Πέμπτη, 4 Μαρτίου 1993

43 Η Θεία Λειτουργία.Η τάξις τών κατηχουμένων καί τών μετανοούντων

Το ψυχορράγημα του πλουσίου

Κάποτε ένας Γέροντας ασκητής έφυγε από την έρημο και κατέβηκε στην πόλη για να πουλήσει τα εργόχειρά του.
Κατά σύμπτωση κάθησε - συμπτώσεις δεν υπάρχουν, πάντοτε υπάρχει το έργο της Θείας Πρόνοιας - κάθησε στην πόρτα ενός πλουσίου, ο οποίος ψυχορραγούσε.
Καθώς λοιπόν εκάθετο, κοίταξε με προσοχή και βλέπει μερικούς τρομερούς αιθίοπες οι οποίοι προκαλούσαν φόβο μόνο που τους έβλεπε κανείς, διότι επέβαιναν πάνω σε μαύρα άλογα και κρατούσαν στα χέρια τους φλογισμένα τύμπανα.
Αυτά λοιπόν τα κατάμαυρα τέρατα έφθασαν με τα μαύρα άλογά τους έξω από την πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, της βίλας όπως θα λέγαμε σήμερα.
Αφησαν εκεί και οι ίδιοι μπήκαν μέσα στο σπίτι.
Μόλις τους είδε ο άρρωστος που ψυχορραγούσε άρχιζε να κραυγάζει απεγνωσμένα:
- Βοήθεια, σώστε με. Τρέξτε, βοήθεια, βοήθεια...
 Τότε του λένε αυτοί:
- Τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και βράδιασε θυμήθηκες για να φωνάξεις βοήθεια, για σωτηρία πνευματική; Γιατί όταν έλαμπε ο ήλιος και ήταν ημέρα δεν έτρεξες προς τον Θεόν για να σε σώσει; Εμείς όταν σε σπρώχναμε στην αμαρτία, εσύ γιατί δεν αντιστάθηκες; Γιατί δεν έπεσες στα γόνατα; για μετάνοια ασφαλώς.
Τώρα δεν υπάρχει για σένα καμμιά ελπίδα σωτηρίας ούτε και παρηγοριά.
Και αποσπώντας βιαίως την ψυχή του, την άρπαξαν και έφυγαν.
 Αυτά τα είδε ο Γέρων ασκητής.



Αυτός που ομολόγησε το πάθος του δημόσια

Στη διετία 1976-1978 μια Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, την πέμπτη Κυριακή αν δε με απατά η μνήμη μου είχα κάνει ένα κήρυγμα στον Αγιο Βασίλειο Πειραιώς εξ αφορμής της Μαρίας της Αιγυπτίας περί μετανοίας.
Αναφέρθηκα στις διάφορες κατηγορίες των μετανοούντων, θα μιλήσουμε κατόπιν, και στη δημόσια εξομολόγηση που γινόταν τα πρώτα χρόνια στην ιστορία της Εκκλησίας μας μέσα στις κατακόμβες και στους τότε βέβαια Ιερούς Ναούς που χρησιμοποιούσαν.
Ένας χριστιανός γύρω στην ηλικία των 60 ετών είχε ένα μεγάλο πάθος από το οποίον και στην ηλικία αυτή δεν μπορούσε να απαλλαγεί και έτσι εστερείτο των Αχράντων Μυστηρίων.
Την επομένη Κυριακή ήταν των Βαϊων και είχαμε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία.
Όταν συν Θεώ φτάσαμε στο τέλος και σταθήκαμε όλοι μας στην Ωραία Πύλη για να γίνει η Απόλυσις και του Διακόνου λέγοντος "Του Κυρίου δεηθώμεν" και του Μητροπολίτη να αρχίζει
την Απόλυση με το "Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθει αυτού εφ' ημάς" πάνω από τον δεσποτικό θρόνο ακούσαμε μια δυνατή φωνή ενός χριστιανού.
Ήταν ο χριστιανός που σας είπα με το μεγάλο πάθος.
Ανέβηκε λοιπόν στον δεσποτικό θρόνο και φώναξε δυνατά δυο φορές:
- Είμαι τέτοιος, είμαι τέτοιος.
Και είπε το πάθος του.
Δεν μπορώ λόγω αυτής της θέσεως αυτή τη στιγμή να σας πω τι φώναξε.
Μπροστά σε δύο χιλιάδες χριστιανούς ομολόγησε το πάθος του.
'Ολοι μείναμε κατάπληκτοι.
Ο Δεσπότης όμως δεν τά'χασε, συνέχισε και τελείωσε την Απόλυση.
Ποιό ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ομολογίας για τον χριστιανό;
'Οπως μου έλεγε κατόπιν, έφυγε από τα μέλη του σώματός του ένας βράχος και απαλλάχτηκε από το πάθος του μια για πάντα.
Δεν σας το συνιστώ βέβαια να το κάνετε και εσείς.
Μη μου ανέβει κανένας στο Δεσποτικό Θρόνο καμμιά φορά και μου πει "είμαι τέτοιος και είμαι τέτοια", έτσι;
Εκείνο όμως το οποίο επιμένω να κάνετε είναι όταν εξομολογείστε να ομολογείτε με ακρίβεια και ειλικρίνεια τα αμαρτήματά σας.
Και εγώ το ίδιο πρέπει να κάνω.



