Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2004

Η ζωή της Αγίας Μάρθας Λαυρεντίευνας και παραινέσεις της



189-β

Ήταν μια πολύ φτωχή κοπέλα η Μάρθα Λαυρεντίεβνα, που γεννήθηκε γύρω στο χίλια οκτακόσια πενήντα, (1850). Στο σπίτι του πατέρα της σπάνια χόρταινε έστω και μια φέτα ψωμί. Και δούλευε από μικρό παιδί, από τα χαράματα μέχρι που να βραδιάσει.
Δώδεκα χρονών μπήκε μαθητευομένη εργάτρια για ένα κομμάτι ψωμί, στα τότε γνωστά εργοστάσια. Δούλευε σκληρά, με υπομονή και με πολλή ταπείνωση, δείχνοντας προς όλους, αθέους και υλιστάς την πολλή της καλοσύνη.
Όταν μεγάλωσε άρεσε σε πολλούς και ήθελαν να την πάρουν ως υπόδειγμα καλής συζύγου, για να κάμουν μιαν άριστη οικογένεια. Αλλά η Μάρθα όμως δεν έψαχνε για γαμπρό.
Με τις φτωχές της οικονομίες έτρεχε στα προσκυνήματα. Πολύ γρήγορα το αντελήφθησαν, ακόμα και οι άθεοι προϊστάμενοί της, και της έδιναν διπλή την άδεια και κρυφά χρηματικά ποσά για να τα μοιράζει στους φτωχούς και σε όσους είχαν ανάγκη – και πόσοι εκείνη την εποχή δεν είχαν ανάγκη. Επίσης δε, να βοηθεί όσο ήτο δυνατόν, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια.
Ήταν παροιμιώδης η καλοσύνη της, και με καλοσύνη και πίστη στο Θεό, είχε δε άμετρη την υπομονή της, σε όλες τις πικρίες, τις θλίψεις, τους πειρασμούς και τα βάσανα της ζωής. Και επειδή ακριβώς μαζί μ’ αυτά, εσυνοδεύετο η ζωή της από ολονύκτια προσευχή μετά πολλών δακρύων, και πολλή τη μετάνοια, ο Θεός της έδωσε χαρίσματα, και ένα μάλιστα από τα πιο μεγάλα, να θεραπεύει ασθένειες. Και της χάρισε ακόμα και κάτι άλλο, τη διάκριση, που χαρίζει σε μεγάλους ασκητάς και αναχωρητάς, που ύστερα από πολλά χρόνια και ματωμένον αγώνα, αποκτούν την πρώτην και μεγίστην των αρετών, που λέγεται διάκριση.

Κάποια φορά, πήγε στην Μάρθα μια χωρική από ένα γειτονικό χωριό. Της είπε ότι το ένα της παιδί είχε ένα φοβερό κακό, πολύ κακό δερματικό νόσημα. Και η ίδια έδωσε και την εξήγηση, την ερμηνεία.
«Γι’ αυτό το κακό που συμβαίνει στο παιδί μου ο άντρας μου φταίει. Διότι γυρίζει πέρα δώθε. Αλητεύει, μπεκρουλιάζει, και πίνει κάθε μέρα. Γι’ αυτό, και ο Θεός μας τιμώρησε και αρρώστησε το παιδί μου τόσο βαριά».
Άνοιξε δε το στόματό της, και άρχισε να βρίζει τον άντρα της με κακία και χυδαιότητα.
Η Μάρθα στεναχωρέθηκε. Την διέκοψε και της είπε:
«Γιατί βρίζεις τον άντρα σου; Γιατί τα φορτώνεις όλα σ’ εκείνον; Δεν φταίει εκείνος, εσύ φταις! Κι αν θέλεις να γίνεις καλά το παιδί σου, θα πάς στο μύλο του χωριού. Και ενώ το νερό γυρίζει στην ρόδα, εσύ θα βάλεις έναν κουβά να γεμίσει από τις σταγόνες που πετάει η ρόδα μακριά. Με το νερό αυτό θα πλύνεις το γιό σου, και θα γίνει αμέσως καλά».
Υπήκουσε η πονεμένη μητέρα, έστω και αν ήταν τόσο αγριεμένη και επιθετική. Και πήγε, και είδε να πετάγονται οι σταγόνες σαν ελάχιστα αστεράκια, σε απίθανο βαθμό, -μικρές μικρές ήταν αυτές οι σταγονίτσες-, πετιώντουσαν στον αέρα, ήσαν πολλές, κι όμως μ’ αυτές σιγά σιγά εγέμισε ο κουβάς της. Πήγε στο σπίτι, έπλυνε το παιδί της, και αυτό γιατρεύτηκε. Και έμαθε η γυναίκα αυτή να βλέπει τις δικές της αμαρτίες, και να μη κατηγορεί από τότε και εις το εξής ποτέ τον άνδρα της και από κει και πέρα ζήσαν ειρηνικά και με αγάπη πολλή.
Τις ίδιες συστάσεις όμως έκαμε και εις τους άντρες, που έκαναν διαρκώς παράπονο για τις γυναίκες τους, που τους παραμελούσαν, ή που διαρκώς γκρίνιαζαν και φώναζαν και αγανακτούσαν και τόσα άλλα μαζί με τα παιδιά που δεν διορθώνουνταν με τίποτα.
«Εσείς φταίτε», απαντούσε και εδώ η Αγία Μάρθα. «Σεις που μεθάτε, χαρτοπαίζετε, βρίζετε, τεμπελιάζετε όλη την ημέρα, σεις φταίτε, γιατί είστε χωρίς Εκκλησία, χωρίς Εξομολόγηση, χωρίς Θεία Κοινωνία, σεις φταίτε για όλα, γιατί πρώτοι δίνετε το κακό παράδειγμα».

