Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2004

Πώς η αγάπη οδηγεί στη μετάνοια, στη κάθαρση, στό φώς και στη σωτηρία.



189-γ
Κυριακή Η Λουκά 2004

Σήμερα αδελφοί μου ακούσαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα την παραβολή του καλού Σαμαρείτου.
Είχαμε και την ευκαιρία στα πολλά χρόνια που είμαστε εδώ μαζί, πολλές φορές να αναφερθούμε σ’ αυτήν. Εδώ βλέπουμε στην πλήρη εφαρμογή της, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Τον οποιονδήποτε πλησίον. Ακόμα και τον εχθρόν μας. Ακόμα και στον αλλόθρησκο, ή το λαθρομετανάστη.
Η αγάπη του Θεού δεν έχει όρια και στρέφεται με την ίδια στοργή προς όλους τους ανθρώπους. Και προς τους πονηρούς και προς τους αγαθούς. Και στους καλούς και στους κακούς. Και στους δικαίους και εις τους αδίκους. Και στους άσπρους και στους μαύρους.
Ζητά όμως και μιαν άλλην αγάπη. Που στρέφεται όχι μόνον προς τη γυναίκα σου, ούτε προς τον άνδρα σου, ούτε προς τους γονείς, ούτε προς τα πεθερικά, ούτε προς τα παιδιά τα κατά σάρκαν τέκνα, ούτε προς τους κατά σάρκαν αδελφούς, και τους λοιπούς οικείους και συγγενείς, ούτε προς στους γείτονας και στους φίλους, αλλά κυρίως αυτή η αγάπη στρέφεται προς την ψυχήν σου.
Διότι αυτή είναι πληγωμένη και θέλει γιατρό και θεραπεία. Αυτήν κατατραυμάτισαν οι ληστές των παθών, και τώρα αποζητά βοήθεια, γιατρειά και φάρμακα. Αιμορραγεί η ψυχή σου, δεν την βλέπεις, κρυώνει, πεινάει, διψάει, και συ αδιαφορείς; Γιατί δεν αρπάζεις την κατατραυματισμένη και χιλιοκουρελιασμένη ψυχή σου, για να τρέξεις για εισαγωγή στο μεγάλο θεραπευτήριο της Εκκλησίας και εκεί να σωθεί; Να γιατρευτεί, να ορθοποδήσει, να αποκτήσει φτερά ουράνια, για να βρεθεί αιώνια ασφαλής στην μεγάλη αγκαλιά του Θεού Πατρός;
Χριστιανοί μου,
όλοι μας είμεθα αμαρτωλοί και πρώτος εγώ. Αμαρτωλοί και σκλάβοι των παθών μας, αμαρτωλοί και ασθενείς, από τις κακίες μας, τις πολλές κακίες, και τις πολλές πονηριές μας. Αμαρτωλοί και αξιολύπητοι, αφού δεν θέλουμε να βρούμε την γιατρειά μας, την υγεία της ψυχής μας.
Και το μεγαλύτερο κακό για τον χριστιανό, τον Ορθόδοξο χριστιανό, είναι στο να μην συνειδητοποιεί ότι είναι αμαρτωλός, πολύ αμαρτωλός. Η σωστή συναίσθησις της αμαρτωλότητος οδηγεί τον χριστιανό στην μετάνοια, και η αληθινή μετάνοια είναι αυτή που χαρίζει την υγεία της ψυχής.
