Πέμπτη, 18 Μαρτίου 1993

45 Η Θεία Λειτουργία. Ο Χερουβικός ύμνος. Μέρος 1ον

Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο

Κάποτε μια χριστιανή εξομολογήθηκε στον Πατέρα Ιάκωβο στο παρεκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους στη μονή του Οσίου Δαυείδ.
Εν συνεχεία μετά την εξομολόγηση ενώ παρέμεναν οι δικοί της για να πάρουν σειρά κατέβηκε αυτή στον κυρίως Ναό.
Όσοι έχετε πάει στον Οσιο Δαυίδ ξέρετε πώς είναι.
Ο Ναός ήταν άδειος, μπήκε μέσα, άναψε ένα κεράκι και άρχισε να προσκυνάει τις εικόνες.
Μπαίνοντας μέσα όμως βλέπει για μια στιγμή την Ωραία Πύλη ανοιχτή και πάνω στην Αγία Τράπεζα να κάθεται ένας νεαρός.
Πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Η Ωραία Πύλη ήταν ανοιχτή και εκείνος καθόταν πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Μόλις τον είδε του έβαλε τις φωνές:
- Βρε, του λέει, δεν ντρέπεσαι να κάθεσαι πάνω στην Αγία Τράπεζα;
Κατέβα γρήγορα κάτω.
Βγες έξω.
Αλλά να τέτοιοι είστε οι σημερινοί νέοι.
Δεν έχετε πάνω σας τσίπα.
Κακομαθημένοι είστε, ασεβείς, χαραμοφάηδες, τεμπέληδες, μακρυμάλληδες.
Φαίνεται θα είχε μακριά μαλλιά ο νεαρός.
- ... Αναρχικοί... Και ποιος ξέρει άλλα πόσα του έσυρε εκεί πέρα.
Αλλά ο νέος όμως την διακόπτει και με πολύ γλυκειά και ουράνια φωνή της λέει:
- Και εσύ γιατί δεν εξομολογήθηκες λίγο πριν την τάδε αμαρτία που έκανες;
Και της είπε ακριβώς την αμαρτία.
Εκείνη δάκρυσε, αποσβολώθηκε.
Άφωνη από το ξάφνιασμά της.
- Και εσύ ποιος είσαι; τον ρώτησε ψελλίζοντας και τρέμοντας ύστερα από την αποκάλυψη.
- Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο, είπε και εξαφανίστηκε.
Μόλις συνήλθε λοιπόν έτρεξε προς τον Πατέρα Ιάκωβο φωνάζοντας πανικόβλητη για το τι είδε και τι της συνέβη.
Αυτό μας το διηγήθηκε ο ίδιος ο Πατήρ Ιάκωβος.
Ήταν μπροστά και η πρεσβυτέρα.
"Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο".
Κι εσύ κι εσύ κι εγώ και κάποιοι άλλοι και όλοι μας θα Τον πάρουμε εις βρώσιν και πόσιν και εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον.
Αλλά όλοι μας όμως θα βρεθούμε στην Εκκλησία μεθαύριο Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και θα Τον υποδεχθούμε στην Μεγάλη Είσοδο ως Βασιλέα των όλων δορυφορούμενον υπό των
ουρανίων Αγγελικών τάξεων.


