Κυριακή, 2 Μαρτίου 2003

Δύο θαυμαστές ιστορίες που έχουν άμεση σχέσι με τον θάνατο και την κρίση του Αγίου Θεού



Κυρ. Απόκρεω

Μία από τις μεγάλες ημέρες της Χριστιανοσύνης είναι και η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεων.
Η Εκκλησία μας υπενθυμίζει σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, αλλά και σε κείνους οι οποίοι είναι μακράν της πίστεως, ότι θα έλθει η ημέρα της Κρίσεως για να ανταποδώσει ο Θεός την δικαιοσύνην εις τους ανθρώπους. Τους αγαθούς να τους αμείψει. Και τους αμετανοήτους αμαρτωλούς να τιμωρήσει.
Και η τιμωρία θα είναι η Κόλασις αιώνιος, που σημαίνει στέρησις της αγάπης του Αγίου Θεού. Όχι στέρησις της πανταχού παρουσίας, ο Θεός θα είναι πανταχού παρών, ακόμα και σ’ αυτό το οποίον ονομάζεται «Κόλασις αιώνιος». Αλλά η παρουσία του Αγίου εκεί Θεού θα προκαλεί φρίκη και μίσος, του διαβόλου, των δαιμόνων και των ανθρώπων που αγάπησαν τη ζωή της αμαρτίας, ενώ από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι, οι ψυχές των χριστιανών, θα ευφραίνονται από την Δόξαν Αυτού.
Όλως συμπτωματικά χτες το βράδυ βρήκα κάποιες σημειώσεις οι οποίες με πληροφόρησαν για το εξής γεγονός:

Πριν από χρόνια βρέθηκα σ’ ένα νοσοκομείο για να εξομολογήσω εκτάκτως έναν ετοιμοθάνατο από καρκίνο.
Και ήτο μόνος εις το θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, και έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας και μου εξομολογήθηκε τα εξής.

