Πέμπτη, 11 Μαρτίου 1993

44 Η Θεία Λειτουργία. Οι ευχές των πιστών

Ο μάρτυρας που ήταν δεμένος από το επιτίμιο του Γέροντά του

Στις 15 του μηνός Οκτωβρίου αναφέρεται μέσα στον Συναξαριστή μια διήγησις πολύ ωφέλιμη η οποία μάλιστα μας αφορά μια και ο λόγος μας την περασμένη Πέμπτη ήταν για τους κατηχουμένους. Την ημέρα του Αγίου Στεφάνου την ανέφερε ο Πατήρ Δημήτριος εδώ περιληπτικά.

Το Μηνιαίον γράφει:
Την 15η του αυτού μηνός Οκτωβρίου μνήμη της αθλήσεως μοναχού τινός μάρτυρος και ωφέλιμος διήγησις περί αυτού.
Η διήγησις αυτή εγράφη τον 12ο αιώνα από τον Μαυρίκιο, Διάκονο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Κάποιος μοναχός ζούσε σε μια σκήτη της Αιγύπτου που ήτο για αρκετά χρόνια ο μοναχός αυτός υποτακτικός ενός Γέροντος.
Από το φθόνο του διαβόλου και υποχωρώντας στις δαιμονικές προσβολές αθέτησε την υπακοή του και παρατώντας τον Γέροντά του κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να γίνει Ιεραπόστολος.
Ο Γέροντάς του βέβαια τον προειδοποίησε ότι θα έχει βαρύ επιτίμιο και κανόνα αν φύγει από την υπακοή.
Αυτός τίποτα.
Έκανε το θέλημά του και κατέβηκε στην πόλη της Αλεξανδρείας.
Βρισκόμαστε στις τελευταίες περιόδους διωγμών των χριστιανών.
Εκεί στην πόλη τον πιάνει ο ειδωλολάτρης άρχοντας διότι είχε το διακριτικό γνώρισμα του ενδύματος του μοναχού.
Τον συλλαμβάνει λοιπόν και τον πιέζει να αρνηθεί και το Σχήμα του και τον Χριστόν.
Εκείνος παίρνοντας θάρρος επιμένει στην πίστη του.
Του αφαιρούν το μοναχικό Σχήμα και τον μαστιγώνουν σκληρά.
Εκείνος μένει στην πίστη του.
Οπότε ύστερα και από άλλα αρκετά βασανιστήρια αποφασίζουν και τον αποκεφαλίζουν.
Έτσι και έγινε.
Άρπαξαν το μοναχό οι παριστάμενοι ειδωλολάτρες, του έκοψαν το κεφάλι και πέταξαν το σώμα του έξω από την πόλη για να το φάνε τα σκυλιά.
Ευσεβείς όμως χριστιανοί οι οποίοι παρευρίσκοντας στο μαρτύριο πήγαν τη νύχτα κρυφά και το σήκωσαν, το άλειψαν με μύρα όπως έπρεπε σε έναν τιμημένο μάρτυρα, το τύλιξαν με σεντόνι
καθαρό και το έβαλαν μέσα σε μία λάρνακα.
Ύστερα το τοποθέτησαν στο Αγιο Βήμα ενός Ναού της πολιτείας της Αλεξάνδρειας για να τιμάται σα μαρτυρικό λείψανο.
Κάθε φορά όμως που γινόταν Θεία Λειτουργεία, μετά, όταν ήρθε η πρώτη Κυριακή, και ο Διάκονος
εκφωνούσε:
"Οσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων", η λάρνακα, το λείψανο αυτό σηκωνόταν στον αέρα και από το Ιερό έβγαινε πάνω από τα κεφάλια των χριστιανών και πήγαινε στον Νάρθηκα και παρέμενε εκεί μέχρι την Απόλυση.
Όταν ο Ιερεύς έλεγε: "Δι'ευχών των Αγίων Πατέρων..."  ξανά πάλι μόνο του γύριζε και ξαναεπέστρεφε στον τόπο του, δηλαδή μέσα στο Αγιον Βήμα.