Ο παπα-Τύχων

Αλλά κάτι ανάλογα με αυτά που ζούσε ο πατήρ Γεώργιος, ζούσε κι ένας ευλαβέστατος Ρώσος Αγιορείτης Ιερεύς, ο παπα-Τύχων.
Ο πατήρ Γεώργιος εχάνετο στον Χερουβεικό ύμνο μέσα στην ασύληπτη ωραιότητα του ουρανίου θυσιαστηρίου και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας.
Στους ίδιους λοιπόν αστραφτερούς τόπους του ουρανού και της Ανω Ιερουσαλήμ μετέφερε την ώρα του Χερουβεικού ύμνου τον Αγιορείτη μοναχό του Υψίστου ο Αγγελος φύλακάς του.
Να πώς περίπου βίωνε αυτήν την αρπαγή.
Με τα λίγα ελληνικά που ήξερε ο Ρώσος αυτός ευλαβής Ιερεύς έλεγε:
- Την ώρα του Χερουβεικού φύλακας Άγγελος ανεβάς, ανεβάς μισή ώρα, μια ώρα, δεν ξέρω.
Άγγελος πάλι κατεβάς.
Καταλαβαίνετε τότε μόλις συνερχόταν ο Άγιος αυτός Λειτουργός ότι βρισκόταν στη μέση της Θείας
Λειτουργίας κι έπρεπε να συνεχίσει.
Κι έλεγε:
- Πω, πω, εγώ λειτουργήσει. Εγώ λειτουργήσει. Πω, πω! Πω, πω!
Πολλές φορές τον ρωτούσαν:
- Γέροντα, τι έβλεπες και τι άκουγες τόσην ώρα, μισή ώρα, μια ώρα;
Κι εκείνος απαντούσε ταπεινά:
- Χερουβείμ, Σεραφείμ, Άγγελοι, πολλά, πολλά, πολλά μαζί δοξολογούσε Θεό, Θεό Τριαδικό. Πω, πω!
Και κατέβαζε το κεφαλάκι του συντετριμμένος και κλαίγοντας.
Αυτά όπως τα άκουσα στο Άγιον Όρος.


Περί της αρπαγής των αξίων Ιερέων

Ας μεταφερθούμε για λίγο στον 18ο λόγο του ανωνύμου ησυχαστού της "Νηπτικής Θεωρίας".
Εδώ τώρα ας προσέξουμε με κατάνυξη πολλή τη θαυμάσια περιγραφή της θείας του εκστάσεως στον Χερουβεικό ύμνο και στη Μεγάλη Είσοδο:
- Αλήθεια σας λέγω, λέγει ο ανώνυμος Άγιος ησυχαστής, ω ευλογημένον ποίμνιον της μάνδρας του Χριστού.
Μεγίστη βοήθεια της Ιεροσύνης σε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, διότι όταν ο άξιος και καθαρός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου εν μέσω πολλών δακρύων, μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ειδικά κατά τη διάρκεια του Χερουβεικού ύμνου κλίνει αισθητώς και νοητώς τα γόνατα του σώματος και της ψυχής του ενώπιον του Πανοικτίρμονος και φιλανθρώπου και Σωτήρος Ιησού Χριστού και δέεται και παρακαλεί για τις ψυχές υπέρ ων Εκείνος έχυσε επί του Σταυρού το Τίμιον και Πανάγιον Αίμα Του είναι αδύνατον να μην εισακουστεί η δέησίς του.
Όταν λοιπόν δυσωπείται θερμώς ο Κύριος από των αγνών και άξιων Λειτουργών Του, ο οποίος χύνει μπροστά στην Αγία Τράπεζα σαν καθαρότατον έλεον, σαν καθαρό λάδι, τα δάκρυά του, πώς είναι δυνατόν να μην του εκπληρώσει τα ψυχοφελή και σωτήρια αιτήματά του;
Το θέλημα γαρ, λέγει η Αγία Γραφή, των φοβουμένων αυτώ ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται Κύριος.
Οι καθαροί και άξιοι Λειτουργοί του Κυρίου όταν στον Χερουβεικόν ύμνον χτυπούν με την φοβεράν εκείνην ευχή: "Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαις επιθυμίαις και ηδοναίς" την ουράνιον πύλη της Ανω Ιερουσαλήμ, ευθύς αμέσως ένα άπειρο πλήθος από Χερουβείμ ανοίγουν τις πύλες του ουρανού, τις πύλες των ουρανών, και μπάζουν τους αξίους Ιερείς μαζί με τις ψυχές που κρέμονται στο λαιμό τους, στο Πετραχείλι τους, ως αστραπή, έστω και για λίγο, για λίγα δευτερόλεπτα, για ένα λεπτό, για να προσκυνήσουν νοερώς τον Ουράνιον Θρόνον του εσφαγμένου Αρνίου.
Ο ιερεύς δέεται εδώ κάτω στον Ναό, η ψυχή είναι εις έκστασιν και διά του νοός προσκυνά αυτή τη Θεία Παρουσία εν ουρανοίς.
Ας θυμηθούμε λίγο τον παπα-Τύχωνα και τον Πατέρα Γεώργιο Καρσλίδη για όσα είπαμε πριν και θα τα καταλάβουμε και αυτά.
Αλλά από την ουράνια αυτή παραμονή στον Θρόνο της Χάριτος έστω και για λίγα δευτερόλεπτα των αξίων αυτών Ιερέων, λέγει και συνεχίζει ο ανώνυμος ησυχαστής, η θέα αυτών έσωθεν και νοητά λάμπει ως το φως του ηλίου.
Και αν οι Αγγελοι και οι Αρχάγγελοι και τα Χερουβείμ είναι φλόγες πύρινες, έτσι και αυτοί οι Λειτουργοί Ιερείς κατά την ψυχήν είναι φλόγα ουρανίου πυρός καθώς είναι γεγραμμένον:
"Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού Πνεύματα και τους Λειτουργούς αυτού, τους Ιερείς, πυρός φλόγα".
Σε αυτήν την αρπαγή των αξίων συναρπάζονται κατά την βιωματική εμπειρία του ανωνύμου ησυχαστού και όλοι εκείνοι εκ των εκκλησιαζομένων χριστιανών, οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες.