Κατόπιν την ψυχούλα μας την τρέφουμε με το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, και την συντηρούμε με την Θεία Λατρεία, την Ιερά Εξομολόγηση, την προσευχή, την μελέτη των Γραφών, τους βίους των Αγίων και τα Γεροντικά. Την συντηρούμε την ψυχή μας, με την εγκράτεια, με την νίψη και την προσοχή – που δεν διαθέτουμε – με την τήρηση των εντολών που παραμελούμε και την υπομονή στους πειρασμούς της ζωής που δεν έχουμε. Και με πλήθος άλλων ασφαλώς ιερών πολλών υποχρεώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι όταν η μετάνοιά μας γίνει το καθημερινό ένδυμα της ψυχής, - μας λένε οι Πατέρες – και πολυκαιρίζει η καθαρά προσευχή, τότε σιγά σιγά φωτίζεται ο νούς, και οι ακτίνες θεϊκής ελλάμψεως εισέρχονται στην καρδιά, και εκεί την φωτίζουν ολόκληρη. Όλος ο άνθρωπος μέσα και έξω γίνεται φώς.
Και όσο καταπολεμούμε τα πάθη, τηρώντας τις Ευαγγελικές εντολές, και επιμένουμε στην καθημερινή προσευχή με πολλή μετάνοια, και όσο μεγαλώνουν οι κόποι και αυξάνουν τα δάκρυα, τόσο και πιο πολύ λαμπροφορείται η καρδιά μας.
Και όσο περισσότερο καθαρό φαίνεται το πανένδοξο και σωτήριο όνομα του Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας, τόσο και καθαρότερο φαίνεται, και όσο πιο καθαρό φαίνεται, τόσο και πιο πολύ αγαπιέται.
Γι’ αυτό το θείον φως μέσα στην καρδιά μας που κατέρχεται και καταλαμβάνει την καρδιά, είναι το πρώτο φως του Αγίου Βαπτίσματος που έχουμε μιλήσει και άλλη φορά.
Δεύτερο φως καταλαμβάνεται από την αγάπη προς την Εκκλησία και τον πνευματικό πατέρα,
και τρίτον το φώς του Χριστού, με το πανάγιον όνομά Του χαραγμένο πάνω στην καρδιά.
Και όσο αυξάνεται η αγάπη, τόσο και μεγαλώνει αποτελεσματικά η κάθαρσις από τα πάθη, και από τα ποικίλα μολύσματα της βλακώδους κενοδοξίας.
Και όσο ο ψυχοσωματικός άνθρωπος καθαρίζεται από τις κακίες, τις πονηριές, τις αδικίες και από το πύον της αμαρτίας και από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος και ιδιαίτερα από τους βλάσφημους λογισμούς και από τις αισχρές φαντασιώσεις, τόσο και φωτίζεται ο νους και διδάσκεται απλανώς στο να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό, το δίκαιο απ’ το άδικο, το ψέμα απ’ την αλήθεια, το φως απ’ το σκοτάδι.
Τραγική όμως η αλήθεια, αλλά κατορθωτή.
Χρειάζεται κόπος πολύς, και έτσι θα ματώσουμε για να ξεριζώσουμε ένα πάθος, μια αδυναμία, ένα ελάττωμα, ένα κουσουράκι, ναι ένα κουσουράκι, θα ματώσουμε για να το βγάλουμε κι αυτό, μια ιδιοτροπία για να την εξαλείψουμε, - και γι’ αυτήν θα ματώσουμε – πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι με ταπείνωση και υπακοή πολλή.

