Πέμπτη, 3 Μαρτίου 1994

62 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.3ον. Τά Σά εκ τών Σών

********************************

62Α Τα παιδιά που για παιχνίδι πήγαν να κάνουν Θεία Λειτουργία

Κάποτε, αδελφοί μου, πριν πολλά πολλά χρόνια, δυο παιδιά, όπως
μας διηγείται το Λειμωνάριον, από τον πόθο που είχαν να γίνουν
Ιερείς, είχαν μάθει από μνήμης όλα όσα λέγονται και γίνονται στη
Θεία Λειτουργία. Βοηθούσαν μέσα στο Αγιο Βήμα και πρόσεχαν τα
πάντα. Ετσι γνώριζαν και τα κατείχαν όλα. Τα δυο παιδιά ήσαν
ηλικίας 10 και 12 χρονών. Μια μέρα αποφάσισαν παίζοντας να
κάνουν τους παπάδες και να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία αφού έτσι
και αλλιώς την ήξεραν απέξω, από μνήμης. Πήραν λοιπόν ένα
καρβέλι ψωμί και κρασί και βγήκαν έξω από το χωριό τους, το
Δοξανό της Αφαμίας. Βρήκαν δυο μεγάλες πέτρες που ήσαν από το
ένα μέρος τους πλατειές, ίσιες σαν πλάκες. Την μια την
χρησιμοποίησαν για Ιερά Πρόθεση, Προσκομιδή και την άλλη για
Αγία Τράπεζα. Εκαναν από χαρτιά το Πετραχείλι τους και για
Φελόνι φόρεσαν τσουβάλια. Και έτσι άρχισαν κανονικά τη Θεία
Λειτουργία. Οπως την παρακολουθούμε και όπως ακριβώς τελείται
έτσι την έκαμαν γιατί την ήξεραν από μνήμης όπως είπαμε. Και
φθάνουν στο σημείο να επαναλάβουν τα λόγια της συστάσεως της
Θείας Ευχαριστίας : "Λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες". Και
λέγοντας τις φράσεις: "Το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον" ενώ
ο ουρανός ήταν καταγάλανος πέφτει ένα αστροπελέκι φοβερό, με
φοβερή βροντή και κατακαίει τα πάντα, κάνοντας τα μαύρη στάχτη
και τις δυο μεγάλες πέτρες και τα είδη που είχαν πάνω σε αυτές
και τον γύρω χώρο. Τα παιδιά παρέμειναν άθικτα. Καψάλισε και
έκαψε τα χάρτινα Πετραχείλια τους και τα δυο τσουβάλια από το
επάνω μέρος και όχι από κάτω για να αποδειχθεί η αλήθεια του
θαύματος. Από πάνω κάηκαν αυτά, όχι από κάτω. Τα δυο παιδιά από
τον τρόμο τους παρέλυσαν και βουβάθηκαν. Δεν μπορούσαν ούτε να
κουνηθούν, ούτε και να μιλήσουν. Πέρασε όλη η μέρα και τα παιδιά
δεν γύρισαν πίσω. Και στο σχολείο δεν είχαν πάει. Ετσι
ανησύχησαν οι γονείς και άρχισαν να ψάχνουν μαζί με άλλους
χωριανούς για να τους εύρουν. Τελικά τους βρήκαν στην κατάσταση
που είπαμε. Σιγά σιγά συνήλθαν τα παιδιά και διηγήθησαν με
λεπτομέρεια το όσα συνέβησαν. Οι γονείς κατόπιν τα γνωστοποίησαν
στον Ιερέα του Δοξάνου και εκείνος στον Επίσκοπο της επαρχίας
του. Ηρθε ο Επίσκοπος και μαζί με τα παιδιά και τον ευλαβή
εφημέριο του χωριού, τους γονείς και πολλούς άλλους χωριανούς
μετέβησαν στον τόπο όπου συνέβη το παράδοξον αυτό θαύμα. Ο
Επίσκοπος είδε και θαύμασε και επειδή ήτο αγιασμένος κληρικός
μέσα του πληροφορήθηκε ότι έτσι πράγματι συνέβησαν τα θαυμάσια
του Θεού. Εκεί στο ίδιο μέρος έχτισε στην αρχή έναν
μεγαλοπρεπέστατο Ναό και στο σημείο που έγινε το θαύμα και
κάηκαν οι δυο πέτρες τοποθέτησε την Αγία Τράπεζα. Αργότερο
οικοδομήθηκε μεγάλο μοναστήρι όπου τα δυο παιδιά, μεγάλα πια,
έγιναν μοναχοί και αργότερο καταξιωμένοι Λειτουργοί του Υψίστου.