Για να μας γίνουν αυτά που είπαμε μέχρι τώρα κάπως νοητά θα πρέπει να πάμε στην Αποκάλυψη και να διαβάσουμε εκεί και να δούμε μια εικόνα όπως μας την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
στο 4ο του κεφάλαιο, Στιχ. 3-4.
Και ιδού θρόνος έκειτο εν τω ουρανώ, και επί του θρόνου όμοιος οράσει λίθω ιάσπιδι ο Κύριος.
Και κύκλοθεν του θρόνου θρόνοι είκοσι τέσσερις και πάνω σε αυτούς τους θρόνους είδα πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους εν ιματίοις λευκοίς και επί τας κεφαλάς αυτών στεφάνους χρυσούς.
Και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν ημέρας και νυκτός λέγοντες: Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ήν, ο ών και ο ερχόμενος.
Μέσα λοιπόν σε εκείνο το ασύληπτο κάλλος του ουρανίου θυσιαστηρίου, της απερίγραπτης δηλαδή ομορφιάς της θείας ζωής μύριοι μυριάδες Χερουβείμ και Σεραφείμ και χιλιάδες χιλιάδων Αγγελοι και Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Αρχαί και Εξουσίαι κυκλώνουν τον θρόνο του Τριαδικού Θεού.
Και δίπλα, ω του θαύματος, οι θρόνοι των πρεσβυτέρων λειτουργών της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της Άνω Ιερουσαλήμ.
Είναι εκείνοι που τον διακόνησαν άξια, καθαρά και ορθόδοξα στο επίγειο θυσιαστήριο εδώ κάτω στη γη.
Και όχι ως εγώ ο ταλαίπωρος και ο ανάξιος.
Είναι αυτοί που τον υπηρέτησαν αφοσιωμένοι μέχρι θυσίας και μαρτυρίου εδώ στη στρατευομένη Εκκλησία.
Κατάλευκες οι στολές τους, γεμάτες από το πανάλευκο, εράσμιο Τριαδικό φως.
Τις λεύκανε το Πανάγιον Αίμα του Αρνίου, αυτό που καθαριεί την συνείδισην ημών από νεκρών έργων, αυτό που ανασταίνει τους νεκρωθέντας τη αμαρτία.
Και στις κεφαλές τους οι Πρεσβύτεροι έφεραν χρυσά στεφάνια και διαδήματα που ακτινοβολούσαν.
Και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν.
Δεν είχαν ανάπαυση.
Το βλέμμα τους και η ψυχή τους στραμμένα πάντοτε και αιώνια στην άφθαρτο θεϊκή δόξα.
 Προσβλέπουν συνεχώς προς το ειρηνόδωρον και άρρητον θείον κάλλος προσφέροντες αδιαλείπτως ύμνους και ωδές πνευματικές.
Ασταμάτητα άδουν και ψάλλουν τον επινίκιον ύμνον:
Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού.
Αδιάκοπα λοιπόν και ατελεύτητα εις τους αιώνας αναμέλπουν δοξολογίες και ευχαριστίες προς το Εσφαγμένον Αρνίον και συμμετέχουν όλοι μαζί στο πανηγύρι του ουρανού που δεν τελειώνει
ποτέ.
Ναι, θα συνεχίζεται αιώνια αυτή η πανήγυρις, η θεία των πρωτοτόκων των εν τοις ουρανοίς απογεγραμμένων.