Είμαι εδώ περίπου ένα μήνα, και είχα στο διπλανό κρεβάτι για σύντροφο έναν αρκετά μεγάλον άνθρωπο, γύρω στα ογδόντα χρόνια. Εγώ είμαι σαράντα δύο ετών.
Εκείνος μέσα στους φρικτούς πόνους που είχε, έλεγε συνεχώς «Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός», και έλεγε και διάφορες άλλες προσευχές και ανεπαύετο και ξεκουράζετο και γω δεν ξέρω με ποιόν τρόπον, αντιθέτως δε εγώ αγανακτούσα, όχι μόνον από τους πόνους τους φρικτούς που είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτόν τον συνασθενή μου να δοξολογεί συνεχώς τον Θεόν.
Και του έλεγα «σκάσε επιτέλους να λές αυτό το «δόξα σοι ο Θεός», δε βλέπεις πως αυτός ο Θεός μας βασανίζει».
«Δεν μας βασανίζει». Απλώς μας καθαρίζει από την βρωμιά. Και αν ησχολήσω με καμία σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς και θα εχρειάζεσο μία σκληρή βούρτσα για να καθαριστείς καλά, και συ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν και ο Θεός χρησιμοποιεί, την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάσει για την Βασιλεία των Ουρανών.»
«Δεν πιστεύω σε τίποτα, ούτε στον Θεόν, ούτε σ’ αυτά τα κολοκύθια που μου λές περί Βασιλείας του Θεού σου».
«Ε, τότε θα περιμένεις να δεις τον τρόπον με τον οποίον εγώ θα αποχωριστώ από το σώμα».
Και η ημέρα αυτή έφτασε. Και θέλησαν μέσα στο νοσοκομείο όπως ήταν και καθήκον τους να βάλλουν ένα παραβάν, - αλλά διαμαρτυρήθηκε ο εν λόγω κύριος του οποίου το όνομα αν δεν απατώμαι ήτο Ξενοφών, και είπε -
«όχι, δεν θέλω (το παραβάν), θέλω να δω πως αυτός ο άνθρωπος θα πεθάνει».
Και πράγματι λοιπόν έφτασε η στιγμή αυτή, την ώρα του θανάτου. Δοξολογούσε συνεχώς τον Θεόν, άρχισε να λέγει τους Χαιρετισμούς, είπε το «Θεοτόκε Παρθένε», σταύρωσε … εσταυρώνετο συνεχώς, έκαμε το σημείον του Σταυρού, σήκωσε για μια στιγμή τα χέρια ψηλά και είπε
«Καλώς τον άγγελόν μου, σε ευχαριστώ που ήρθες, με τόση λαμπρά συνοδεία να πάρεις και να παραλάβεις την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ πολύ».
Έκαμε το σημείον του Σταυρού, σηκώθηκε ψηλά, σήκωσε τα χέρια του, ξάπλωσε, τα σταύρωσε και εκοιμήθη.
Και ξαφνικά το δωμάτιο, λέγει, μαρτυρώντας ο Ξενοφών ο ασθενής, ο άπιστος και ο άθεος και βλάσφημος, ότι το δωμάτιο έλαμψε περισσότερο από ότι αν το φώτιζε ένας μεσημεριάτικος ήλιος. Σαν να ήταν δέκα ήλιοι και περισσότερο. Τόσο πολύ φωτίστηκε το δωμάτιο. Για λίγο βέβαια, γιατί έσβησε το φως, ήρθε η φυσική κατάστασις, αλλά το δωμάτιο όμως εκείνο, επλημμύρισε από ευωδία, η οποία σκορπίστηκε σε όλο το διάδρομο, και έτρεχαν οι άλλοι ασθενείς να διαπιστώσουν από πού εξήρχετο αυτή η άρρητος ευωδία.
«Έτσι πάτερ μου επίστευσα, γι’ αυτό και σε φώναξα για να εξομολογηθώ. Αλλά το απόγευμα της ίδια μέρας, τάβαλα με τους δικούς μου, τάβαλα με τον πατέρα μου, με τη μάνα μου, με τα μεγαλύτερα τα αδέλφια μου, με τους συγγενείς και τους φίλους και τους φώναζα και τους έλεγα, γιατί δεν μου μιλήσατε για τον Θεόν. Ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος, και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωριστεί από το σώμα για να δώσει το λόγο της, γιατί με οδηγούσατε εσείς με τις συμβουλές σας και με τους τρόπους σας, και με την ίδια σας την διαγωγή μέσα στους δρόμους της αμαρτίας, στα καπηλιά και στα κέντρα της διασκεδάσεως, μέσα στην αμαρτία, στην ανηθικότητα, στη βρωμιά, στην κλεψιά, στην απάτη, στο ψέμα, στη συκοφαντία, στην κακία, στην υπερηφάνεια, στην κενοδοξία, στον εγωισμό, στο πείσμα… Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή, γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη, γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Χριστό, γιατί;
Αλλά το έλεος του Θεού όμως ήτο μεγάλο. Ήτο μεγάλο.
Και η εξομολόγησή του ήτο ειλικρινής, και σε δυο τρείς μέρες που έφυγε από αυτόν εδώ τον κόσμο ο Ξενοφών, εδοξολογούσε και αυτός τον Θεόν και εκοιμήθη ησύχως.

Έτσι πιστεύω ότι και ο μεν και ο δε, μ’ έναν τρόπο ανερμήνευτον που ο Θεός ορίζει, αυτοί θα τύχουν της καλής απολογίας μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού για να ακούσουν τούτα τα λόγια τα οποία ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην Βασιλεία από καταβολής κόσμου, διότι σεις τηρήσατε τις εντολές μου».
Ο μεν ένας τις τηρούσε από μικρό παιδί, ο δε άλλος τήρησε έμπρακτα την εντολήν της μετανοίας. Διότι άλλωστε αυτό είναι και το κήρυγμα του Κυρίου. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών», και όλα τα ιερά γράμματα της σημερινής ημέρας, ενώ μας υπενθυμίζουν την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως, από την άλλη πλευρά μας λένε ότι μοναδική σωτηρία είναι ο Χριστός. Αλλά εις τον Χριστόν ερχόμαστε διά της μετανοίας. Δια της πίστεως, και δια μέσου των Παναγίων Μυστηρίων, της Ιεράς Εξομολογήσεως, της Θείας Ευχαριστίας.
Είπε το Εωθινόν Ευαγγέλιον «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αλλά αυτός που πιστεύει μετανοεί, ταπεινώνεται, αγαπά, προσέχει τον πλησίον, εκκλησιάζεται, εξομολογείται, τηρεί τις εντολές, καλλιεργεί τις αρετές, και κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να βρίσκεται πιο κοντά εις τον Χριστόν.
Να μην ξεχνάμε ποτέ και αυτό να γίνει διδασκαλία και στα παιδιά μας, καθημερινή διδασκαλία, μια μέρα θα πεθάνουμε, και θα δώσουμε λόγον για τα λόγια μας, για τα έργα μας, για τις σκέψεις μας, για τις επιθυμίες μας, για τις διαθέσεις μας, για τις προθέσεις μας, για αυτά που κρύβει ο νούς, και αυτά που έχει βαθιά μέσα στην καρδιά του ο κάθε άνθρωπος. Διότι Εκείνος βλέπει, είναι «ο τα πάντα ορά», εκείνος που τα βλεπει όλα, αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς.