Όλοι απορούσαν, θαύμαζαν για το γεγονός αλλά δεν μπορούσαν να το ερμηνεύσουν.
Τίποτα περισσότερο από αυτό.
Να γίνει κάτι τέτοιο εδώ όλη η Ελλάδα θα μαζευτεί να το βλέπει.
Και βέβαια άρχισε να προκαλείται στους χριστιανούς φόβος και δέος μαζί.
Κατέφυγαν τότε σε έναν διακριτικό και φημισμένο Πατέρα της Εκκλησίας για να δώσε εξήγηση στο παράδοξο αυτό γεγονός.
Εκείνος που θα καταφύγει, όταν έχουμε μπροστά δυσκολίες, όταν έχουμε ανερμήνευτα γεγονότα, όταν έχουμε πειρασμούς, όταν έχουμε θλίψεις, όταν έχουμε στεναχώριες, πού θα καταφύγουμε;
Στην προσευχή και στη νηστεία.
Υστερα από μέρες παρουσιάζεται Αγγελος Κυρίου και του λέει:
- Μη θαυμάζεις και μην απορείς.
Αυτόν τον αδελφό που αξιώθηκε να χύσει το Αίμα του για τον Χριστό και όμως δεν του επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα στο Αγιον Βήμα όταν τελείται η Θεία Λατρεία, όταν προσφέρεται η αναίμακτη θυσία, μάθε πως Αγγελος Κυρίου, ο Αγγελος φύλακάς του τον παίρνει και τον βγάζει και τον πάει στον Νάρθηκα.
Γιατί ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου αθέτησε την υπακοή και όταν ο Γέροντας εύλογα του έδωσε επιτίμιο και κανόνα εκείνος τον άφησε και δεμένος από το επιτίμιο κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια.
Σαν μάρτυρας μεν έλαβε το μαρτυρικό στεφάνι, σαν δεμένος όμως από το επιτίμιο δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στο Ιερόν Βήμα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας των πιστών, διότι ανήκει στην τάξη των μετανοούντων, σε εκείνους δηλαδή που έχουν κανόνα ατακτοποίητο.
Άρα στην Λειτουργία των πιστών πρέπει να βρίσκεται στον Νάρθηκα μαζί με τους κατηχουμένους και μαζί με τους μετανοούντες.
Οι κατηχούμενοι έφευγαν και από τη Θεία Λειτουργία τελείως.
Ποιοι παρέμεναν στον Νάρθηκα;
Μια κατηγορία μετανοούντων.
 Το πρόβλημα αυτό τακτοποιείται αν λύσει τον κανόνα ο ίδιος ο Γέροντάς του που σημειωτέον δε γνωρίζει ότι ο υποτακτικός του πέθανε μαρτυρώντας για την πίστη του Χριστού την Αγία.
Μη θέλωντας βέβαια να θυσιάσει στα είδωλα είναι ένας μάρτυρας.
Όλα αυτά τα είπε Άγγελος Κυρίου στον μεγάλο αυτό Πατέρα.
Σαν τα έμαθε λοιπόν ο Άγιος αυτός πήρε το ραβδί του, πήγε στον Γέροντα του μάρτυρος
και του διηγήθηκε τα πάντα.
Έπειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί στην Αλεξάνδρεια.
Πήγαν στον Ναό όπου βρισκόταν το μαρτυρικό λείψανο.
Άνοιξαν τη θήκη που περιείχε το σώμα του μάρτυρα και του διάβασαν τη συγχωρητική ευχή της λύσεως του κανόνα και του επιτιμίου που είχε βάλει ο Γέροντας.
Έπειτα αφού τον ασπάστηκαν, έκλεισαν τη λάρνακα, έκαναν πολλή προσευχή δοξολογώντας τον Θεόν και έφυγαν.
Από τότε όταν γινόταν Θεία Λειτουργία παρέμενε ο μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του μέσα στο Αγιον Βήμα σκορπώντας ευωδία σε ολόκληρο τον Ναό και σε όλους τους παρευρισκομένους πιστούς και παραμένει εκεί μέχρι σήμερα.