Ο Επίσκοπος Νικηφόρος και η αρχόντισσα Μαρκεζίνη

Ο Επίσκοπος Νικηφόρος, δεν θυμούμαι πότε, στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, μόλις είδε να εισέρχεται στον κυρίως Ναό για να εκκλησιαστεί η περίφημη αρχόντισσα Μαρκεζίνη, ερωμένη του τότε αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, την έδιωξε ο Νικηφόρος αμέσως από το Ναό.
Ζήτησε να αποκαταστήσει την αμαρτία της μοιχείας με έμπρακτη μετάνοια και να πάρει τον κανόνα της.
Μέχρι δε λήξεως του κανόνος της θα παρέμενε στον Νάρθηκα όπως όλοι οι μετανοούντες μαζί με τους κατηχουμένους.
Όλα αυτά ελέχθησαν τόσο δυνατά ώστε τα άκουσαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι.
Ο δε ιστορικός Ευσέβιος τα έγραψε και τα κατέγραψε στα ιστορικά του χειρόγραφα.



Ο Οσιος Παύλος ο απλούς και ο μοναχός που μετανόησε

Ο Όσιος Παύλος ο απλούς πήγε κάποτε επισκέπτης σε ένα μοναστήρι.
Ήταν Κυριακή.
Οι καλόγεροι μαζεύονταν στην Εκκλησία να λειτουργηθούν.
Ο Οσιος Παύλος ο απλούς στάθηκε σε μια γωνιά και από εκεί παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται τους αδελφούς που έμπαιναν στην Εκκλησία ένας ένας.
Είχε χάρισμα από τον Θεό να βλέπει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, των ψυχών.
Οι περισσότεροι αδελφοί είχανχαρούμενο πρόσωπο που έδειχνε αμέσως και την εσωτερική τους διάθεση.
Ο καθένας είχε πλάι του το φύλακα Αγγελό του που ακτινοβολούσε και εκείνος από χαρά.
Όλα αυτά έδειχναν αγιότητα, πρόοδο στην αρετή.
Ο αββάς Παύλος όταν τα έβλεπε όλα αυτά ευχαριστούσε τον Θεό από την καρδιά του. Καθυστερημένος λοιπόν έφτασε στο τέλος και ένας άλλος καλόγερος.
Αυτός ήταν διαφορετικός από τους άλλους.
Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, άγριο, ήταν ταραγμένος.
Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες που προσπαθούσαν ο καθένας χωριστά να τον τραβήξει προς το μέρος του.
Όλοι του βομβάρδιζαν τα αυτιά, το νου, την καρδιά.
Εκείνος ο δυστυχισμένος φαινόταν σαν χαμένος.
Ο Αγγελός του ακολουθούσε από πίσω περίλυπος με κατεβασμένο το κεφαλάκι.
Κάτι τον εμπόδιζε να πλησιάσει.
Ο Όσιος έβγαλε βαθύ στεναγμό.
Έκλαψε με συμπόνοια για τη βασανισμένη ψυχή του αδελφού και άρχισε να κάνει κομποσχοίνι για αυτόν.
Η Θεία Λειτουργία τελείωσε.
Οι καλόγεροι με τη σειρά άρχισαν να βγαίνουν.
Ο Όσιος πάλι έβλεπε.
Τώρα έδειχναν πιο λαμπροί, οι Αγγελοί τους φωτεινότεροι.
Ο αββάς Παύλος δεν κινήθηκε καθόλου από τη θέση του.
Περίμενε να δει και εκείνον τον άλλο που τόσο είχε προσευχηθεί για αυτόν σε ολόκληρη τη Θεία Λειτουργία.
Δεν άργησε να φανεί και εκείνος αλλά τι αλλαγή!
