν.
Λέει και κάτι άλλο ο Ευαγγελιστής Λουκάς σε κάποιο άλλο σημείο, άλλο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που θα το διαβάσουμε στους μήνες που θα ακολουθήσουν, αν ζούμε, που μας λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Θέλεις να σ’ αγαπούν; Ε ποιος δε θέλει τζάνεμ; Αγάπησε πρώτος.
Θέλεις να παραβλέπουν τις αδυναμίες σου και τα κουσούρια σου και τα πάθη σου;
Πρώτος να παραβλέπεις,
πρώτος να συγχωρείς,
πρώτος να συντρέχεις,
πρώτος να ελεείς,
πρώτος να αγαπάς,
πρώτος να εκκλησιάζεσαι.
Μόνον έτσι περνά ο χριστιανός από την οδύνη του θανάτου στο φως της Αναστάσεως.

Χριστιανοί μου, το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και το τέλος του Ευαγγελικού Αναγνώσματος που λέει «γίνεσθε ούν οικτίρμονες καθώς και ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος οικτίρμων εστί», αυτή η αγάπη η έμπρακτη προς τους εχθρούς μας, προς τους συκοφάντες μας, προς τους πονηρούς και αχαρίστους συνανθρώπους μας, μας προσδίδει όταν την τηρούμε αυτήν την αγάπη, θεϊκά χαρίσματα.
Καθιστάμεθα μιμηταί Χριστού!
Δηλαδή όμοιοι κατά χάριν με τα θεϊκά Του ιδιώματα. Μας πλουτίζει ο Θεός με ουράνιες δωρεές! Τι το μεγαλύτερο θα μπορούσαμε να ποθήσουμε ως αμαρτωλοί που είμεθα, τι το αγιότερο, τι το υψηλότερο. Ας μάθουμε λοιπόν γι’ αυτό να αγαπάμε όπως μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, έμπρακτα και με θυσίες, και με υπομονή.
Τροφή και δύναμίς μας η Θεία Λατρεία, η Θεία Κοινωνία, η Ιερά Εξομολόγησις, το ταπεινό φρόνημα, η μετάνοια και η προσευχή, η μελέτη των Γραφών, η ζωντανή πίστις, ο αγώνας μας κατά των παθών μας με τη Χάρη της Θείας Ευλογίας.
Επαναλαμβάνω αδελφοί μου και κλείνω.
Ας μάθουμε να αγαπάμε,
να συγχωρούμε,
να υπομένουμε,
και τότε αυτή η αγάπη θα μας αγιάσει, θα μας σώσει, και θα μας δοξάσει,

Αμήν

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Ο ιερεύς ως ποιμένας και λειτουργός του Υψίστου



"Εισήγηση του πρωτ. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου στο σεμινάριο κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλοακαρνανίας΄"
Τίτλος: "Ο ιερεύς ως ποιμένας και λειτουργός του Υψίστου"
Ημερομηνία: 1 Οκτωβρίου 2009

Άγιε Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Άγιε Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως,
σεβαστοί πατέρες και αδελφοί, ευλογείτε! Την ευχή σας.
Κάποτε ένας ιερεύς που ήτανε αγνός σαν το κρύσταλλο, - θα τονίζονται οι αρετές αυτών των παραδειγμάτων που θα σας αναφέρω, γιατί μέσα από αυτές θα βγαίνει ο λειτουργός του Υψίστου - Επαναλαμβάνω, ήταν αγνός σαν κρύσταλλο, καθαρός και αμίαντος από κάθε τι αισχρό, ρυπαρό και σαρκικό, βρέθηκε, ακούτε τώρα; βρέθηκε ο εν λόγω ιερεύς ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες στο κελί μιας συνοδείας στο Άγιον Όρος που του πρόσφερε ολοκάρδια φιλοξενία και αγάπη. Το πρώτο βράδυ αφού αγρύπνησε με πολλά πολλά δάκρυα, κατάκοπος και καταπονεμένος, ξάπλωσε για λίγο να αναπαυθεί γιατί ύστερα από λίγο θα έπρεπε να σηκωθεί με το τάλαντο για τη μετα-μεσονύχτια Θεία Λειτουργία. Εντελώς απροσδόκητα βλέπει μια τεράστια λευκή γάτα, από το πουθενά, να πηδάει και να γαντζώνεται στον ώμο του και να βυθίζει τα νύχια της στο λαιμό του και κυρίως στις καρωτίδες με σκοπό να τις ξεσχίσει. Του κόπηκε η αναπνοή και μόνο όταν φώναξε “Παναγία μου σώσε με”, απηλλάγη αυθόρμητα από τη σατανική της παρουσία. Το ανέφερε την επομένη στο Γέροντα της συνοδείας και κείνος με την μακρόχρονη πείρα του, του απάντησε ότι ο διάβολος ήθελε να τον εκδικηθεί, αφ’ ενός μεν γιατί διατηρούσε την ψυχοσωματική του αγνότητα και κατά δεύτερον διότι δεν γόγγυσε στις πολλαπλές θλίψεις, πειρασμούς και τους διωγμούς που είχε στη ζωή. Αυτό συνέβη επί τρεις-τέσσερις συνεχείς νύχτες αλλά λυτρώνονταν πάντοτε με τη βοήθεια της Παναγίας και μάλιστα της Φοβεράς Προστασίας την οποία επικαλείτο. - Φοβερά Προστασία είναι μια εικόνα η οποία υπάρχει στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. - Την τετάρτη νύχτα μετά τον πειρασμό εμφανίζεται μέσα σε ένα εκτυφλωτικό φως, ως φωτοδόχος λαμπάδα, μια υπέροχη γυναίκα, ψηλή, με βασιλική μεγαλοπρέπεια, ολόλαμπρη και με απερίγραπτο το κάλλος του προσώπου της. Και ευθύς αμέσως διεξήχθη ο εξής διάλογος:
-Του είπε -όπως καταλάβατε ήταν η Παναγία- “Μη φοβάσαι. Εγώ σε προστατεύω”
-Και ποια είσαι εσύ, άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει, χωρίς όμως να μπορεί να εξηγήσει εκ των υστέρων αν μιλούσε με το στόμα του ή με το νου του. Εγώ σχέσεις με γυναίκες δεν έχω, ούτε είχα και ποτέ, εσύ γυναίκα πώς βρέθηκες εδώ; Ήταν ακόμα ζαλισμένος απ’ το εκτυφλωτικό φως. Γι’ αυτό και μιλούσε σαν να ήταν μεθυσμένος.
-Εγώ είμαι αυτή που με καλείς κάθε βράδυ στην προσευχή σου. Είμαι η προστάτιδα αυτού του τόπου γι’ αυτό και το αποκαλώ περιβόλι μου. Και προσθέτει: Εγώ είμαι εκείνη που τους καταξιωμένους διακόνους, πρεσβυτέρους και επισκόπους ενδύω με θεοΰφαντα ιερατικά άμφια, τα οποία λαμβάνω από τον ουράνιον θρόνον του Υιού μου όταν πρόκειται αυτοί να λειτουργήσουν.
-Εξακολουθεί ο ιερεύς: Και το όνομά σου ποιό είναι;
-Αυτό που επικαλείσαι στις προσευχές σου κάθε μέρα.
Και χάθηκε η φωτοδόχος λαμπάδα, που έλαμψε ως θεϊκό όραμα πλημμυρίζοντας την ύπαρξή του και τον γύρω χώρο από χιλιάδες αρώματα και μύρο.
Όσο όμως μου τα διηγείτο αυτά ο εν λόγω ιερεύς, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτόν του από τους λυγμούς της συντριβής που ένοιωθε, τις ευχαριστίες και του φόβου προς τον Θεόν. Αυτή η συντριβή ήταν σε τέτοιο βαθμό που χωρίς κι εγώ να το καταλάβω, και τα δικά μου μάτια πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν του διδώναι κατά το μέτρον της δωρεάς Του τοιαύτα τοις ιερεύσι.


Κάτι ανάλογο με ουράνια άμφια, αναφέρει και ο ανώνυμος ησυχαστής στο βιβλίο του “Νηπτική Θεωρία” σελίς 205.
Κάποια φορά μετά τον καιρό που πήρε, είδε τα ουράνια να ανοίγουν κι ένα πλήθος αγγέλων να κατεβαίνει κρατώντας έναν παραδοξότατο δίσκον -κατά λέξη το λέει αυτό- με ιερατικά ουράνια άμφια, με τα οποία οι άγγελοι τον έντυσαν θεοϋφάντως. Τον έντυσαν! Όταν βέβαια αργότερα συνήλθε και συνήλθε πηγαίνοντας προς την προσκομιδή, διαπίστωσε ότι φορούσε τα δικά του άμφια.

Αδελφοί και πατέρες, μ’ αυτήν την εισήγηση, συγχωρέστε με, δεν θέλω να κάνω τον δάσκαλο. Είμαι διάκονος Χριστού, όπως κι εσείς, όπως και όλοι μας. Απλά θα σας μεταφέρω κατά πρώτον ολίγες βιωματικές σκέψεις από τη διδασκαλία των πατέρων και κατά δεύτερον λόγον ελάχιστες εμπειρίες τρίτων από όσες είδα και άκουσα στην πενηντάχρονη ιερατική μου διακονία στον αμπελώνα του Κυρίου.

Το έργο του ιερέως, θα αρχίσω από τον πατέρα Σωφρόνιο του Έσεξ, τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω από κοντά. Το έργο του ιερέως, του ποιμένος, είναι άκρως σοβαρό και συνάμα φοβερόν, γιατί σ’ αυτόν προσέρχονται οι χριστιανοί περιμένοντας ν’ ακούσουν απ’ αυτόν τον λόγον του Θεού αλλά και το θέλημά του Θεού. Η εποχή μας, συνεχίζει ο πατήρ Σωφρόνιος, που είναι εποχή μαζικής αποστασίας από τον χριστιανισμό, η ορθόδοξη ιερατική διακονία γίνεται όλο και περισσότερο πιο δύσκολη και πιο δυσχερής γιατί λείπει η καθαρότητα του ιερέως, το πνεύμα της θυσίας, η ταπείνωσις, η πραότητα, η υπομονή, το ορθόδοξο φρόνιμα, η μετάνοια, η λειτουργική προσευχή, η ζέουσα πίστις, η ενεργουμένη αγάπη και άλλα πολλά.

Από μικρό παιδί είχα την ευλογία να γνωρίσω αγιασμένους ιερείς από τις χαμένες πατρίδες του Πόντου, της Καισάρειας, της Σμύρνης, του Ικονίου και γενικά της Μικράς Ασίας, που μετά την καταστροφή της όπως ήταν, ως μετανάστες, ήλθαν εδώ στην πατρίδα την Ελλάδα μας και μεταξύ αυτών, κατώκησαν πολλοί και μέσα στη Δράμα και στα περίχωρά της. Μεταξύ αυτών γνώρισα και τον ήδη ανακηρυχθέντα Άγιον, από το Νοέμβριο του 2008, πατέρα Γεώργιο Καρσλίδη, με την επωνυμία όπως ονομάζεται και τώρα “ο Όσιος Γεώργιος ο Ομολογητής, εξ Αργυρουπόλεως Πόντου”. Ο Όσιος Γέροντας ήταν αυστηρός και γλυκύς και τόνιζε σε μας τους νέους, που ως μαθηταί τότε του Γυμνασίου πηγαίναμε κοντά του, την διαφύλαξη της αγνότητος ψυχής και σώματος. Σκεφτείτε τα αυτά ότι λέγονταν το 1949, να διαφυλάττουμε την αγνότητα της ψυχής και του σώματος, να είμαστε παιδιά της προσευχής, ν’ αγαπούμε τη νηστεία, την εγκράτεια, τον εκκλησιασμό, ν’ αγοράσουμε όλοι μας από ένα τετραυάγγελο…τότε αυτά κυκλοφορούσαν, να εξομολογούμεθα, να μετανοούμε. Κι όλα αυτά να τα καλλιεργούμε με πνεύμα ασκητικό και μαρτυρικό σύμφωνο πάντοτε προς την ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Άλλοτε πάλι, απευθυνόμενος σε μένα προσωπικά, μου τόνιζε αυστηρά ότι το πλέον ειδικό γνώρισμα του ιερέως, του παπά, είναι ο προσωπικός του αγιασμός, που συνεπάγεται την απόλυτη καθαρότητα ψυχής και σώματος. Αγιασμός είναι η ατέλευτος πνευματική τελείωσις -έτσι λένε οι πατέρες- μαζί με τη βαθειά συναίσθηση, επίγνωση της αμαρτωλότητος όχι μόνον της δικής του, αλλά γενικά της ανθρωπίνης φύσεως. Αναγνωρίζοντας λοιπόν ο ιερεύς ότι το παν στην ιερατική του ζωή και διακονία είναι χάρις, είναι χάρισμα, δωρεά δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, μπορεί και ίσταται ενώπιον του Θεού και δέεται ταπεινώς, όχι μόνον για τον εαυτόν του αλλά και για τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία του Χριστού, καθώς και για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Επομένως, ο ιερεύς αγωνίζεται καθημερινά για τη νέκρωση τω παθών του. Πώς; Με την αντίστοιχη καλλιέργεια των αρετών. Τηρώντας με ακρίβεια τις εντολές. Κι έτσι καθίσταται, με την αγιασμένη βιωτή του, τύπος και παράδειγμα μπροστά στα μάτια των ενοριτών του, και ιδιαιτέρως των εκκλησιαζομένων πιστών. Έτσι, ο λειτουργός του Υψίστου αρχίζει σιγά σιγά με το πέρασμα των ετών να κοσμείται από ψυχοσωματικές αγιοπνευματικές αλλοιώσεις, δηλαδή από καρδιακή καθαρότητα που να αντανακλάται στις σκέψεις, στους λογισμούς, στο μυαλό, στις αισθήσεις μας τις πέντε, και στη γλώσσα μας ιδιαιτέρως, και στο νου. Από αδιάλειπτη πονεμένη προσευχή, νήψη και προσοχή, από ταπείνωση που να είναι πάντοτε συζευγμένη με την πραότητα, από μετάνοια με συνεχή δάκρυα, από αγόγγυστη υπομονή και φιλάνθρωπη κρίση, από πνεύμα διαρκούς θυσίας και άλλα πολλά. Μάλιστα, οι ειδικές αυτές δωρεές, συγχωρέστε με, συγχωρέστε με, προσδίδονται και στο πρόσωπό του, όπου διακρίνεται η διακονία του, είναι καθρέφτης. Το πρόσωπο θάλλει και θάλλει ως πατήρ αγάπης, ως πατήρ διακρίσεως, ως εχέμυθος, ενάρετος και πιστός, ως φωτισμένος διδάσκαλος και συνετός οδηγός, σώφρων και αγνός, ως πρώτος ιεραπόστολος στον ευαγγελισμό των ψυχών της ενορίας του, αφού προηγηθεί ο αγιασμός και το καλό παράδειγμα στην οικογένεια και στη συνέχεια ως πρώτος βοηθός της όλης εκκλησιαστικής δράσεως του Επισκόπου του.

