Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 1993

41 Η Θεία Λειτουργία. Τό κήρυγμα, η εκτενής δέησις καί η εν Χριστώ αδελφότης

Μνημονεύσεις γονέων

Θα αναφερθούμε σε δυο τρία γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή μας υπέρ αναπαύσεως των ευσεβών ορθοδόξων κεκοιμημένων χριστιανών και αδελφών ημών.
Στο βιβλίο "Οδός Αναπαύσεως" του κ. Σωτήρχου αναφέρεται η εξής πραγματική ιστορία:
Ένας Αγιοταφίτης μοναχός, δεν αναφέρει το όνομά του αλλά από την επίσκεψη που είχε κάνει στον Πανάγιο Τάφο, εκεί στα Ιεροσόλυμα τον εγνώρισε, ο οποίος μοναχός αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής:
Ο πατέρας μου ήταν φτωχός αλλά πολύ ευσεβής.
Όταν περίμενε να γίνει Λειτουργία επερίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας.
Ενώ η μητέρα μου βέβαια δεν ήτο ασεβής αλλά σπανίως εκκλησιάζετο.
Προτιμούσε την Κυριακή να καθήσει στο σπίτι, να μαγειρέψει για την οικογένεια, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού όπως προτιμάμε οι περισσότεροι, παρά να πηγαίνει στην Εκκλησία.
Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς του είδα, λέει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου και τον μεν πατέρα μου να βρίσκεται σε ένα ωραιότατο πανευφρόσυνο περιβόλι και εκεί να απολαμβάνει την
ευτυχία του Παραδείσου.
Η δε μητέρα μου με μεγάλο πόνο είπε:
- Δος μου, παιδάκι μου, και μένα να φάγω λίγο από το πιάτο σου. Πεινάω.
Την άλλη μέρα όταν ξύπνησα σκέφτηκα:
- Αφού είναι πεθαμένος ο άνθρωπος τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμεί η μητέρα μου. Ως πνεύμα άρα έχει ανάγκη από πνευματική τροφή.
Χωρίς κανένα δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα και έδωσα τα απαραίτητα με την παράκληση να κάνουν ένα Σαρανταλείτουργο, σαράντα Λειτουργίες, στο όνομα της μητέρας μου. Αλλά έβαλα μόνο το όνομα της μητέρας μου με σκοπό να υψώσω τη μητέρα μου, να τη σηκώσω λιγάκι για να είνα μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρονται και να συνευφραίνοντο μαζί στο κάλλος του Παραδείσου.
Πριν όμως τελειώσει το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου, είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέει με σκυθρωπό ύφος:
- Γιατί μου αφήρησες τη μερίδα μου;
Σας βεβαιώ, λέει ο μοναχός στον κ. Σωτήρχο, ότι έμεινα κόκκαλο, δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Την άλλη μέρα παρήγγειλα να προστεθεί αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκανα και ένα δεύτερο και για τους δυο γονείς μου μαζί και κατόπιν τους ξαναβλέπω να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.
Έκτοτε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα από 20, κάνω συνέχεια μνημόσυνα υπέρ αυτών
και κάθε χρόνο από ένα Σαρανταλείτουργο για να έχουν περισσότερη ανάπαυση εν Κυρίω.