Στο τέλος της ζωής της η Μάρθα αρρώστησε βαριά. Και έμεινε για είκοσι δύο χρόνια κατάκοιτη και παράλυτη. Όμως και από κει ήταν η παρηγοριά όλων εκείνων των ανθρώπων της Ρωσικής απεράντου γης που περνούσαν από κοντά της. Αντί να παρηγορούν, επαρηγορούντο. Αντί να δυναμώνουν την ασθενούσα, εκείνοι εδυναμώνοντο απ’ την πίστη της, απ’ την αγία της υπομονή.
Κι όμως εκείνη φοβόταν, φοβόταν μην αμαρτήσει. Μην λυγίσει, μην γογγύσει κάτω από το βάρος της ασθένειας. Και ικέτευε τότε τον πνευματικό της που την επισκέπτετο συχνά.
«Να παρακαλάς τον Κύριο να μου δίνει κάθε μέρα και κάθε ώρα δύναμη για να μη λυγίσω. Να μη χάσω την πίστη μου. Γι’ αυτό να με κοινωνείς με τα Άχραντα Μυστήρια, αν είναι δυνατόν και κάθε μέρα».
Και κείνος το υποσχέθηκε και το έπραξε. Και κάθε φορά της έλεγε:
«Υπομονή σαν τον Ιώβ, και προσευχή,
υπομονή σαν την Αγία Συγκλιτική, και προσευχή,
υπομονή σαν τους Αγίους Μάρτυρες, και προσευχή,
υπομονή, υπομονή, αγία υπομονή».

Στο κρεβάτι του πόνου, η Μάρθα προσεύχεται από τώρα και στο εξής πιο θερμά, πιο ταπεινά, με περισσότερη πίστη, κουράγιο και αγάπη. Προσευχομένη αισθάνεται τον Κύριο δίπλα της, και το δωμάτιό της να γεμίζει από αγγέλους. Κλαίει, στενάζει η Αγία Μάρθα και λέγει προς τον Κύριο:
«Κύριε εγώ είμαι αμαρτωλή, μεγάλη αμαρτωλή, δεν είμαι άξια να έχω τέτοια ειρήνη και χαρά. Γιατί Χριστέ μου, άφησες τα ενενήντα εννιά άγια πρόβατά Σου, και ήρθες να ασχοληθείς με μένα το απολωλός; Και με κρατάς με τόση στοργή στην αγκαλιά Σου; Δεν είμαι Κύριε άξια, δεν είμαι άξια, δεν είμαι άξια».
Και ανελύετο σε λυγμούς ευγνωμοσύνης και θείας ευφροσύνης.

Έφυγε από τον κόσμο αυτόν στις πέντε (5) Απριλίου του χίλια ενιακόσια είκοσι επτά (1927). Το σύνθημα της ζωής της ήταν ένα και μόνον, «Μην κρίνεις ποτέ κανέναν, ιδιαιτέρως τον άνδρα σου ή τη γυναίκα σου, ή τα πεθερικά σου, τους οικείους, τους γείτονας, και ειδικότερα αυτούς που σε αδικούν. Μην κρατάς ποτέ κακία σε κανέναν, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις αν εκείνον που εσύ κατακρίνεις, αυτόν ο Θεός τον δέχεται με αγάπη, του χαρίζει μετάνοια, τον παίρνει στην αγκαλιά Του, και τον βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών. Ποιος είσαι εσύ, που κρίνεις τον έτερον, τον αδελφόν σου;» -

Από το «Ρωσικό συναξάρι», μετάφρασις ο Νικοπόλεως Μελέτιος.

Είθε όλοι μας, άνδρες και γυναίκες να μιμηθούμε την Αγία Μάρθα,

Αμήν