Ναι, Χριστιανοί μου, σε ένα τέτοιο όμοιο κομμάτι της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μεταβάλλεται ο επίγειος Ναός, ο κάθε ναός και ο πιο φτωχός και ο πιο απέριττος, όταν τελείται η Θεία Λειτουργία και μάλιστα από τον Χερουβεικόν ύμνον και μετά.
Από το κάτω θυσιαστήριο μαζί με τα Χερουβείμ ο άξιος λειτουργός του Υψίστου κατά τη διαβεβαίωση του ανωνύμου ησυχαστού συναρπάζει μαζί του και ψυχές χριστιανών οι τα Χερουβείμ ψυχικά εικονίζοντες.
Πού τα συναρπάζει;
Στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Κι ενώ ο λειτουργός θαρρετά ικετεύει Εκείνον, τον Εσταυρωμένον Σωτήρα Χριστό παρατηρεί μετά εκπλήξεως την άφραστον λαμπρότητα των Σεραφείμ, τα οποία μη τολμώντα ατενίσαι το Θείον Πρόσωπον του Κυρίου, με τας δύο πτέρυγας σκεπάζουν το πρόσωπο αυτών, με τας άλλας δύο καλύπτουν τας πόδας αυτών για να μην καούν από το πυρ της θεότητος και με τας άλλας δύο περιίπτανται ευλαβώς πέριξ του θρόνου της θείας μεγαλειότητος ενώ συγχρόνως αναμέλπουν, ψάλλουν δηλαδή μελωδικά και ουράνια το
Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ και το Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια.
Και κατά τον ίδιον ανώνυμον ησυχαστή ενώ πλησιάζει η φρικτή ώρα της μεταφοράς και Μεγάλης Εισόδου θεωρεί εν εκστάσει όχι μόνον τον εαυτόν του αλλά και τα ιερατικά του άμφια με τα οποία είναι ενδεδυμένος, τα φτωχά ή τα πλούσια, τα πένθιμα ή τα πασχαλινά, τα λευκά ή τα κόκκινα ως αν φλόγα πυρός.
Σαν να είχαν πάρει, λέει, φωτιά χωρίς να καίγεται ούτε ο ίδιος ούτε τα άμφιά του.
Και σαν φλεγομένη βάτος και πάνω από το έδαφος υποβασταζόμενος υπό των Αγγέλων επραγματοποίησε τη Μεγάλη Είσοδο.
Επί λέξει γράφει:
- Θεωρούσα τον εαυτόν μου ως πυρίνην φλόγα και δεν ήμουν μόνον μια απλή πυρακτωμένη ανθρακιά μαζί με τα Τίμια Δώρα, ούτε πάλι μόνον πύρινη φλόγα αλλά ήμουν εν ταυτώ συγχρόνως και πυρ καθαρόν ως ανθρακιά και πυρπολουμένη φλόγα φλογίζουσα. Όλος πυρ, όλος φως. Θεωρώντας δε τούτα θαύμαζα.
Και συνεχίζοντας ο Άγιος αυτός ανώνυμος ησυχαστής κατέληξε:
- Ήτο πραγματικόν το φαινόμενον. Διά τούτο εβρισκόμουν εις έκπληξιν και θαυμασμόν.
Και στη συνέχεια διηγείται το πώς δεν μπορούσε να κάνει την εκφώνηση:
"Πάντων ημών μνησθείοι Κύριος ο Θεός" διότι επνίγετο από την άμετρην κατάνυξιν και το πλήθος των δακρύων.