Πότε μέχρι σήμερα;
Μέχρι τον 12ο αιώνα, τότε που έγραφε το γεγονός ο Αγιος Διάκονος Μαυρίκιος.
Έκτοτε δεν έχουμε ειδήσεις για τον μάρτυρα και τον ανώνυμο αυτόν μοναχό.
Η αληθινή και μαρτυρική αυτή ιστορία έχει άμεση σχέση με τα όσα είπαμε για τις τάξεις των μετανοούντων και κατηχουμένων στην περασμένη μας ομιλία.
Επαναλαμβάνω αυτό αναγράφεται στο Μηνολόγιο της 15ης Οκτωβρίου από τους Συναξαριστάς τους τότε που συνεγράφησαν τον 12ο αιώνα και υπάρχει μέχρι σήμερα και η Εκκλησία μας δεν το έβγαλε και είναι η μνήμη του Αγίου ανωνύμου αυτού μάρτυρος μοναχού και ωφέλιμος διήγησις για αυτόν. Μας αφορά άμεσα.
Εκείνη την εποχή δηλαδή ετηρούτο με αυστηρότητα η τάξις των μετανοούντων και των
κατηχουμένων.
Μην κοιτάζετε σήμερα που είναι ανοιχτές οι πόρτες και μπαίνουν ακόμαι και οι λύκοι μέσα.
Έτσι λοιπόν μας φανερώνει το θαύμα αυτό δύο πράγματα αφ'ενός μεν την καταστρεπτική συνέπεια της παρακοής προς τον Γέροντα μιας μοναχικής συνοδείας αλλά και γενικά την τραγικότητα της παρακοής προς το Αγιον θέλημα του Τριαδικού Θεού και την αποκάλυψη που μας έκανε ότι αν και μαρτύρησε εφ'όσον ήταν άλυτος ως προς το επιτίμιο έπρεπε να βρίσκεται στη Λειτουργία των πιστών τοποθετημένος στον Νάρθηκα.
Προσοχή λοιπόν όσο είναι καιρός ακόμη, όσο ζούμε.



Ο Χαρτουλάριος Νικήτας

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη υπηρετούσαν στον ίδιο Ναό ένας Ιερέας με έναν Διάκονο πολύ ευλαβή.
Από συγκυρία και φθόνο του διαβόλου εδημιουργήθηκε μεταξύ τους πικροχολία και μνησικακία.
Και όταν βέβαια το έμαθε ο Επίσκοπος μετέθεσε τον Διάκονο σε άλλη ενορία αλλά η πικρία και η κακία παρέμειναν.
Ο ψυχικός διχασμός όμως στενοχωρούσε αφόρητα τη συνείδηση του Διακόνου.
Το κακό έγινε ακόμη μεγαλύτερο όταν ο Ιερεύς ξαφνικά πέθανε και έτσι η συμφιλίωσις και η αλληλοσυγχώρησις περέμενε απραγματοποίητη παρ' όλο που όταν πλησίαζε στο τέλος του ο Ιερεύς ζήτησε από το Διάκονο για συγχώρεση.
Τον κεντούσε λοιπόν η συνείδησις τον Διάκονο γιατί δεν έτρεξε αυτός πρώτος σαν μικρότερος να ζητήσει συγγνώμη και έτσι να ξαναζεσταθούν από την αγάπη οι ψυχές τους.
Πήγε λοιπόν και εξομολογήθηκε σε έναν από τους πλέον διακριτικούς Πατέρες.
Εκείνος τον συμβούλεψε πάλι να πάει σε έναν ερημίτη μοναχό και να του φανερώσει το βάρος αυτό της καρδιάς του.
Και ο Διάκονος άρχισε με μεγάλη λαχτάρα να περιδιαβαίνει τας ερήμους και να αναζητάει τον γιατρό που θα του θεραπεύσει την πληγή της ψυχής του.
Βρίσκει λοιπόν έναν διακριτικό Γέροντα διάσημο και φημισμένο και του φανερώνει τους ελέγχους της συνειδήσεώς του ζητώντας να του δώσε σαφή πληροφορία αν συγχωρέθηκε η κακία του, αυτή του δηλαδή η αμαρτία.