Οι κεκοιμημένοι που φωνάζουν βοήθεια

Μου διηγήθηκε κάποτε ένας νεαρός Ιερεύς, 3 ετών Ιερεύς, όταν πέθανε η μητέρα του που δεν ήθελε ο γιός της να γίνει παπάς, να γίνει Λειτουργός του Θεού, και για το θάνατό της δεν είχε δώσει ο παπάς μεγάλη σημασία.
Έκανε αυτά που είναι απαραίτητα, τα μικροαπαραίτητα, και τίποτε περισσότερο από αυτό.
Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνώντας έξω από το νεκροταφείο - ήταν σε κωμώπολη , δεν ενθυμούμαι πού - λέει:
- Δεν πάω να της ανάψω το καντηλάκι.
Το άναψε λοιπόν το καντηλάκι και κάθησε σε μια πέτρα.
Δεν είχε μαζί του πετραχείλι ο Ιερεύς και έτσι δεν της διάβασε Τρισάγιο.
Σαν να ζαλίστηκε όμως λίγο.
Και ξαφνικά νόμισε ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα και να φωνάζουν.
Ήταν πραγματική, τρομακτική και φρικιαστική ιστορία μόνο που μου την εδιηγείτο.
- Βοήθεια, βοήθεια, Ιερείς του Υψίστου. Βοήθεια, ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια... Λειτουργίες, προσευχές, μνημόσυνα, Τρισάγια, βοήθεια χριστιανοί.
Και σε λίγο τρομαγμένος βλέπει και τη μάνα του.
- Βοήθεια, γιε μου, του λέει, βοήθεια. Βοήθεια τώρα που είσαι παπάς, βοήθεια για όλους, βοήθεια, βοήθεια...
Και έπεσε πάνω του σπαράζοντας από κραυγές απελπισίας.
Συνήλθε τρομαγμένος.
Είχε πλέον βραδιάσει και έφυγε τρέχοντας.
Τρέχοντας σχίστηκαν και τα ράσα του.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα λέει το πρωί στην παπαδιά του:
- Κοίταξε να δεις, της είπε το όνομά της, για τρία χρόνια θα ζούμε σαν αδέλφια. Θα λειτουργώ κάθε
μέρα και τις Σαρακοστές, κάθε μέρα για τη μάνα μου, για όλους τους νεκρούς, για όλους τους πεθαμένους, για όσους θυμάμαι, για όσους είναι γραμμένοι εκεί και για όσους θα μου δώσουν.
Έκανε 1100 Λειτουργίες συνεχώς χωρίς διακοπή, 1100 μνημόσυνα με κόλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε κάθε μέρα.
Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπε να του λένε ευχαριστώ άλλες ψυχές γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές.
Και του έλεγαν:
- Ευχαριστώ, ζεστάθηκα, παπά μου. Κρύωνα ζεστάθηκα, ευχαριστώ.
Αλλες γιατί είδαν λίγο φως και άλλες με ψωμάκια στα χέρια.
Για σκεφθείτε.
Φωνάζει η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο αδελφός σου, η γιαγιά σου, ο παππούς σου βοήθεια.
Τι κάνετε;
Τι κάνω εγώ ο ταλαίπωρος παπάς;



Ο παπα-Χαράλαμπος στην Ανω Βροντού

Το 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια επέστρεφε στο χωριό του στην Ανω Βροντού.
 Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα για την επιστροφή του νοικοκύρη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που ρώτησε ήταν το εξής:
- Τι κάνει ο παπα-Χαράλαμπος;
-Α, του λένε, στην Εκκλησία θα'ναι, στον Αγιο Δημήτρη. Η Εκκλησία του χωριού εκεί είναι ο Αγιος Δημήτριος.
- Α, λέει, πάω να πάρω την ευχή του και ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στην Εκκλησία από το πίσω μέρος.
Έτσι ερχόταν το σπίτι.
Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακούει ζωηρές ομιλίες.
Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο και λόγω περιεργείας και βλέπει μέσα στον Ναό.
Ο παπα-Χαράλαμπος συζητούσε ζωηρά με έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο και του έλεγε:
- Α, όλα κι όλα. Θα μου κάνεις αυτό που σου ζητώ. Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα πάνω αλλά εμένα θα μου το κάνεις αυτό, αυτό που σου ζητώ.
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από μπροστά αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή.
Χτυπά δυνατά, τίποτα.
Ξαναχτυπά και λέγει:
- Παπα-Χαραλάμπη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Ανοιξέ μου.
Ησυχία.
Ξαναχτυπάει πάλι και του λέγει:
- Την ευχή σου θέλω μόνο, παπα-Χαραλάμπη. Είμαι ο Σιδερής. Σήμερα μόλις ήλθα από το
ταξίδι.
Τίποτα, τελεία ησυχία.
Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει, δεν άνοιγε.
Απογοητευμένος κίνησε να φύγει.
Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνει με την μαγγούρα του ο παπα-Χαράλαμπος.
- Βρε, βρε, καλώς τον, λέει ο παπα-Χαράλαμπος.
Άφωνος ο Σιδερής.
- Ε, Σιδερή, του λέει, μη δίνεις σημασία σε αυτά στον Αγιο Δημήτρη. Δεν πειράζει, παιδάκι
μου. Φαντασία είναι, φαντασία σου. Καλώς όρισες.
Αυτά τα διηγούντο στην Δράμα.
Αλλά ερωτώ ήταν μέσα ο παπα-Χαράλαμπος;
Ήταν οπωσδήποτε.
Πώς;
Ο Θεός ξέρει.
Ο Θεός γνωρίζει πώς μπορεί να έχει έναν άνθρωπο και εδώ και εκεί.
Με ποιον μιλούσε τόσο άνετα σαν να ήταν φίλος του;
Μάλλον με τον Αγιο του Ναού.
Πιθανόν.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεώς μας από τους παλαιούς εκείνους ευλαβείς Ιερείς και που είναι τα καλύτερα κηρύγματα γιατί είναι ζωντανά, πραγματικά αλλά για τις ημέρες μας πιστευτά μόνον από εκείνους που πιστεύουν, μάλλον από εκείνους που θέλουν να πιστέψουν.