Και κάποιος ασκητής, πριν χρόνια πολλά, μου έλεγε τα εξής:
Αυτό από στόμα. - Αρχομένου του Χερουβεικού ύμνου, παπά μου, και εμού κάπτοντος όλο το σώμα και την ευχή εν κατανύξη και φόβω Θεού λέγοντος:
"Η άπλετος καθαρότης και άϋλος θεία γνώσις φωταγωγεί την ψυχήν μου ώστε αρρήτως να κατανοείς τα απόρρητα μυστήρια του Θεού", η Αγία Τράπεζα γίνεται ο τόπος του Θεού, το ουράνιον θυσιαστήριον, όπου η ιερατική καθαρά καρδία φλογιζομένη καλλωπίζεται από το άναρχον θείον φως.
Ταυτόχρονα οι γλυκόφθογγες μελωδίες των ουρανίων δυνάμεων ασιγήτως δοξολογούν την φωτοφόνιαν του Εσφαγμένου Αρνίου.
Συ, ο κάτω ιερουργός της Θείας Λατρείας, συνέχισε ο συνομιλητής μου, συγκαταριθμείσαι θεία δυνάμει μαζί με τους πανάλευκους πρεσβυτέρους του ουρανού σε αυτήν την Θεία Λειτουργία και την αυτήν στιγμήν.
Και όλος έκσταση και θάμβος θα νιώθεις να ζεις στην ίδια με εκείνους πανάλευκη αυγή την πάντοτε πλημμυρισμένη από το θεοειδές, εράσμιον, Τριαδικόν φως του ουρανίου θυσιαστηρίου.
Αυτό το θείον φως, την τρισήλιον δόξα και τις άκτιστες φλόγες με συλλειτουργούς Διακόνους, Πρεσβυτέρους και Αρχιερείς της ουρανίου Θείας Λατρείας πολλοί, καταξιωμένοι Λειτουργοί Ιερείς κατά καιρούς εβίωσαν και βιώνουν όπως π.χ. ο Πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης.

Οπως διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες κατά την Μεγάλην Είσοδον υποβαστάζεται κι αυτός από Αγγέλους διότι μερικές φορές ήτο τόσο αδύνατος, έτοιμος να καταρρεύσει.
Άλλοτε πάλι, λόγω αυτής της σωματικής αδυναμίας και εξαντλήσεως εβοηθείτο από χριστιανούς.
Τον έπιαναν κάτω από τις μασχάλες, ένας δεξιά και άλλος αριστερά για να μπορέσει να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο τρέμοντας.
Οι χριστιανοί τώρα που τον έπιαναν από τις μασχάλες τον Λειτουργόν Πατέρα Γεώργιο ένιωθαν να καίγονται χωρίς να βλέπουν φωτιά.
Και σαν ασφαλή βεβαίωση των όσων έζησαν εκείνη τη στιγμή που τον κρατούσαν, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, και αφού ο αγιασμένος γέροντας Πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης είχε κάνει Κατάλυση, τα άμφια που έβγαζε από πάνω του, το Φελόνι, το Πετραχείλι, τη Ζώνη, τα Επιμάνικα, τα πετούσε προς τα έξω στους χριστιανούς.
Ναι, τα πετούσε.
Και εκείνα, ω του εξαισίου και παραδόξου θαύματος, έβγαζαν φωτιές, φλόγες, φως, χωρίς να καίγεται.
Υπήρχε μια γλυκιά απέραντη θερμότης και παράξενη φλογίζουσα φωτοχυσία.
Και οι χριστιανοί τα καταφιλούσαν, τα ασπάζοντο, τα ακουμπούσαν στα διάφορα μέρη του σώματος που υπέφεραν.
Κανένας γιατρός δεν τους χρειάζονταν.
Είχαν τα άμφια του Ιερέως.
Τα τύλιγαν στο λαιμό τους. Σκέπαζαν ή έτριβαν το πρόσωπό τους και πλημμύριζαν όλοι από χαρά, δοξάζοντας τον Θεόν γιατί είχαν τέτοιον Πατέρα, τέτοιον Γέροντα.