Κατά τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγον, αποστολή του ιερέως είναι “πτερώσαι ψυχή, αρπάσαι του κόσμου και δούναι Θεώ”. Το δε κατ’ εικόνα, στον κάθε άνθρωπο και στον εαυτόν του ή μένον τηρείσαι, - όπως ακριβώς βγήκε και καθαρίστηκε από το Άγιον Βάπτισμα - ή κινδυνεύον χειραγωγείσαι, - άμα κινδυνέψει, να βάλουμε τα δυνατά μας για να το χειραγωγήσουμε προς το δρόμο το σωστό- ή διαραέν, δηλαδή άμα διαρραγεί ή μολυνθεί, να το σώσουμε, ανασώσας.

Κάποτε γνώρισα έναν εφημέριο σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας, που υπηρετούσε σε ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Και παρόλο που εφημέρευε για πολλά χρόνια σε χωριό με σχετικά λίγους κατοίκους, εκατό διακόσους δεν θυμούμαι, αυτό δεν σμίκρυνε βέβαια την χάρη της ιεροσύνης και την ευλάβειά του ώστε με φόβο και τρόμο να υψώνει τα ροζιασμένα από τις γεωργικές εργασίες χέρια του και να προσφέρει θυσία άμωμη στο Θεό. Αυτός λοιπόν ο ιερεύς, μου διηγήθηκε το εξής γεγονός.
Μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς είχαν έρθει ελάχιστοι στην εκκλησία. Μαζί με τον ψάλτη, ας ήτανε πέντε. Την ώρα λοιπόν που ήμουν έτοιμος να πω -ο ίδιος διηγείται- “μεταβαλλών το Πνεύματί Σου τω Αγίω” κι ενώ ο ουρανός ήτανε κατάμαυρος από την έντονη βροχή και τις βροντές, ξαφνικά έλαμψε ένας ήλιος μέσα στο Άγιον Βήμα. Και φώναξα “Παναγία μου σώσε με. Τι ’ναι αυτό πάλι;”. Εγώ δεν καταλαβαίνω απ’ αυτά παπά-Στέφανε μου είπε, εσύ μήπως καταλαβαίνεις; Του απάντησα… πριν προσπαθήσω να του απαντήσω μου λέει “A…να σου πω και κάτι άλλο…μετά απλώθηκε σε όλο το ναό μια μυρουδιά σαν κι αυτή που ευωδιάζει απ’ το μυροδοχείο όταν σταυροειδώς σφραγίζουμε το νεοβαπτισθέντα. Η παράξενη αυτή ευωδία κράτησε σχεδόν μέχρι την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Κι αυτό πάλι τι ήταν;”
Βέβαια έμεινα άφωνος αλλά προσπάθησα να μη δείξω την έκπληξή μου. Μπορεί - του ’πα κείνη τη στιγμή - να άνοιξαν οι ουρανοί και από κάποιο παράθυρο να μπήκε ο ήλιος.. – είπα - ας τον προφυλάξουμε τον ιερέα και πώς μπορούμε να γνωρίζουμε αν είναι εκ δεξιών ή εξ αριστερών;
Μα δεν ήταν δέσμη από το παράθυρο, ήταν εκτυφλωτικό φως σε όλο το ιερό. Λέω, μήπως ήτανε από τις ηλεκτρικές λάμπες… μπα όχι αυτές είχαν σβήσει από διακοπή του ρεύματος. Ε..τότε, του είπα από αστραπή θα ήτανε. Εμ μου λέει βρε πάτερ, αστραπή και να κρατάει τρία λεπτά και πέντε γίνεται;”
Κι έμεινε με την απορία. Σε κάποια άλλη στιγμή όμως, μου είπε με παράπονο “Ε.. πάτερ Στέφανε, πολλοί από τους συναδέλφους μου, με κοροϊδεύουν”. “Έλα όμως, του απάντησα που η Παναγία μας την οποία υπηρετείς τόσα χρόνια εδώ στο ναό της, σε αναγνωρίζει για παιδί της και σου απεκάλυψε μια ακτίνα από την αγάπη της. Από τώρα και στο εξής θα της χρωστάς όχι μόνον ευγνωμοσύνη, αλλά και θα την παρακαλάς να έρθει Αυτή να σε παραλάβει την ώρα του θανάτου σου.
Ο παππούλης αυτός, αφού κουβεντιάσαμε αρκετά, ήταν αγνός και καθαρός σαν τον πεντακάθαρο γαλάζιο ουρανό με εγκράτεια και προσευχή, με νηστεία πνευματική και σωματική, φιλακόλουθος, πρωί και βράδυ και στο σπίτι, φιλομαθής, μελετούσε κάθε μέρα την Αγία Γραφή και την Παλιά, που ανέφερε ο Άγιος Γόρτυνος, και την Καινή. Κάθε μέρα από ένα-δυο κεφάλαια, χωριστά αυτά που διάβαζε στις ακολουθίες του όρθρου, το Αποστολικόν Ανάγνωσμα και το Ευαγγέλιο. Συναξάρι, Γεροντικά και άλλα πνευματικά βιβλία και παρά την απλότητά του είχε νουν Χριστού.


Στη μακρόχρονη ιερατική μου πορεία, αν και είμαι άχρειος δούλος, αυτά δεν είναι ταπεινολογίες τώρα και ταπεινοσχημίες, ξέρομε ο καθένας μας τι είναι στο πολύ πολύ βάθος μέσα εδώ, ή εδώ μέσα, με αξίωσε ο Θεός…δεν ξέρω για ποιο λόγο!!!...για να είμαι υπεύθυνος, να ακούσω πολλές τέτοιες ιστορίες και από παιδί μάλιστα! Εγγάμους και αγάμους από τους εν τω κόσμω ταπεινούς λευίτας ή και αγιορείτας πατέρας, γιατί από πολύ νωρίς κι από κοσμικός επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος και ειδικότερα την έρημο, όπου υπήρχαν ασκηταί, αναχωρηταί και ερημίτες. Και όλοι τους είχαν διατηρήσει την ψυχοσωματική τους αγνότητα και καθαρότητα και αποτελούσαν αληθινό αλλά αφανές κόσμημα για την ενορία τους, για το χωριό, για τη μητρόπολη ή για τη μονή ή τη σκήτη αν ήσαν αγιορείτες. Όλοι αυτοί είχανε το ταπεινό φρόνημα και όλα όσα είχα πει προηγουμένως που τα ανέφερε και ο πατήρ Σωφρόνιος από το Έσεξ.

Γνώριζα έναν άλλο ιερέα, σ’ ένα χωριό με πεντακοσίους κατοίκους, που πήγαινε μόλις βραδιάσει στο νεκροταφείο, δυο φορές την εβδομάδα, και διάβαζε τρισάγια σε κάθε τάφο χωριστά τη νύχτα μετά τις 11 το βράδυ, όταν το επέτρεπε ο καιρός. Πρώτα τους μισούς τη μια βραδιά και τους άλλους μισούς την άλλη.

Στις 21 Αυγούστου του παρόντος έτους, δηλαδή πριν από ενάμισι μήνα, έλαβα μιαν επιστολή από ένα πνευματικοπαίδι μου που ζει στο Μπέρμινχαμ της Αγγλίας και εξασκεί το επάγγελμα οδηγού ταξί, εδώ και 15-20 χρόνια. Μεταξύ των άλλων, σ’ αυτή την επιστολή μου γράφει “εύχομαι στην πορεία αυτής της ζωής, να σ’ αξιώσει ο Κύριος να Τον βρεις στην αλήθεια, στα αλήθεια να Τον βρεις, και να αποκτήσεις το μυαλό του Χριστού». Αυτά είναι τα μεγάλα πανηγύρια! Πώς δεν έπεσε το χαρτί απ’ το χέρι μου! Αποσβολώθηκα! Ένας λαϊκός έγινε το στόμα του Θεού. Ή αν θέλετε το στόμα του Αποστόλου Παύλου που βεβαιώνει ότι «ημείς νουν Χριστού έχομεν». Α’ Κορινθίους, να μην λέμε … Δηλαδή, καθαρόν και αμόλυντον. Αν αυτή η βεβαιωμένη προτροπή του Αποστόλου Παύλου έγινε στους απλούς χριστιανούς της Κορίνθου, πόσο περισσότερο αυτό ισχύει για όλους εμάς τους κληρικούς παντός βαθμού. Για να είναι όμως ο νους καθαρός και αγνός και αμόλυντος και αμίαντος θα πρέπει στο κατά δύναμιν, το επαναλαμβάνω, στο κατά δύναμιν, να μη δεχόμαστε και να μην συγκατατιθέμεθα σε λογισμούς και σκέψεις και διανοήματα πονηρά, βλάσφημα και ιδιαιτέρως αισχρά.
Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι η ψυχή του ιερέως πρέπει να είναι καθαρότερη κι απ’ αυτές τις ηλιακές ακτίνες. «Και γαρ των ακτίνων αυτών καθαροτέραν τω ιερί την ψυχήν είναι δει».
Και ο Όσιος Θεόγνωστος που είναι πολύ αυστηρός, σε μας, σε μένα πρώτα (Φιλοκαλία, τόμος 2ος) «αγγελικής δεί τε τάξεως και καθάρσεως ο ιερεύς». Και συνεχίζει,... «διαφορετικά ανακατώνοντας το σκοτάδι με το φως και τη δυσωδία με το μύρο, πρόκειται σίγουρα να κληρονομήσουμε το ουαί. Δηλαδή, τον αιώνιο θρήνο και την απώλεια της ψυχής μας ως ιερόσυλοι». Και συνεχίζει: «πόσο αμόλυντα πρέπει να είναι τα χέρια που διακονούν τα Πανάγια μυστήρια; Και πόσο καθαρή πρέπει να είναι η γλώσσα από την οποία ξεχειλίζουν τα θεία λόγια του Κυρίου»;

Ένας ασκητής μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περπατώντας στα ερείπια της πόλεως, έφτασε μπροστά σε έναν κατεστραμμένο ναό και είδε ένα ακατανόμαστο θέαμα. Μια γουρούνα με τα νεογνά της πάνω στην Αγία Πρόθεση. Άρχισε να κλαίει και να οδύρεται για τη βεβήλωση του ιερού χώρου. Τότε ενεφανίσθη άγγελος Κυρίου και του λέγει «Αββά τι κλαις; Γνωρίζεις ότι αυτό που είδες είναι πιο ευάρεστο στο Θεό από την αναξιότητα των ιερέων που λειτουργούσαν κάποτε εδώ;» Και εξαφανίστηκε ο Άγγελος.
Αυτή την ιστορία μου την είπε ο μακαριστός πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης.


