Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2006

Σωτήριες επεμβάσεις τών κεκοιμημένων,οι παιδομάρτυρες καί ο λόγος τού Θεού



194-α
Κυριακή.Δ.Λουκα 15.10.2006

Βρισκόμαστε αδελφοί μου στα σκληρά χρόνια της Σταλινικής δικτατορίας, όπου οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών και η αθεΐα έπαιρνε τρομακτικές διαστάσεις με συνέπεια, να καταστρέφονται και να κολάζονται εκατομμύρια ψυχές.
Ο Πατήρ Δημήτριος Ντούτκο, ιερεύς και πρωτοπρεσβύτερος της εποχής εκείνης, ο οποίος ήτο απτόητος μπροστά σε όλους αυτούς τους διωγμούς, όπου συνεχώς εδιώκετο και προπηλακίζετο ποικιλοτρόπως, κάποτε στο πολυπληθές εν κρυπτώ ακροατήριό του, διηγήθηκε την εξής ιστορία.

Είναι μεσάνυκτα, περιγράφει, κάποιος κτυπάει την πόρτα μιας εκκλησίας, από τις λίγες που είχαν απομείνει από την μανία της Γκα-Κε-Πέ. Ύστερα από λίγο, ανοίγει ο ιερεύς την πόρτα και βλέπει μπροστά του μια γριούλα, η οποία του ζήτησε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Χωρίς δισταγμό, ο παππούλης εκείνος ετοιμάστηκε, και βγήκε μαζί της. Εκείνη μπροστά και αυτός από πίσω με τα Τίμια Δώρα στα χέρια, με κάθε δυνατή προφύλαξη διότι ο κίνδυνος ήτο μεγάλος. Έτσι πλησίασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι, η γριούλα ανοίγει την πόρτα και από τον διάδρομο μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και ξαφνικά ο παππούλης βρίσκεται μόνος, με μόνον τον άρρωστο. Ο άρρωστος τον βλέπει και αμέσως με χειρονομίες και φωνές, άρχισε να βρίζει και να τον διώχνει.
«Φύγε από δω ρε τράγο, ποιος σε κάλεσε, ποιος σε φώναξε, εγώ είμαι άθεος, δεν πιστεύω σε τίποτα, και άθεος θέλω να πεθάνω».
Ο καημένος ο παππούλης τά ’χασε.
«Μα δεν ήρθα μόνος μου», του είπε.
«Μια γριούλα με εκάλεσε, και με έφερε μέχρι εδώ, μέχρι εδώ σε σένα».
«Ποια γριά», του λέει, «εγώ δεν ξέρω καμιά γριά».
Εκείνη τη στιγμή πέφτουν τα μάτια του ιερέως πάνω από το κρεβάτι του αρρώστου σε μια κορνίζα όπου υπήρχε μια φωτογραφία. Η φωτογραφία της γυναίκας, της γριούλας που τον κάλεσε, αλλά σε μια λίγο νεώτερη ηλικία.
«Να αυτή», του λέει, «αυτή με κάλεσε».
«Ποια αυτή», του λέει, «ξέρεις τι λες μωρέ παπά; Αυτή έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και είναι η μάνα μου».
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο, και τους κατέλαβε δέος. Και αμέσως μετά ο άρρωστος άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Και αφού έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε για πολλή ώρα, μέσα του γέμισε φως, φως μετάνοιας και φως ελπίδος και σωτηρίας.
Και φώναξε:
«Πιστεύω, πιστεύω τώρα και θέλω να εξομολογηθώ, όλα τα κρίματά μου, τα εγκλήματά μου, τους φόνους μου, τις ιεροσυλίες μου, τις βρωμιές μου, τις ανηθικότητές μου, τα πάντα. Και έτσι μέσα στο κρεβάτι, εκεί της βαρειάς του αρρώστιας και μέσα από λυγμούς και κλάματα πολλά, εξομολογήθηκε όλα τα κρίματά του.
Και ύστερα από λίγο αφού του διάβασε ο ιερεύς την συγχωρητική ευχή κοινώνησε και των Αχράντων Μυστηρίων.
Την άλλη μέρα πέθανε.
Η μητέρα του όμως, η μάνα του, φρόντισε και απ’ τον ουρανό να του δείξει τον δρόμον της σωτηρίας. Τον σπόρο του λόγου του Θεού, που τον είχε σπείρει στην παιδική του ψυχούλα, τότε που ήταν μικρό παιδάκι. Η ευλογημένη αυτή μάνα, με την ουράνια αυτή παρουσία της, αυτόν τον λόγον, στην παιδική ψυχούλα, τον έκανε ετούτη τη στιγμή δένδρο σωτηρίας.