Ο παπα-Σάββας ο Πνευματικός

Ας αναφερθούμε όμως, αδελφοί μου, για λίγο και στη λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού, του Αγιορείτου.
Κυκλοφορεί και σχετική βιογραφία γραμμένη από τον Πατέρα Χερουβείμ στη σειρά Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές Νο6.
Πολλές φορές στη Θεία Λειτουργία είτε στον Χερουβεικό ύμνο, είτε στο Άγιος, Άγιος,
Κύριος Σαβαώθ χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με ποταμούς δακρύων.
Οπωσδήποτε τα διορατικά του μάτια θα έβλεπαν τους Αγγέλους να παρίστανται με φρίκη μπροστά στο αιμόφυρτο και εσφαγμένο Αρνίον.
Αλήθεια, τι του απέμενε παρά να χτυπά το στήθος του και να αναλύεται σε λυγμούς!
Όταν λειτουργούσε, διηγούνται, πολλές φορές στον Χερουβεικό ύμνο περιέπειπτε σε έκσταση.
Ατένιζε τα Χερουβείμ, άκουγε τον Τρισάγιον ύμνον και το Αλληλούια.
Οι μοναχοί ψαλτάδες από έξω με ιερό δέος περίμεναν μισή ώρα, μια ώρα και περισσότερο για να συνέλθει ο λειτουργός από τη Θεία αρπαγή.
Αγγελικές και παραδεισένιες ώρες λειτουργικής ζωής.
Χαρά σε αυτούς που βρίσκονταν σε εκείνη τη Θεία Λειτουργία.
Ετσι εκινείτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού, ζωή γεμάτη συγκλονισμούς, δάκρυα, αγγελικά σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές.
Άξιον Εστί, έψαλλε μαζί με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, το Αρνίον το Εσφαγμένον λαβείν την δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και ευλογίαν από αυτό το Εσφαγμένον Αρνίον, όπως μας λέγει η Αποκάλυψις Ε 12.
Και ο Σταρωμένος και Αναστάς Κύριος τον έτρεφε καθημερινά με το Σώμα του και με το Αίμα του, γιγνόμενος παράδεισος, ξύλον ζωής, μαργαρίτης τίμιος, στέφανος, οικοδόμος, γεωργός, ποθητός, απαθής, άνθρωπος, Θεός, οίνος, ύδωρ ζων, πρόβατον, νυμφίος, πολεμιστής, όπλον κατά τις εκφράσεις του Αγίου Μακαρίου του Μεγάλου.
Έτσι λοιπόν μαζί με την προσευχή, την ευχούλα, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, που τόσο περιφρονούν μερικοί και με την καθημερινή Λειτουργία, ποτιζόταν συνεχώς στις πηγές της ζωής και της αθανασίας.
Γινόταν ξύλον ευθυνούν τα ύδατα, όπως λέει ο Προφήτης Ιερεμίας.
Και ανέδιδε ανθηρούς κλάδους και γλυκούς καρπούς δικαιοσύνης.
Κάθε φορά που ιερουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων μονολογούσε δυνατά:
"Ως φοβερός ο τόπος τούτος, ως φοβερός ο τόπος τούτος".
Όλη η Αγία Τράπεζα ήταν μια φλεγομένη βάτος αλλά μη κατακαιομένη.
Φοβερός ο τόπος, ο τόπος του Θεού.
Τον βλέπετε.
Πολλές φορές ο παπα-Σάββας εδαπανάτο ώρες στο να μνημονεύει ψυχές ζωντανών και πεθαμένων.
Έκρυβε κάποιο μυστικό.
Επρόκειτο για κάποιο όραμα που είχε δει όταν ήταν ακόμη νέος Ιερεύς στο κάθισμα του Αγίου Ιακώβου.
Για κάποιον Αγγελο που με τη μορφή Ιερέως έπλενε και έσβηνε τα αμαρτήματα εν τω αίματι του Αρνίου.
Στο τέλος πριν από την κοίμησή του σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να κρατήσει μυστική την αποκάλυψή του, την κατέγραψε και την άφησε σε χειρόγραφο.