Ο Άγιος Θεόγνωστος συνεχίζοντας τους λόγους του περί ιεροσύνης, μας λέγει ακόμα τα εξής «αν δεν σου αποκαλύφθηκε από το Άγιο Πνεύμα ότι είναι δεκτός, συ ο ιερεύς σαν μεσίτης Θεού και ανθρώπων, σαν ισάγγελος στην ψυχή και το σώμα, ολοκάθαρος και λαμπερός, μην τολμάς να τελείς τόσο ριψοκίνδυνα και άφοβα τη φρικτή ιεροτελεστία των Θείων Μυστηρίων την οποία και οι Άγγελοι σέβονται και πολλοί από τους Αγίους την απέφυγαν σαν πανάχραντη από μεγάλη ευλάβεια».

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τονίζει: «άνευ κόπων και πόνων πολλών και ιδρώτων, βίας τε και στενοχωρίας και θλίψεως, ουδείς διήλθε τον σκοτασμόν της ιδίας αυτού ψυχής ουδέ το φως του Παναγίου Πνεύματος εθεάσατο». Πολύ περισσότερον όταν ο ιερεύς καλείται στην ενορία του να άρχει ψυχών οδηγώντας αυτές με ασφάλεια στη μάνδρα του Χριστού, στην Κιβωτό της σωτηρίας, αφού ως γνωστόν, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο «το άρχειν ψυχών επιπονότερον πάντων εστί».

Πριν λίγα χρόνια, ένας Άγιος λειτουργός του Υψίστου, λίγο πριν από την κοίμησή του, ρωτήθηκε από έναν αδελφό ιερέα: «Γιατί πάτερ μου αργούσες τόσο πολύ να πάρεις καιρό και μάλιστα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας»;. Τότε ο Άγιος εκείνος λειτουργός, ομολόγησε τα εξής: «Όταν χειροτονήθηκα ιερεύς η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν αυτή, που μ’ έβαλε μπροστά στο θυσιαστήριο να γονατίσω και έτσι να δεχθώ δια των χειρών του Επισκόπου το χάρισμα της ιεροσύνης». Κι άρχισε να κλαίει. Σε λίγο το πρόσωπο του ιερέως αυτού του ετοιμοθανάτου άστραψε και συνέχισε «Από τότε δεν έπαιρνα καιρό, αν δεν ερχόταν πρώτα η Παναγία να με ευλογήσει. Ουδέποτε λειτούργησα χωρίς την παρουσία της. Και τώρα Αυτήν περιμένω να έρθει να με πάρει. Μου το υποσχέθηκε». Σε κάποια στιγμή όταν πρόφερε τ’ όνομά της κι έκαμε το σημείον του σταυρού, άστραψε ο τόπος και το πρόσωπό του, και κλίνας την κεφαλή παρέδωκε το πνεύμα. Την πήρε η Παναγία και τον πήγε στους ουρανούς. Αυτή η διήγησις είναι από τον μακαριστό πατέρα Σεραφείμ τον Κάρτσωνα.

Με την ταπείνωση ο ιερεύς συνειδητοποιεί το γεγονός ότι βρίσκεται μπροστά στο θυσιαστήριο στη θέση του Χριστού, τόπον φέρει Χριστού. Γι’ αυτό μας λέγει πάλι ο Όσιος Θεόγνωστος, αυτό που τελικά κάνει τον άξιο, άξιο το λειτουργόν να ιερουργεί την Αγίαν Αναφορά είναι η της ταπεινώσεως άβυσσος. Κι ο αγιασμός του. «Ταπείνωσε λοιπόν τον εαυτόν σου», μας συνιστά, «σαν να ήσουν πρόβατο για σφάξιμο θεωρώντας όλους πραγματικά ανώτερους από σένα». Όλους! Όλοι είστε ανώτεροι από μένα. Όλοι σας...μηδενός εξαιρουμένου. «Λογάριαζε τον εαυτό σου γη και στάχτη και ακαθαρσία και σκυλί».

Τώρα βέβαια, για να μη ρίπτουμε όλα τα βάρη σε μας, ακούσαμε τόσες ευθύνες που έχουμε, θα ήθελα να πάμε λίγο στα κατηχούμενα που πρέπει να λέγονται κι αυτά. Και ειδικότερα σε μια, στην πρώτη ευχή των πιστών, που βλέπουμε ότι παραβάσεις των εντολών που γίνονται από τον πιστό λαό ονομάζονται αγνοήματα, ενώ οι παραβάσεις όλων των κληρικών καλούνται αμαρτήματα. Γιατί αυτή η διαφορά; Γιατί μεν ο λαός αμαρτάνει αγνοώντας την ακρίβεια του Ευαγγελικού λόγου γι’ αυτό και “δαρείσατε ολίγας” ενώ οι ιερείς αμαρτάνουμε εν γνώσει των αληθειών της πίστεως του Ευαγγελίου οπότε “δαρείσονται πολλάς” λέει το Ευαγγέλιο “δαρεισόμεθα πολλάς”. Βέβαια η άγνοια που χαρακτηρίζει κατά κανόνα το λαό, θεωρείται κι αυτό κακό και μάλιστα μέγιστο διότι η άγνοια είναι ένα από τα τρία μεγάλα κακά που οδηγούν τον άνθρωπο στην αμαρτία. Τα τρία κακά είναι η λήθη, η άγνοια και η ραθυμία. Αυτές είναι μανάδες που γεννούν παιδιά και παιδιά και δεκαπέντε και είκοσι, τριάντα και σαράντα η καθεμιά. Επομένως, φταίμε και εμείς οι κληρικοί που μένει ο λαός αδιαφώτιστος και αγεώργητος, αλλά φταίει κι ο λαός, που αρνητικά στην εποχή μας αρνείται να καλλιεργηθεί και να γεωργηθεί και να δεχτεί τη σπορά του Θείου λόγου. Και ενώ γίνεται αυτή η σπορά από πολλούς με πολύ φιλότιμο και με πολλή εργασία, καμιά φορά και από πόρτα σε πόρτα…κι αυτό το γνωρίζω ότι γίνεται, εν τούτοις όμως ο λόγος αυτός σκορπίζεται, διασκορπίζεται ο μεν παρά την οδόν, έτερον δε παρά την πέτραν, έτερον δε εν μέσω των ακανθών, μας λέγει η παραβολή του σπορέως. Άρα πρέπει να είναι σε αρίστη κατάσταση και ο δέκτης, ο πιστός! Εάν ο ενορίτης μας έχει γη αγαθή, αφού βέβαια προηγουμένως γεωργηθεί, θα ακολουθήσει το λόγον της Θείας αληθείας. Διαφορετικά, θα τον αποβάλλει. Πρέπει κι αυτός να βάλει το χεράκι του στην ξεχέρσωση του χωραφιού της ψυχής του. Δεν είναι μόνο δικό μας έργο. Είναι οφειλή μας, είναι καθήκον μας, είναι όμως και δικό του καθήκον.

Μια μέρα ένας νέος βρέθηκε στην Τήνο μαζί με τους οικείους του, -είναι γραμμένο στο βιβλίο- το λέμε σύντομα, κάνοντας ένα βραδινό περίπατο σε ένα στενό, του επιτέθησαν δυο-τρεις εκεί ημίγυμνες τουρίστριες και με χειρονομίες προσπάθησαν να ασελγήσουν μαζί του. Ο νέος αντέδρασε και τους έδωσε και σπρωξιές και κλωτσιές και έφυγε τρέχοντας μονολογώντας «Παναγία μου εγώ ήρθα εδώ για να προσκυνήσω τη Χάρη σου και όχι για να αμαρτήσω». Στη βραδινή κατά μόνας προσευχή μετά το Απόδειπνο, άρχισε τους Χαιρετισμούς. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρώτη στάση και ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά του ολόσωμη και ολόλαμπρη η Παναγία περιβεβλημένη από υπερκόσμιον φως. Γεμάτος έκσταση και θάμβος ο νέος, βρέθηκε γονατιστός να απολαμβάνει την παραδοξότατη γι’ αυτόν παρουσία. Και τότε η Βασίλισσα των Ουρανών, η Υπεραγία Θεοτόκος, του χάρισε με άπειρη γλυκύτητα ένα πανέμορφο μειδίαμα κι εξαφανίστηκε και μαζί της η ολόλαμπρη φωτοχυσία. Ο νέος εκστατικός και έκθαμβος παρέμεινε γονατιστός μέχρι το πρωί απολαμβάνοντας πανεμφρόσυνα ό,τι εβίωσε από την απρόσμενη θεϊκή της παρουσία, και το γλυκύτατο χαμόγελο που δεν ξέχασε ποτέ, ούτε μέχρι σήμερα. Να λοιπόν, πώς βραβεύτηκε η αυθόρμητη αντίδρασις του νέου για τη διατήρηση της αγνότητος και της καθαρότητός του. Αντίδραση που μοιάζει με την του παγκάλου Ιωσήφ απέναντι στη γυναίκα του Πετεφρή, γνωστό από την ιστορία. Ας με συγχωρέσει ο παππούλης, -του είπα ότι θα το λέω ανωνύμως-, σήμερα είναι ένας έγγαμος καταξιωμένος ιερεύς που το πρόσωπό του λάμπει από αγνότητα, μετάνοια και εγκράτεια.

Πατέρες μου, ο ιερεύς που λειτουργεί και τελεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας θα πρέπει να έχει ακατάγνωστη συνείδηση. Το λέμε αυτό στην ευχή, τη θυμάστε: “ινα ακαταγνώστως και απροσκόπτως και εν τω καθαρώ του μαρτυρίου της συνειδήσεως εν παντί καιρώ και τόπω” οφείλουμε να σε επικαλούμεθα και για μας που θα τελέσουμε τώρα τη Θεία Λειτουργία και για τους πιστούς που περιμένουν απ’ έξω και τη Θεία Χάρη και τη Θεία Κοινωνία. Αλίμονο όμως, αν λειτουργούμε με ενοχές! Έχουμε την πιο μεγάλη δυστυχία, το πιο μεγάλο βάρος. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει στους λόγους του “καλύτερα να σε τσιμπήσει σκορπιός παρά να σε κεντάει η συνείδησή σου μέρα-νύχτα”. Και συνεχίζει ο Άγιος “κατανόησε, ω λειτουργέ των μυστηρίων της Εκκλησίας, πόσο τρομακτικό είναι να κατηγορήσαι απ’ τη συνείδησή σου κι αυτόν τον φοβερό κατήγορο να τον έχεις συνεχώς απειλητικό μέσα στην ψυχή σου”. Κι αυτόν τον έλεγχο δεν τον αντέχει η συνείδησίς μας.

Ένας ιερεύς υπέργηρος, την τρίτη μέρα από την κοίμησή του, εμφανίστηκε στο πεντάχρονο εγγονάκι του στην εξώπορτα του σπιτιού του, βρεγμένος απ’ την κεφαλή μέχρι τα πόδια του, ώστε τα νερά έσταζαν πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ο μικρός τον ρώτησε -απ’ αυτόν το μικρό έμαθα αυτή την ιστορία, αυτό το γεγονός. Δεν ήταν μικρός όταν τον εξομολόγησα, ήτανε βαρύτατα ασθενής στο νοσοκομείο του Μεταξά στον Πειραιά.- “Μα καλά παππού εσύ δεν πέθανες; Και πώς έγινες έτσι μούσκεμα αφού έξω δε βρέχει κι έχει λιακάδα;”. “Άκουσε εδώ να δεις αγοράκι μου”, του απάντησε ο παππούς, “αυτά δεν είναι από βροχή, είναι ιδρώτας αγωνίας. Είναι τώρα μόλις τρεις μέρες που περνούσα τα τελώνια. Τώρα λυτρώθηκα! Τώρα γλίτωσα αγοράκι μου, τώρα σώθηκα. Όταν γυρίσουν οι γονείς σου, να τους το πεις και αν δε σε πιστέψουν να τους βάλεις να γλείψουν αυτά τα νερά κάτω στο πάτωμα για να πειστούν”. Κι εξαφανίστηκε. Ήρθαν οι δικοί του, αφού είχαν πάει στο νεκροταφείο να κάνουν τα τριήμερα και τους διηγήθηκε, δεν το πίστεψαν, είπε να, σκύψτε και γλείψτε τα νερά. Τα ’γλειψαν και τα νερά ήτανε αλμυρά. Γιατί και ο ιδρώτας μας είναι αλμυρός.