***************************************************

62Α Μικρός τέλεσε Θεία Λειτουργία και γέμισαν το στόμα του
σάρκες

Στην πενταετία μεταξύ 1950 και 1955 είχε πεθάνει ένας μοναχός
στο Αγιο Ορος που τον θυμούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι
πάντα τραύλιζε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καλά. Είχε πάνω του κάτι
το φοβισμένο. Και όταν επρόκειτο να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία
πάντοτε τον κρατούσαν δεξιά και αριστερά δύο μοναχοί και μετά
φόβου και τρόμου κοινωνούσε. Γιατί άραγε; Οταν ήταν μικρός,
μέχρι περίπου 14 ετών αγαπούσε τόσο πολύ την Εκκλησία και τη
Θεία Λειτουργία ώστε απεφάσισε να την κάνει μόνος του. Είχε θείο
παπά σε μια μεγάλη κωμόπολη που ζούσαν και από αυτόν και από την
Εκκλησία πήρε κρυφά όσα χρειάζονται για τη Θεία Λειτουργία,
δηλαδή πήρε τον Αγιο Δίσκο, το Αγιο Ποτήριο, το Ευαγγέλιο,
πρόσφορο, κρασί και όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και άμφια. Βρήκε κάτι
παλιά μέσα στα συρτάρια, τα πήρε και αυτά. Κάποια μέρα λοιπόν
που ήταν μόνος του στο σπίτι του ετοιμάστηκε, ντύθηκε, έκαμε την
προσκομιδή και ύστερα τη "Θεία Λειτουργία", το βάζω σε
εισαγωγικά αυτό. Κατά το τυπικόν έφτασε η ώρα να "κοινωνήσει".
Μόλις έβαλε στο στόμα του το ψωμί έγινε ματωμένο κρέας, γούρλωσε
τα μάτια του από τον τρόμο του. Ο τρόμος βέβαια έγινε πανικός,
παγωμάρα όπως θα λέγαμε, όταν είδε ότι από το Αγιον Ποτήριον
άρχισε αυτό μέσα να βράζει. Εβραζε και δεν ήταν κρασί, ήταν αίμα
το οποίο άρχισε να χύνεται προς τα έξω. Μπροστά σε αυτό το θέαμα
και σε αυτό που είχε στο στόμα του λιποθύμησε. Γύρισαν οι δικοί
του στο σπίτι και τρομαγμένοι βρήκαν το γιο τους λιποθυμισμένο
και πάνω σε ένα μικρό τραπέζι τα σκεύη της Θείας Λειτουργίας με
όσα είχε τελέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φώναξαν βέβαια το
συγγενή τους τον Ιερέα, ο οποίος προσπάθησε πρώτα πρώτα να
συνεφέρει τον μικρό. Και κατόπιν να του μιλήσει γιατί ήταν πολύ
τρομαγμένος και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τελικά
τραυλίζοντας και με πολλή πολλή δυσκολία κατάφερε να διηγηθεί τι
συνέβη. Εκλήθη ο Αρχιερεύς της περιοχής, κάπου στην Πελοπόννησο
έγινε αυτό, ο οποίος μαζί με τους Ιερείς μετέφεραν τα τελούμενα
πάνω στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του μεγάλου αυτού χωριού,
της κωμοπόλεως, όπου υπηρετούσε ο θείος του παιδιού. Την άλλη
μέρα λειτούργησαν και αγίασαν αυτόν τον τεμαχισμένο άρτο και τον
οίνο γιατί τα βρήκαν ακριβώς όπως ήταν και όχι όπως τα είδε ο
μικρός. Και όπως ακριβώς γίνεται όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία αγίασε τα ήδη ο Αρχιερεύς. Αυτό το
έκανε όπως περίπου κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Το παιδί δεν μπόρεσε να συνέλθη
ποτέ. Εκεί στα 20 περίπου χρόνια του έγινε μοναχός στο Αγιον
Ορος αλλά πάντοτε φοβισμένο το παιδί κοινωνούσε. Αναστατώνετο
στην ιδέα ότι θα μπορούσε το στόμα του να ξαναγεμίσει από
σάρκες. Το γιατί το επέτρεψε ο Θεός δεν το ξέρουμε αυτό.

