Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2006

Η αγάπη πρός τούς εχθρούς



224-β
Κυρ. ΙΒ' Λουκά. 15.1.2006

Πρίν πολλά χρόνια χριστιανοί μου, και μετά από την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό έγινε κάποιος φόνος. Για πολιτικούς λόγους και του μεγάλου φανατισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή.
Κατηγορήθηκε λοιπόν κάποιος χωριανός και με τις συγκλονιστικές μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλακή.
Ο κατηγορούμενος όμως ισχυρίζετο ότι ήτο αθώος. Κλείστηκε σε κάποιες αγροτικές φυλακές της χώρας, αλλά μέρα νύχτα όμως και το φώναζε και το ομολογούσε μόνος του συνεχώς ότι ήτο αθώος.
Σ’ αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά το μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε το εκκλησάκι των φυλακών και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων επιθυμούσαν.
Ύστερα από πέντε έξι μήνες, ίσως και περισσότερο, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον οποίον θα δώσουμε ένα συμβολικό όνομα και θα τον ονομάσουμε Βαρσανούφιο για να μην τύχουμε παρεξηγήσεως. Ο Βαρσανούφιος λοιπόν, και στον ευλαβέστατον εκείνον ιερέα, ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του πνευματικού και εξομολόγου με όρκους εβεβαίωνε ότι ήτο αθώος.
Από τότε που εξομολογήθηκε μέσα στις φυλακές, άλλαξε τελείως η διαγωγή του και έγινε άνθρωπος της προσευχής, και της μελέτης του Ευαγγελίου, εκείνου που του είχε χαρίσει και δωρίσει ο ιερεύς. Μέσα σε ένα χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκατάδικοί του και βαρυποινίτες με κακουργήματα, εγκλήματα, βιαιοπραγίες, κλοπές και τα λοιπά, άρχισαν να τον σέβονται και να του φέρονται φιλικά. Και με τη Χάρη και το φωτισμό του Θεού γρήγορα πείστηκε και ο ευλαβής ιερεύς για την αθωότητά του ώστε του επέτρεπε να κοινωνεί κάθε φορά που λειτουργούσε εκείνος στις φυλακές.
Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάνει μέσω κάποιων δικηγόρων αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί γιατί ήσαν παρόντες στο φόνο.
Παρά ταύτα ο εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήταν αθώος και θύμα της σκευωρίας.
Ο Βαρσανούφιος όχι μόνον προσηύχετο, μελετούσε και κοινωνούσε αλλά σκορπούσε και σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή την καλοσύνη.
Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά τους κατηγόρους του, και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά.
«Δεν φταίνε οι καϋμένοι», έλεγε. «Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος. Φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό και έτσι κρύψανε την αλήθεια».
«Θεέ μου», φώναξε κάθε μέρα, «συγχώρεσέ τους. Και από μένα είναι συγχωρεμένοι. Κι χάρισέ τους πλούτη και αγαθά. Αλλά χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία».
Έτσι πέρασαν 19 χρόνια.
Κατόπιν λόγω της καλής και αρίστου διαγωγής του και επειδή έκανε στις τότε αγροτικές φυλακές όπου εμειώνετο η ποινή, αποφυλακίστηκε. Ήταν πλέον πενήντα ετών.
Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός επειδή εξακολουθούσαν να τον πιστεύουν σαν φονιά και κυρίως βέβαια οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι μετακόμισε σε μια γειτονική πολιτεία και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον ξυλουργό, εργασία που την έμαθε στις φυλακές.
Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού με ακριβή συμμετοχή στα μυστήρια, με τη σωστή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ψυχής του, ήταν ο αέρας που ανέπνεε. Η προσευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι’ αυτόν ο άρτος της ζωής και το ύδωρ το ζων.
Μια κοπέλα 42 ετών θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής πληροφορήθηκε από τον πνευματικό των φυλακών, που ήταν παιδικός της πνευματικός, τα πάντα για τον Βαρσανούφιο και ιδιαιτέρως για το πόσο ήταν αφοσιωμένος στο Χριστό και στην Εκκλησία. Πήγε τον βρήκε. Τον έζησε για λίγο και κατόπιν η ίδια τον ζήτησε σε γάμο.
Από τον ευλογημένον αυτόν γάμο, παρά την ηλικία, προήλθαν δύο υγιέστατα παιδιά.
1949 έγινε ο φόνος.
1968 η αποφυλάκισίς του.