Φοβερό πατέρες μου για όλους, γι’ αυτό και κάθε βράδυ θερμοπαρακαλούμε την Υπεραγία Θεοτόκο, στο μικρό μας Απόδειπνο “και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλία μου ψυχή περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα”. Ώστε όταν έρθει αυτή η φοβερή ώρα του θανάτου μας, να μας βρει εν μετανοία, έτοιμους, καθαρούς και αμόλυντους.

Κάποια ψυχή που ασκήτευε στα βράχια του Αγίου Όρους, μου έγραψε κάποτε τα εξής, στην πρώτη πενταετία μου ως ιερεύς “Πάτερ μου, απαιτείται μεγάλος και καθημερινός αγώνας, όχι μόνο για την κάθαρση από τα πάθη σου, που έχεις πολλά, αλλά και για να παραμείνεις στο πνεύμα της Θείας Λειτουργίας, που είναι το κέντρον όχι μόνον της ζωής σου, της προσωπικής σου ζωής, αλλά και το κέντρο της ζωής των χριστιανών της ενορίας σου. Να διατηρήσεις την έξωθεν καλή μαρτυρία σε όλη σου τη ζωή, ακολουθώντας τα ματωμένα ίχνη του Χριστού, με τη βεβαιότητα ότι θα υποστείς πολλά χτυπήματα και από την κακίαν του κόσμου της αμαρτίας κι από τη μοχθηρία των δαιμόνων. Να φοβάσαι περισσότερο το νοερό και αισθητό πόλεμο εκ δεξιών, με τις κολακείες, τους επαίνους, τα μπράβο και τα χειροκροτήματα. -Γι’ αυτό παρακαλώ μη χειροκροτήσετε στο τέλος.- Θα σκοτίσουν την κρίση σου, και με την οίηση που θα σε κυριεύσει -δεν είπε υπερηφάνεια, δεν είπε εγωισμό, ..είπε οίηση…που είναι το πλέον λεπτό πράγμα της υπερηφάνειας,- θα πέσεις κάτω με πάταγο σκληρό προς χαράν των δαιμόνων και λύπη Αγίων και αγγέλων. Για αυτό τον φόβο του Θεού να τον καλλιεργείς κάθε μέρα για να διατηρήσεις την αγνότητα και την ταπείνωσή σου. Και θέλω να’ χεις προσευχή ματωμένη....-τι εννοούσε τώρα ματωμένη!-, αγωνιώδη, ασκητική…όχι μόνο για σένα αλλά και για όσους κρέμονται στο πετραχήλι σου”.

Η προσευχή υπέρ των άλλων μας λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είναι κατ’ εξοχήν πράξις αγάπης και ευθύνης για τις ψυχές, ειδικά στη Θεία Λειτουργία. Μέσα απ’ αυτήν ο ιερεύς ενώνεται με τον Θεόν και τους ενορίτες του, γενόμενος μέτοχος όλων των δοκιμασιών, των θλίψεων, των πειρασμών, των προβλημάτων που του εμπιστεύονται. Η λειτουργική προσευχή απλώνεται ακόμα και σε ολόκληρον τον κόσμον, τον τραυματισμένον θανάσιμα απ’ την αμαρτία.

Επίσης, μας συμβουλεύει ο Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος, ότι οφείλουμε εμείς οι ιερείς να αγωνιζόμεθα, να ασκούμεθα και να μαρτυρούμε στην προσευχή και στις ιερές ακολουθίες. Σταυρώνοντας τον εαυτό μας με τα πάθη του μαζί με τους αμαρτωλούς λογισμούς. Τώρα κάθετα θέλετε, οριζόντια θέλετε όπως είπε ο Άγιος Γόρτυνος προηγουμένως, θα το κρίνουμε. Νεκρώνοντας τις κινήσεις και τις έννοιες του θελήματος της σαρκός μας για να θέσουμε σε κίνηση την προσωπικότητά μας και να κατορθώσουμε εν Χριστώ Ιησού την καθαρότητα της διανοίας, δηλαδή των λογισμών, των σκέψεων, την καθαρότητα της φαντασίας, έξω η φαντασία. Η φαντασία είναι μεταπτωτικό φαινόμενο. Δεν το είχαν οι πρωτόπλαστοι πριν αμαρτήσουν. Δεν υπήρχε φαντασία. Τη φαντασία μας την διέβαλε ο διάβολος και είναι μια κακή κληρονομιά που την κουβαλάμε όλοι μας. Η φαντασία είναι «γέφυρα των δαιμόνων», την αποκαλούν οι Πατέρες. Γέφυρα των δαιμόνων, γέφυρα που περνά μέσα μας ο δαίμονας για να μας ενοχλήσει ή να μας ρίξει στην αμαρτία.
Δηλώνει λοιπόν, αυτός ο αγώνας ευθύνη γιατί μόνον έτσι θα αισθανθούμε τη ζωντανή παρουσία του Χριστού στη Θεία Λειτουργία και στην καρδιά μας. Εκεί πρέπει να Του μιλάμε για τα προβλήματα και τα ανομήματα και τα αγνοήματα των ενοριτών μας, γιατί είναι δικά Του πρόβατα, δεν είναι δικά μας. Εσύ έχεις 5, εσύ έχεις 10, εσύ έχεις 20, εσύ 30, εσύ 50, εσύ 100…όλοι είμαστε τσοπάνηδες. Όλοι είμαστε βοσκοί. Παίρνουμε αυτά τα προβατάκια, τα 5, τα 10, τα 50, τα 100 και πρέπει να τα οδηγήσουμε στην Κιβωτό της σωτηρίας, στη μάντρα του Χριστού. Γι’ αυτό δεν επιτρέπεται ο φθόνος μεταξύ μας. Κοίταξε αυτός, κάνει κήρυγμα και μαζεύει τριακόσους κάνω ’γω έρχονται δέκα. Μάτωσε μας λένε οι πατέρες στην προσευχή σου, για να γίνουν και οι δέκα εκατό. Θα περάσουν χρόνια, αλλά θα γίνουν εκατό.

Κάποτε ένας ιερεύς μου διηγήθηκε το εξής υπερθαυμαστό και συγχρόνως φρικιαστικό για αυτόν γεγονός. Τι να σας πω…το άκουγα και έτρεμα.
“Κάποια Κυριακή που λειτουργούσα” διηγείται, “ήμουνα σε μια έντονη νευρικότητα και μάλιστα με θυμό από την πικρή ενθύμηση μιας διενέξεως και όταν εκφώνησα «πρόσχωμεν τα Άγια τοις Αγίοις», κι άρχισα να τεμαχίζω τον αμνό του Θεού, νευρικότατα, και απρόσεκτα, όπως τον τεμάχιζα με λέγοντας και τις λέξεις «μελίζεται και διαμελίζεται», πετάχτηκε ένας μεγάλος μαργαρίτης του Παναγίου Σώματος κάτω στο έδαφος. Έσκυψα και άρχισα να ψάχνω για να τον βρω. Και τελικά τον είδα και άπλωσα το χέρι μου για να τον πάρω. Έντρομος βλέπω το Χριστό ολόκληρον. Είχε χαθεί τρόπον τινά το έδαφος του Ιερού και ήταν ολόκληρος αλλά εφαίνετο από τη μέση και πάνω. Σ’ αυτή .. στη θέση του μαργαρίτη ήταν αυτά. Και μου μίλησε. Μου μίλησε με μια φωνή που δεν θα την ξεχάσω ποτέ”. Κι άρχισε να κλαίει. Τι του είπε; “Καλύτερα δω κάτω, παρά στα χέρια σου!”. “Το βλέμμα Του ήταν βλέμμα Κριτού και αισθάνθηκα σαν να καταδικάζομαι μπροστά στο θρόνο της Δευτέρας Παρουσίας.. μπροστά στο θρόνο”. Όχι κοκάλωσα, όχι πάγωσα, όχι κι εγώ δεν ξέρω τι έπαθα ώσπου να συνέλθω. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε…χρόνια τώρα δεν μπορώ να συνέλθω. Φοβερό. Φοβερό για μας τους λειτουργούς, φοβερό! Για μένα, …άςτα για μένα. Ο εν λόγω ιερεύς όμως διαπίστωσε με το πέρασμα του χρόνου, και δεν ντρέπεται να το λέγει τώρα, για να διδάσκει,…” ότι διαπίστωσα στον εαυτό μου έντονη υπερηφάνεια και εγωισμό” που κυριαρχούσαν πάνω του καθώς και σαρκικό πάθος που τον βασάνιζε. Από τότε διορθώθηκε και μετά φόβου και τρόμου τηρούσε τη Θεία Ευχαριστία καλλιεργώντας επίμονα και με αίσθημα ευθύνης την πλήρη καθαρότητα στους λογισμούς και την ταπείνωση. Λειτουργούσε από τότε πάντοτε με δάκρυα μετανοίας και κατέστη στη Μητρόπολή του, ο πλέον φιλακόλουθος ιερεύς. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, μελέτη των Γραφών, ταπεινό φρόνημα και λοιπά. Ακόμα και στο βάδισμα και στις κινήσεις του, διακρίνεται και τώρα για τη συστολή του. Περπατάει και ντρέπεται!


Γι’ αυτό μεγάλη προσοχή, αδελφοί και πατέρες μου, στην υπεροψία, όπου βρίσκεται η ρίζα της πτώσεως. Ενώ η ταπείνωσις αποτελεί την εγγύηση της νέας εν Χριστώ ζωής…ε…να μη λέμε και τα αγιογραφικά “Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσιν χάρι”. Κατά τους Πατέρες μας, το αρραγές θεμέλιο της πνευματικής ζωής όπου πηγάζει κάθε καλό έργο του ποιμένος, είναι το ταπεινό του φρόνημα. Έτσι αισθάνεται και τη συνείδηση της αμαρτωλότητός του, καταφεύγει ταπεινά στη Θεία Χάρη, η οποία τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληρεί. Καλλιεργεί συνεχώς το χαρακτήρα του διότι βλέπει συνεχώς τις ατέλειές του, οι αγώνες του για την πνευματική του προκοπή είναι χωρίς τέλος. Ζει στα γόνατα, με προσευχή, με δάκρυα, με μετάνοια.

Ο ιερεύς μας λέγει ο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς είναι υπεύθυνος και για την απώλεια μιας ψυχής, αν η απώλεια αυτή οφείλεται -κάνει τη διάκριση εδώ- στην αμέλεια ή στο σκάνδαλο το δικό μας, στην κακή καθοδήγηση ή στη λανθασμένη διάγνωση. Γι’ αυτό πριν απαντήσουμε, καλόν είναι να ρωτάμε άμα δυσκολευόμαστε ή να κάνουμε πολλή προσευχή. Για να έχουμε πιο έγκυρη απάντηση.

Κι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας προειδοποιεί ότι το βάρος για τις ψυχές τις πιο πολλές φορές είναι συντριπτικό. Τώρα, δεν ξέρω αν έχετε μεγάλες ενορίες εδώ, αλλά ο Πειραιάς και η Αθήνα, Θεσσαλονίκη και η δική μου ενορία στην οποία κατοικώ, έχει είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους και έχει δύο ιερείς. Είκοσι χιλιάδες κατοίκους! Είκοσι χιλιάδες ψυχές! Πώς θα ποιμανθούν αυτές; Πώς θα ποιμανθούν; Είναι ένα ερωτηματικό οξύτατο. Ποιός θα το λύσει;
Παρ’ όλα αυτά όμως, ο Άγιος Συμεών, υπερνικά τη βαριά ευθύνη με την αγάπη και ελπίζοντας στο άπειρον έλεος του Αγίου Θεού επωμίζεται το παραδοξότατον αυτό βάρος της ιεροσύνης χωρίς να παύει να ζει επί των γονάτων χάριν των ψυχών και να κάνει αυτό που μπορεί να κάνει στο κατά δύναμιν, μέσα απ’ αυτές τις ψυχικές δυνατότητες που διαθέτει. Ας αναλογιστούμε ο καθένας και με φόβον Θεού την παρακαταθήκην του Αποστόλου Παύλου στους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας στη Μίλητο “προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους” και πρεσβυτέρους ασφαλώς, “ποιμένειν την Εκκλησία του Κυρίου ην περιποιήσατο δια του ιδίου αίματος”. Ο ποιμήν ο καλός, ε, λέει «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων” …ο Χριστός μας χάρισε την Εκκλησία θυσιάζοντας τον εαυτό Του πάνω στο Σταυρό! Εμείς, εγώ, που είμαστε ζωντανοί εικόνες και λειτουργεί Του, πόσο θα πρέπει να τιμούμε, με τη διακονία μας αυτή τη θυσία του Χριστού;

