Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Συνεργούντος τού Θεού κατορθώνεται η κτήσις τών αρετών



212-α
Κυρ.ΙΒ' Λουκά

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου,
όπως ακούσατε, αναφερόταν στην θεραπεία των δέκα λεπρών. Οι εννέα απεδείχθησαν μετά το θαύμα της θεραπείας των αχάριστοι, και μόνον ένας γύρισε, για να ευχαριστήσει, με μεγάλη ευγνωμοσύνη τον Χριστό μας, για την λύτρωσή του από την επάρατη νόσο της λέπρας. Διότι τους ανθρώπους αυτούς, της εποχής εκείνης, -είχαμε και μείς την παλιά (εποχή) ένα νησί όπου βάζαμε τους λεπρούς εκεί ,και λέγαμε τους βάζουν σε γκιλοτίνα -τόσο δηλαδή τους απομάκρυναν κοινωνικώς, και πολλές φορές αν τους έβρισκαν, και πλησίαζαν κοντά σε ανθρώπους, τους λιθοβολούσαν. Ήταν καταραμένη αρρώστια. Τώρα όμως, ε, θεραπεύεται, και έτσι μπορούν οι άνθρωποι, και μπαίνουν μέσα στην κοινωνία, παρόλο που διακρίνονται έντονα τα φαγωμένα μέλη.
Αυτή η στάσις της ευχαριστίας, της ευγνωμοσύνης και δοξολογίας της κάθε ψυχής προς τον Θεόν, για τα τόσα θαύματα που κάνει σε μας προσωπικά, ή και στα μέλη της οικογένειάς μας, ή ακόμα και σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ή και σε κάθε άγνωστο χριστιανό, μάς γεμίζει από χάρη και χαρίσματα. Το τόνισε ο Απόστολος Παύλος στο τέλος αυτό. Μας γεμίζει από φώς και θείο φωτισμό, από ευλογίες και νοερά πνευματικά σκιρτήματα, όταν από την υλική ελεημοσύνη και προσφορά, ερχόμεθα στην πνευματική.
Σε μας που ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο, σ’ αυτό το σημερινό χάος της βλακείας και της διαστροφής, μαζί ταυτόχρονα, όταν αισθανθούμε και βιώσουμε, την πολλαπλή αυτή ευεργεσία της θείας χάριτος, πρέπει να προσέχουμε, και να κάνουμε πολλή επίμονη προσευχή, μη μας γελάσει με δόλιο τρόπο ο διάβολος, και προκαλέσει μέσα μας υπερηφάνεια και οίηση. Μας κλέψει δηλαδή τον κόπο μας, μας κλέψει τον μισθό μας.
- « Ε, κάτι καλό είδε και σε μένα ο Θεός, και τώρα με αμείβει», λέμε συνήθως. «Γιατί είμαι άξιος, γιατί το αξίζω. Στο κάτω κάτω της γραφής, διαφέρω και από τους άλλους ανθρώπους».
Επανειλημμένες φορές έχω ακούσει από χριστιανούς, στο εξομολογητήριο να μου λένε,
-«Ε, δεν είμαστε και μείς δηλαδή, όπως είναι όλοι οι άλλοι …! Τώρα αδελφέ, δε σκοτώνουμε, δεν πορνεύουμε, δε μοιχεύουμε, δεν κλέβουμε, δεν απατούμε, δεν διαφθείρουμε, δεν σπάζουμε καταστήματα, δε βάζουμε φωτιές, δε καταστρέφουμε ξένες περιουσίες, δεν είμαστε ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων … »
Ναι, το δέχομαι αυτό, δεν είμαστε σαν και κείνους…
Σε σχέση με εκείνους. Έχουμε μία μικρή διαφορά :Ως προς την πράξη. Στην φύση της αμαρτίας όμως είμαστε ίδιοι. Αμαρτωλοί εκείνοι, αμαρτωλοί και μείς. Και ύστερα, που ξέρουμε ποια είναι η πιο μεγαλύτερη αμαρτία, η δική τους, ή η δική μας απέναντι στο Θεό; Αυτό δεν γνωρίζομε.