Το Αξιον Εστί & Η νεκρανάσταση του γιου

Κάποτε, χριστιανοί μου, γύρω στο 1900 υπήρχε στο Άγιον Όρος ένας περίφημος Πνευματικός, ο παπα-Γιάννης.
Ήταν Γέροντας στο κελλί Αξιον Εστί όπου κατά την παράδοση ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή μοναχού παρέδοσε σε έναν άλλο μοναχό και αυτός ονόματι Γαβριήλ, τον μετέπειτα Οσιο Γαβριήλ τον Αγιορείτη, τον αγρυπνούντα μοναχό πάνω σε μια πλάκα με το δάχτυλό του τον Θεομητερικό ύμνο Αξιον Εστί.
Να θυμηθούμε λίγο την ιστορία του Αξιον Εστί.
Ο πατήρ Γαβριήλ, ο μετέπειτα Οσιος δηλαδή, ένα βράδυ έψαλλε κάνοντας τον Ορθρο και είχε φτάσει στην Ενάτη.
 Και έψαλλε:
"Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ.." όπως τον έγραψε ο Αγιος Κοσμάς ο Μελωδός.
Λίγο πριν όμως είχε μπει ένας ξένος μοναχός και παρακολουθούσε τον Όρθρο του πατρός Γαβριήλ σιωπηλός.
Όταν έφτασε στην Ενάτη ο πατήρ Γαβριήλ τότε παρεμβαίνει ο ξένος μοναχός και με γλυκυτάτη
ουράνια μελωδία και φωνή άρχισε να ψάλει: "Αξιον Εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών".
Και στη συνέχεια συνάπτει και το υπόλοιπον ήδη γνωστό κομμάτι του Αγίου Κοσμά του Μελωδού δηλαδή:
"Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν".
- Πω, πω, είπε τότε ο Πατήρ Γαβριήλ. Τι ωραίος, τι υπέροχος, τι μεγαλοπρεπής, τι θεοπρεπής ύμνος είναι αυτός.
Κάνε, όμως, του λέει, αγάπη σε παρακαλώ να μου τον γράψεις.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξένος. Φέρε μου χαρτί και μελάνι.
Τότε ήταν η μελάνη, ο κοντυλοφόρος.
Ψάχνει, δεν βρίσκει.
- Α, λέει, δεν έχω.
- Ε, τότε φέρε μου μια πλάκα απ' έξω.
Πάει λοιπόν, κουβαλάει αυτός μια μεγάλη πλάκα και τη φέρνει μέσα και αμέσως ο ξένος άρχισε με το δάχτυλό του να χαράσσει πάνω στην πλάκα: "Αξιον Εστί ως αληθώς", με το δάχτυλό του. Και όπως λοιπόν εχάραζε η πλάκα χαράσετο σαν να ήταν πηλός.
Δηλαδή φαίνονταν καθαρά τα γράμματα.
Και μόλις τελείωσε η χάραξις του ύμνου ο ξένος μοναχός εξαφανίστηκε από μπροστά του αφού
προηγουμένως του παρήγγειλε ότι αυτή ήτο η επιθυμία της Υπεραγίας Θεοτόκου έτσι να ψάλλεται ο ύμνος από τώρα και στο εξής.
Το θαύμα έγινε γνωστό και άρχισε να ψάλλεται ο ύμνος σε όλον τον κόσμο και όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους να προσέρχονται βέβαια για να προσκυνήσουν την πλάκα που είχε χαραχθεί από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Η πλάκα όμως εστάλη στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με σχετική Αγιορείτικη συνοδεία και έγγραφα πολλά.
Με τη λαίλαπα όμως των μωαμεθανών και την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως η πλάκα αυτή μαζί με άλλα ιερά κειμήλια εσυλήθησαν και εχάθησαν.
