Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2006

Μνήμη τού αγ. Νεομάρτυρος Αντωνίου τού Αθηναίου



221-β
Κυρ. ΙΣΤ' Ματθαίου, 2006

Τη αυτή ημέρα 5η Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Αντωνίου του Αθηναίου.
Ο Νεομάρτυς Αντώνιος γεννήθηκε περίπου το 1750 με ’52 στην Αθήνα από γονείς πολύ πτωχούς, πολυτέκνους και θεοσεβείς. Ήσαν τα τότε χρόνια πολύ σκληρά, χρόνια σκλαβιάς από την Οθωμανική Αυτοκρατορία των Τούρκων. Οι γονείς του Νεομάρτυρος ονομάζοντο Μήτρος και Καλομοίρα. Και ήσαν πολύ ευσεβείς γι’ αυτό και εστερέωσαν με το καλό τους παράδειγμα, πολύ σταθερά την πίστη του Χριστού στην παιδική ψυχούλα του Αντωνίου, όπως βέβαια και στα άλλα τους παιδιά.
Μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών έμαθε τα τότε γράμματα, είτε κρυφά είτε φανερά. Μη αντέχοντας όμως τη μεγάλη φτώχεια της οικογένειάς του, πήγε και εργάστηκε σε κάποιους Τούρκους αφεντάδες, πούχαν έλθει από την Αλβανία, για να βοηθήσει τους πτωχούς γονείς του και τα μικρότερα αδελφάκια.
Ύστερα από 3-4 χρόνια, άλλαξε αφεντικά, τα οποία όμως ήσαν πονηρά και διεστραμμένα. Και σε κάποιο τους ταξίδι που έκαναν στην Πελοπόννησο, εκεί με δόλο τον πούλησαν σε Αγαρηνούς, με σκοπό βέβαια εκείνοι να τον βασανίσουν και να τον εξισλαμίσουν. Ήταν μόλις 16 ετών.
Οι Αγαρηνοί που τον αγόρασαν δεν κατάφεραν να τον αλλαξοπιστήσουν διότι ο νεαρός Αντώνιος ήτο σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του Χριστού την αγία, όπως ακριβώς την είχαν εμφυτέψει μέσα του οι γονείς του. Μη μπορώντας λοιπόν να λυγίσουν αυτή του την πίστη, στο Χριστό και στην Εκκλησία, ούτε με τα λεφτά και τις υποσχέσεις, και τα γρόσια τα πολλά, ούτε με τις σαρκικές ηδονές που θα του προσφέρονταν άφθονα από τις νεαρές μουσουλμάνες, ούτε βέβαια και με τις απειλές, τότε τον μεταπούλησαν σε άλλους σκληροτέρους Αγαρηνούς, και κείνοι σε άλλους μπέηδες, και κείνοι σε άλλους, σε άλλους, μέχρι πέντε φορές.
Η ακλόνητος αυτή πίστη του, όπως καταλαβαίνετε δεν οφείλονταν μόνον στο ό,τι είχε πάρει από τους γονείς του, αλλά και στο ότι αυτός προσηύχετο συχνά και κρυφά τις νύχτες. Προσευχές ζωντανές, θερμές, δυνατές και με πολλά δάκρυα και στην Παναγία και στους Αγίους και στο Σωτήρα Χριστό. Και όταν έβγαινε έξω για ψώνια ή για χαμαλίκια των αφεντικών του, μόνος του, έμπαινε κρυφά σε κάποια Ορθόδοξη Εκκλησία, όποια έβρισκε μπροστά του, για να κάμει γρήγορα την προσευχή του, ή αν εύρισκε κάποιον παππούλη, να πάρει την ευχή του, αφού προηγουμένως τον σταυρώσει.
Τελικά αγοράστηκε για τετρακόσια γρόσια από κάποιον χριστιανό, Ορθόδοξο χριστιανό και ευσεβή, που τον πήρε και εγκατεστάθησαν μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη.
Έτσι πέρασαν 2-3 χρόνια ήρεμα με τον τακτικό του εκκλησιασμό και την Θεία Κοινωνία, όπως όριζαν οι τότε περιστάσεις.
Στο εργαστήρι αυτού του χριστιανού που εργάζετο ο νεαρός Αντώνιος, πέρασε κάποτε να κάνει μια παραγγελία κάποιος Τούρκος που στο παρελθόν όμως τον είχε αγοράσει για δούλο. Τον ανεγνώρισε και πήγε και τον κατηγόρησε στις τοπικές αρχές ότι όταν τον είχε δούλο, είχε γίνει μουσουλμάνος, και τώρα που αγοράστηκε απ’ αυτόν τον χριστιανό, απεκήρυξε το Ισλάμ και βρίζει τον Μωάμεθ.
Όπως ήταν επόμενον, τον συνέλαβαν τον νεαρό Αντώνιο, και τον οδήγησαν στον κριτή δικαστή Μουράτ Μουλάν, ο οποίος προσπάθησε με απειλές στην αρχή και με κολακείες κατόπιν να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Το νεαρό παλικάρι αρνήθηκε κατά πρώτον τις κατηγορίες των Τούρκων και τις ψευτιές τους, και στη συνέχεια είπε στο δικαστή.
«Μπορείς να με μαστιγώσεις, μπορείς να με βασανίσεις, να κομματιάσεις το σώμα μου, να με σουβλίσεις αν θέλεις, να με γδάρεις ζωντανό, εγώ όμως την πίστη μου στον Χριστό δεν την αρνούμαι και Τούρκος δεν γίνομαι».
Ο κριτής συγκινήθηκε από την παρρησία και την παλικαριά του Αντωνίου και προσπάθησε να τον αθωώσει. Επειδή όμως φοβήθηκε τους ψευδομάρτυρες, τον απέστειλε στον Βεζίρη της Κωνσταντινούπολης, Μεχμέτ πασά, τον οποίον όμως πληροφόρησε περί της αθωότητος του Αντωνίου. Ο βεζίρης πείσθηκε αμέσως για την αθωότητα του νεαρού και για να αποφύγει την οργή, το πλήθος, τον έστειλε σε ένα μπουντρούμι φυλακή. Όμως ο φανατισμένος όχλος κατηγόρησε τον βεζίρη στον σουλτάνο για δωροδοκία, και ο σουλτάνος ο Χαμίτ ο πρώτος διέταξε, ή έδωσε την εντολή να τον αποκεφαλίσουν αμέσως.
Ο νεομάρτυρας μέχρι τον τόπο του μαρτυρίου του ομολογούσε συνεχώς ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και Σωτήρας του κόσμου, και ότι ο Μωάμεθ ίδρυσε θρησκεία ψεύτικη που δε σώζει κανένα και άλλα πολλά.
Έτσι την 5η Φεβρουαρίου το 1774 και ημέρα Τετάρτη, απεκεφαλίσθη λαμβάνοντας το αμαράντινο στεφάνι της δόξης του Αγίου Θεού και κατατάχτηκε στο χορό των Αγίων και Νεομαρτύρων. Είναι πλέον ο Άγιος Νεομάρτυς Αντώνιος ο Αθηναίος.
Το μαρτύριό του εκτελέστηκε έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη σε μια περιοχή που λέγεται Ακ-Σεράι.
Αυτή ήταν χριστιανοί μου με λίγα λόγια, η ζωή και το μαρτύριον του Νεομάρτυρος Αγίου Αντωνίου του Αθηναίου.