Αυτό μας είπε και σήμερα ο λόγος του Θεού. Ό,τι σπέρνουμε, αυτό και θερίζουμε. Και Ό,τι σπέρνουμε στις παιδικές ψυχούλες των παιδιών μας, αλλά και σε κάθε ψυχή, αυτό και θα θερίσουμε. Ύστερα από πέντε μέρες, από δέκα, από ένα μήνα, από ένα χρόνο, από πέντε, από δέκα, από πενήντα, δεν ξέρω, κάποτε αυτός ο σπόρος θα πιάσει τόπο. Έστω και αν παρουσιάζεται προσωρινά κάποια σκληρότητα και από γρανίτη γη, στην καρδιά των ανθρώπων.
Ποιος ξέρει πότε μπορεί να γίνει αυτός ο σεισμός, και να ανοίξει μια χαραμάδα για να μπει ο σπόρος του Θεού μέσα στις ψυχές μας;
Αλλά ο λόγος όμως του Θεού, ο αγνός και καθαρός σπέρνεται από το αγιασμένο παράδειγμά μας, γιατί λόγια λέμε πολλά, και μείς οι παπάδες λέμε λόγια πολλά και κάνομε και ωραιότατα κηρύγματα, και σκλαβώνουμε και το πλήθος, και κρέμονται από τα χείλη μας, και μας λένε «ν’ αγιάσει το στοματάκι μας». Αλλά το είπε και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, η παραβολή, ότι ύστερα από λίγο μη έχοντες ικμάδα θα φύγει ο λόγος, και θα μείνει άχρηστος, άσπορος, άδενδρος, άκαρπος, τίποτα δεν θα ’χει μέσα.
Πιθανόν βέβαια τα παιδιά μας να κάμουν την επανάστασή τους, και την κάνουν. Θα λοξοδρομήσουν, θα λιποτακτήσουν, ακόμα και θα μας απαρνηθούν, και από ηλικία τριών ετών, μη σας φαίνεται παράξενο. Παρά ταύτα θα ’ρθει καιρός που κάποιο γεγονός, θα τα συγκλονίσει αυτά τα παιδιά, θα προκαλέσει μέσα αναστάσιμο σεισμό, και θα γεννήσει τη μετάνοια, και η μετάνοια με τη σειρά της θα γεννήσει τη σωτηρία.
Έσπειρε ο Κύριος τον λόγον του Θεού, και μετεβλήθησαν οι ψαράδες σε αλιείς ανθρώπων, σε κήρυκας του Ευαγγελίου, σε αποστόλους, μαθητεύοντες πάντα τα έθνη, και βαπτίζοντες όσους πίστευαν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Σπείρεται ο Ευαγγελικός λόγος και αναδεικνύονται μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας μας, οι Άγιοι θεοφόροι και Πατέρες ημών που συγκρότησαν όχι μόνον την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο, τους οποίους σήμερα εορτάζομε, αλλά και όλας τας Συνόδους, και τας τοπικάς που έχουν κύρος Οικουμενικό, όπως είναι οι δύο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και γεμίζει η έρημος, και γεμίζουν οι τρύπες της γης, τα βουνά και τα δάση, και οι σπηλιές της γης από χιλιάδες χιλιάδων οσίων Πατέρων, που με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, και σκληρή άσκηση, έλαβαν ουράνια χαρίσματα και έλαμψαν ως ο Άλλος Ήλιος, στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και γεννά εκατομμύρια από μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες, ομολογητές και νεομάρτυρες. Και το απίστευτο. Γέννησε και παιδομάρτυρες.
Θ’ αφήσουμε τους παιδομάρτυρες των πρώτων αιώνων, αρχίζοντες από
τον Άγιο Κήρυκο που ήταν τριών ετών,
τον Άγιο Ταρσήλιο που ήταν δώδεκα,
την Αγία Μαρίνα που ήταν δεκατέσσερα και πολλούς άλλους,
και θα πάμε σε κείνους, σε κείνα τα παιδιά μάλλον που μαρτύρησαν από την θηριωδία των Τούρκων. Σ’ αυτά τα παιδιά ο λόγος του Θεού και Ορθόδοξης πίστης είχε πιάσει μέσα τόσο βαθιές ρίζες, ώστε αυτά τα παιδιά από δέκα ετών και πάνω μέχρι δεκαοκτώ, έδωσαν και το αίμα τους για την πίστη του Χριστού την Αγία.
Θα σας αναφέρω δεκαπέντε – δεκαέξι.
Η Αγία Ειρήνη απ’ τη Μυτιλήνη μαρτύρησε δώδεκα ετών το χίλια τετρακόσια εξήντα τρία.
Ο Άγιος Γεώργιος στην Κωνσταντινούπολη δεκαπέντε ετών, το χίλια πεντακόσια δεκαπέντε,
ο Άγιος Μακάριος απ’ τη Χίο αποκεφαλίστηκε, δεκαοκτώ ετών το χίλια πεντακόσια ενενήντα,
ο Άγιος Θεόφιλος από την Ζάκυνθο, δεκαοχτώ ετών τον έκαψαν ζωντανό,
ο Άγιος Μάρκος από την Κρήτη, δεκαπέντε ετών απεκεφαλίστηκε,
ο Άγιος Ιωάννης απ’ τη Θάσο, και αυτός απεκεφαλίστηκε, δεκατεσσάρων ετών,