1971 ο γάμος του.
1972 και 73 τα δύο του παιδιά,
και φθάνουμε στα 1984.
Στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος χωρικός αρρώστησε βαριά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους, σε ολόκληρο το σώμα του. Η επιστήμη με τα νοσοκομεία, τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν τότε προηγμένες, γιατί ήταν το ’84, στάθησαν αδύνατον να τον βοηθήσουν. Ούτε καν δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν το τι έφταιγε για την ασθένειά του.
Έτσι μια βραδιά όταν πλέον τον επέστρεψαν στο σπίτι του σ’ αυτήν την κακή κατάσταση με τους φοβερούς πόνους που είχε, άρχισε να κραυγάζει και μέσα σ’ αυτούς τους φοβερούς πόνους, τι λέτε ότι εκραύγασε;
«Εγώ είμαι ο φονιάς»!
Και με τους τέσσερεις ψευδομάρτυρες τους οποίους εξαγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά κατηγόρησαν τον Βαρσανούφιον που συμπτωματικά περνούσε το κλειστό εκείνο σταυροδρόμι όπου έγινε ο φόνος τη στιγμή εκείνη.
Ζήτησαν να φωνάξουν τον αστυνόμον του χωριού, όπου υπέγραψε την ομολογία του, κατονομάζοντας και τους τέσσερεις ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποια νομική διαδικασία ακολούθησε, δεν το γνωρίζω.
Η ομολογία του όμως έκανε μεγάλο θόρυβο και κρότο όπως καταλαβαίνετε στο χωριό μέσα, προκάλεσε σύγχυση και ταραχή, κατάρες και πολλές, και οι κατάρες όλες αυτές βάραιναν τον φονιά και η ψυχή του δεν έφευγε. Εξακολουθούσε να τσιρίζει και να φωνάζει και να κραυγάζει μέσα από τους φοβερούς του πόνους.
Ο Βαρσανούφιος όμως, όπως ήταν επόμενο, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάσταση της τιμής του. Με αναθεώρηση της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και όλων και των άλλων ένδικων μέσων που θα είχε το δικαίωμα να το κάμει.
Αλλά τι έκανε; Τι έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά! Οι πάντες πάγωσαν! Και οι περισσότεροι από τους χωριανούς όταν τον είδαν να περνάει μέσα από το χωριό κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο, έτρεχαν και κρύφτηκαν στα σπίτια τους από την ντροπή.
Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρισε και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξη και την φρίκη τον άκουσε να λέει:
«Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά. Και σε ευχαριστώ».
Θέλετε να το ξαναπώ;
«Και σε ευχαριστώ γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω το Χριστό, την Εκκλησία Του, τα μυστήριά Του, τη Θεία Του Κοινωνία, τη σωτηρία μου. Εύχομαι να τα γνωρίσεις και συ».
Τον αγκάλιασε και τον φίλησε, και έφυγε με το κεφάλι ψηλά, ενώ κάποια κρυφά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του πάνω στα μάγουλά του. Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήρθε ύστερα από τριανταπέντε χρόνια. Αλλά υπήρξε θρίαμβος της εμπιστοσύνης και της πίστεως του αδικουμένου στην πρόνοιαν του Θεού. Και ταυτόχρονα, στέφανος δόξης στην υπομονή και στην μακροθυμία που έδειξε τόσα χρόνια.
Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προαναφέραμε, με ένα χριστιανικό γάμο, και με μια οικογένεια που έμοιαζε και που ήταν κατ’ οίκον εκκλησία, με δυο ευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα μετά την ολοκάρδια συγχώρεση που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάστηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του. Έπιανε χώμα και γινότανε χρυσάφι. Έπιανε πέτρες και γινόντουσαν διαμάντια. Σας το λέω μεταφορικά για να δείτε πόση ευλογία είχε μέσα στο σπιτικό του και την οικογένειά του και ποια ήταν η χάρις της Παναγίας που τους σκέπαζε, των Αγίων και των Αγγέλων.
Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλικία ογδόντα ετών, το 1999. Παρών στην οσιακή του αυτή κοίμηση ήταν και ο ιερεύς που μου διηγήθηκε αυτό το γεγονός, ο ιερεύς των φυλακών, για να μου πει στο τέλος ότι Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιό του, τους οποίους τους έβλεπε με τα θνητά του μάτια, όλως αναξίως, που παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίον σημείον του Σταυρού που έκαμε λέγοντας:
«Άγγελέ μου, Άγγελέ μου, δεν την αξίζω αυτήν την τιμή».
Και ξεψύχισε.