Γι αυτό λοιπόν, όταν αυτές οι σκέψεις ανεβαίνουν στην ψυχή μας, φεύγουν τα χαρίσματα του Θεού, και κλέβονται όλες οι ευλογίες από το διάβολο. Τις έφαγε ο εγωισμός και η υπερηφάνειά μας. Έτσι συμβαίνει, σχεδόν πάντοτε, ή τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Χάνομε τη Θεία Χάρη και όσες ευλογίες φέρνει αυτή μαζί της, εξαιτίας αυτών των παθών, του εγωισμού, της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της κατακρίσεως, της σκληροκαρδίας, της μνησικακίας, της φιλαργυρίας, της ζήλειας, του φθόνου και τόσων άλλων.
Πολλών λοιπόν άλλων παθών και κακιών και πονηριών, που τα αναφέραμε λεπτομερώς προχτές το βράδυ, στο βραδινό μας κήρυγμα, στο κόψιμο της βασιλόπιττας. Υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου η Θεία Χάρις κρύπτεται, ή συστέλλεται. Η ενέργεια αυτή της χάριτος, έχει σκοπό με πολλή σοφία, να φυλάξει τους αγίους από τους κινδύνους που τους περιβάλλει η αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως και από την κακία και την πονηρία των φθονερών δαιμόνων. Η άρσις της θείας Χάριτος είναι μέγα θέμα, και αγγίζει τα σκληρά παλέσματα, σ’ αυτούς που αγωνίζονται σκληρά, τους ασκητάς και τους οσίους της ερήμου και των σπηλαίων της γης. Γι’ αυτό και μείς θα σταθούμε, στην πνευματική εργασία των πνευματικά αγωνιζομένων χριστιανών, μέσα στον κόσμο των πιστών χριστιανών, και στο πως αποκτούνται οι αρετές, του Θεού πάντοτε συνεργούντος.
Να πούμε ένα παράδειγμα, για να καταλάβομε όσα είπαμε μέχρι τώρα. Θέλω εγώ με όλη μου την ψυχή, να απαλλαγώ από τον θυμό. Απ’ τα νεύρα και απ’ την οργή. Η προαίρεσίς μου είναι καλή και αγαθή. Το θέλω. Δεν θέλω να νευριάζω. Γιατί κάνω κακό και στον εαυτό μου, κάνω κακό στα παιδιά μου, κάνω κακό στο περιβάλλον μου. Διαταράσσονται οι σχέσεις μου με τον σύντροφο της ζωής μου, άντρα ή γυναίκα, και θέλω να πάψω να θυμώνω. Δε φτάνει όμως μόνο να θέλω εγώ. Χρειάζεται οπωσδήποτε και η βοήθεια του Θεού. Άρα, διαπιστώνω πρώτα ότι έχω θυμό, οργή νεύρα κτλ και πηγαίνω στον παπά της ενορίας μου και εξομολογούμαι. Με μετάνοια και συντριβή και δάκρυα το πάθος μου. Παίρνω την συγχωρητική ευχή, και η πρώτη συμβουλή που θα μου δώσει ο ιερεύς, είναι να κάνω προσευχή. Γι’ αυτό λοιπόν και σε καθημερινή βάση, παρακαλώ τον Θεόν, να με απαλλάξει από αυτό το πάθος, και να με φωτίζει και να με βοηθά, στο πώς να μπορώ κάθε φορά να συγκρατώ τον θυμό μου.
Έχω να αντιμετωπίσω, πρώτον τον κόσμον που με περιβάλλει, ειδικότερα δε το οικογενειακόν περιβάλλον. Αλλά και το επαγγελματικό, ακόμα και το κοινωνικό. Τον διάβολο που θέλει το κακό μου και δεν τον βλέπουμε, - τους ανθρώπους τους βλέπουμε, τον διάβολο δεν τον βλέπουμε. Και την ίδια επίσης την διεφθαρμένη μου φύση, - έχω να αντιμετωπίσω και αυτήν. Που μέρα και νύχτα με σπρώχνει προς το κακό, προς το πονηρό και το αισχρό. Λέει ο Απόστολος Παύλος, «ό μισώ τούτο πράσσω», «ό μισώ», το μισώ. Το μισώ, δεν θέλω να το φτιάξω. Κι όμως με σπρώχνει η κακιά μου φύσις και το κάνω.