Πριν πολλά χρόνια, ο πνευματικός μου, το 1965, μου έγραψε κάποτε από το Άγιον Όρος: “Πόθος για τον Θεό –μη νομίζεις ότι έχεις πόθο!- που δεν μπορεί να σπάσει τις αλυσίδες του ύπνου, είναι αρρωστημένος. Κανένα καλό δεν προκύπτει για αυτούς που στηρίζονται στο πετραχήλι σου, ούτε και για σένα τον ίδιο”. Καυστικότατος! “Αδελφέ μου και συλλειτουργέ μου ” είπε, “σκάβε βαθιά μέσα σου αλλά και στις καρδιές των χριστιανών σου, να ιδρώνεις, να κοπιάζεις, να πονάς, να ματώνεις, να συντρίβεσαι, να αγωνιάς, να χύνεις πύρινα δάκρυα για κάθε ψυχή που τρέχει κοντά σου κι έχει την ανάγκη σου”. Κατά λέξη σας τα λέω. Τα γράμματα τα έχω κρατήσει. “Να συμβουλεύεις και να παρηγορείς με αίσθημα ευθύνης, να νουθετείς και να στηρίζεις αλλά με ζήλο πνευματικό όχι με ζήλο ου κατ’ επίγνωση. Επίσης, να ελέγχεις και να επιτιμάς μόνον την κακία της αμαρτίας και όχι τον αμαρτωλό, με καλωσύνη, με διάκριση. Φρόντιζε να βάλεις κατά μέρος όσον καιρό μπορείς περισσότερο, ιδίως το βράδυ, και να προσεύχεσαι, να προσεύχεσαι, να προσεύχεσαι”. Το γράφει έξι φορές αυτό το «να προσεύχεσαι»! Και κατέληγε στο εξής. Κι αυτό συντριπτικό για μένα τότε: “Αδελφέ μου, σε συναντώ το βράδυ προσευχόμενον”; Τι να του πω εγώ;

Επομένως, η καθημερινή θυσία συνιστά τον καλό ποιμένα “όστις την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων και γινώσκει αυτά και γινώσκεται υπό των προβάτων, για αυτό και τα ίδια αυτού πρόβατα, καλεί κατ’ όνομα”. Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι δεν πρέπει να έχουμε συνήθεια προσευχής αλλά λειτουργική προσευχή και κατ’ οίκον και στο ναό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός πάλι μας προτρέπει ότι ο ιερεύς οφείλει να έχει διαρκή την αίσθηση της αδιάλειπτης Θεανθρώπινης κοινωνίας, γιατί μόνο τότε μπορεί με ευκολία να ελκύει το έλεος του Θεού.

Κάποιος απλός Μικρασιάτης ιερεύς, κάθε βράδυ ήταν γονατιστός κλαίγοντας με θρήνους. Στα παράπονα της παπαδιάς του ότι δεν την άφηνε να κοιμηθεί -όπως και τα μωρά-, απαντούσε “παπαδιά μου, είμαι υπεύθυνος για χίλιες ψυχές, αφού πέθανε ο συνεφημέριος και δεν ήρθε δεύτερος. Για τις πιο πολλές, τις πιο πολλές, τις πιο πολλές, δε γνωρίζω σε τι ψυχική κατάσταση βρίσκονται. Θα δώσω λόγο ΚΑΙ για αυτές! Είναι κρεμασμένες στο πετραχήλι μου, στο λαιμό μου, …μπορώ να μην κλαίω; Μπορώ παπαδιά μου;”. Τι να πει η παπαδιά σ’ αυτό;

Ο αγιασμός και η καθαρότητα του ιερέως και πολύ περισσότερο του εξομολόγου -όσοι είμαστε πνευματικοί πατέρες- εξασφαλίζουν ένα είδος απάθειας δια μέσου της οποίας προστατεύεται κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά στην εφαρμοσμένη αμαρτία. Ακούμε και τις πλέον προκλητικές περιπτώσεις αμαρτωλής ζωής, ανωμαλίες και μιάσματα που φρίττουν και οι άγγελοι και φρίττει και στο πρώτο κεφάλαιο 22-32 από της προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, αυτούς τους δέκα στίχους. Η σημερινή μας εποχή ξεπερνά αυτούς τους δέκα στίχους. Πορνείες, μοιχείες, ασέλγειες πάσης φύσεως, κτηνοβασίες, διαστροφές, αιμομιξίες, ομοφυλοφιλίες, αρσενοκοιτίες, λεσβιακές διαστροφές, μαζοχισμοί, φόνοι, εκτρώσεις. Άκουσα και έφριξα! Σαράντα έξι εκτρώσεις από μία μόνο γυναίκα!

Συμπάσχουμε πνευματικά αλλά όχι συναισθηματικά. Πρέπει να παραμένει ο λειτουργός του Υψίστου απαθής σαν τον ήλιο που ενώ τα πάντα φωτίζει και διαπερνά εν τούτοις αυτός παραμένει καθαρός και απρόσιτος.

Τώρα, μια συμβουλή που μου έδωσε ο πατήρ, ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης “Αν γίνεις Στέφανε, ποτέ παπάς και πνευματικός, -τα έγραψα αυτά- και δεν θα μπορείς να συμπαθείς τις πολλαπλές λύπες αυτών που θα σε εξομολογούνται και θα βαριέσαι να καταπραΰνεις τις στενοχώριες τους και δεν θα συντρέχεις στις δυστυχίες τους και δεν θα τους ανακουφίζεις από τους πόνους της ματωμένης από το διάβολο ψυχής τους, με λόγους παρηγορητικούς και Ευαγγελικούς, τότε είναι καλύτερα να μη γίνεις ποτέ μα ποτέ παπάς”. Κι άλλοτε με τόνιζε: “Να είσαι ταπεινός και να αυτο-εξευτελίζεσαι”. Για πρώτη φορά άκουσα τότε και τη λέξη αυτομεμψία. Να είσαι δηλαδή υπο κάτω πάντων. Αυτό να το νιώθεις, να το ζεις. Και αν θα λειτουργείς, να λειτουργείς μετά φόβου και τρόμου. Να φτάσεις στο σημείο να λες για τον εαυτό σου αυτό που έλεγαν οι μεγάλοι Άγιοι “Είμεθα χείρονες των δαιμόνων”. Σε υποψήφιο ιερέα τα έλεγε αυτά….αυτός που θα γινότατε ιερεύς ύστερα από δέκα χρόνια! Επειδή του είπα…ότι θέλω να γίνω. Και συνέχιζε “θα μου πεις Στέφανε παιδί μου, βαρύς ο λόγος σου. Αν είναι βαρύς, μην πάρεις ψυχές στο λαιμό σου και τη δική σου στην κόλαση”. Και το ’ραψα. Τι να πώ;

Στο ναό μας δεν έχουμε τάξη. Και με την υπερηφάνεια και τον εγωισμό, την υπεροψία και κάτι άλλο, το γεροντιλίκι που μας διακρίνει στον καιρό μας, άστε που γίναμε όλοι γέροντες τώρα, γέροντες! Χωρίς μοναστήρι! Τέλος πάντων, συγχωρέστε με, αλλά είναι αρρώστια της εποχής μας το γεροντιλίκι, που μας διακατέχει και παίρνουμε ψυχές στο λαιμό μας, ευτυχώς ελάχιστοι.
Όμως μερικές φορές αυτοί οι ελάχιστοι, και το λίγο καλό που έχουν μέσα οι ψυχές τους, το ξεριζώνουν, το εκτρώνουν, διαμορφώνοντας το εξομολογητήριο, σε θάλαμο πνευματικών εκτρώσεων. Επομένως άμα λείπει η ταπείνωσις… Γι’ αυτό λοιπόν μου έλεγαν ότι αν δεν γίνεις καλός εξομολογούμενος, δε θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις ούτε και καλός πνευματικός. Έχοντας λοιπόν την ταπείνωση, θα συμβουλευόμαστε εδώ ακόμα, γέροντες τέλος βλέπουν υπέρ αρκετούς, έχουν πείρα, έχουν πείρα απ’ τη ζωή; Έχουν και φωτισμό, κάτι θα μας πουν. Κάτι καλό θα βγάλουν απ’ την καρδούλα τους, αν πάνε με ταπείνωση θα τους φωτίσει ο Θεός και θα δώσουν τη σωστή απάντηση.

Κάποτε δε μπορούσα να βρω λύση, σε ένα πρόβλημα, και πήγα και πλησίασα ένα παιδάκι πέντε ετών, που έπαιζε μπάλα στο δρόμο, έλα εδώ του λέω, και του είπα, και καλά μου λέει, βόδι είσαι, δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να κάνεις αυτό, έτσι μου είπε, βόδι είσαι; Λέω, για να μην καταλαβαίνω πρέπει να ’μαι βόδι, μου έδωσε την απάντηση. Γι’ αυτό λέμε ταπείνωση και βέβαια και να ρωτάμε τους γεροντοτέρους.

Είδα ιερέα να εξομολογεί, και όταν τελείωσε, να περνάει το πετραχήλι του, στον άλλο παπά, του φιλάει το χέρι, να γονατίζει και να εξομολογείται και ο ίδιος.

Κάποιος ιερεύς, ήτανε, όταν ήταν διάκονος σε μια Θεία Λειτουργία, και όταν άρχισε να εκφωνεί τα «Πληρωτικά», μετά τη Μεγάλη Είσοδο, εντελώς απρόσμενα, είδε μια δέσμη φωτός, να εξέρχεται από το αριστερό μέρος, μεταξύ Αγίας Τραπέζης και Ιεράς Προσκομιδής. Ήταν δε τόσο εκτυφλωτικό και λαμπερό, που δεν μπορούσε να το ατενίσει. Και παρατήρησε έκπληκτος, ότι έλεγε τις εκφωνήσεις. Ύστερα από λίγο, το Πανάγιον αυτό φως χάθηκε και ταυτόχρονα αισθάνθηκε να πλημμυρίζει ο Ναός από χιλιάδες μύρα. Η καρδιά του για μέρες ήταν αιχμάλωτη από μια πρωτόγνωρη ευτυχία και μακαριότητα.

Αν μου επιτρέπετε άλλα πέντε λεφτά…
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το ξεκαθαρίζει το Άγιον μύρον, και την ευωδία του Αγίου Πνεύματος, ότι μπορεί να βγει ακόμα, και από τη μύτη του προσευχομένου ή του Λειτουργού ιερέως. Ή να την αισθανθεί, ή να την βγάλει ή να την απορροφήσει. Ένα από τα δυο. Αυτό σημαίνει ότι ο ιερεύς αποκτά σιγά σιγά, ορατή, το επαναλαμβάνω, τη λέξη «ορατή» αλλά με εισαγωγικά, γιατί έχει μια διαφορά, και απτή, σα να πιάνεται δηλαδή, και άμα μυρίζεις κάτι, είναι σα να έχει εκείνη τη στιγμή η μύτη σου αφή.

Όταν ομολογούνε τα παιδιά, -εγώ μικρούτσικος ήμουνα, το είδαν και άλλα παιδάκια,- ότι ο παπάς υπερίπτατο στη Μεγάλη Είσοδο, και φώναζαν όλα μαζί, πάει ο παπάς πετάει, έβγαζε άριστα, τους αγράμματους εκείνους τους παπάδες, αυτούς που ’χαν τελειώσει σχολαρχεία, τα παλαιά σχολαρχεία είχανε ψείρα τότε. Λοιπόν, και έχει συνείδηση αυτού του πράγματος εν Αγίω Πνεύματος, αποκτά την αίσθηση της Θείας Χάριτος. Η ενσυνείδητος λοιπόν λήψις και κατοχή της Θείας Χάριτος, αποτελεί κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα του κεχαριτωμένου ιερέως.
Οι Άγιοι Ιωάννης της Κλίμακος, Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Όσιος Δωρόθεος, μας προειδοποιούν, ότι η αναισθησία στα Θεία πράγματα, και δη στη Θεία Λειτουργία, είναι αφύσικη κατάστασις, ασθένεια ψυχής και νόσος βαρυτάτη. Ο Άγιος Συμεών είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός. Καρδιά ιερέως που δεν έφθασε ακόμα στη γνώση και στην αίσθηση της Θείας Χάριτος, και δεν μπορεί ακριβώς να διακρίνει τι ακριβώς συμβαίνει στις ψυχές των χριστιανών του, είναι νεκρή. Λέγουν και άλλα οι Άγιοι Πατέρες, τα παραλείπουμε και λέμε ότι προέκτασις και καρπός αυτής της Θεοκοινωνίας, είναι η εμπνευσμένη επικοινωνία του με τους ενορίτας του αλλά και με τον κάθε χριστιανό, όποιος αποκτά την «ορατή» με εισαγωγικά και «απτή» αίσθηση της Θείας Χάριτος.
Αυτό δηλώνει ο ποιμένας και πολύ περισσότερο ο πνευματικός, ότι διέρχεται από βιώματα και εμπειρίες, με τις οποίες μπορεί να βοηθήσει τον οιονδήποτε εξομολογούμενο χριστιανό, ή ένα χριστιανό που τον πλησιάζει και έχει έναν βαθύ πόνο, και ένα βαρύ πρόβλημα.
Η ψυχή του ιερέως κατά τους Αγίους Πατέρες που παρέλειψα, πρέπει να αλλοιώνεται, πυρ κατά μέθεξιν οφείλει να γίνεται, να γίνει δηλαδή όλος φως και θείον πυρ. Το ανέφερα και προηγουμένως, κάτι ο Άγιος Γόρτυνος, για τις πύρινες γλώσσες. Εάν υπάρχει αυτή η κατά πυρ μέθεξη, τότε εξαγνίζεται ο νους εκλεπτύνονται οι αισθήσεις, αγιάζονται τα χείλη του, ο λόγος του βροντή και ο βίος του αστραπή, Μέγας Βασίλειος. Έτσι παίρνει απ τον Θεόν, νέους οφθαλμούς και νέα ώτα πνευματικά, βλέπει και ακούει τον ενορίτη του υπεραισθητώς, ορά, βλέπει, το απόρρητον μυστήριον της ψυχής μέχρι τα μύχια της, και κει τη βοηθά.
Και επειδή ακριβώς ορά τα υπέρ νουν, γι αυτό ξεσπά και σε δάκρυα υπέρ των εξομολογουμένων.