Αδελφοί μου, ήσαν πολύ σκληρά εκείνα τα τετρακόσια χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς. Εδεινοπάθησαν όλοι οι Έλληνες. Και το μεγαλύτερο κακό εγίνετο κάθε φορά που οι βάρβαροι αυτοί άρπαζαν τα αγόρια, τα παιδιά μας για να τα κάνουν γενιτσάρους, και τα κορίτσια μας να τα κάνουν χανούμισσες και πόρνες στις κτηνώδεις απολαύσεις των πασάδων, των βεζίρηδων, των μπέηδων και των διαφόρων Τούρκων αφεντάδων. Άρπαζαν τα παιδιά μας βιαίως από τις αγκαλιές των μητέρων, Τούρκοι, Αγαρηνοί και Αρβανίτες για να τα εξισλαμίσουν, να τα κάνουν Τουρκάκια και γενιτσάρους.
Αλλά Δόξα στον Άγιο Θεό, όσα από αυτά τα παιδιά ήσαν φωτισμένα από την χάρη του Θεού, και είχαν αυτή τη χάρη μέσα στις παιδικές καρδούλες τους, από κείνα που τους δίδασκαν οι γονείς τους, κράτησαν γερά. Όσα πήραν από τους πατέρες τους και από τις μητέρες τους, απ’ τους παππούδες και απ’ τις γιαγιάδες τους για το Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους, για το καντήλι και το εικονοστάσι, το θυμιατό και το κεράκι, την εκκλησία και τον παπά, όλοι αυτοί, αν και νεαροί, έδωναν την καλή τους ομολογία. Έστω και αν είχαν στην αρχή φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια και θάνατο, ή με αποκεφαλισμό ή με απαγχονισμό.
Πέθαιναν λοιπόν λεβέντικα τότε, για την πίστη του Χριστού, έτσι ήσαν οι νεομάρτυρες των μαρτυρικών και σκοτεινών εκείνων χρόνων της Τούρκικης σκλαβιάς. Αλλά να όμως που γέμισε ο Παράδεισος από παιδομάρτυρες και νεομάρτυρες…
Τιμή και δόξα λοιπόν για την Εκκλησία του Χριστού και για την σκλαβωμένη τότε Ελλάδα μας. Αμαράντινο λοιπόν το στεφάνι της δόξης του Αγίου Θεού, έμπαινε στο κεφάλι τους. Εικόνες τους έχομε στους ναούς και εικόνες στα εικονοστάσιά μας. Γιορτές και πανηγύρια έχει καθιερώσει η Εκκλησία μας και κάθε φορά εκείνα τα χρόνια, που εθανατώνετο ένας νεομάρτυς, οι Έλληνες σκλαβωμένοι είχαν πανηγύρι.