***********************************

62Α

Σε κάποια Σκήτη πριν από πολλά χρόνια ζούσε ο Πατήρ Ελπίδιος,
πράος, ειρηνικός, υπάκουος, άριστος υποτακτικός, εγκρατής,
ασκητικότατος, βιαστής των πνευματικών αγώνων και εργάτης της
νοεράς προσευχής. Σε μια του αγρυπνία με το κομποσχοινάκι,
καθήμενος έξω από το κελλάκι του και αγναντεύοντας πότε το
πέλαγος και τον ουρανό, τον έναστρο ουρανό, και πότε βυθιζόμενος
μέσα στον ουρανό της καρδιάς του, είδε, με τα μάτια του είδε
κάποια στιγμή το Κυριακό. Κυριακό είναι ο κεντρικός Ναός της
Σκήτης. Και είδε τον Ναόν αυτόν φωτισμένο. - Μπα, είπε με το
λογισμό του, φαίνεται πως οι Πατέρες έχουν αγρυπνία. Αλλά για
ποιον Αγιο; Ας πάω να δω. Ετσι ξεκίνησε και πήγε προς το
Κυριακό. Οι πόρτες ολάνοιχτες. Ο Ναός πολύ φωτισμένος και οι
ψαλμωδίες κατανυχτικές. Μόλις μπήκε μέσα είδε ότι ο Ναός ήταν
γεμάτος από Πατέρες, από μοναχούς. Ολοι τους όμως ήσαν σκυμμένοι
και εφαίνοντο πολύ συγκινημένοι. Τα κουκούλια σκέπαζαν τα
πρόσωπα. Η ατμόσφαιρα γλυκειά, ευώδης, κατανυχτική και συγχρόνως
όμως λαμπροφόρα. Και αυτό προήρχετο από αυτόν που λειτουργούσε.
Τον κοίταξε καλά. Ηταν ένας μεγαλοπρεπής Αρχιερεύς
περιστοιχισμένος από 12 Ιερείς. Ολοι τους ακτινοβολούσαν. Αλλά ο
Αρχιερεύς Δεσπότης άστραφτε σαν τον ήλιο. Αυτού η λαμπρότητα
φώτιζε και τον Ναό και έξω από το Ναό. Γεμάτος δέος και
αιχμαλωτισμένος από την απαστράπτουσα αυτή μεγαλοπρέπεια του
Δεσπότου δεν κατάλαβε πώς έφτασε στο τέλος, πότε έφτασε στο
σημείο να βγει ο Αρχιερεύς και να πει "Μετά φόβου Θεού, πίστεως
και αγάπης προσέλθετε". Και λέγει ο Αρχιερεύς κατόπιν: - Ελα,
Ελπίδιε, έλα. Και πήγε. Πήγε και κοινώνησε. Μα τι άρρητη ευωδία
ήταν αυτή! Μα τι θεία ευφροσύνη τον κατέλαβε! Με τι παραδείσους
πλημμύρισε το είναι του! Πού ζούσε; Στον ουρανό; Στη γή; Ηταν
μέσα του; Ηταν έξω από τον εαυτό του; Ηταν με το σώμα του; Ηταν
χωρίς το σώμα του; Ηταν ξύπνιος; Ονειρεύετο; Και ξαφνικά μια
τρομαγμένη και απορρημένη φωνή τον ρωτάει. Και με την ερώτηση
βέβαια συνέρχεται. Αυτός που τον ακούμπησε και τον ρώτησε ήταν ο