Γι’ αυτό λοιπόν πέφτω στα γόνατα και παρακαλώ τον Θεόν να με βοηθήσει. Αλλά «ζεί Κύριος ο Θεός, και ουκ αδυνατίσει παρά τον Θεόν πάν ρήμα». Γι’ αυτό υπάρχουν και άγιοι. Είναι αυτοί που ζήτησαν επίμονα την βοήθεια του Θεού, και ο Θεός τους απήλλαξε από την κακίαν. Θα έλθει δηλαδή αρωγός ο Θεός, και θα με οδηγήσει αργά, προσέξτε αργά, αργά και σταθερά, στην απόκτηση της αρετής της πραότητος, που βέβαια είναι το φάρμακο στο κεντρί του πάθους του θυμού μου.
Έτσι έχουμε μια άριστη συνεργασία της ελευθέρας βουλήσεως και προαιρέσεως του ανθρώπου, του αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, με την παντοδυναμία, ή με την παντοδύναμη αν θέλετε, συμπαράσταση της Θείας Χάριτος. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με όλα τα πάθη, και με όλες τις αδυναμίες που μας τυραννούν, σε αντίστοιχη σχέση με τις αρετές. Διότι έρχονται πολλοί και ρωτούν, και πώς θα το πολεμήσω εγώ, αυτό, πως θα βγάλω αυτό το πάθος, πως θα μου φύγει αυτή η αδυναμία, πως θα μου φύγει αυτό το κακό. Πρώτα βέβαια το εξομολογείσαι. Και στη συνέχεια κάνεις αγώνα. Ο Θεός θα σου δώσει χίλιες ευκαιρίες για να νικήσεις το πάθος, επειδή αυτός θα είναι κοντά σου, γιατί εσύ τον παρακαλάς να μην σε εγκαταλείψει. Και στις δύσκολες αυτές στιγμές, που ξυπνάει η φύσις και ο διάβολος το πάθος, ο Θεός να σε φωτίζει με ποιο τρόπο θα μπορείς να το αντιμετωπίζεις.
Περνώντας ο χρόνος και ο καιρός, γρήγορα θα καταλάβουμε, ότι κάθε αρετή είναι δωρεά του Θεού, διότι θα βλέπουμε τα πάθη μας, και μόνον τα πάθη μας, διότι εμείς δεν μπορούμε να καλλιεργήσομε καμιά αρετή, αν δεν το θέλει ο Θεός. Όλα τα αγαθά των αρετών, «κόποις κτώνται». Θέλει κόπο, θέλει μόχθο για να τηρήσεις μια εντολή, να κάνεις υπακοή στο θέλημα του Θεού. «Να αιχμαλωτίζεις», λέει, «πάν νόημα στην υπακοή του Χριστού», δηλαδή όλες τις σκέψεις μας, να λέμε, «τις θέλει ο Θεός αυτές τις σκέψεις που κάνω; Τις αγαπά; Αρέσκεται αυτές; Αρέσκεται ο Θεός στο πως βλέπω; Αρέσει αυτό στο Θεό το πως βλέπω; Αρέσει ο Θεός το πώς ομιλώ; Αρέσει ο Θεός στο πώς κάθομαι; Αρέσει ο Θεός στα φορέματα και στα ρούχα που φοράω; Αρέσει;» Ρωτείστε τον εαυτό σας, θα ρωτάμε τον εαυτό μας και θα παίρνομε απαντήσεις. Δε λέμε άλλες είναι οι εποχές… Θα λέμε αν αρέσει στον Θεό, και ο Θεός απαντά, γιατί είναι μέσα μας.
Η Χάρις του Αγίου Θεού είναι μέσα μας. Η Βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστί. Και ο Θεός είναι αδιάψευστος. Άρα λοιπόν, με αυτό που είπα, φαίνεται ότι ο θρόνος της Θείας Χάριτος είναι η καρδιά μας. Με την προϋπόθεση πάντοτε βέβαια, ότι ζητάμε την συνεργασία της Θείας Χάριτος με πολλή συντριβή, με πολλή ταπείνωση και με πολλά δάκρυα. Που στο καλό τους, δεν έρχονται, γιατί είμαστε σκληρόκαρδοι.