Χριστιανοί μου,
Ιδού το θαύμα της μακροθυμίας και της έμπρακτης αγάπης και καλοσύνης.
Ιδού το θαύμα της μακροχρόνιας υπομονής.
Ιδού το θαύμα της υπακοής προς τον πνευματικόν του για να συγχωρέσει τον κατήγορο και συκοφάντη του, που τον έβαλε άδικα τόσα χρόνια στη φυλακή.
Ιδού το θαύμα από την καθημερινή του δακρύβρεκτη προσευχή, και την μελέτη του Ευαγγελίου.
Ιδού το θαύμα της εν Χριστώ ζωής και μέσα στη φυλακή.
Και το πιο μεγάλο θαύμα: Ο Βαρσανούφιος και οι όμοιοί του, στη Δευτέρα Του Παρουσία θάρθουν και θα μας κρίνουν όλους. Και σας, και μένα. Εμένα πρώτα. Θα τους προβάλλει ο Θεός σαν παράδειγμα, και θα μας πει: «Εσείς τι κάνατε όταν σας αδικούσανε κατάφορα; Τι κάνατε όταν σας συκοφάντησαν ή σας συκοφαντούσαν ή όταν σε συκοφάντησαν πάτερ Στέφανε; Όταν σε κορόϊδευαν; Όταν σε κατέκριναν; Όταν σε διαπόμπευαν»;
Θα μας πει κατόπιν, «Αντιδράσατε, όπως εκείνη η ευλογημένη μάνα που πήρε την εντολή του πνευματικού της πατρός Χαμακιώτου, να πάει στη φυλακή και να προσφέρει τρόφιμα και ρούχα στο φονιά του γιού της και μάλιστα να του φυλήσει τα χέρια»;
Εμείς θα το κάναμε; Εγώ προσωπικά ως πατήρ Στέφανος σας ομολογώ ότι σήμερα με τα χάλια που διαθέτω και με τα πάθη που έχω, δεν θα μπορέσω να το κάμω αυτό. Αύριο αν η χάρις του Αγίου Θεού με δυναμώσει, τότε μόνον θα μπορώ, διότι το μεγάλο έργο της συγχωρήσεως με την χάριν του Θεού επιτυγχάνεται. Αλλά η Θεία Χάρις, ναι μεν έρχεται δωρεάν και χαρίζεται αλλά θέλει και συγκατάθεση για να μας δυναμώσει. Γι’ αυτό και πρέπει να προσευχόμεθα συνεχώς, ώστε να μα δυναμώνει η Θεία Χάρις και η ευλογία του Θεού κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μετανοούμε καθημερινά, να προσέχουμε τις αισθήσεις και τη γλώσσα μας, να συμμετέχουμε στα Πανάγια Μυστήρια, να μελετάμε το Ευαγγέλιο, να είμεθα κρυφοί ελεήμονες γεμάτοι καλοσύνη και αγάπη προς τους εχθρούς μας.
Και τις συμβουλές αυτές που μας είπε σήμερα το Αποστολικόν Ανάγνωσμα, για να πει ο Απόστολος, αυτές και να εφαρμόζουμε, όταν μας λέει «νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, και πορνείαν, και ακαθαρσίαν, και κάθε πάθος, και κάθε επιθυμία κακή και κάθε πλεονεξία που είναι ειδωλολατρία, και την αισχρολογία από του στόματος ημών και πάσαν οργήν, και θυμόν, και κακίαν, και να μη ψευδόμεθα εις αλλήλους», και τόσα άλλα.