ο Άγιος Δημήτριος απ’ τη Φιλαδέλφεια, λιθοβολήθηκε και τον σκότωσαν με τις πέτρες δεκατριών ετών παιδάκι, επειδή φώναζε «δε θέλω να γίνω Τούρκος, θέλω να μείνω χριστιανός, όπως ο μπαμπάς μου και η μαμά μου»,
ο Άγιος Νικόλαος από το Καρπενήσι, του ’κόψαν το κεφάλι και αυτουνού, δεκαπέντε ετών,
ο Άγιος Νικήτας από την Ρόδο, βασανίστηκε και πέθανε δεκαέξι ετών,
η Αγία Κυράνα από την Θεσσαλονίκη, βασανίστηκε δεκαπέντε ετών,
η Αγία Ακυλίνη από Ζαγκλιβέρι, μαστιγώθηκε μέχρι θανάτου δεκαοχτώ ετών, το χίλια επτακόσια εξήντα τέσσερα,
ο Άγιος Μιχαήλ απ’ τα Βουρλά, τον αποκεφάλισαν δεκαοχτώ ετών,
τον Άγιο Ιωάννη από την Μονεμβασία, τον σφάξανε δεκαπέντε ετών,
τον Άγιο Πολύδωρο απ’ την Κύπρο, τον κρέμασαν δεκαπέντε ετών,
τον Άγιο Ιωάννη απ’ την Θεσσαλονίκη, τον έσφαξαν δεκαπέντε ετών, το χίλια εφτακόσια ενενήντα πέντε,
όλοι έχουν ημερομηνίες και ακρίβεια, ημερομηνίες δεν τις αναφέρουμε χάριν συντομίας του λόγου,
ο Άγιος Κωνσταντίνος από την Ύδρα βασανίστηκε δεκαοκτώ ετών,
ο Άγιος Χριστόδουλος απ’ τη Μακεδονία, τον αποκεφάλισαν δεκατεσσάρων ετών το χίλια οκτακόσια εξήντα,
η Αγία Αναστασία απεκεφαλίσθη δεκαπέντε ετών το χίλια οκτακόσια δέκα,
και για να τελειώνουμε να πούμε να πούμε και τον Άγιο Παναγιώτη που τον απεκεφάλισαν δεκαοκτώ ετών στο Βόλο.
Και ασφαλώς και όλα εκείνα τα παιδιά που σφαγιάστηκαν μαζί με τους γονείς τους στην παραλία της Χίου το χίλια οκτακόσια είκοσι ένα, όταν αρνήθηκαν να πατήσουν τον Σταυρό που ’χαν χαράξει οι Τούρκοι κάτω στη γη. Γονείς και παιδιά ακόμα και μωρά, όλα μαζί και όλοι μαζί που ήσαν περισσότεροι από τρείς χιλιάδες σφαγιάστηκαν στην παραλία της Χίου. Τα μαρτυρικά τους λείψανα και οστά βρίσκονται σε ένα μοναστήρι έτοιμα προς προσκύνηση για κάθε χριστιανό προσκυνητή.
Σπείρεται ο λόγος του Θεού και μέσα στον κόσμο. Και σε μας σπέρνεται ο λόγος του Θεού, πλούσια, αλλού υπάρχει λιμός, λιμός του ακούσαι λόγον Θεού, -επισκέφθηκα νησιά και το διαπίστωσα,- λιμός, δεν ακούνε λόγον Θεού, και μείς που ακούμε δεν παράγουμε καρπόν.
Έχουμε λοιπόν και μέσα στον κόσμο, ακόμα και στην εποχή μας, κάθε κοινωνικής τάξεως και επαγγέλματος, πάσης ηλικίας και μορφώσεως, άντρες γυναίκες και παιδιά, που δίνουν τον καλό τους τον αγώνα και αγιάζουν μέσα απ’ αυτόν.
Ναι αδελφοί μου, πλήθος αγίων γεννά κάθε μέρα ο λόγος του Θεού.
Κατ’ εξοχήν όμως ο Ευαγγελικός λόγος, ανέδειξε αγίους μοναχούς, ασκητάς, ησυχαστάς, ερημίτας, κελιώτας ακόμα και κοινοβιάτας.
Πάντοτε όμως ο λόγος του Θεού, θα γεννά και αγίους κληρικούς παντός βαθμού, διακόνους, πρεσβυτέρους, απλούς λεβήτας ενοριών, χωριών, πρεσβυτέρους, και νήσων, όπως και επισκόπους.
Γεννά ο λόγος του Θεού και μέσα από τους κεκοιμημένους, τους πεθαμένους, γονείς ή και παιδιά, που συνταράσσουν τις κοιμισμένες συνειδήσεις μας από τις σωτήριες ουράνιες επεμβάσεις τους, όπου προσφέρουν ζωντανά και παραστατικά, ή την φρίκη της κολάσεως ή την ωραιότητα και το κάλος του Παραδείσου και της Βασιλείας των Ουρανών.
Τα παραδείγματα δε λείπουν και μάλιστα είναι πολλά, ένα μας ανέφερε προηγουμένως ο πατήρ Δημήτριος Ντούτκο, αλλά θα πούμε και κάνα δυό εμείς.
Για τις παραβολές και τον σωτήριον λόγον του Θεού, θα ακούσετε πολλά και ωφέλιμα, στα βραδινά μας κηρύγματα, που εύχομαι να έρχεστε όλοι σας, από τον πατέρα Δημήτριο. Πάντως προσωπική μου διαπίστωσις είναι και το είδα με τα μάτια μου, ότι το Ευαγγέλιο τον μέθυσο τον κάνει νηστευτή, τον τσιγκούνη τον κάνει ελεήμονα, τον χαρτοπαίκτη τον κάνει νοικοκύρη, τον λύκο τον κάνει αρνάκι, τον θυμώδη και τον όργιλο τον μεταβάλλει σε πραότατον, τους φθονερούς τους γεμίζει από αγάπη και τους εγωιστάς και τους υπερηφάνους τους μεταμορφώνει με την ταπείνωση. Και τους απελπισμένους το Ευαγγέλιο τους γεμίζει από ουράνια ελπίδα.