Και εκείνος του αποκρίθηκε:
- Παιδί μου, ο πιστός αιτών λαμβάνει και τω κρούοντι ανοιγήσεται. Δεν είναι δικά μου τα λόγια αυτά αλλά του Κυρίου. Και σε σένα λοιπόν αφού ζητάς κάτι καλό και το ζητάς καλοπροαίρετα... Αλλαγή πλευράς. Χαιρέτησέ τον εκ μέρους μου και δόστου αυτό το σφραγισμένο γράμμα.
Και του παραδίδει ένα φάκελλο.
Από εκείνον θα έχεις σίγουρη την επανόρθωση του σφάλματός σου, την αποκατάσταση της συνειδήσεώς σου και όλη την αλήθεια.
Ο Διάκονος έκανε ό,τι του είπε ο μοναχός και νωρίς τη νύχτα πάει λοιπόν και πιάνει θέση στο κατώφλι του Ναού της Αγίας Σοφίας, της του Θεού Σοφίας.
Και να, φάνηκε αμέσως ο άνθρωπος που του είχε πει ο μοναχός.
Ο Διάκονος τον χαιρέτησε, του έδωσε το γράμμα του Γέροντος ερημίτου και του αποκάλυψε το δράμα του.
Εκείνος όντας διορατικός κατάλαβε πως αυτό έγινε από Θεία Οικονομία και άρχισε να χύνει ποταμούς δακρύων λέγοντας:
- Ποιος είμαι εγώ ο ελάχιστος για να τολμήσω ένα τέτοιο πράγμα;
Έχοντας όμως το θάρρος μου στις ευχές του Αγίου Γέροντος που σε έστειλε σε μένα θα κάνω υπακοή.
Και καθώς στεκόταν μπροστά στις κλειστές πύλες του Ναού γονάτισε, ακούμπησε το κεφάλι του στο έδαφος, σήκωσε κατόπιν τα χέρια του ψηλά στον ουρανό και άρχισε προσευχή.
Μετά από λίγο σηκώθηκε και λέει ο Διάκονος,
- Φρίττω και να το πω νιώθοντας το μέγεθος του μυστηρίου και την παρρησία που είχε στον Θεό εκείνος ο άνθρωπος- , σηκώθηκε λοιπόν ο άνθρωπος αυτός του Θεού και είπε:
- Άνοιξέ μας τη θύρα του ελέους σου, Κύριε.
Δεν πρόφθασε να τελειώσε τον λόγο του και οι εξώθυρες άνοιξαν, οι βασιλικές πύλες της του Θεού Σοφίας.
Μπαίνει μαζί με τον Διάκονο στην αυλή του Νάρθηκα και από εκεί πάλι προχώρησαν μέχρι τις αργυρές πύλες του Ναού.
Τότε ο θείος εκείνος άνθρωπος είπε στον Διάκονο:
- Εσύ στάσου εδώ, μην προχωράς παραπέρα.
Ο ίδιος όμως κάνοντας τη συνηθισμένη μετάνοια στο κατώφλι άνοιξε και αυτές τις πύλες, μπήκε στο Ναό και ο Διάκος είδε τότε ένα παράδοξο θέαμα ότι από την οροφή του Ναού κατέβαινε μια δέσμη φωτεινή με τόσο δυνατό φως που φώτιζε ολόκληρο τον Ναό.
Στάθηκε πάνω από το κεφάλι εκείνου του ανθρώπου και τον ακολούθησε όπου πήγαινε και προσηύχετο.
Όταν έφτασε λοιπόν μπροστά από το Αγιον Βήμα έκλινε και εκεί την κεφαλή του για προσευχή.
Τελείωσε και ήλθε ήσυχα ήσυχα έξω.
Αγωνία και φόβος κυρίεψαν το Διάκονο.