Χριστιανοί μου, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Εκείνος ο χριστιανός που ευεργετεί συγχωρώντας τους ανθρώπους που του έκαμαν κακό, μοιάζει με τον Θεόν, έστω και αν αυτοί παραμένουν αδιόρθωτοι και αμετανόητοι. Μήπως ο Θεός δεν ανατέλλει τον ζωογόνο Του ήλιο και για τους φανερούς, και για τους αγαθούς; Μήπως δεν στέλνει την ευεργετική Του βροχή και στα χωράφια των δικαίων και στα χωράφια των αδίκων; Και παρόλο που οι περισσότεροι από τους διεστραμμένους ανθρώπους δεν θέλουν να διορθωθούν, εν τούτοις ο Θεός τους πάντες ευεργετεί. Αν η αμαρτία των ανθρώπων αποθρασυνθεί και καταστεί απιστία και θεομαχία, τότε επεμβαίνει πολύ πολύ πατρικά και αυτό προς διόρθωσιν».
Και συνεχίζοντας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι, «τους εχθρούς μας και όλους αυτούς που θέλουν το κακό μας, να τους αντιμετωπίζουμε ως ευεργέτας, γιατί μας βοηθούν στην κάθαρση της ψυχής μας από τα πάθη και συντελούν στο να έχουν οι προσευχές μας παρρησία στο θρόνο του Θεού. Αυτός που υπομένει με αγάπη τις αδικίες και τους διωγμούς των εχθρών του, των κακών και πονηρών ανθρώπων, και όχι μόνον τους συγχωρεί, και όχι μόνον προσεύχεται γι’ αυτούς αλλά τους αγκαλιάζει και φιλεί, αυτός στη Βασιλεία του Θεού συγκαταλέγεται στον ίδιο χορό με τους αγίους μάρτυρες και έχει την ίδια παρρησία με τους αγγέλους μπροστά στο θρόνο του Θεού». Αυτά τα λόγια είναι του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, που ταιριάζουν στην ψυχή του Βαρσανουφίου, του οποίου την έμπρακτη διαγωγή της αγάπης την αναφέραμε προηγουμένως σε όλο της το μεγαλείο.

Χριστιανοί μου, τελειώνω και συγχωρέστε με που σήμερα ειδικά σας εκούρασα. Ζούμε σε έναν κόσμο πονηρίας, κακίας, μοχθηρίας, αδικίας, αλαζονίας, πλεονεξίας, αρπαγής, συκοφαντίας, ψεύδους, αδιαφορίας, σκληρότητος και πολλών άλλων κακιών, μεταξύ των οποίων την πρώτη θέση κατέχουν η αχαριστία, - την ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα - , η αγνωμοσύνη, το πείσμα, η ψυχρότητα.
Έτσι καθημερινά πρέπει να προσευχόμεθα με αγάπη και κατανόηση για όλους και για όλα, και πολύ περισσότερο πρέπει να προσευχόμεθα όταν νέοι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται στο άμεσο οικογενειακό μας περιβάλλον, ή μεταξύ των συγγενών μας, ή των δήθεν, δήθεν φίλων μας, ή στους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους. Για όλους προσευχή με έμπρακτη αγάπη. Για όλους προσευχή με άκρα υπομονή. Για όλους προσευχή με την ελπίδα της διορθώσεως και του θαύματος της σωτηρίας.

Είθε αδελφοί μου να χαρίζει ο Πανάγιος Θεός σε όλους μας,
αγάπη και υπομονή,
πίστη και μετάνοια,
μεγάλη καρδιά και πολύ καλοσύνη.
Ναι, μεγάλη καρδιά, σαν του Χριστού την καρδιά,
που μας χωράει όλους και μένα μαζί με σας, τον αμαρτωλό,
Αμήν.