Η όψις του ακτινοβολούσε, τα πονηρά πνεύματα είχαν εξαφανιστεί, ο φύλακας Αγγελος τον σκέπαζε με τις φτερούγες του.
Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα!
Πόσο ήτο λαμπερός!
- Δόξα Σοι ο Θεός, ξέφυγε χωρίς να το θέλει από τα χείλη του Οσίου.
Οι αδελφοί γύρισαν και κοίταξαν με απορία.
Εκείνος τότε τους φανέρωσε τι είχε δει εκείνο το πρωινό στην Εκκλησία.
Ύστερα ανάγκασε τον αδελφό να πει με τι διαθέσεις πήγε στη Λειτουργία και πώς έφευγε.
Εκείνος βέβαια δεν δίστασε να κάνει δημόσια εξομολόγηση και να πει τα εξής:
- Μέχρι σήμερα περνούσα με αμέλεια τις ημέρες μου.
Τα πάθη μου είχαν φουντώσει, οι λογισμοί οργίαζαν μέσα στην καρδιά μου.
Ο νους μου είχε σκοτισθεί.
Σήμερα όμως με ελέησε ο Θεός.
Άκουσα μια προτροπή στην ανάγνωση από τον Προφήτη.
"Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών, παύσασθε από των κακιών υμών, μάθετε το καλόν ποιείν. Και εαν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν - κατακόκκινες οι αμαρτίες από τις φονικές διαθέσεις και πράξεις γι'αυτό λέει φοινικούν- τότε ως χιόνα λευκανώ".
Ησαίας 1ο Κεφάλαιο.
 Αυτή την προφητεία την διαβάσαμε Καθαρά Δευτέρα το πρωί.
Η καρδιά μου συνετρίβη, συνέχισε ο μοναχός.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, έπεσα στα γόνατα και ζήτησα το έλεος του Θεού
όπως ο άσωτος: " Πάτερ ήμαρτον ε ις τον ουρανόν και ενώπιόν σου",
όπως ο ληστής: "Μνήσθητι μου Κύριε εν τη βασιλεία σου",
όπως ο τελώνης: "Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ",
όπως ο λεπρός: "Ιησού επιστάτα ελέησόν με"
ή όπως ο τυφλός: "Ιησού, υιέ Δαυείδ, ελέησόν με".
Σηκώθηκα ξαλαφρωμένος, πήρα την απόφαση να μην ξαναμαρτήσω.
 Ο Όσιος Παύλος και οι μοναχοί θαύμασαν σε αυτήν την εξομολόγηση και είπαν:
- Πράγματι ανυπολόγιστη η αξία της μετανοίας, της αποφάσεως του ανθρώπου να μην ξαναμαρτήσει.



Ο Επίσκοπος μου βρήκε μόνον ένα χριστιανό και άφησε μόνον έναν ειδωλολάτρη.

Είχα διαβάσει στο βίο ενός Αγίου, δεν το θυμάμαι το όνομά του αυτή τη στιγμή.
Όταν πήγε σε μια πόλη ειδωλολατρική υπήρχε μόνον ένας χριστιανός.
Αυτός άλλωστε τον είχε και καλέσει.
Η πόλις ήταν μεγάλη και πολυάριθμος.
Σε λιγότερο από 10 χρόνια ύστερα από μια βαριά αρρώστεια ο Επίσκοπος αυτό πέθανε.
Λίγο πριν πεθάνει οσίως ακούστηκε να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό λέγοντας:
- Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, ερχόμενος εδώ βρήκα μόνον έναν χριστιανό. Φεύγοντας τώρα για να έρθω κοντά σου αφήνω πίσω μου μόνον ένα ειδωλολάτρη.
Όλοι μαζί οι υπεύθυνοι, οι ποιμένες της Εκκλησίας και εσείς σαν υπεύθυνοι οικογενειάρχες στα σπίτια σας θα σταθούμε μπροστά σε αυτόν τον Επίσκοπο και θα μας κρίνει όλους.