Θα πω ένα τελευταίο γεγονός και θα κλείσω.

Ένας ιερεύς από κάποιο χωριό των συνόρων της Μακεδονίας μας, μου διηγήθηκε το εξής γεγονός, που συνέβη στην χειροτονία του εις πρεσβύτερον.
Μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, και σύμφωνα με το τελετουργικό που ξέρετε, επιβάλλεται και καλεί ο αρχιερεύς, τον νεοχειροτονημένο, και στη δεξιά παλάμη, του βάζει τον Αμνόν, το Σώμα του Χριστού, λέγοντάς του εκφώνως τα φοβερά αυτά λόγια, τα οποία νομίζω ότι πρέπει να τα έχουμε γραμμένα κάπου και να τα βλέπουμε. «Λάβε την παρακαταθήκην ταύτην, και φύλαξον αυτήν, έως της Παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι παρ’ αυτού μέλλεις απαιτείσθαι αυτήν». Θα μας τη ζητήσει πίσω αυτή την παρακαταθήκη, ακεραία και αλώβητη. Έπειτα οδηγείται ο νεοχειροτονημένος πρεσβύτερος πίσω απ’ την Αγία Τράπεζα. Άλλοι λένε τον πεντηκοστό ψαλμό, άλλοι λένε κάποιες άλλες προσευχές, ή αυτά που βγαίνουν απ’ την καρδιά τους, κάτι λέει ο καθένας. Σε μια στιγμή όμως ο εν λόγω ιερεύς, είδε να αστράφτει ο Αμνός ως ήλιος στην παλάμη του, και ένοιωσε συγχρόνως μια έντονη κάψα στην παλάμη του, την δεξιά. Παρέμεινε έκθαμβος, για αυτό που του συνέβη, μέχρις ότου επανήλθε ενώπιον του αρχιερέως, δεν κατάλαβε, τον πήραν δύο πρεσβύτεροι σιγά σιγά, και τον έφεραν μπροστά, παρέλαβε ο αρχιερεύς τον αμνόν, και είπε «πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις». Τότε έντρομος είδε ο ιερεύς, ότι η παλάμη του ήταν κόκκινη, και είχε το αίσθημα του καψίματος, το οποίον αίσθημα καψίματος, και το σημάδι, το σημάδι το κόκκινο, παρέμεινε μέχρι σήμερα και το είδα, … και πολλές φορές όταν λειτουργεί είναι σα να ζεματάει.
Μέχρι και σήμερα ο υπέργηρος και κλινήρης πλέον, ίσως να ευρίσκεται λίγο πριν απ’ την κοίμησή του. Θα το δω αύριο μεθαύριο. Και σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός στηρίχθηκε και ολοκληρώθηκε η ψυχοσωματική του καθαρότητα, αυτό τον διατήρησε σε κατάσταση ψυχικής ετοιμότητος απέναντι στους πειρασμούς της ζωής, απέκτησε έντονη δραστηριότητα ώστε να καταστεί πενήντα τόσα χρόνια, όχι μόνον ένας ευλαβέστατος λευΐτης με συνέπεια στις καθημερινές του ακολουθίες, αλλά και ένας μικρός ιεραπόστολος, άξιος εργάτης, στον αμπελώνα του Κυρίου, που ζούσε έντονα το μυστήριο της ιεροσύνης σε κάθε Θεία Λειτουργία. Ήταν το κρυφό καμάρι της ακριτικής αυτής Μητροπόλεως. Απ’ αυτόν τον κληρικόν έμαθα πολλά και δυστυχώς δεν έκαμα τίποτα, και αν έγινε κάτι, έγινε με τη δύναμη και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.


Σεβασμιότατοι, αδελφοί και πατέρες, με τη Χάρη του Θεού αναφερθήκαμε σε κάποιες απ’ τις αρετές, που πρέπει να διακρίνουν τους λειτουργούς του Υψίστου. Επίσης, όχι όλες, τονίσαμε, την ψυχοσωματική εν Χριστώ αλλοίωση των ιερέων, ως αποτέλεσμα της αγνότητος ψυχής και σώματος, και της καθαρής εν γένει παρουσίας τους, μέσα στην ενορία, έχοντας ταυτόχρονα και την έξωθεν καλή μαρτυρία. Η καλλιέργεια των αρετών και ιδιαιτέρως της μετανοίας, της υπομονής, της ενεργουμένης αγάπης, της ζωντανής πίστεως, της πολλής προσευχής, με ταπεινό το φρόνημα, και με αίσθημα ευθύνης απέναντι των ψυχών, είναι ο ματωμένος μονόδρομος και ο προσωπικός Γολγοθάς, όλων των κληρικών παντός βαθμού.
Με τα πιο πάνω πνευματικά χαρίσματα, σκιαγραφούν οι Πατέρες την ιδανική μορφή του λειτουργού ιερέως, που πρέπει να τείνει σ’ αυτήν, ως υπεύθυνου εργάτου στον αμπελώνα του Σωτήρος Χριστού. Αν κάτι απ’ αυτά μας φάνηκαν υπερβολικά ή και ακατόρθωτα στην πραγματοποίησή τους, ας θυμηθούμε τον Κύριο που μας στερεώνει στην πίστη και στην ελπίδα, και μας λέγει «τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ». Θα απευθυνόμαστε στο Θεό. Αυτό Θεέ μου δεν μπορώ. Δεν τα βγάζω πέρα. Μου συμβαίνει αυτό και αυτό. Και να τα πούμε και στην εξομολόγηση. Άλλωστε μας υποσχέθηκε ότι η δύναμις στην αποστολή μας, θα είναι η Θεία Χάρις που τα ασθενή θεραπεύει, και τα ελλείποντα αναπληρεί, και το άλλο που είπε στον Παύλο μετά τον πειρασμό από τον οποίο ήθελε να απαλλαγεί και τον παρακάλεσε τρείς φορές, «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Γι αυτό και ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει, ότι τα πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ.
Όλοι εμείς που αναλάβαμε απ’ την εκκλησία του Χριστού το δυσκολότατο έργο της ιεροσύνης και της πνευματικής πατρότητος, ευχηθείτε σεβασμιότατοι να φανούμε….

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Αφανείς ταπεινοί και αγιασμένοι λειτουργοί του Υψίστου

Κυρ. Προ της υψώσεως 13.09.2009



229α

Κατά την διάρκεια του χρόνου που κύλησε μέσα στις θερινές ημέρες, γνώρισα έναν εφημέριο σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας που υπηρετούσε σε ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκείνη την εποχή της γνωριμίας μας τα παιδιά του ήσαν ήδη καταξιωμένοι επιστήμονες και με άριστη χριστιανική παρουσία. Και παρόλο που εφημέρευε για πολλά χρόνια σε χωριό με λιγοστούς κατοίκους, αυτό δεν σμίκρυνε τη χάρη της ιερωσύνης. Γι’αυτό όταν ύψωνε τα ροζιασμένα χέρια του από τις γεωργικές εργασίες στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, το ψωμί και το κρασί μεταβάλλονταν σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτός λοιπόν ο ιερεύς μου διηγήθηκε τα εξής:

μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς, ελάχιστοι είχαν έρθει απ’το χωριό στην Θεία Λειτουργία στην Εκκλησία. Την ώρα λοιπόν που ήταν να πω «μεταβαλών το Πνεύματί Σου τω Αγίω» και ενώ ο ουρανός ήταν κατάμαυρος από την έντονη βροχή και τις βροντές, ξαφνικά άστραψε ένας ήλιος μέσα στο Ιερόν Βήμα.
Και φώναξα «Παναγία μου σώσε με, τι είναι αυτό;». Εγώ δεν καταλαβαίνω απ’αυτά παπά-Στέφανε, μήπως εσύ καταλαβαίνεις; Μπορείς να μου πεις; Α…και κάτι άλλο, μετά απλώθηκε σε ολόκληρο το ναό μια μυρουδιά από μύρο σαν αυτό που ευωδιάζει από το μυροδοχείο όταν σταυροειδώς σφραγίζουμε το νεοβαπτισθέντα. Κι η παράξενη αυτή ευωδιά παρέμεινε σχεδόν μέχρι τη Θεία Κοινωνία. Κι αυτό πάλι τι ήταν;
Φρόντισα να μη δείξω την έκπληξή μου και όσο φυσικότερα μπορούσα, απάντησα:
«Μπορεί ακριβώς εκείνη τη στιγμή να άνοιξαν για λίγο οι ουρανοί και να βγήκε ο ήλιος και να φώτισε από κάποιο παράθυρο το Άγιο Βήμα. Μπορεί εκείνη την ώρα…».
-Εμ ... τζάνεμ ... φώτισε μόνο το ιερό; Μόνον αυτό;
-Μήπως ήταν από τον ηλεκτρικό φωτισμό;
-Μπα, κι αυτές είχαν σβήσει από διακοπή του ρεύματος.
-Μήπως τότε ήταν αστραπή;
-Ε.. μπρε ... αστραπή και να κρατάει 3 λεπτά, πέντε;
Κι έμεινε με την απορία ο παππούλης θαυμάζοντας το ανεξήγητο για αυτόν γεγονός.
Σε κάποια άλλη στιγμή όμως μου είπε με παράπονο.
-Ε .. πάτερ Στέφανε, όλοι οι συνεφημέριοί μου με περιφρονούν..
-Έλα όμως που του απάντησα ότι η Παναγία μας την οποία υπηρετείς τόσα χρόνια εδώ σ’αυτόν το ναό, σε αναγνωρίζει για παιδί Της. Γι’αυτό και σου αποκάλυψε μια ακτίνα από την αγάπη της. Από τώρα και στο εξής θα της χρωστάς αιώνια ευγνωμοσύνη και θα την ικετεύεις την ώρα του θανάτου σου να έρθει Εκείνη να παραλάβει την ψυχούλα σου.
Ο παππούλης αυτός ήταν αγνός και καθαρός σαν τον πεντακάθαρο γαλάζιο ουρανό με εγκράτεια και προσευχή, με νηστεία πνευματική και σωματική, φιλακόλουθος και φιλομαθής, μελετούσε κάθε μέρα την Αγία Γραφή, τα Συναξάρια, τα Γεροντικά και πολλά άλλα πνευματικά βιβλία.

Το άλλο θέμα της ευωδίας δεν το έθιξα καθόλου.

Είναι αλήθεια χριστιανοί μου, αυτά που σας ανέφερα. Διότι, κι άλλος ιερεύς που ήτο διάκονος κατά τη διάρκεια μιας Θείας Λειτουργίας, όταν άρχισε να εκφωνεί τα πληρωτικά, μετά τη Μεγάλη Είσοδο, που λέμε «πληρώσομεν τη δέησιν ημών..» και τα λοιπά, εντελώς απρόσμενα ήρθε μια δέσμη φωτός -την είδε να εξέρχεται, όπως κοίταζε αυτός, από το αριστερό μέρος μεταξύ Αγίας Τράπεζας και Προσκομιδής, δηλαδή απ’αυτή την κατεύθυνση-. Κι ήταν τόσο εκτυφλωτικό και λαμπερό που έκλεισε τα μάτια του. Παρατήρησε όμως ότι παρά το ότι είχε τα μάτια του κλειστά συνέχιζε τις εκφωνήσεις. Κι ύστερα από λίγο το πανάγιο αυτό φως χάθηκε και ταυτόχρονα αισθάνθηκε να πλυμμηρίζει όλος ο ναός από χιλιάδες μύρα. Η καρδιά του για μέρες ήταν αιχμάλωτη από μια πρωτόγνωρη ευτυχία και μακαριότητα.