Αυτά μας τα λέγει η Αγιορείτικη παράδοσις σχετικά με τον ύμνον "Αξιον Εστί" και με την εικόνα βέβαια την οποία έχουμε και πριν 3-4 χρόνια που ήλθε τόσο πανηγυρικά στην Αθήνα και επροσκυνείτο από όλον τον κόσμο.
Σε αυτό λοιπόν το κελλάκι ζούσε ο παπα-Γιάννης ο Πνευματικός.
Διηγείται λοιπόν αυτός ο παπα-Γιάννης που ήταν Σερραίος ότι κάποτε ήλθε να του εξομολογηθεί ένας νέος που εργαζόταν στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέως, το σεράι το λεγόμενον, και ήταν εργάτης.
Και τι του είπε:
Όταν ήταν μικρός πέθανε και η μητέρα του αμέσως έτρεξε στην Εκκλησία να προσευχηθεί.
Ήταν κοντά εκεί στα περίχωρα των Σερρών.
Οι γειτόνισσες πήγαν αμέσως και εφρόντισαν, άλλαξαν το παιδί, το ετοίμασαν για τον ενταφιασμό.
Μία πρόχειρη κασούλα και τα σχετικά.
Η μητέρα όλο αυτό το διάστημα των 2, 3, 5 ωρών ήταν στον Ναό του χωριού και επροσηύχετο θερμά στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της, τους έδιωξε όλους, παραξενεύτηκαν όλοι.
Ήταν και χήρα με μονάκριβο παιδί.
Και όλοι έλεγαν μήπως έπαθε και τίποτα.
- Βρε αμάν, βρε ζαμάν.
- Θα δείτε, λέει. Βγείτε όλοι έξω.
Βγήκανε.
Άλλαξε ρούχα, ετοιμάστηκε, πήγε δίπλα στο νεκρό παιδί της, ξάπλωσε και είπε:
- Σήκω εσύ, παιδί μου, είσαι μικρός. Εγώ θα πάρω τη θέση σου. Είναι εντολή της Παναγίας. Οταν μεγαλώσεις θα πας να την υπηρετήσεις στο Άγιον Όρος. Το παιδί αναστήθηκε και η μητέρα πέθανε. Όταν έγινε 20 περίπου ετών πήγε στο Άγιον Όρος.
Αυτό είναι γραμμένο στα αγιορείτικα βιβλία.
Για λίγο διάστημα εργάστηκε σαν εργάτης.
Όταν όμως εξομολογήθηκε στον παπα-Γιάννη και του είπε το τι συνέβη στην ζωή του, τι είδε και
τι άκουσε η ψυχή του όσο το σώμα του παρέμεινε νεκρό και το φρόντιζαν οι γυναίκες του χωριού τότε ο Γέροντας, ο παπα-Γιάννης δηλαδή, του συνέστησε μια συνοδεία πολύ μακρινή στα Κατουνάκια και εκεί γενόμενος μοναχός εκοιμήθη οσιακώς ύστερα από λίγα χρόνια.
Έτσι μετά την κοίμηση του νέου το διηγείτο αυτό το γεγονός της νεκραναστάσεως ο παπα-Γιάννης, όχι όμως και τι είδε ο νεκρός.
Και το διηγείτο βέβαια ελεύθερα διότι δεν εδεσμεύετο πλέον από το μυστικό του.
 Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα επαναλαμβάνω γύρω στο 1900, πριν δηλαδή 93 περίπου χρόνια.
Αν της πονεμένης και πιστεύουσας αυτής μάνας η προσευχή έφερε τέτοιο πλούσιο και παράδοξο καρπό και αποτέλεσμα πόσο μάλλον οι αιτήσεις μας και οι παρακλήσεις μας μέσα στη Θεία Λατρεία όταν γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας!
Γίνονται όμως;
Σας ρωτώ γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας;
Συμμετέχουμε στη φωνή του Ιερέως, στη φωνή των Ιεροψαλτών, στα γεγονότα που γίνονται μέσα στη Θεία Λατρεία;