Κάποιος εξομολογούμενος είπε, έχω σαράντα χρόνια να χύσω ένα δάκρυ, ένα δάκρυ. Ούτε σε κηδείες, πουθενά, πουθενά, ούτε σε παιδιά, ούτε σε πείνες, τίποτα. Ούτε ένα δάκρυ δε βγαίνει από την ψυχή μου. Και ύστερα από καιρό όταν του είπα ότι δεν έχεις καμιά συναίσθηση ότι είσαι αμαρτωλός, ότι είσαι αμαρτωλότερος όλων των ανθρώπων που κατοικούν πάνω στη γη, και επαναστάτησε βέβαια, αν αυτό το πράγμα δεν το καταλάβετε, δε θάρθουν δάκρυα. Ήρθε ύστερα από έξι μήνες και είπε έχεις δίκιο πάτερ. Το δούλευα μέρα νύχτα αυτό έξι μήνες, και όταν συνειδητοποίησα ότι όντως είμαι αμαρτωλός, διότι έβαλα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, και τους φίλους μου, να μου πουν πως βλέπουν τα ελαττώματά μου, τότε κατάλαβα ότι όντως είμαι αμαρτωλός, και ύστερα από σαράντα χρόνια έκλαψα.
Η καρδιά λοιπόν πλημμυρίζει τότε, όταν κλάψουμε και όταν συντριβούμε, από πολλή αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, και μάλιστα η αγάπη τόσο πολύ καταλαμβάνει ολόκληρον τον άνθρωπον ψυχοσωματικά, ώστε να ξεχνά και να λησμονεί και να περιφρονεί τα πάντα. Και τα γήινα και τα ουράνια. Δε σκέφτεται τίποτα από τον ουρανό, ούτε αγγέλους, ούτε αρχαγγέλους, ούτε μέλλοντα τίποτα, τίποτα, τίποτα…Μόνο το Θεό! Έχω το Χριστό στην καρδιά μου, αυτό! Ούτε πρόσκαιρα σκέφτεται, ούτε αιώνια! Κανένα δημιούργημα του Θεού πάνω στη γη δεν του κάνει εντύπωση. Και κάθε κτίσμα. Είναι όλος αγάπη. Όλος φως αγάπης. Η ευσέβειά του μεγαλώνει. Η ευλάβειά του κορυφώνεται. Η πίστις του καθίσταται μέρα με την ημέρα πιο ζωντανή και πιο φλογερή. Η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού πολλαπλασιάζεται. Γίνεται αδιάλειπτη, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Μέρα νύχτα, στο στόμα, στο νου, στην καρδιά. Τα δάκρυά του για την αμαρτία του Σύμπαντος Κόσμου, από καυτά που είναι, γιατί είναι και αυτός αμαρτωλός, καθίστανται γλυκήρροα δάκρυα της Θείας Χάριτος.

Λέει, τελείωσε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που μας διάβασε εδώ ένας ιεροψάλτης, πως τελείωσε; «Της δε ευποιίας και κοινωνίας μη επιλανθάνεσθε. Τοιαύτες γαρ θυσίες ευαρεστείται ο Θεός», άρα για να κάνεις μια ελεημοσύνη θέλει θυσία, όχι περισσεύει ένα πενηνταράκι και το δίνω, να σου στοιχίζει αυτό που θα δώσεις. Ας πούμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος καίγεται από φλόγα, θείας αγάπης μέσα του, γιατί αυτά πρέπει να μας καίνε, θα πεθάνουμε αύριο, το πήρατε είδηση, ότι θα πεθάνουμε; Πού είναι οι παππούδες σας, οι μαμάδες σας, οι μπαμπάδες σας, οι γιαγιάδες σας, οι προπάππουδές σας, που είναι; Που είναι; Που είναι τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων; Που πέρασαν πάνω απ’ τη γη, τα τρισεκατομμύρια. Πού είναι; Πού θάσαι σύ και συ και συ κι γω αύριο; Έτσι λοιπόν οι ελεημοσύνες αυτού του ανθρώπου που καίγεται από αγάπη, και συμπάσχει προς τους φτωχούς, τους απόρους και τα λοιπά…, Αχ, προσέξτε, αυτές οι προσφορές, που λέει να μη