Και παρόλο που εγώ είμαι άχρειος δούλος, κληρικός ων, με αξίωσε ο Θεός, ν’ακούσω στη μακρόχρονη, 50 χρόνων ιερατική μου πορεία, και άλλες τέτοιες όμοιες εμπειρίες και όχι λίγες, τις οποίες τις περισσότερες σας τις απεκάλυψα ανωνύμως. Κι όλες από κληρικούς είτε εγγάμους είτε αγάμους. Είτε αγιορίτες, είτε εν τω κόσμω ταπεινούς λευίτες, που είχαν διατηρήσει την ψυχοσωματική τους αγνότητα και καθαρότητα δια βίου, με ταπεινό το φρόνημα, με ενεργουμένη την αγάπη ακόμα και προς τους εχθρούς, με φυλακή των αισθήσεων, με ζέουσα την πίστην, με βρεγμένη την προσευχή τους ... με δάκρυα δηλαδή.., με αληθινή τη μετάνοια, τη συντριβή και τον φόβον του Θεού. Με ανύστακτο το ενδιαφέρον τους για τη σωτηρία των ψυχών, ακόμα και των κεκοιμημένων, με πραότητα στη συμπεριφορά τους, με κατανόηση και ειρηνοποιοί, αληθινό αλλά αφανές κόσμημα για την ενορία στην πόλη, για το χωριό ή για την ιερά μονή ή σκήτη ή καλύβη του Αγίου Όρους.

Γνώρισα επίσης, ιερέα σε χωριό 500 κατοίκων που πήγαινε μόλις βράδιαζε στο νεκροταφείο, δυο φορές την εβδομάδα και διάβαζε τη νύχτα τρισάγια ένα στον κάθε τάφο, μισούς τη μια βραδιά και μισούς την άλλη.

Χριστιανοί μου, με όσα ανέφερα επιθυμώ να καταδείξω ότι ανάμεσα στον κλήρο παντός βαθμού υπάρχουν και κάποιες επαινετές εξαιρέσεις που με τις προσευχές τους βοηθούν όλους τους χριστιανούς κι όλο τον κόσμο. Αυτούς μάλιστα οι οποίοι αγωνίζονται εν Χριστώ, στον αγώνα που κάνουν εναντίον της κακίας, της πονηρίας, της αισχρότητος, των δυσκολιών και των πειρασμών της ζωής και γενικά βέβαια εναντίον της αμαρτίας.

Και από σήμερα, όλοι μαζί, και αυτοί που είναι παρόντες και αυτοί που είναι απόντες να βάλουμε μια καινούρια αρχή για μετάνοια, έλεος, πίστη, υπομονή και αγάπη. Μπορούμε να φωνάζουμε κάθε μέρα πρωί και βράδυ «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε, Κύριε, μη με απορρίψεις», «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «ήμαρτον στον Ουρανό και ενώπιόν Σου», «Ιησού Δαυίδ, ελέησόν με ως τον τυφλόν εκ γενετής».

Χριστιανέ μου! Κι εσύ χριστιανέ μου, κι εσύ χριστιανέ μου,
μάθε να περιμένεις για να ελεηθείς.
Μάθε να ελπίζεις και τότε θα αναπαυθείς.
Μάθε να μετανοείς και τότε θα ελευθερωθείς από τα πάθη σου.
Μάθε να υπομένεις και θα ανταμειφθείς.
Μάθε να πιστεύεις και θα ευλογηθείς.
Μάθε ν’αγαπάς, κι όλοι οι άνθρωποι, εχθροί και φίλοι, αγαθοί και πονηροί, μα όλοι, όλοι, θα βρίσκουν στέγη στην καρδιά σου.
Και τότε θα γεμίσεις από χάρη, από δύναμη και φως Χριστού. Και μέσα στα τόσα πνευματικά σκιρτήματα μπορεί να βιώνεις εν Χριστώ την εσχατολογική προσδοκία των σεσωσμένων. Και όλα αυτά με τις προϋποθέσεις που τονίσαμε. Με βάση, δηλαδή, του μέτρου της ταπεινώσεως που καλλιεργούμε όλοι μας και του μέτρου της εσωτερικής μας καθαρότητος και ιδιαιτέρως του νου. Θέλει σκληρό αγώνα προσευχής και καθάρσεως από τα πάθη, τις αδυναμίες, τις ιδιοτροπίες μας και από τις κακές συνήθειες, για να μπορέσουμε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε τα θλιβερά γεγονότα της ζωής, τις στενοχώριες και τους πειρασμούς της. Και τότε κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού, θα αποκτήσουμε νου καθαρό, χαριτωμένο και θεοειδή. Γι’αυτό και χρειάζεται πολύ προσευχή, μελέτη των γραφών και μετάνοια αληθινή.

Επαναλαμβάνω για να τονίσω ότι ο δρόμος είναι μακρύς. Και ο κόπος μαζί με τον πόνο, πολύς. Απαιτούνται οι ανθρώπινες προσπάθειες για την καλλιέργεια των αρετών, αυτές απαιτούνται, όπως απαιτούνται στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, στην υπακοή του θελήματος του Αγίου Θεού και την μετά φόβου συμμετοχή μας στα Πανάχραντα σωστικά μυστήρια. Και όλα αυτά θα συγκρατούνται και θα ενισχύονται από την άπειρη φιλανθρωπία του Αγίου Θεού. «Ου του θέλοντος, ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» που σημαίνει ότι όλοι μας ως χριστιανοί εξαρτώμεθα από το έλεος και τη δωρεά της Θείας Χάριτος. Άπειρη η ευσπλαχνία του Θεού, γι’αυτό και περιμένει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, τη δική μας κραυγή μετανοίας.
«Χριστέ μου, αμάρτησα! Συγχώρεσέ με.
Χριστέ μου, πληγώθηκα! Θεράπευσέ με!
Χριστέ μου, έπεσα…Σήκωσέ με!
Παναγία μου, με κατέλαβε η απελπισία, βοήθησέ με! Και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν!
Ελπίς απελπισμένων, Συ μοι βοήθησον.
Ελέησόν με μόνη, χριστιανών η ελπίς».
Θα τα κραυγάζουμε αυτά, όπως τα ψάλλουμε στις παρακλήσεις.
Κι επειδή κατ’εξοχήν μεσίτρια είναι η Υπεραγία Θεοτόκος προς τον Υιόν της και Σωτήρα υμών Ιησούν Χριστόν και Θεόν ημών, γι’αυτό Αυτήν να επικαλούμεθα για να μας λυτρώνει από τα πεπυρρωμένα βέλη του πονηρού τα καθ’ημών δολίως κινούμενα.

Χριστιανοί μου, τι περιμένουμε να πούμε ένα ήμαρτον και να στενάξουμε λίγο πιο βαθιά μέσα από την καρδιά μας χύνοντας και ένα δάκρυ μετανοίας; Αλήθεια, τι περιμένουμε; Προς τούτοις ... να φωνάξουμε προς την Υπεραγία Θεοτόκο «Παναγία μου και Υπεραγία Θεοτόκε σώσον πάντας ημάς με τις μητρικές Σου πρεσβείες και αξίωσέ μας να σ’έχουμε μητέρα εδώ κάτω στη γη και στους ουρανούς. Και αυτό μας είναι αρκετόν, και τώρα και πάντοτε και στους απεράντους αιώνας των αιώνων»,

Αμήν.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Καλοί και κακοί λογισμοί και η καλλιέργεια των αγαθών λογισμών

21/06/2009

237 α


«Και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων».
Στο στίχο αυτό χριστιανοί μου, που είναι από το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος ότι η συνείδησις όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτου θρησκείας, καταμαρτυρεί, φωνάζει και διαμαρτύρεται για τα έργα που κάνει ο άνθρωπος. Και διαμαρτύρεται πολλές φορές κατά παράξενο τρόπο κι αν είναι καλά κι αν είναι κακά, κι αν είναι αγαθά κι αν είναι πονηρά. Η διάνοια των ανθρώπων, ο νους δηλαδή, παράλληλα προς την συνείδηση που ελέγχει, γεννά και λογισμούς που ή κατηγορούν ο ένας τον άλλο ή και απολογούνται για να εξακριβώσουν ποία η διαφορά μεταξύ του καλού και του κακού. Αυτά είπε ο Απόστολος Παύλος. Εάν βέβαια τα συνδέσουμε και με τους προηγουμένους 3 στίχους, 14, 15 και 16 του 2ου κεφαλαίου από την προς Ρωμαίους επιστολή, θα διαπιστώσουμε ότι ο Παύλος μας ομιλεί για μια πολύ μεγάλη αλήθεια, ότι όλοι οι άνθρωποι βαπτισμένοι και όχι, κι αυτοί που δεν είναι βαπτισμένοι, έχουν μέσα τους τον έμφυτο τυπικό νόμον της συνειδήσεως, που τους υποδεικνύει τη διαφορά μεταξύ του αγαθού και του κακού γι’αυτό και θα κριθούνε.
Σε μας όμως τους χριστιανούς, μας αποκαλύπτει η συνείδησις επιπλέον και την διαφορά μεταξύ αγάπης και μίσους, αρετής και αμαρτίας, αλήθειας και ψεύδους, φωτός και σκότους. Οι δε υποδείξεις αυτές που μας αποκαλύπτονται, τις υποστηρίζει πάντοτε η συνείδησίς μας με διάφορους καλούς και ελεγκτικούς λογισμούς στους οποίους αντιστέκονται, ή για να χρησιμοποιήσω μια σημερινή έκφραση, αντιπολιτεύονται κάποιοι λογισμοί που αναδύονται, που γεννιένται μέσα μας, είτε από τις αδυναμίες και τα πάθη μας, δηλαδή απ’την ψυχή μας μέσα, είτε από την κακή σπορά του διαβόλου.
Η κακή σπορά του διαβόλου για μας τους σημερινούς νεοέλληνες ορθοδόξους χριστιανούς που έχουμε τόσα τεχνητά φοβερά μέσα μεταδόσεως του κακού, είναι πάρα πολύ εύκολο.
Όλους αυτούς τους κακούς λογισμούς και τις κρυφές και πονηρές επιθυμίες που εξωτερικεύονται τις περισσότερες φορές με τη μορφή των λόγων και άλλοτε με των πράξεων, αλλά μπορεί όμως να εκφραστούν κάποιοι λογισμοί μέσα μας με επιθυμίες κακές, με πονηρίες, με σκέψεις βδελυχτές. Τότε ο Θεός θα μας κρίνει. Το είπε ο Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα: «κρινεί ο Θεός τα κρυφά των ανθρώπων κατά το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού». Έτσι μας κατέληξε το αποστολικόν ανάγνωσμα. Θα μας κρίνει ο Θεός για όλους τους κρυφούς λογισμούς που έχουμε, ιδιαιτέρως δε όταν είναι κακοί, όταν είναι διεστραμμένοι, όταν είναι πονηροί, όταν είναι βλάσφημοι, όταν είναι γεμάτο μίσος, φθόνο και ζήλεια και πολλά άλλα.
Έτσι με τη βοήθεια της συνειδήσεώς μας, οι καλοί λογισμοί μας κατηγορούν αν σκεφτόμαστε ή λέμε ή πράττουμε το κακό, το στραβό και γενικά το κάθε τι αμαρτωλό. Κι άλλοτε πάλι οι αγαθοί λογισμοί μας υπερασπίζονται όταν προσπαθεί ο διάβολος να στείλει τους δικούς του κακούς λογισμούς ακόμα και με τις δήθεν λογικές, αυτές δηλαδή τις σκέψεις που μας φαίνονται ότι είναι λογικές. Γι’αυτό δεν χρειάζεται καμία δικαιολογία στις κακές μας σκέψεις. Διότι η δικαιολογία κατά τους πατέρες μας είναι ο δικηγόρος του διαβόλου.

Ο διάβολος για να προκαλέσει ακηδία και αμέλεια ή βαριεστημάρα για να κάνουμε προσευχή, για να έρθουμε στην εκκλησία, για να σταθούμε με προσοχή και τα λοιπά, προκαλεί ένα είδος αφηρημάδος. Το προκάλεσε και σήμερα στη Θεία Λειτουργία, γιατί το μυαλό μας πετούσε πότε από δω και πότε από κει και δεν ήταν συγκεντρωμένο στα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας. Μ’αυτόν τον τρόπο, εκμεταλλεύεται και κερδίζει ψυχές αφ’ενός από την κακή κλίση και τη ροπή που έχουμε προς το κακό εμείς και αφ’ετέρου από τις αδυναμίες και τα πάθη που έχουμε όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως και όλοι εδώ μέσα και πρώτος εγώ.

