Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2006

Τού Ζακχαίου, Κυρ. ΙΕ' Λουκά, 2006



221-α
Τού Ζακχαίου, Κυρ. ΙΕ' Λουκά, 2006

Σήμερα χριστιανοί μου, συναντήσαμε το Χριστό στο σπίτι του Ζακχαίου.
Προκαλώντας στην ψυχή του την έμπρακτη μετάνοια και την αποκατάσταση κάθε αδικίας, που είχε διαπράξει μέχρι τότε και μάλιστα στο τετραπλούν.

Πού άλλοτε και πότε άλλοτε συναντάμε τον Χριστό, τον Θεάνθρωπο Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστόν;

Τον συναντάμε για πρώτη φορά στην Βηθλεέμ, και μάλιστα σ’ ένα στάβλο, εν φάτνη κείμενον, μετά την Γέννησή του εκ της Παρθένου Μαρίας και εκ Πνεύματος Αγίου.

Τον συναντάμε κατόπιν στην Βάπτισή Του τη Θεία στον Ιορδάνη ποταμό, από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ενώ συγχρόνως μας αποκαλύπτει και το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, το Πανάγιον Πνεύμα εν είδει περιστεράς, και τον Θεόν Πατέρα με τη φωνή η οποία ηκούσθη ενώ ηνοίγετο οι ουρανοί, να λέγει «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ηυδόκησα».

Λίγο μετά Τον συναντάμε στο Σαραντάρειον όρος να νικά τον διάβολο στους τρείς μεγάλους βασικούς πειρασμούς της ζωής, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας.

Τον συναντάμε στην εκλογή των δώδεκα μαθητών και Αποστόλων, με την υπόσχεση ότι θα τους κάνει αλιείς ανθρώπων. Δεν θα ρίχνουν πλέον τα δίχτυα τους για να ψαρεύουν ψάρια για τις ανάγκες διατροφής των ανθρώπων, αλλά θα ψαρεύουν ψυχές στα δίχτυα της Θείας Χάριτος για να γεμίζει ο Παράδεισος από καρδούλες σεσωσμένες.

Τον συναντάμε κατόπιν στη μεγαλυτέρα και υψηλοτέρα διδασκαλία που ακούστηκε και μέχρι σήμερα ακόμη, το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Το «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς», το «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και των διωκόντων υμάς», το «ευλογείτε και μη καταράσθε». Το «εάν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν και αν διψά πότιζε αυτόν». Το «γίνεσθε ούν οικτίρμονες πάντες και προς πάντας καθώς και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος οικτίρμων εστί». Και «όστις σε ραπίσει επί την μια σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην». Και στην παραβολή του χαρίσματος των μυρίων ταλάντων, και σε τόσες άλλες περιπτώσεις.

Τον συναντάμε να περιοδεύει πεζοπορώντας σε πόλεις και χωριά, καλώντας τον δικόν Του λαόν ως Μεσσίας σε μετάνοια να διδάσκει στις συναγωγές και στο Ναό του Σολομώντος στις πλατείες και στα σπίτια, ευαγγελιζόμενος τα πλήθη και θεραπεύοντας πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ – έτσι οι τυφλοί άρχισαν να βλέπουν, οι κωφοί να ακούν, οι βωβοί να ομιλούν, οι παράλυτοι να περπατούν, οι λεπροί να καθαρίζονται, οι νεκροί να ανασταίνονται, και μάλιστα ο από τετραημέρου πεθαμένος Λάζαρος, τα δαιμόνια να φεύγουν, οι αγριεμένη θάλασσα να ηρεμεί, οι άνεμοι να κοπάζουν, οι πέντε άρτοι να πολλαπλασιάζονται και να χορταίνουν χιλιάδες ανθρώπους και τα θαύματα να μην έχουν τέλος.

Τον συναντάμε περαστικόν από κάποιον τελωνείον όπου καλεί τον άγνωστο τελώνη για να τον καταστήσει όχι μόνον μαθητήν και Απόστολόν του, αλλά και τον πρώτον Ευαγγελιστή, Ματθαίον καλούμενον.

Τον βλέπουμε και στην οικεία του Σίμωνος του Φαρισαίου, όπου εκεί προσέρχεται μια γυναίκα, μια πόρνη, η οποία πέφτει στα γόνατα και με πλήθος από δάκρυα να καταφιλεί τους αχράντους αυτού πόδας, αλείφοντάς τα με βαρύτατο μύρο, και στην συνέχεια να τους σπουγγίζει με τα μαλλιά της. Και ω του θαύματος ακούει φωνή να της λέγει «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, είσαι συγχωρεμένη γιατί ηγάπησες πολύ».

Τον συναντάμε και στο πηγάδι του Ιακώβ της πόλεως Σιχάρ, να ομιλεί και κει με μια αμαρτωλή πόρνη γυναίκα, τη Σαμαρείτιδα, και να της αποκαλύπτει πρώτον ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν, εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν», και δεύτερον ότι αυτός είναι ο Χριστός ο Μεσσίας. «Εγώ ειμί ο λαλών σοι».