Πώς πίστεψε ο Γενάδιος.

Κάποτε ο Ιερός Αυγουστίνος εδιηγήθηκε το εξής γεγονός.
Ζούσε στην εποχή του Ιερού Αυγουστίνου ένας γιατρός που τον έλεγαν Γενάδιο.
Ο Γενάδιος ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε ούτε σε Θεό, ούτε σε ψυχή, ούτε σε αθανασία, ούτε σε κόλαση, ούτε σε παράδεισο,
ούτε σε Αγγέλους, ούτε σε διαβόλους.
Σε τίποτα δεν πίστευε και καμάρωνε για αυτό όπως και πολλοί σήμερα.
Μια νύχτα ενώ κοιμόταν ο Γενάδιος είδε ένα όνειρο.
Παρουσιάστηκε δίπλα στο κρεββάτι του ένας νεαρός.
 Του φάνηκε τάχα πως τον ξύπνησε και του είπε:
- Ακολούθησέ με.
Ο Γενάδιος βέβαια σηκώθηκε πρόθυμα και τον ακολούθησε.
Περπάτησαν ώρα πολλή μαζί μέσα σε ωραία μέρη και έφθασαν σε μια ωραιοτάτη πόλη όπου άκουσαν μια υπέροχη μουσική με ουράνιες μελωδίες μυρίων Αγγέλων.
Ο Γενάδιος ξύπνησε ύστερα από λίγο ήσυχα ήσυχα.
Η περιπέτεια αυτή του άρεσε πολύ.
Σαν υλιστής όμως που ήταν δεν της έδωσε σημασία και είπε:
- Τι κρίμα!
Όνειρο ήταν.
Πάει κι έφυγε.
Και το ξέχασε.
Πέρασε αρκετός καιρός και να που ξαναβλέπει λοιπόν στον ύπνο του τον ίδιο νέο να στέκει δίπλα του και να του λέει:
- Με γνωρίζεις, Γενάδιε;
- Βέβαια, λέει, σε θυμάμαι καλά, πολύ καλά.
- Τι θυμάσαι;
- Θυμάμαι, λέει, που ήρθες και πήγαμε μαζί σε μια πόλη ανεκφράστου ομορφιάς και ακούσαμε εκεί υπέροχες μελωδίες. Τι ωραία που ήταν!
- Πώς την είδες, λέει, την πόλη αυτή; Πώς την άκουσες εκείνη την ωραία μελωδία; Ησουν ξύπνιος ή σε όνειρο;
- Σε όνειρο, λέει.
- Πού ήταν το σώμα σου;
- Στο κρεββάτι.
- Τα μάτια του ήσαν ανοιχτά ή κλειστά;
- Κλειστά.
- Με έβλεπες όμως;
- Σας έβλεπα.
- Με άκουγες;
- Σε άκουγα.
- Πώς τότε με έβλεπες; Με ποια μάτια και με ποια αυτιά άκουγες εμένα και την μελωδία εκείνη;
Ο γιατρός δεν ήξερε τώρα τι να απαντήσει.
Τότε εκείνος ο λαμπροφόρος νέος του είπε:
- Βλέπεις; Παρ' ότι τα μάτια σου είναι κλειστά, οι αισθήσεις σου αδρανείς και το σώμα σου ναρκωμένο στον ύπνο και ακίνητο, εσύ ζεις και δρας και έχεις ευχάριστες περιπέτειες. Έχεις μια ζωή ανεξάρτητη από το σώμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατο. Θα βλέπεις με άλλα μάτια και θα ακούς με άλλα αυτιά και θα ζεις χωρίς το σώμα. Πάψε να αμφιβάλλεις ότι δήθεν δεν υπάρχει άλλη ζωή.
Ο Γενάδιος ξύπνησε απότομα και θέλησε να πει: "Ονειρο ήταν" αλλά σταμάτησε τη φράση.
Και διερωτήθηκε:
- Όνειρο ήταν; Πραγματικότης ήταν; Διδασκαλία του... του...του... Του Θεού ήταν;
Δεν μπορούσε να δώσει μια σίγουρη απάντηση.
Υλιστής ήταν.
Μα από τότε όμως άρχισε σιγά σιγά να πιστεύει.
Ο ίδιος ο Γενάδιος χριστιανός πια διηγήθηκε την περιπέτειά του αυτή στον Άγιο Αυγουστίνο.
Και ο Άγιος Αυγουστίνος την έγραψε στις "Εξομολογήσεις" του.
Μπορείτε αυτή την ιστορία να την διαβάσετε εκεί.
Πώς καταλαβαίνεται η ζωή;
Πώς νιώθεται η ζωή;
Ζώντας τη ζωή.
Όταν ζούμε ήδη έχουμε ζωή.
Η αιώνια ζωή είναι ζωή.
Επομένως νιώθεται αυτή η ζωή και καταλαβαίνεται αυτή η ζωή, συλλαμβάνεται αυτή η ζωή όταν ζούμε την αιώνια ζωή, όταν μπορούμε απ'αυτή να έχουμε πρόγευση της αθανασίας και της αιωνίου ζωής.
Και ζούμε την αιωνιότητα, ειδικά μέσα στη Θεία Λατρεία.
"Ο τρώγων μου τη σάρκα και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον", Ιωάννου ΣΤ'54.
Και δεν τη ζούμε μόνοι μας αλλά μαζί με όλους του πιστούς χριστιανούς ζωντανούς και πεθαμένους ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας του Χριστού.