Όταν όμως οι ίδιοι φροντίζουμε κάθε μέρα και κάθε ώρα να καλλιεργούμε αγαθούς και καλούς λογισμούς, τότε αυτή η προσπάθεια καλείται «θεάρεστος μέριμνα». Δηλαδή, λογισμοί και σκέψεις που ενασχολούνται μόνο με τη σωτηρία της ψυχής μας. Οι θεάρεστοι λογισμοί βοηθούνται κατά πρώτον λόγον από την καλλιέργεια της ευχής, της ευχής του ονόματος του Ιησού Χριστού, από το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Μερικοί από σας τη λέγατε σήμερα στη Θεία Λειτουργία και βοηθιόσασταν είτε στο να διατηρείτε μέσα σας την ευχή των πέντε αυτών λέξεων ή να έχετε αγαθούς λογισμούς. Οι άλλοι, που δεν είχαμε αυτή την προσοχή και μας χρειάζεται μαζί με τη μετάνοια και την προσευχή.
Οι θεάρεστοι λογισμοί βοηθιούνται κατόπιν από τη μελέτη της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου όταν αυτά τα διαβάζουμε κάθε βράδυ στο σπίτι μας.
Τρίτον, βοηθιούνται οι καλοί λογισμοί από τη σωστή συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, που είναι η Θεία Λειτουργία, η Θεία λατρεία, η Θεία Κοινωνία, η Ιερά Εξομολόγησις.
Τέταρτον βοηθιούνται από την τήρηση των ευαγγελικών εντολών.

Λέμε ότι αγαπάμε το Θεό και αγαπάμε και όλο τον κόσμο και αφού αγαπάμε όλο τον κόσμο, μερικοί λέμε, λέμε, ότι μπορώ να βγάλω τη μπουκιά απ’το στόμα μου και να τη δώσω σ’αυτόν που πεινάει.
Πρώτον, το Θεό τον αγαπάμε; Τον αγαπάμε εξ όλης ψυχής, καρδίας και διανοίας; Γιατί λέει ο Θεός: «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρείτε». Και ποιος τηρεί τις εντολές Του για να καυχηθεί ότι αγαπά τον Κύριο; Αφού ο Κύριος λέγει ότι και αν τηρήσετε όλα όσα είναι γραμμένα μέσα στο Ευαγγέλιο, θα λέτε ότι είστε άχρειοι δούλοι; Επομένως, λοιπόν, η φροντίδα μας είναι να καλλιεργούμε όσο το δυνατόν περισσότερο τους καλούς λογισμούς. Γιατί, να το προσέξετε αυτό, στους καλούς λογισμούς που καθαρίζουν ψυχή και καρδιά, εκεί διακονείται και εκεί αναπαύεται ο Θεός. Έρχεται...ιδού ίσταμαι επί τη θύρα και κρούω, εάν μου ανοίξεις την πόρτα της καρδιάς σου, θα μπω μέσα σου και θα συνδειπνήσω μαζί σου. Όπως προηγουμένως μετά από τα «σα εκ των σων» οι πύρινες φλόγες τη Πεντηκοστής σκορπίστηκαν μέσα στο ναό. Πόσοι άραγε αισθανθήκαμε το άνοιγμα της ψυχής μας ή το άνοιγμα της καρδιάς μας για να μέσα μας έτσι βιώσουμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος; Που ήταν αυτό που κατέβηκε και αγίασε τα Τίμια Δώρα και τα έκανε Σώμα και Αίμα Χριστού; Λοιπόν, μόνο τότε μπορούμε να έχουμε ήσυχη συνείδηση. Διότι η καρδιά μας διαπνεύεται πλουσίως από τη χάρη του Θεού.

Για να είμαστε έτοιμοι στη Θεία Λειτουργία, καλόν είναι όταν το βράδυ διαβάζουμε έστω και ένα κομμάτι από την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως ή δυο - μια ευχή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μια του Αγίου Βασιλείου φτάνει - να προσθέσουμε και την ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου που εκεί διαλαλεί χτυπώντας τα στήθη του και φωνάζει Κύριον τον Θεόν.
«Κύριε ουκ έχω μετάνοια, ουκ έχω κατάνυξη, ουκ έχω συντριβή, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν.
Και αυτό πρέπει να το διαβάζουμε με την ικεσία ότι μπορεί όταν υπάρχει μέσα σ’αυτή η αληθινή μετάνοια, να καθαριστεί η καρδιά. Αμαρτωλοί ήμεθα αλλά η καρδιά καθαρίζεται. Μόνο εις την καθαρή καρδιά, την τεταπεινωμένη και τη συντετριμμένη, όχι ο Θεός μόνο προσφέρει τη χάρη Του και το Θείο φωτισμό αλλά εμπιστεύεται και ολόκληρον τον εαυτόν Του για να κατοικήσει μέσα στην καρδιά μας.
Λέει μάλιστα και ως Τριάς Αγία, δηλαδή ως Τριαδικός Θεός λέγει: «και προς αυτόν πορευσόμεθα και μονή παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Εγώ, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο ένας Τριαδικός Θεός, πορευόμεθα, πλησιάζουμε, ανοίγουμε την πόρτα της ψυχής σου και μπαίνουμε μέσα. Να μας αναπαύσεις, να μας διακονήσεις ή να διακονήσουμε εμείς την ψυχή σου για να έχει περισσότερο χάρη η χάρη και περισσότερο φως το φως. Γι’αυτό και το τονίζουμε αυτό, ότι διακονείται και αναπαύεται.

Δυστυχώς για μας, δε συμβαίνουν αυτά τα υψηλά και τα ωραία, αντιθέτως μάλιστα ήμεθα και οι περισσότεροι από μας αντιδραστικοί στους αγαθούς λογισμούς και στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο νους μας παραμένει και θολός και σκοτεινός. Ύστερα, άμα είναι ο νους μας σκοτεινός φωνάζουμε «Θεέ μου, φώτισε τα παιδιά μου». Πώς θα φωτιστούν τα παιδιά μας αφού εμείς πρώτοι ως γονείς παραμένουμε αφώτιστοι, αφού εμείς πρώτοι δίνουμε το κακό παράδειγμα; Σκοτίζεται δηλαδή ο νους μας απ’ τους κακούς λογισμούς, τους αισχρούς, τους πονηρούς και τους βλασφήμους, διότι η βλασφημία του Θείου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού δυστυχώς υβρίζεται κάθε μέρα, σχεδόν από κάθε Έλληνα – σεις βέβαια εξαιρείσθε -.αλλά αυτή είναι η κατάντια μας. Κι αυτήν θα την πληρώσουμε. Πώς; Δεν ξέρουμε. Αλλά θα’ρθει η ώρα της πληρωμής.

Σκοτίζεται λοιπόν ο νους μας απ’ τους κακούς λογισμούς και φωτίζεται από τους καλούς και τους αγαθούς λογισμούς.

Μερικές φορές πάλι, μέσα στην εκκλησία δίνουμε αφορμή στο διάβολο και κάνουμε συγκαταθέσεις και αρχίζουμε και κουτσομπολεύουμε και δώ μέσα .. όχι μόνο με τους ψιθύρους, και με το νου.. «τι φοράει αυτή; μα .. Η άλλη; Και γιατί έχει αυτή κομποσχοίνι στο χέρι της; Και γιατί το κουνάει συνέχεια και λεει Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον; Και γιατί το κουνάει σταυροειδώς..τη θεούσα μας παριστάνει;» Και κάτι άλλο.. «πάλι θα κοινωνήσει; Μα Αγία είναι αυτή; Να που τώρα φοράει και μαντήλα» και ούτω καθεξής. Τι μας ενδιαφέρει, ας κοιτάξουμε τα χάλια μας. Ο Θεός μας βλέπει και θα μας κρίνει αυστηρά. Κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων αφού ως πανταχού παρών είναι ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, που βλέπει μέσα μας δηλαδή και την καρδιά μας και τα μυαλά μας.

Ας δώσουμε όμως σήμερα όλοι μας μαζί μια ιερή υπόσχεση ότι θα αλλάξουμε στάση στη ζωή μας και ιδιαιτέρως στην πνευματική και θα προσπαθήσουμε να αγωνιστούμε για να καλυτερεύσουμε. Ναι, να καλυτερεύσουμε τους λογισμούς μας. Από κακούς να τους κάνουμε αγαθούς και καλούς. Θα μας βοηθήσει σ’ αυτό η προσευχή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και θα δείτε πως μπαίνει φωτιά και καίγει ως άχυρα τους κακούς και αισχρούς λογισμούς. Να αγωνιστούμε για να αποκτήσουμε μεγαλύτερη υπομονή, να αποκτήσουμε αληθινή μετάνοια και να κερδίζουμε αγαθούς λογισμούς που διώχνουν τους κακούς και τους πονηρούς.

Οι καλοί λογισμοί ονομάζονται αγγελικοί. Οι κακοί λογισμοί ονομάζονται δαιμονικοί. Γι’αυτό και η Αγία Γραφή συνιστά πάντοτε «Νίκα το κακόν δια του αγαθού». Μας το προτρέπει η Αγία Γραφή πάλι από την προς Ρωμαίους επιστολή. Άρα οι καλές και ενάρετες σκέψεις διώχνουν τις κακές και τις πονηρές.
Γιατί λοιπόν το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» γεννά τους αγαθούς λογισμούς; Αφ’ενός μεν αντιστρατεύονται τους κακούς και αφ’ετέρου αποστομώνουν τους δαιμονικούς. Βλέπουμε δηλαδή ότι οι Πατέρες, από διάφορους Πατέρες είναι αυτό, να επαναλαμβάνουν ακριβώς τα ίδια λόγια, τις ίδιες συστάσεις σε μας τους χριστιανούς που παλεύουμε εδώ στον κόσμο αλλά και συστάσεις όμως και στα μοναστήρια, στους μοναχούς και τις μοναχές. Εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τη μεγαλη κρίση του Θεού που θα έρθει για να κρίνει τα κρυπτά των ανθρώπων διότι οι δικοί μας λογισμοί ήδη από σήμερα γεμίζουν από φως Χριστού. Από φως αληθινόν. «Είδομεν το φως το αληθινόν» ψάλλατε λίγο προηγουμένως και «ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον». Είδαμε το φως της Αναστάσεως, είδαμε το φως της Πεντηκοστής, είδαμε τη γλώσσα του πυρός στα Τίμια Δώρα, στο Άγιο ποτήριο. Και με το «ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον» σημαίνει ότι ήδη με το τέλος της Θείας Λειτουργίας έγινε κτήμα μας το Άγιον Πνεύμα και αισθανόμαστε τους ανασασμούς Του. Τους ανεκλάλητους ανασασμούς Του! Που εμείς δεν τους βγάζουμε αλλά τους βγάζει το ‘Αγιο Πνεύμα για λογαριασμό μας και στενάζει και λέγει «Είμαι αμαρτωλός. Θεέ μου βοήθησέ με. Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου. Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου». Να λοιπόν, πώς έρχεται το φως της Αναστάσεως. Και αυτό πρέπει να είναι το καλημέρα και το καληνύχτα. Έτσι θα φώναζε, από μέσα του και από έξω του σε κάθε χαιρετισμό ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. «Χαρά μου Χριστός Ανέστη». Λοιπόν αυτή την κραυγή μαζί με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» είθε με το καλό να την αξιώσει ο Πανάγαθός Θεός να γίνει και σε μας προσωπική μας ζωή.

Αμήν.

--


Ευχή εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν

Δέσποτα Χριστέ, ο Θεός,
ο τοις πάθεσί σου τα πάθη μου θεραπεύσας,
και τοις τραύμασί σου τα τραύματά μου ιατρεύσας,
χάρισαί μοι τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως·
συγκέρασόν μου το σώμα από οσμής του ζωοποιού σώματός σου,
και γλύκανόν μου την ψυχήν τω σω τιμίω Αίματι,
από της πικρίας ην με ο αντίδικος επότισεν.

Ύψωσόν μου τον νούν πρός σέ, κάτω ελκυσθέντα,
και ανάγαγέ με από του χάσματος της απωλείας·
ότι ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν,
τα επανάγοντά με τέκνα προς ιδίαν κληρονομίαν.

Εσκότισμαι τον νούν εν τοις βιωτικοίς πάθεσι,
και ουκ ισχύω ατενίσαι πρός σε εν οδύνη,
ου δύναμαι θερμανθήναι τοις δάκρυσι της πρός σε αγάπης.

Αλλά Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο θησαυρός των αγαθών,
δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν σου·
χάρισαί μοι την χάριν σου,
και ανακαίνισον εν εμοί τας μορφάς της σης εικόνος.

Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης·
έξελθε εις αναζήτησίν μου,
απανάγαγέ με εις την νομήν σου,
συναρίθμησον με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης,
και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων σου Μυστηρίων·
πρεσβείαις της πανάγνου Μητρός σου και πάντων των Αγίων σου.
Αμήν.