τις ξεχνάμε ο Θεός, γίνονται με ευχαρίστηση, πρώτον, δεύτερον, με καλοσύνη, τρίτον με ιλαρότητα, τέταρτον με καρδιακή ευμένεια, και πάντοτε εν κρυπτώ, στα κρυφά. Και τώρα έρχεται η θυσία. Δανείζει και ξεχνά. Δάνεισε εκατό ευρώ με θυσία,τα δάνεισε, και έρχεται ύστερα από πέντε χρόνια ο κύριος Βαρσανούφιος, και λέει, «βρέ Γιώργη, πριν έξι εφτά χρόνια, σου πήρα, σου ζήτησα εκατό ευρώ δανεικά, μου τα ’δωσες με ευχαρίστηση, αν και δεν είχες, πάρτα». –«Ποια»;-«Αυτά».-«Στάδωσα εγώ»;-«Δεν θυμάμαι, το ξέχασα, κι αν σ’ έδωσα το ξέχασα, αλλά αποκλείεται να σ’ έδωσα». Μπορούμε να το πούμε αυτό; Να ξεχάσουμε το δανεικό; Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό, που λέει ο λαός, ε, έτσι δε λέμε; Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό, τι σημαίνει αυτό; Να το πάρει το ποτάμι, να φύγει, να το ξεχάσεις. Μόνο με αυτό τον τρόπο αγιάζεται η φιλόθεος καρδιά μας απ’ τη Θεία Χάρη.
Η ψυχή που πυρπολείται από το φώς της αγάπης, καθίσταται για μια ολόκληρη ζωή απλόχερη και μεγαλόκαρδη. Ακόμα και στον αχάριστο! Και στον αγνώμονα! Και στον εκμεταλλευτή! Ο Θεός ήξερε ότι οι εννιά δεν θα γυρίσουν πίσω. Κι όμως τους έκανε καλά απ’ τη λέπρα. Τους ευεργέτησε δηλαδή.
Όλοι οι χριστιανοί ακόμα και σήμερα, εκτός από τις κρυφές τους ελεημοσύνες, ελεούν και δια μέσω της εκκλησίας, που είναι πατερικός δρόμος. Το χέρι του ιερέως που ελεεί τον άγνωστο πάσχοντα. Για λογαριασμό αυτουνού που το δίνει στο χέρι. Και το χέρι του ιερέως αγιάζεται, και η ψυχή αυτού που τόδωσε στα κρυφά. Χιλιάδες χιλιάδων έργα έχουν γίνει με τέτοιες προσφορές, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια από την εκκλησία. Δύο χιλιάδες χρόνια κάνει έργα η εκκλησία. Αλλά τα κάνει απ’ τον δικό σας οβολό. Που το δίνετε κρυφά στην εκκλησία, και το κάνετε και άλλοτε και φανερά.
Κι η εκκλησία εξακολουθεί να πολεμάται από τους εχθρούς της. Και παρόλο που εξακολουθεί να πολεμάται από τους εχθρούς της, και προπαντός και ιδιαιτέρως σήμερα, εκείνη εξακολουθεί το έργον, το φιλάνθρωπον έργον, της σωτηρίας των ψυχών, με τα άγια σωστικά μυστήρια, βάπτισμα, χρίσμα, Ιερά Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, με την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών, δηλαδή, με την απόλυτη υπακοή μας στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στην Καινή Διαθήκη, στο ιερό μας Ευαγγέλιο και στην Ιερά μας Παράδοση. Ιδιαιτέρως εμείς σήμερα τονίσαμε, για το πώς στην καρδιά μας θα πλημμυρίσει από το φώς της Θείας Αγάπης, που θα κόψει ή θα κάψει τις ρίζες των παθών, και στις θέσεις της θα καλλιεργήσουμε, τις αντίστοιχες αρετές. Επίσης είπαμε για το πώς κατορθώνεται, αυτή η ματωμένη πορεία της ζωής μας, σημειώνοντας δύο βασικούς παράγοντας. Ότι πρέπει να υπάρχει η δική μας αγαθή προαίρεσις, με ελεύθερη τη βούλησή μας, και δεύτερον, με την παντοδύναμη βοήθεια της Θείας Χάριτος. Αυτή η συνεργασία της ανθρωπίνης αγαθής θελήσεως, και κυρίως της βοήθειας του Θεού, νικά ακόμα και τους πολύ μεγάλους πειρασμούς της ζωής, κάνοντας και θαύματα ακόμα. Στη συνέχεια κατά το μέτρον της δωρεάς του Ιησού Χριστού, ανέρχεται η ψυχή ολόκληρη, ολόκληρη την κλίμακα των αρετών. Και χαριτώνεται ακόμα, αξιώνεται δηλαδή απ’ τον Θεόν, με αποκαλύψεις των απορρήτων μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών. Αλλά εμάς μας τρώνε τα γήινα. Που να φτάσομε σε τέτοιες αποκαλύψεις…