Και θυμάμαι και μία άλλη παρόμοια διήγηση την οποίαν ήκουσα πριν από δέκα περίπου ημέρες, όταν ήμουν στην Αριζόνα, από τον γέροντά μου.

Ήτο έτοιμη να κοιμηθεί μια αγία ψυχή, η οποία την τελευταία εβδομάδα πριν αναχωρήσει απ’ αυτόν τον κόσμον, έγινε μοναχή, ή έγγαμος γυνή, με καμιά δεκαριά παιδιά και με αγώνες εξαιρετικά πνευματικούς σε αυτήν εδώ τη ζωή.
Πολλά τα βάσανα, πολλές οι στεναχώριες, πολλές οι πίκρες και οι θλίψεις της ζωής, αλλά ποτέ δε βγήκε, κατά την ομολογίαν του πνευματικού μου, που την εξομολογούσε επί εικοσιτέσσερα χρόνια, κανένα παράπονο από τα χείλη της. Κανένα παράπονο, ποτέ. Και ποτέ δεν ήθελε να κρίνει άνθρωπον, και αυτό ακριβώς εδίδασκε στα παιδιά της και στα εγγόνια της.
«Μην κρίνετε κανέναν άνθρωπον, δεν ξέρετε τι κρύβει στην καρδιά του, να παρακαλείτε μόνο να φωτίζεται και κείνος και σεις. Να έχετε μεταξύ σας αγάπη, να κάμετε το καλόν και το παράδειγμα των γονιών σας και εμού να ακολουθείτε».
Που σημαίνει ότι εγώ ουδέποτε απουσίασα από την εκκλησία. Ουδέποτε έπαψα να προσεύχομαι, πρωί μεσημέρι και βράδυ, ενήστευα κατά το δυνατόν – όταν βέβαια αρρώστησα και αδιαθέτησα φρόντιζα να νηστεύω στις σκέψεις και στους λογισμούς, - και από το χεράκι μου δεν άφηνα ποτέ το κομποσχοινάκι, φωνάζοντας και εκλιπαρώντας το έλεος του Θεού, και λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Έτσι λοιπόν και αυτή όπως και ο προαναφερθείς κύριος που είπα προηγουμένως και αυτή εσηκώθη ολόκληρο το σώμα της, άνοιξε τα χέρια της, καλωσόρισε και αυτή με τη σειρά της τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον άγγελο φύλακα της ψυχής της, και τους άλλους αγγέλους και αγίους και παρέδωσε κατά τον ίδιον τρόπον την ψυχήν της.
Και ιδού το γεγονός ίδιο, όμοιο να επαναλαμβάνεται, όπως εγένετο πέρυσι το δύο χιλιάδες ένα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, εις την Νέα Υόρκη σε ένα μοναστήρι έξω απ’ αυτήν, να επαναλαμβάνεται αυτό το γεγονός που επαναλήφθη πριν από είκοσι τόσα χρόνια στο νοσοκομείο του Μεταξά. Δηλαδή να φεύγει η ψυχή με προσευχή, να λάμπει ολόκληρο το πρόσωπο, να φωτίζεται το δωμάτιο παρόντων τόσων ανθρώπων, και μοναχών, και άλλων αδελφών, οικείων και συγγενών, και τέκνων και εγγονών, και να εξέρχεται κατόπιν από το στόμα της άρρητος ευωδία.

Αυτή είναι και η καλή και χρηστή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού.
Είμαστε έτοιμοι να τη δώσουμε; Είμαστε έτοιμοι; Αν δεν είμαστε ας αρχίσουμε απ’ αυτή τη στιγμή, να λέμε «Χριστέ μου ελέησέ με, γιατί είμαι αμαρτωλός», και ο Θεός να είστε υπερβέβαιοι, θα μας σώσει. Και θα μας κατατάξει εις τα δεξιά Του και το εύχομαι με όλη μου την ψυχή σε όλους σας, και σεις να το εύχεστε σε μας τους ιερείς,

Αμήν.