Το 1925 ανακατεύοντας τα χαρτιά του ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης την βρήκε και την αντέγραψε.
Θα την διαβάσουμε όπως ακριβώς είναι γραμμένη:
Προς τους ερωτώντας πόθεν παρακινηθείς μνημονεύω κατ'όνομα και εξάγω μερίδας εις την Προσκομιδήν εις τας καθ'εκάστην τελουμένας Λειτουργίας.
Κατά το έτος 1843 από των Ιβήρων ήλθομεν εις την μονήν Διονυσίου ησυχάζοντες άνωθεν της
μονής εις το κάθισμαν έχον Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου η οποία ήτο παλαιά.
Και είπε ο Γέροντας μου τω ηγουμένω αν εκείνωσεν αυτή εκ θεμελίων και ήλθεν Αρχιερεύς να την εγκαινιάσει.
Και το εσπέρας ήλθεν εις ιερομόναχος της μονής και έρραψεν τας ποδιάς της Θείας Τραπέζης και της Προσκομιδής και έβρασε τα μίγματα τα απαραίτητα για τα εγκαίνια.
Και το πρωί μετά τα εγκαίνια και την Λειτουργίαν είπε προς τον Γέροντά μου:
- Παρακαλώ να δώσεις μερικά ονόματα του παπα-Σάββα επειδή κάμνει κάθε ημέρα Λειτουργία να τα μνημονεύει σαράντα ημέρας εις την Προσκομιδήν.
Και έγραψεν ο Αρχιερεύς εις ένα χαρτί 62 ονόματα και εις το τέλος έγραψε και όσα έδωκεν ελεημοσύνη τον παπα-Στέφανον.
Και αφού τα εμνημόνευσα τας 39 ημέρας την ημέρα όπου θα εγίνοντο 40 ακουμβών εις το αναλόγιο και περιμένων να έλθει ο Γέροντάς μου να πάρω καιρόν διά να λειτουργήσω απεκοιμήθην.
Και βλέπω εις τον ύπνον μου ότι ήμην ήδη φορεμένος την ιερατικήν μου στολήν άπασα και ιστάμενος έμπροσθεν της Αγίας Τραπέζης, κείτο επάνω της Αγίας Τραπέζης ο Αγιος Δίσκος της
Λειτουργίας γεμάτος με Αίμα του Χριστού.
Βλέπω να έρχεται ο παπα-Στέφανος, όχι εγώ βέβαια, και παίρνει το χαρτί από την Προσκομιδή και την λαβίδα και ήλθε εις την Αγία Τράπεζα.
Και βάλει το χαρτί με τα 62 ονόματα επάνω κοντά εις τον Αγιον Δίσκο και βουτά την λαβίδα εις το Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα.
Και πάλι βουτά και σβήνει έως ότου ετελείωσαν όλα και εκαθάρισε το χαρτί.
Εξύπνησα κι εγώ και ήλθεν ο Γέροντάς μου και του είπον και μου είπε:
- Δεν σου είπα να μην πιστεύεις στα όνειρα;
Και μετά τη Λειτουργία μου είπε:
- Εσύ δεν είσαι άξιον να συγχωρεθούν αι αμαρτίαι εκείνων. Με την πίστιν έλαβον την άφεσιν
των αμαρτιών. Δια τούτο και σβήνεται το όνομα. Αυτή είναι η αιτία που μνημονεύω τα ονόματα όλων. Το παράδειγμα του παπα-Σάββα ας ενισχύσει μέσα μας εμάς τους Ιερείς του 1993.

Αυτή λοιπόν ήτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού.
Πιστεύω πως όμοια ήτο και του Πατρός Γεωργίου Καρσλίδη, του Πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου, του παπα-Τύχωνα, του Πατρός Αμφιλοχίου Μακρή, του πατρός Ιακώβου του Οσίου Δαυίδ της Ευβοίας, του Πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάδη και πολλών άλλων ων ουκ έστι αριθμός και εξαιρώ ασφαλώς όλους εκείνους που πρόσφατα ανακηρύχτηκαν Άγιοι όπως ο Πατήρ Ανθιμος από τη Χίο, ο παπα Νικόλας ο Πλανάς και άλλοι πολλοί.