Ο Πατήρ Αγάπιος της Διονυσίου

Στη μονή του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Ορους ζούσε ο Πατήρ Αγάπιος ο μοναχός.
Όταν ήτο στον κόσμο και εδώ στην Ελλάδα και στη Γαλλία που έζησε ένα διάστημα ζούσε έκλυτη ζωή γεμάτη ασωτία.
Ήταν οικοδόμος στο επάγγελμα.
Η ιστορία είναι αληθινή και το ονόματα αληθινά.
Προσέξτε να δείτε πώς κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού την αγία.
Όχι ότι δεν ήτο χριστιανός αλλά είπαμε όλοι μας έχουμε ανάγκη νέας κατηχήσεως και επανευαγγελισμού.
Μια νύχτα λοιπόν στον ύπνο του του παρουσιάζεται ένας νεαρός τσομπάνης και του λέγει:
- Είμαι ο Δημήτρης από το χωριό σου. Με θυμάσαι;
Μέσα στον ύπνο του δεν απάντησε αυτός.
- Και πρόσεχε να μην ξαναμαρτήσεις κι εγώ θα σε προστατεύω.
Ξύπνησε αυτός και λέει:
- Μα ποιον Δημήτρη είχαμε τσομπάνο στο χωριό; Δημήτρης;
Δεν μπορούσε να το βρεί.
Την άλλη μέρα όμως πάει στη δουλειά του και πέφτει από μια σκαλωσιά εφτά ορόφων και σώζεται χωρίς αμυχή, χωρίς γραντζουνιά.
Όλοι λοιπόν του λέγανε εκεί και οι Γάλλοι και οι Ελληνες:
- Άγιο έχεις για να σωθείς από τόσο ύψος.
Ενθυμούμενος το όνειρο με τον Δημήτριο λέει:
- Α, πρέπει να ήταν ο Αγιος Δημήτριος γιατί στο χωριό μας το εκκλησάκι μας τιμάται προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο προστάτης μου.
Από τότε άρχισε πιο προσεχτική ζωή χωρίς αμαρτίες και κάθε Κυριακή στην Εκκλησία.
Από έναν Ελληνα εκεί ράφτη έμαθε μερικά πράγματα από προσευχούλες και έκανε.
Ένα πρωί λοιπόν που έκανε προσευχή να'σου και ο ίδιος ο νέος ο τσομπανάκος μπροστά του.
- Τι προσευχή, του λέει, κάνεις τώρα.
- Να, Άγιος ο Θεός λέω, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών... Του είπε εκεί πέρα.
- Α, πολύ καλά, του λέει. Αλλά θέλω να μάθεις και "Τον Σταυρό μου χαράξας Μωσής". Είναι η πρώτη καταβασία του Τιμίου Σταυρού.
- Μα, Κύριε, του λέω, αυτό δεν το ξέρω. Πού να το μάθω;
Τα διηγείται ο ίδιος.
Παρ' όλο που ήταν πολύ νέος τσομπανάκος τον είπε Κύριο.
- Ακουσέ με, του λέει, και μάθε το.
Και άρχισε λοιπόν να το ψέλνει ο τσομπανάκος:
"Τον Σταυρόν μου χαράξας Μωσής" με πολύ γλυκειά φωνή και πολύ μελωδία.
Λέει ο ίδιος:
- Εμεινα άφωνος γεμάτος δέος και θαυμασμό. Τον κοίταζα με ανοιχτό το στόμα. Πρόβαλα όμως αντιρρήσεις, λέει, επειδή εγώ είμαι αμαθής και αγράμματος.
- Ε, λέει, πώς θα το μάθω εγώ αυτό; Δεν μπορώ.
- Θα στο ξαναπώ.
 Πάλι αντιρρήσεις ο κυρ Αντώνης.
Το κοσμικό του όνομα ήταν Αντώνης.
- Τότε, λέει, θα πας στο ράφτη στο φίλο σου στον Γιώργο που ψάλλει στην Εκκλησία και αυτός θα σου το μάθει.
Και γίνεται άφαντος από μπροστά του.