Σήμερα όμως τι γίνεται; Αυτά εδώ τα παιδιά μας που είναι εδώ παρόντα, και τα άλλα τα εκατομμύρια και τα χιλιάδες που είναι απέξω, ποιος τα κλέβει; Τα κλέβει δυστυχώς ο άθεος δυτικός τρόπος ζωής και φταίμε γι’ αυτό όλοι μας.
Σιγά σιγά άρχισαν να επηρεάζονται πρώτα οι μεγάλοι. Και οι κατέχοντες υπεύθυνες θέσεις μέσα στο κράτος. Και διαβρώθηκαν ηθικά. Και με τα υψηλά τεχνικά μέσα που πλημμύρισαν την αγορά και τα σπίτια μας, άρχισαν όλοι μα όλοι, σιγά σιγά, λίγο λίγο, σταλαγματιά σταλαγματιά αλλά σταθερά, να δηλητηριάζονται ψυχικά. Και οι άρχοντες και οι αρχόμενοι, και ειδικά ο πολύς λαός, ως γονείς, άρχισαν να υποχωρούν στις νέες ασύδοτες προκλήσεις, να γίνονται ελαστικοί οι γονείς, υποχωρητικοί. Και στο τέλος τελείως αδιάφοροι. Και μαζί με την υπερκατανάλωση των αγαθών, ήρθε και θρόνιασε μέσα μας, αυτός ο νέος δυτικός τρόπος ζωής, με πολλές απολαύσεις και χωρίς ηθικούς φραγμούς ζωή.
Τα νέα συνθήματα του εικοστού αιώνος, ανέτρεψαν όλες τις ηθικές αξίες, διαβρώνοντας ολόκληρη την Ελλαδική κοινωνία μας και ειδικά τα παιδιά μας. Εξόρισαν την πίστη του Χριστού από τα σπίτια μας, απ’ τις οικογένειές μας, από τις ψυχές των παιδιών μας, από τα σχολεία, τα Δημοτικά, τα Νηπιαγωγεία, τα Γυμνάσια, τα Λύκεια, τα Πανεπιστήμια. Εξορίσθη η πίστις. Την πέταξαν στα σκουπίδια. Και έτσι γεμίσαμε από ναρκωτικά, με τα ξενύχτια κείνα και με τα όσα ξεδιάντροπα συμβαίνουν μέσα σ’ αυτά, τα πιοτά και το μεθύσι, η διαβολική ροκ και μέταλ μουσική, οι ασύδοτες πανσεξουαλικές διασκεδάσεις, οι παράνομες προγαμιαίες σχέσεις, η πληθώρα των χιλιάδων εκτρώσεων, για τις οποίες η πατρίδα μας θα δώσει λόγο. Η τελεία ασυνεννόηση μεταξύ των συζύγων και των γονέων. Η έξαρσις της ομοφυλοφιλίας και των σοδομιτικών αμαρτημάτων. Η έντονη βία στις σχέσεις μας. Η ψυχρότητα και η αδιαφορία που έχουμε μεταξύ μας. Το οδυνηρό και αφύσικο φαινόμενο των αγάμων μητέρων. Τα αυξανόμενα διαζύγια. Τα προβληματικά παιδιά των διαλελυμένων οικογενειών, όλα μαζί αυτά συνετέλεσαν στο να κλέβουν τα παιδιά μας, και όχι μόνον τα παιδιά μας, αλλά και μας τους μεγάλους, ακόμα και τους γέρους και τις γριές, που εξακολουθούμε να παραμείνουμε αδιάφοροι.
Και να συρρικνώνεται έτσι και να διαλύεται και η πατρίδα, η Ελλάδα μας, η πίστις, η θρησκεία και η οικογένεια. Αυτό το τριπλό σύνθημα που είχαν τότε οι Έλληνες του 1821, όταν επαναστάτησαν για την πίστη, την πατρίδα και την οικογένεια, όλα αυτά τα πήρε, τα εξανέμισε και τα εξόρισε η νέα εποχή, ο διάβολος, με το δυτικό υλιστικό τρόπο ζωής και η δική μας αποστασία. Και όχι μόνον τα πετάξαμε, αλλά και τα θάψαμε. Εμείς τα θάψαμε. Όχι κανένας άλλος. Εμείς που υποχωρήσαμε. Και τώρα πληρώνουμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας το βαρύ τόκο της αδιαφορίας μας.
Πού είναι η πίστις μας;
Πού είναι η ομολογία μας σαν την ομολογία του νεαρού Αντωνίου του Αθηναίου;
Πού είναι η καλή μας μαρτυρία για την αλήθεια του Χριστού; Πού είναι;
Αλήθεια, ποιοι γονείς σήμερα στερεώνουν την πίστη του Χριστού στις ψυχές των παιδιών τους, με το άγιο παράδειγμά τους;
Έχουν σύμπνοια ο πατέρας με τη μητέρα;
Έχουν ομόνοια μεταξύ τους;
Είναι διακριτική η στοργή τους;
Κάνουν νηστείες και ολονύχτιες προσευχές για το φωτισμό τους;
Έχουν ανύστακτη την προσοχή τους πάνω στα προβλήματά τους;
Κάμουν εποικοδομητικούς διαλόγους με αυτά; Έχουν τρόπους καλούς στο να διορθώνουν τα λάθη τους;
Παρακολουθούν την συμπεριφορά τους, τις φιλίες τους, την πρόοδό τους; Τις αταξίες τους, την κρυφή τους τυχόν ζωή;
Διδάσκουν με το παράδειγμά τους τη σωστή πίστη στις Ευαγγελικές εντολές και στη συμμετοχή στα Πανάγια σωστικά μυστήρια;