Τον συναντάμε τον Χριστό ακόμη και μπροστά σε μια μοιχαλίδα γυναίκα με την πρόθεσιν να την λιθοβολήσουν, άρχοντες και Φαρισαίοι, και τον μαινόμενον λαό που παρέσυραν, την οποία όμως ο Κύριος συγχωρεί λέγοντάς την «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω». Και προσθέτει «Ουκ έτι, μηκέτι αμάρτανε. Από τώρα και στο εξής μην ξαναμαρτήσεις».

Δεν Τον συναντάμε μόνον ως φιλόστοργον Πατέρα και Σωτήρα του κόσμου, αφού «ουκ ήλθεν, ίνα κρίνει τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσει τον κόσμον από των αμαρτιών αυτών». Αλλά Τον συναντάμε στην διδασκαλίαν Του και ως αυστηρόν κριτήν, όπου κατεδίκαζε προειδοποιητικά την υπερηφάνεια και την υποκρισία των Φαρισαίων, τονίζοντας «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί»! Οκτώ είναι αυτά τα φοβερά «ουαί», για να καταλήξει λέγοντας «όφεις», φίδια, «γεννήματα εχιδνών, πώς φύγετε από της Κρίσεως της Γεέννης ταύτης του μέλλοντος αιωνίου πυρός»;

Τι να συνεχίσω όμως περισσότερον; Σελίδα, σελίδα, από την Καινή Διαθήκη, συναντάμε τον Χριστό μπροστά μας. Ολόκληρον το Ευαγγέλιον είναι ο Ζών Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου και ημών. Γι’ αυτό και πάνω στην Αγία Τράπεζα, και σε κάθε Αγία Τράπεζα Ορθοδόξου Ιερού Ναού, υπάρχει το Ευαγγέλιον και το Άγιον Δισκοπότηρον. Υπάρχει το Ευαγγέλιον και το Αρτοφόριον. Ο Ίδιος ο Χριστός.

Δεν μπορούμε όμως να παραλείψουμε και την προσωπική συνάντηση που έχουν με τον Σωτήρα Χριστόν μερικοί ησυχαστές και ερημίτες, ορισμένοι από τους κληρικούς παντός βαθμού, και ελάχιστοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, των ήδη κεκαθαρμένων εκ των ψεκτών παθών, που διαθέτουν και οι τρείς αυτές κατηγορίες συντετριμμένο και τεταπεινωμένο το φρόνημά τους. Να έχουν επαναλαμβάνω την προσωπική τους συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Κύριο στο Θαβώρειον Όρος της απλανούς νοεράς καρδιακής προσευχής. Εκεί λελουσμένοι και λελαμπρησμένοι από το άκτιστον Τριαδικόν φως, υπόκεινται και εκεί την αλλοίωσιν. Άλλοτε με μυστική ψυχοσωματική μεταμόρφωση, άλλοτε με μερική παράδοξη φωτεινότητα στο γήινο πρόσωπό τους, ή και με ακατάληπτη εξαΰλωση των σωματικών τους μελών, και άλλοτε με φανερή την αποκάλυψη του δεδοξασμένου Θεϊκού Φωτός.

Εμείς όμως χριστιανοί μου, πρέπει να συνεχίσομε για λίγο ακόμη την διαχρονική μας πορεία και ξεπερνώντας την συνάντησή μας με τον Χριστό στο Μυστικό Δείπνο, να πάμε να Τον βρούμε στον κήπο της Γεθσημανή, όπου προσεύχεται με πολλή αγωνία στον Θεό Πατέρα ενώ ο ιδρώτας Αυτού έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος.

Και μείς τι κάνουμε; Σείς και μείς και γω τι κάνουμε; Αγωνιούμε μαζί Του για το αμέτρητο πλήθος των αμαρτιών μας; Ή κενώ κοιμώμεθα τον ύπνον της αδιαφορίας, της ραθυμίας, της αναισθησίας, της αυτοδικαιώσεως και της καλοκράσεως; Εκείνος το «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριο», συμπλήρωσε, και το έκαμε πράξη αυτό, αυτό που συμπλήρωσε, τι είπε; «Όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ, γεννηθήτω το θέλημά σου». Εμείς άραγε πώς απαντούμε στο πικρό ποτήριο των θλίψεων και των πειρασμών της ζωής; Με τα τόσα πάθη που έχουμε και ειδικά τον εγωισμό, και στις τόσες αμαρτίες που διαπράττουμε καθημερινά;

Αλλά και στα φρικτά πάθη και τη Σταύρωσή Του, ποιά μαθητεία ακολουθούμε; Μήπως αυτόν που Τον πρόδωσε; Μήπως τους εννέα μαθητάς που Τον εγκατέλειψαν; Μήπως τον Πέτρο που Τον αρνήθηκε τρείς φορές με όρκους και κατάρες ότι «ουκ οίδα τον άνθρωπον»; Σύνηθες φαινόμενο να γογγύζουμε κατά του Θεού και να υβρίζουμε το Πανάγιον Όνομά Του. Ή μήπως θα ακολουθήσουμε τον μαθητή της αγάπης Ιωάννη τον Ευαγγελιστή; Η καρδιά σας, ολονών σας οι καρδιές, και η δική μου, τι λέει; Τι απαντά;

Αλλά να που Τον συναντάμε και στην πανένδοξη Ανάστασή Του και βροντοφωνάζουμε «Χριστός Ανέστη»
και τελειώνουμε τη ιστορική μας διαχρονική πορεία με την τελευταία επί γης συνάντησή μας μαζί Του, στη επίσης πανένδοξη Ανάληψή Του.