Σκεφτικός λοιπόν ο τότε Αντώνιος πήγε βρήκε το φίλο του το ράφτη και του φανέρωσε την οπτασία και την εντολήν του Αγίου.
Ήταν βέβαιος τώρα μέσα του ότι ήταν ο Άγιος Δημήτριος.
Σαν άκουσε βέβαια αυτά ο φίλος του ο ράφτης εξεπλάγην.
Επειδή είχε όμως εκείνην την ώρα εργασία στο ραφείο του είπε να' ρθεί το απόγευμα.
Και ήρθε πράγματι ο Αντώνιος το απόγευμα, του το έψαλε πολλές φορές, το έγραψε επάνω και σε χαρτί κτλ. για να το μάθει.
Τότε για μια στιγμή φωτίστηκε ο ψάλτης και του λέει:
- Κυρ Αντώνη,- γιατί τον λέει κυρ Αντώνη τώρα; διότι ο Αντώνης ήταν τότε ηλικίας 50 ετών
- Παράτησε τα, φίλε μου, όλα. Ο Θεός σε προορίζει για άλλη ζωή. Μάζεψέ τα και φύγε τώρα. Και πάνε ή στα Ιεροσόλυμα ή στο Άγιον Όρος.
Αυτά λοιπόν τα διηγείτο στον Πατέρα Λάζαρο τον Διονυσιάτη το 1954 όταν αρρώστησε ο Πατήρ Αγάπιος και τον διακονούσε στην ασθένειά του.
- Από τότε κι εγώ, Πάτερ Λάζαρε, άρχισα να σκέπτομαι να παρατήσω τον κόσμο και την αμαρτωλή ζωή που έκανα και που περνούσα με τις γυναίκες, με τα μεθύσια κτλ. κτλ.
Όλα αυτά επί λέξει.
Όπως τα ξέρεις, να μην στα πολυλογώ τα ξεπούλησα όλα και ήρθα εδώ στο Άγιον Όρος.
- Α, εύγε σου, του λέει ο Πατήρ Λάζαρος, είσαι αξιέπαινος.
Έδωκες μια μεγάλη πληγή στο διάβολο σε τέτοια ηλικία που γλύτωσες από τις μαγγανείες του.
Διότι επαναλαμβάνω ήταν τότε ηλικίας 50 ετών που εγκατέλειψε τον κόσμο και πήγε στο Αγιον Ορος.
Ο Θεός δεν έχει χρόνους και καιρούς.
Τον άνθρωπο στην πιο κατάλληλη στιγμή τον καλεί στον δρόμο της σωτηρίας.
Διαλέγει πολλούς τρόπους για να φέρει τον κάθε άνθρωπο κοντά του.
Αυτό που κάνει σήμερα η Εκκλησία με το κήρυγμα, με την ποικιλλότροπη ιεραποστολική δράση, με την κατήχηση, με την έκδοση την πληθωρική των Πατερικών βιβλίων, διαμέσου των εκκλησιαστικών ραδιοφωνικών σταθμών κτλ.
Στον Πατέρα Αγάπιο, τον πρώην Αντώνιο, το έκανε ο ίδιος ο Θεός διά του Αγίου Δημητρίου.
Έτσι τον κάλεσε και έτσι τον κατήχησε.
Και όλοι εμείς εδώ μέσα είμεθα κατηχούμενοι και επανευαγγελιζόμενοι στον λόγον της σωτηρίας.
Μη στρέψουμε λοιπόν την πλάτη μας στην κλήση του Θεού και ας την εκμεταλλευτούμε όσο μπορούμε καλύτερα με την χάρη και την βοήθεια του Αγίου Θεού και μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια.



Απομαγνητοφώνηση της συζήτησης με τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Αυτή η ευχή λέγεται κατά διαφόρους τρόπους κατά την κατάσταση του προσευχομένου.
Ευρισκόμενος εγώ σε μια κατάσταση χάριτος είδα τα δάκρυά μου επήγαιναν ποτάμι και έτσι πήγα να εξετάσω τι δάκρυα είναι αυτά.
Τα δάκρυα τα έχω δοκιμάσει αλλά αυτά είναι άλλα δάκρυα και ακούω μια φωνή και μου λέγει ...