Δικαίος της Σκήτης, ο υπεύθυνος δηλαδή της Σκήτης που είχε την
ευθύνη να ανοίγει και τον Ναό. - Πώς μπήκες μέσα, Πάτερ
Ελπίδιε; Πώς βρέθηκες εδώ τέτοια ώρα; - Συγχώρεσέ με, Πάτερ,
απαντάει ο Πάτερ Ελπίδιος. Φαίνεται πως μετά τη Θεία Λειτουργία
με πήρε ο ύπνος. Συγχώρεσέ με. Ευλόγησον, ευλόγησον. - Μα για
ποια Θεία Λειτουργία μιλάς, ευλογημένε; - Μα για αυτή που
τελείωσε λίγο πριν μαζί με την αγρυπνία. Δεν απάντησε ο
Δικαίος. Είπε όμως τα συμβάντα στους Γέροντες της Σκήτης και
είπε και το εξής: - Οταν πήγα στο Ναό η πόρτα ήταν κλειδωμένη
και γύρισα το μεγάλο αυτό κλειδί δυο φορές για να ανοίξει η
πόρτα. Πώς βρέθηκε μέσα; Και τι είδους Λειτουργία ήταν αυτή που
είδε και συμμετείχε; Οι Πατέρες βέβαια και οι Γεροντάδες πίεσαν
τον Πατέρα Ελπίδιο και εκείνος με απλότητα διηγήθηκε τα όσα
συνέβησαν. Μετά όμως από αυτό το γεγονός όταν κατάλαβε ότι αυτό
δεν ήταν γήινο αλλά υπερουράνιο, υπερφυσικό, ότι βρέθηκε στη
Λειτουργία της Ανω Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας των Ουρανών, ότι το
υπερουράνιο θυσιαστήριο κατέβηκε κάτω στη γη και ποιος ξέρει
ποιοι ήσαν αυτοί οι δώδεκα - ισως οι Απόστολοι -

Αλλαγή πλευράς ?????

Καταλάβατε λοιπόν. Ο Πατήρ Ελπίδιος βρέθηκε στη Θριαμβεύουσα
Εκκλησία, στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, στη λατρεία της Βασιλείας
του Αγίου Θεού. Η άνωθεν λοιπόν θεία ακατάληπτος Λειτουργία
ετελείτο στη γη κατά τρόπον παράδοξον, τρόπον που δεν μπορούν να
συλλάβουν τα δικά μας φτωχά και κοσμικά μυαλά. Και ετελείτο από
τον Δεσπότη Χριστό, τον Κύριο του ουρανού και της γης, τον
Παντοκράτορα Θεόν. Και το απορίας άξιον: Τι εκοινώνησε ο Πατήρ
Ελπίδιος; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτήν την ιστορία μου τη
διηγήθηκε ο Πατήρ Φιλόθεος, ένας ερημίτης μοναχός το 1959, όταν
πρωτοπήγα στο Αγιον Ορος ως Διάκονος τότε ακόμα για να μου πει
ότι πρέπει να γίνω σαν τον Πάτερ Ελπίδιο ως Λειτουργός του
Υψίστου. Και αλίμονό μου δεν έγινα τίποτα.

*************************