Αν χριστιανοί μου, αν λέω, δεν ενεργούμε με τρόπους φωτισμένους από το Άγιον Πνεύμα και αποφασιστικούς, γρήγορα θα τα χάσουμε στο τέλος όλα τα παιδιά. Και με άμεσο βέβαια τον κίνδυνο να χαθούμε κι εμείς οι ίδιοι, και όλους μας να μας καταπιεί ο Άδης της Κολάσεως.
Εμείς βέβαια που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μέσα στην εκκλησία, στον ναόν τούτο τον μικρόν, και όσοι κατακλύζουν όλους τους Ορθοδόξους ναούς, όχι μόνον της πατρίδος μας, αλλά απανταχού της γης, όλοι μέσα μας καλλιεργούμε λίγο πολύ την πίστη και ελπίζουμε στο έλεος, στην πρόνοια και στην αγάπη του Αγίου Θεού, η οποία δεν θα εγκαταλείψει ούτε τα παιδιά μας, ούτε και μας. Ούτε και μας σαν γονείς, οι οποίοι οφείλουμε όμως να προσευχόμεθα μέρα και νύχτα για τη σωτηρία και τη δική τους και τη δική μας, και του κλήρου, και του λαού και γενικά ολοκλήρου της ανθρωπότητος.

Αυτό είθε να το δώσει ο Θεός και να γίνει μια πραγματικότητα,
και σε μας και στα παιδιά μας,

Αμήν.