Δεν τολμούσε ούτε να πλησιάσει αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο και καθώς έλεγε αργότερα ότι το πρόσωπό του ήτο τόσο πολύ αλλοιωμένο από την προσευχή και τυλιγμένο σε ουράνια δόξα σαν πρόσωπο Αγγέλων πολλών.
- Μήπως είναι Αγγελος, λέει, και όχι άνθρωπος; άρχισε να αναρωτιέται.
Και μέσα του οι λογισμοί δούλευαν.
Αλλά και αυτοί όμως δεν εκρύφτηκαν από τον άνθρωπο εκείνον.
- Γιατί πολιορκείσαι και ταράζεσαι από λογισμούς για μένα; είπε στον Διάκονο. Πίστεψέ το και εγώ άνθρωπος χωμάτινος είμαι από αίμα και σάρκα.
Χαρτουλάριος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα είναι το επάγγελμά μου και από αυτό κερδίζω τα αναγκαία για τη ζωή.
Χαρτουλάριος ήτο ο φροντιστής, ο οικονόμος των τότε φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της Εκκλησίας.
Κοσμικός αλλά φαίνεται ότι ήτο άνθρωπος της πολλής προσευχής, της αγρυπνίας, της εγκράτειας, της σκληράς ασκήσεως και των μεγάλων πνευματικών αγώνων.
Δεν τον εμπόδιζε ο κόσμος.
Ήταν χριστανός μεγάλης αρετής ώστε να μπορεί να κάνει και θαύματα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Διακόνου και όσα θα ακολουθήσουν μετά.
Δεν μας εμποδίζει ο κόσμος έξω, μας εμποδίζει ο κόσμος μέσα μας.
Λέει "μας κολάζει ο άλλος".
Δεν μας κολάζει κανένας από έξω.
Μας κολάζει από μέσα.
Μας κολάζουν τα πάθη μας.
Να μην ξεχνάμε ότι η περιγραφή αυτή, του θαύματος αυτού εμπεριέχεται στα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, στα Μηναία και μάλιστα την 8η Σεπτεμβρίου.
Αφού πέρασαν και από άλλους δύο Ιερούς Ναούς ύστερα κατέληξαν στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Καθώς διηγείτο αργότερα ο Διάκονος ένιωθε πως περπατούσαν τόσο γρήγορα πηγαίνοντας από Ναό σε Ναό ώστε ούτε πέταγμα πουλιού δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ταχύτητά τους.
Και να, για άλλη μια φορά μόλις έφθασαν στις πύλες της Παναγίας άνοιξαν και εκείνες αυτόματα.
Προσευχήθηκε εκεί ο άνθρωπος του Θεού, καταβρέχοντας με δάκρυα το πρόσωπό του και μετά ήλθε στις θύρες της Αγίας Σωρού.
Τι ήταν η Αγία Σωρός;
Η Αγία Σωρός ήταν παρεκκλήσι πλάι στον μεγάλο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Το παρεκκλήσι αυτό το ανήγειρε ο αυτοκράτωρ ο Λέων ο 1ος ο Μακέλης, το 470 μΧ.
Μέσα σε αυτόν τον μικρό Ναό της Αγίας Σωρού εφυλάσσετο σε ειδική θήκη ολόκληρη η Τιμία Εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Το 1070 ο ναΐσκος κάηκε αλλά ξαναχτίστηκε.
Το 1434 πάλι ξανακάηκε.
Κατεδαφίστηκε όμως τελείως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 και σήμερα σώζωνται ελάχιστα ερείπεια του.
Η Τιμία Εσθήτα διεσκορπίσθη σε ολόκληρη την Ορθοδοξία και υπάρχουν ελάχιστα τεμάχια εδώ και εκεί όπως και στο Άγιον Όρος.
Σε αυτόν λοιπόν τον Ιερό Ναό της Αγίας Σωρού μετέβησαν ο χαρτουλάριος μαζί με τον Διάκονο.
Έβαλε το Διάκονο να σταθεί στο πλάι των θυρών και του είπε:
- Πρόσεξε να παρατηρείς προσεχτικά αυτούς που θα αρχίσουν τώρα σιγά σιγά να μπαίνουν μέσα.