Διαχρονικά όπως είναι φυσικόν ακολουθεί και η Πεντηκοστή μας.

Αλλά για όλους εμάς εδώ που βρισκόμαστε σήμερα σ’ αυτόν εδώ τον μικρό ναό, η προσωπική μας συνάντηση μαζί Του μέσα στις γλώσσες πυρός της Πεντηκοστής, έγινε στο Άγιον Βάπτισμά μας, με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση μέσα στο λουτρό του αγιασμένου ύδατος του Αγίου Βαπτίσματος. Από τότε. Δηλαδή από Άγιον Βάπτισμά μας και το Άγιον Χρίσμα μέχρι και την ημέρα του θανάτου μας συναντάμε τον Χριστό στις εξής περιπτώσεις:
- Πρώτον. Κάθε φορά που εκκλησιαζόμαστε στους ιερούς ναούς της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και ειδικότερα όταν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων, του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
- Δεύτερον, Τον συναντάμε στην Ιερά Εξομολόγηση και μάλιστα κάτω απ’ το πετραχήλι του πνευματικού να σπουγγίζει τα δάκρυα της μετανοίας μας ο ίδιος ο Κύριος, να απαλείφει τον πόνο μας, να καθαρίζει την ψυχή μας από το βάρος και τον ρύπον της αμαρτίας και από τις ενοχές που δημιουργούν οι παραβάσεις των αγίων Του εντολών.
- Τρίτον, Τον συναντούμε και στα υπόλοιπα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, αφού άλλωστε είναι και θεοσύστατα.
- Τέταρτον Τον συναντάμε και μάλιστα όταν είμαστε συνηγμένοι δύο ή τρείς ή πέντε ή δέκα ή εκατό στο Πανάγιον όνομά Του. Γι’ αυτό και πολύ είναι ωφέλιμη και σωτήρια η δεκάλεπτη βραδινή μας προσευχή, αλλά και κάθε μας πνευματική συνάντηση με πνευματική συζήτηση όταν την κάνουμε δύο ή τρείς μαζί.
- Πέμπτον. Τον συναντάμε κατά μόνας, στο ιδιαίτερο ταμείο στο δωμάτιό μας δηλαδή του σπιτιού μας, όπου απερίσπαστα μπορούμε να συνομιλούμε μαζί Του ώρες ολόκληρες. Η πνευματική μας αυτή κοινωνία μαζί Του, ανοίγει τα παραθυρόφυλλα της ψυχής μας ώρες ολόκληρες, μέσα από τα οποία εισέρχεται το σωτήριον φως της Θείας Του Παρουσίας.
- Έκτον. Για να κλείσουμε κιόλας με τη συνάντηση που έχουμε με τον Κύριόν μας, και Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, όταν μελετάμε με προσοχή το δικό Του λόγο μέσα στο Ευαγγέλιο, στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, αλλά και σε κάθε Πατερικό βιβλίο, στα φιλοκαλικά κείμενα, στα γεροντικά, στο φωτισμένο κήρυγμα, στα Συναξάρια και στους βίους των Αγίων, στην Εκκλησιαστική μας Υμνολογία, και ο κατάλογος δεν τελειώνει.
- Αλλά θέλω όμως να προσθέσω και ένα έβδομο που θάναι οριστικά το τελευταίο. Τον συναντάμε όταν λέμε την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" παντού και πάντοτε και μάλιστα όταν εξ αποκαλύψεως και πληροφορία, επαναλαμβάνω εξ αποκαλύψεως όταν έχομε την αίσθηση και την πληροφορία, ότι ο Χριστός είναι παρών, είναι μπροστά μας. Είναι μέσα μας. Μέσα στην καρδιά μας. Εξ αποκαλύψεως η αίσθησις και η πληροφορία αυτή. Όταν λέμε την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".

Χριστιανοί μου, αδελφοί μου, πατέρες μου, μητέρες μου, τι άλλο να θέλουμε όταν αυτή η συνάντησις μπορεί να γίνεται και να πραγματοποιείται κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή; Γιατί αυτή η συνάντησις θα μας σώσει. Θα μας ανοίξει τον Παράδεισο;

Δια τούτο και μόνον αυτώ τώ Χριστώ ανήκει και πρέπει
πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις ως Θεόν και Σωτήρα,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.