Κάποτε χριστιανοί μου, μου διηγήθηκε ένας ιερεύς απ’ την επαρχία, για το πώς ο παππούς του, Γεώργιος Γανωματίδης, από τον Πόντο της Καππαδοκίας, από τις χαμένες πατρίδες, όπως συνηθίζουμε να τις λέμε τώρα, εκλήθη εις το μέγα μυστήριο της Ιεροσύνης. Ήταν περίπου τριάντα πέντε ετών έγγαμος, και πατέρας ήδη πέντε παιδιών. Ένα βράδυ ξενυχτούσε προσευχόμενος, -θυμάστε τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσσο που κοιμόταν στο σταύλο, και όλη τη νύχτα έκανε προσευχή-έ, κάτι ανάλογο έκανε και αυτός ο πατήρ Γεώργιος Γανωματίδης. Όταν ήταν ελεύθερος. Το τι έκανε ιερεύς, αυτά δεν τα ξέρομε.
Ξενυχτούσε λοιπόν προσευχόμενος, σ’ ένα σταύλο, δίπλα σε μια αγελάδα. Που η καημένη δυσκολευόταν να γεννήσει, και συνεχώς μούγκριζε, και αυτός προσευχόταν και για τον εαυτό του, και για την αγελάδα για να γεννήσει. Ξαφνικά βλέπει μπροστά του δύο νέους, με αστραφτερές λευκές στολές, να κρατούν στο χέρι τους ο καθένας, από ένα κερί, των οποίων το φως πλημμύρισε όλο το σταύλο. Οι δυό αυτοί ολόλαμπροι νέοι, του είπαν με μια φωνή να τους ακολουθήσει.
Εκείνος όπως ήταν φυσικό, σηκώθηκε αμέσως και τους ακολούθησε. Εκείνοι έφτασαν μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας του χωριού, η εκκλησία η οποία ετιμάτο εις μνήμην των Ταξιαρχών. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της, και μπήκαν μέσα στο ναό. Και όλος ο ναός φωτίστηκε, από το ολόλαμπρο φως, των δύο παραδόξων αυτών κεριών, που κρατούσαν οι δύο νέοι. Που εκείνη τη στιγμή, του ήλθε μέσα στο μυαλό ο φωτισμός, ότι οι δύο νέοι που είχε μπροστά του, ήταν οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Προχώρησαν οι Ταξιάρχες μέχρι την Ωραία Πύλη, εκεί του έκαμαν νόημα να σταματήσει. Μόλις στάθηκε ακίνητος, άνοιξαν από μόνες τους, η Ωραία Πύλη και τα Βωμόθυρα, αυτά εδώ. Και μπήκαν μέσα οι Αρχάγγελοι και ξαναβγήκαν αμέσως, κρατώντας ο Αρχάγγελος Γαβριήλ από αριστερά να κρατάει ένα Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο της Αγίας Τραπέζης, και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ένα Άγιο Ποτήριο. Και δείχνοντάς τα, του είπαν με μια φωνή:«Με αυτά, θα υπηρετήσεις τον λαόν του Θεού, σε αντικατάσταση του ιερέως που πρότινος εκοιμήθη. Αυτή είναι η εντολή του Κυρίου μας, και δεν θα αρνηθείς». Και χάθηκαν.
Αυτός σταυροκοπήθηκε με δέος πολλές φορές, είπε «νάναι ευλογημένο», «Εγώ αγράμματος είμαι, σχολείο ιερατικό δεν πήγα, πως θα γίνουν αυτά τώρα, αλλά άμα είναι θέλημά Σου Θεέ μου, όλα να είναι να… νάναι ευλογημένο».