Ο ίδιος έκαμε τη συνηθισμένη προσευχή μπροστά στις θύρες και εκείνες άνοιξαν και τον άφησαν να περάσει μέσα.
Έφτασε ακριβώς στη μέση του Ναού, γονάτισε στο έδαφος και άρχισε να κάνει θερμή και έντονη προσευχή.
Τα πάντα πλημμύρισαν μέσα στον Ναό από ένα υπερκόσμιο, άκτιστον φως.
Και καθώς στεκόταν έκθαμβος στα σκαλιά της πύλης του Ναού ο Διάκονος είδε πολύ καθαρά κάποιον Διάκονο σαν και αυτόν να βγαίνει από το Ιερό με ένα θυμιατό στο χέρι και να θυμιάζει όλον τον Ιερό χώρο της Αγίας Σωρού και ιδιαιτέρως βέβαια την θήκη της Τιμίας Εσθήτος.
Και μετά από λίγη ώρα είδε να μπαίνουν πολλοί, πάρα πολλοί κληρικοί ενδεδυμένοι με Ιερατικά Αμφια λευκόλαμπρα.
Ήταν λευκά αλλά λαμπρά, φωτισμένα.
Και ύστερα άλλη ομάδα πλέον πάλι Ιερέων που ακτινοβολούσαν φως ντυμένοι με ποδήρεις πορφυρούς χιτώνες.
Και αφού έκαναν δύο χορούς, έναν δεξιά και έναν αριστερά άρχισαν να ψέλνουν εξαίσια μέλη και γλυκύτατα.
Ο Διάκονος δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε από αυτά που εψέλλοντο, ζαλίστηκε.
Εκείνο που καταλάβαινε ήταν το Αλληλούϊα.
Και μαζί τους έψελλαν συγχρόνως μυριάδες στρατιές Αγγέλων και Αρχαγγέλων.
Αμέτρητοι Διάκονοι θύμιαζαν με ουράνια αρώματα την Τίμια Εσθήτα της Θεοτόκου, την Αγία Τράπεζα και όλον τον Ναό.
Αστραποφόροι στρατιωτικοί Αγιοι άρχισαν να κατεβαίνουν και να φυλάσσουν γύρω γύρω τον Ναό.
Οι ουράνιες μελωδίες έπαιρναν τις ακατάληπτες αυτές ευωδίες των θυμιαμάτων και μέσα από το πανάλευκο, εκτυφλωτικόν, άκτιστον, Τριαδικό φως τις πρόσφεραν στον υπερουράνιον θυσιαστήριον.
Μέσα σε αυτό το θείο μεγαλείο προσηύχετο ο άγνωστος εκείνος χαρτουλάριος ο κοσμικός, ο λαϊκός. 'Οταν τελείωσε την προσευχή ο χαρτουλάριος πηγαίνει στις θύρες και λέει στον Διάκονο:
- Έλα τώρα, μπες μέσα εδώ ελεύθερα στον Ναό. Παρατήρησε προσεχτικά τους Ιερείς του αριστερού χορού μήπως ανάμεσά τους αναγνωρίσεις εκείνον με τον οποίο έχεις το συνειδησιακό πρόβλημα.
Μπήκε τρέμοντας ο Διάκονος.
Μετά από λίγο όμως ήρθε πίσω στον άνθρωπο εκείνον του Θεού, τον Χαρτουλάριο, και του είπε πως δεν τον είδε ανάμεσα στους Ιερείς του αριστερού χορού.
- Ε, τότε πήγαινε, του λέει, να ψάξεις στον δεξιό χορό.
Πήγε ο Διάκονος, γύρισε αμέσως γρήγορα και του λέει:
- Ναί, είναι εκεί. Τον είδα καθαρά, είναι ανάμεσά τους.
- Α, αφού τον είδες λοιπόν πήγαινε να του πεις σε παρακαλώ: ο χαρτουλάριος Νικήτας, μας λέει τώρα και το όνομά του, στέκεται έξω και σε καλεί να έρθεις για λίγο.