Ναι αδελφοί μου,
θα ματώσουμε για να ξεριζωθούν ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η φιλαυτία και κάθε αμαρτωλή απρέπεια και ανυπακοή.
Είναι όμως πολύ μεγάλο και αξιοθαύμαστο γεγονός, μέσα στην ασέληνη νύχτα και στο βαθύ σκοτάδι των παθών μας, να δεχτούμε ελλάμψεις θείου φωτός, - γιατί κι αυτές για μας είναι.
Τότε θα πλημμυρίσουμε από ποταμούς δακρύων, και θα γεμίσουμε από κατάνυξη και συντριβή. Και μόνον τότε θα στεριώσει η πίστις, θα θερμανθεί η αγάπη, θα βεβαιωθεί η ελπίδα της σωτηρίας, θα βασιλεύσει η ειρήνη στην καρδιά. Και θα γεμίσει η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή μου, και η ψυχές όλων μας από ανέκφραστη θεϊκή ευχαριστία και δοξολογία.
Μόνον φρόντισε να μην χορτάσεις ποτέ από τα δάκρυα της μετανοίας. Αυτά σου φέρνουν πάντοτε τα δώρα του ουρανού, αυτά που λέγονται χαρίσματα και Τριαδικές δωρεές. Από κει η ταπείνωσις, από κει το πένθος, από κει η πραότητα και η αγνότητα, και η υπομονή και η καθαρότητα, από κει η ενεργουμένη αγάπη, και η κρυφή ελεημοσύνη και η καθαρά νοερά καρδιακή προσευχή.
Μόνον σε παρακαλώ να μετανοείς κάθε μέρα και να πενθείς, για τις μικρές ή και για τις μεγάλες αμαρτίες, για τις ασήμαντες – που τις θεωρείς ασήμαντες – ή ακόμα και τις πιο βαριές. Για τις θανάσιμες και τις συγγνωστές. Έτσι ευδοκιμεί, καταδέχεται και έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται, και ήλθε, και σε σένα που είσαι ο μικρός αμαρτωλός, αλλά και σε μένα που είμαι ο μεγάλος αμαρτωλός, ο σερνάμενος σκώληκας, το χαμένο τούβλο.
Αλλά η Θεία Χάρις όμως είναι για όλους μας και έρχεται γεμάτη έλεος και φως, και μας γεμίζει από ελπίδα και κατάνυξη, συντριβή και ταπείνωση, συγγνώμη και υπακοή.
Όταν ο νους μας χριστιανοί μου, χαριτωθεί από αληθινή μετάνοια, τα μυστήρια και τις εντολές, τότε βλέπει εν αισθήση ψυχής το φως της Θεϊκής ζωής. Αλήθεια, δεν το είδατε ποτέ;
Λαμπρυνόμενος ο νους ανέρχεται αναβάσεις, προς τα κεκρυμμένα μυστήρια του Αγίου Θεού, γι αυτό ζεις και ζω και ζούμε, γι’ αυτήν την θεϊκήν αποκάλυψην. Για να αποκτήσει ο νους μας θεογνωσία, και διάκριση πνευμάτων και λογισμών και καταστάσεων καρδίας, ακόμα δε και νοημάτων, δηλαδή, η πνευματική όρασις του νου να βλέπει το φως της ζωής, το φως του ουρανού. Η ακοή η πνευματική αποκτά τότε σύνεση προς όλα τα πράγματα της ζωής, και ακούει, στήνει αυτί, με πολλή υπομονή, στα βάσανα τα πολλά της κάθε πονεμένης ψυχής.
Η πνευματική αφή πάλι της καρδιάς, συγκρατεί τον θυμό, κυριαρχεί στο λογικό και χαλιναγωγεί την επιθυμία. Σώμα και αισθήσεις είναι πλέον απαθείς.
Ιδού χριστιανοί μου το τελικό στάδιο των πνευματικών αγώνων μας, και ο τελικός σκοπός της ζωής μας, ο φωτισμός του νου, η κάθαρσις από τα πάθη, ο αγιασμός των αισθήσεων, η βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, η ενθρόνισις της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας.
Δεν ήρθαμε εδώ και δεν γίναμε χριστιανοί για να γίνομε καλοί άνθρωποι, ούτε να γίνουμε καλοί χριστιανοί, αλλά για να θεωθούμε, για να βιώσουμε, την ενθρόνιση της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας, διότι Αυτός το διαβεβαίωσε, ο Κύριος, όταν έλεγε προς αυτόν «πορευόμεθα και ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν», - θα κάνομε την καρδιά του χριστιανού κατοικία και παλάτι της Βασιλείας των Ουρανών.
Ώστε λοιπόν σκοπός μας είναι το φως του Θεού, η τελείωσις, η θέωσις, ο αγιασμός, η σωτηρία μας εν Χριστώ Ιησού,

Αμήν.