Εμφανίζεται ένα πεθαμένο δωδεκάχρονο παιδάκι στους γονείς του γεμάτο φως, και με τις Ευαγγελικές του συμβουλές τους λυτρώνει από τον φόβο του θανάτου και της κολάσεως.
Εξομολογούνται, κοινωνούν, διάγουν αγία ζωή ύστερα από αυτή την ουράνια επέμβαση.

Εικοσάχρονος νέος ομολογεί απ’ τον ουρανόν, ότι είναι πρίγκιπας τώρα στην Βασιλεία των Ουρανών γεμάτος παράσημα, γεμίζοντας την τραγική χήρα μάνα, από την ομορφιά του Παραδείσου και την χαρά, της βεβαιωμένης ελπίδος και της προσωπικής της ακόμα σωτηρίας. Σήμερα χαίρεται γιατί έχει έναν εικοσάχρονο γιο, πρίγκιπα στην Βασιλεία των Ουρανών. Πόσοι άραγε από μας έχουν αυτή τη χαρά;

Τα παραδείγματα που είδα και άκουσα, στα σαρανταεφτάμιση χρόνια της ιερατικής μου ζωής, είναι πάμπολλα αλλά αρκούμαι σε αυτά που ανέφερα.

Χριστιανοί μου,
ένα είναι το συμπέρασμα, το Ευαγγέλιο, ο λόγος του Θεού, η Καινή Διαθήκη, η Αγία Γραφή, η Ορθόδοξος πίστις με την Ιερά Παράδοσή της, την Εκκλησία και τα μυστήριά της, μας οδηγεί στη μετάνοια, στην προσωπική μας μεταμόρφωση, στο φωτισμό μας, στη λύτρωσή μας, στη σωτηρία μας.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, όλους μηδενός εξαιρουμένου, να προσεύχεστε, να χουμε μετάνοια, τα χρόνια, οι μέρες, οι μήνες, οι βδομάδες, δε ξέρω, ώρες, δεν ξέρω πόσες θα ’ναι για μένα.
Θέλω λοιπόν να παρακαλάτε τον Θεόν, να καλλιεργηθεί μέσα μου η αληθινή μετάνοια,
η αληθινή μετάνοια σε όλους τους Ορθοδόξους κληρικούς, εν Ελλάδι και απανταχού της γης, και σε μας, που σας υπηρετούμε εδώ και διακονούμε τα μυστήρια, χάριν της σωτηρίας σας, αλλά και σεις όλοι όμως, να καλλιεργήσετε αυτήν την σωτήρια μετάνοια, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο,

Αμήν.