Ο Διάκονος ξαναμπήκε στον Ναό αλλά δεν μπόρεσε να πλησιάσε αμέσως τον δεξιό χορό διότι ξαναμέθυσε από τις υπερουράνιες μελωδίες των Αγγέλων, των Αγίων και των χορών των Ιερέων από το Αλληλούϊα.
Εδώ κάνοντας μια παρένθεση λέγω ότι το Αλληλούϊα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας το χρησιμοποιεί πολύ στη Θεία Λατρεία σαν σημείο θριάμβου του Ουρανίου Θυσιαστηρίου και σαν σημείο χαράς και ευφροσύνης για τα θαυμάσια του Τριαδικού Θεού στις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές.
Όταν ο Διάκονος συνήλθε από τη θεία αυτή μέθη της ακαταλήπτο μελωδίας πλησίασε τον δεξιό χορό, πήρε τον Ιερέα και τον έφερε στις πύλες του Νάρθηκος.
Και τότε ο χαρτουλάριος Νικήτας του είπε:
- Τίμιε Ιερέα της Ουρανίου Θείας Λατρείας, εδώ στη γη πρόλαβες και εξομολογήθηκες την ψυχική διάσταση που είχες με τον Διάκονο εξαιτίας της μνησικακίας. Παρά ταύτα όμως το σφάλμα παρέμεινε αδιόρθωτο και ατακτοποίητο. Για αυτό και οι τύψεις της συνειδήσεως δεν αφήνουν σε ησυχία τον Διάκονο από εδώ μέρα και νύχτα. Παρακαλώ συγχωρεθείτε.
 Γονάτισαν και οι δύο, ο ένας από τον ουρανό και ο άλλος από τη γη. Ο ένας ουράνιος, ο άλλος χωμάτινος.
Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Αντάλλαξαν ασπασμόν αγάπης και συγχωρήσεως διαλύοντας την ψυχική τους διαφθορά.
Μετά ο Ιερεύς επέστρεψε στον Ναό και πήρε τη θέση του στο δεξιό χορό ενώ συνεχιζόταν η ουράνιος ψαλμωδία.
Ο Νικήτας πήρε τον Διάκονο και βγήκε από τον Ναό.
Έβαλε για τελευταία φορά μετάνοια στην είσοδο της Αγίας Σωρού και οι θύρες κλείστηκαν πάλι με θεία δύναμη.
Περπάτησαν για λίγο μαζί, στάθηκαν σε έναν τόπο όπου ο άνθρωπος του θεού, ο Νικήτας ο χαρτουλάριος, ο κοσμικός, ο λαϊκός είπε στον Διάκονο:
- Αδελφέ, αδιάλειπτα να εργάζεσαι για την σωτηρία και να φροντίζεις την ψυχή σου.
Πήγαινε τώρα στον Γέροντα που σε έστειλε σε μένα τον ασήμαντο και πέστου:
"Η καθαρότητα των προσευχών σου, των προσευχών του Γέροντος δηλαδή, και η παρρησία που έχεις μπροστά στον Τριαδικό Θεό μπόρεσαν να κατεβάσουν τη λατρεία του Ουρανίου Θυσιαστηρίου στον επίγειο Ναό της Αγίας Σωρού και από τον χορό των σεσωσμένων και λαμπροφόρων Ιερέων να ξεχωρίσεις εκείνον με τον οποίο έπρεπε να ειρηνεύσει ο Διάκονος. Εγώ, πεστου, δεν είχα καμμιά συμβολή σε ό,τι έγινε. Όλα οφείλοντο στις καθαρές προσευχές του".
Αυτά είπε και έγινε άφαντος από τα μάτια του Διακόνου.
Εκείνος έσκυψε και προσκύνησε τον τόπο που πατούσαν τα πόδια του θαυμαστού εκείνου ανθρώπου του ουρανίου.
Πήρε ύστερα συγκλονισμένος δρόμο για τον Γέροντα δοξάζοντας τον θεό γιατί σε αυτόν τον Τριαδικόν Θεόν πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων.
Αυτή είναι η ωφέλιμη διήγησις από τον Μαυρίκιο, Διάκονο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.