Βρέθηκε λοιπόν έτσι μπροστά, στην ανοιγμένη Ωραία Πύλη, όπου πάνω στην Αγία Τράπεζα άστραφταν, όρθιο το Ευαγγέλιο, όρθιο ήταν, και το Άγιο Ποτήριο, αδειανό βέβαια, σταυροκοπήθηκε λοιπόν πολλές φορές, δόξασε το Θεό και τους Αρχαγγέλους, και έφυγε αμέσως και πήγε στο σταύλο.
Η αγελάδα του ήδη είχε γεννήσει ένα μοσχαράκι, που βέλαζε με ευχαρίστηση. Ο ουρανός ήταν ξάστερος, το φεγγάρι ολόλαμπρο, όλη η φύσις εχαίροντο την παρουσία, αυτή την παράδοξη, των Αρχαγγέλων σ’ έναν απλόν άνθρωπον.
Σε λίγες μέρες πράγματι, όλο το χωριό, υπέδειξε για εφημέριο, στον επίσκοπο της επαρχίας, τον κύριο Γανωματίδη. Έτσι ο γανωματής και αγρότης, το καμάρι του χωριού, -Γανωματίδης φαίνεται πήρε το επώνυμό του από τη δουλειά την οποίαν έκαμε. Γανωματής θα ήταν. -Το καμάρι λοιπόν του χωριού, ο άνθρωπος της αγρυπνίας, της νηστείας και της προσευχής, έγινε ο παπάς του χωριού, ο παπα-Γιώργης.
Βλέποντας ο Θεός την αγαθή του προαίρεση, την καλοσύνη του, την αγάπη του για τους συγχωριανούς του, τις κρυφές του ελεημοσύνες, τις νυχτερινές του προσευχές, την πίστη του, τον θείο του φόβο, και τις πολλές αρετές που καλλιεργούσε εν γνώσει του, τον κατέστησε ποιμένα, ποιμένα, τσομπάνο, αλλά λογικών προβάτων. Τον κατέστησε αντιπρόσωπόν Του. Και σαν αμοιβή όλων αυτών των αρετών, που καλλιέργησε με όλη του την καρδιά ελεύθερα και με αγάπη, γρήγορα ο Θεός τον κατέστησε όχι μόνον, άξιον θείων αποκαλύψεων, κατά την μαρτυρία του εγγονού του, και αυτού ιερέως, αλλά δια των ευχών του ετελούντο συνεχώς και θαύματα.
Χριστιανοί μου, το παράδειγμα που σας είπα, ήταν ζωντανό, και σύνοψε όλο το προηγούμενο κήρυγμα που είπαμε. Έχουμε μια ζωή αγιασμένη, αυτή που μπορούμε; Μερικοί έχετε πολλά άσπρα μαλλιά, είστε πάνω από εβδομήντα, εκεί που κάθεστε, στην καρέκλα, δεν μπορείτε να γονατίσετε, στο κρεβάτι, καθιστοί, θα πάρετε το κομποσχοινάκι και θα αρχίσετε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού…» Μια ώρα, μια ώρα! Εδώ στη Φιλανδία,πριν από σαράντα χρόνια είπε ο Αρχιεπίσκοπος, «Έχουμε», λέει, «χιλιάδες συνταξιούχους, εγώ από όλους», λέει, «τους συνταξιούχους ζητάω μια ώρα κομποσχοίνι. Απ’ όλους. Εάν δε όλοι οι συνταξιούχοι της χώρας μας, κάνουν από μια ώρα κομποσχοίνι και πούν «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η πατρίδα μας δεν θα έχει ποτέ ανάγκη από τίποτα». Τι κάνουν οι συνταξιούχοι μας; Κάθονται στον καναπέ και στην καρέκλα, δεν ξέρω που αλλού, και βλέπουν τηλεόραση. Αυτό είναι.

Εύχομαι λοιπόν από τα βάθη της καρδιάς μου και αυτό είναι δυνατόν, να μιμηθούμε όλοι μας με τη θέλησή μας, τις αρετές και τον πνευματικό αγώνα, αυτού του ταπεινού ιερέως, του Θεού πάντοτε συνεργούντος,

Αμήν