Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 1993

40 Η Θεία Λειτουργία. Τό Ευαγγελικόν ανάγνωσμα

Οι συνέπειες της ανυπακοής στο Γέροντα

Κάποτε ανέβαιναν στην κορυφή του Αγίου Ορους, του Αθωνος, για να λειτουργήσουν επάνω στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως δύο μοναχοί, ένας Γέροντας με τον υποταχτικό του, ο παπα-Αβέκιος με τον υποταχτικό του τον Πρόχωρο.
Τελικά φτάσαν στην κορυφή του Αθωνος και διανυκτέρευσαν στο κάθισμα της Παναγίας, όσοι από τους άνδρες έχουν ανέβει το γνωρίζουν αυτό, εκεί όπου είχε εμφανιστεί η Υπεραγία Θεοτόκος στον Οσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη.
Μετά το λιτό δείπνο τους γιατί βράδιαζε, έκαναν το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς και βέβαια θα πήγαιναν να ξεκουραστούν σε δυο χωριστά κελλιά.
Ο Γέροντας λέει στον υποταχτικό του:
- Κοίταξε, πριν κοιμηθείς, να διαβάσεις ολόκληρον το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και ύστερα θα ξαπλώσεις.
- Ευλογημένο, είπε ο υποταχτικός.
Πήγε στο κελλί του, κλείδωσε την πόρτα και έπεσε να κοιμηθεί χωρίς να κάνει αυτό που του είπε ο Γέροντάς του.
Μετά τα μεσάνυχτα, δεν αναφέρεται ποια ώρα ακριβώς, ακούει δυνατές φωνές ο Γέροντας.
Κάποιος καλούσε βοήθεια, ξυπνάει τρομαγμένος, πετάγεται επάνω.
Οι φωνές ακούγονταν από το κελλί του υποταχτικού.
Τρέχει απ'έξω.
- Τι συμβαίνει; τον ρωτάει. Γιατί φωνάζεις, παιδί μου;
- Με δέρνουν οι δαίμονες, λέει, Γέροντα, βοήθεια.
Τρέχει, μπαίνει στο κελλάκι του, παίρνει τον Σταυρό του ο Γέροντας και πάει και αρχίζει και σταυρώνει την πόρτα και λέει ότι προσευχές και ευχές εξορκιστικές ήξερε από μνήμης.
Τίποτα.
Ξανασταυρώνει την πόρτα, ξανά πάλι προσευχές, τίποτα.
Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα, αδύνατον.
Ηταν κλειδωμένη από μέσα.
Εν τω μεταξύ, το ξύλο το έτρωγε ο υποταχτικός.
Τότε ο παπα-Αβέκιος βγαίνει έξω, πηγαίνει από το παράθυρο του κελλιού, που ήταν ανοιχτό ευτυχώς και λέγει επιτακτικά στους δαίμονες:
- Με ποιο δικαίωμα εσείς χτυπάτε τον υποταχτικό μου;
Και αμέσως οι δαίμονες εξαφανίστηκαν.
Γιατί είναι γνωστό στους μοναχούς ότι μόνο ο Γέροντας έχει δικαιώματα πάνω στον υποταχτικό.
Ο Πρόχωρος έτσι πλήρωσε την ανυπακοή του.
Ο ευλογημένος, καταλαβαίνετε τώρα, αν έκανε υπακοή και διάβαζε το Ευαγγέλιο όχι μόνο θα ήτο ασφαλής, αλλά και πλήρης ειρήνης.
Θα κοιμόταν ήσυχος. Υπακοή, Αγία Γραφή και Προσευχή εξασφαλίζουν πολύ την παρρησία ενώπιον του Αγίου Θεού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι η υπακοή στον Πνευματικό και στην Αγία Εκκλησία, η μακροθυμία και η αγάπη προς τους εχθρούς, η συμμετοχή στα Μυστήρια, η διαρκής, επίμονη μελέτη των Αγίων Γραφών μας ανοίγουν δρόμους και πόρτες στην Βασιλεία των Ουρανών.
Ας το έχουμε αυτό υπόψη μας.



Ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ

Ενας ιερεύς στα παλιά χρόνια, προ του 1940, μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό που ήταν γιορτή στην Εκκλησία.
Τα κανδήλια ήταν όλα σβηστά.
Από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας και τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το καντήλι το ακοίμητο.
Στενοχωρέθηκε ο παππούλης, ήτο ευλαβής.
Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε.
Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από εδώ, ψάχνει από εκεί, δεν βρίσκει.
Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Τώρα γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι.
Ήταν χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος ο βοριάς.
Μεγάλη ήταν η κακοκαιρία.
Ξαφνικά λοιπόν όπως γυρίζει έτσι, κοιτάζει το θυμιατό αναμμένο.
Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα.
Λέω κάρβουνα.
Την παλαιά εποχή, τα πρόλαβα και εγώ αυτά βέβαια, μέσα στο Ιερό Βήμα είχαμε ένα μικρό μαγγάλι.
Και άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε με τη μασιά και βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σε αυτό ρίχναμε ύστερα το θυμίαμα.
Όσοι από σας ξέρετε από κάρβουνα κτλ. καταλαβαίνετε τι ακριβώς θέλω να πω.
Αφού το είδε λοιπόν έτσι αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, άναψε το
χαρτάκι, με αυτό ανάβει ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και ύστερα όλα τα άλλα καντήλια του Ναού.
Κάθε τόσο λοιπόν γύριζε και κοίταζε το θυμιατό και έλεγε:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει κάνει θαύματα, όταν θέλει. Και έλεγε ξανά:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύμα ήταν πάλι αυτό!
Ήρθε ο ψάλτης, άρχισε ο Ορθρος, το θυμιατό παραμένει ολοκόκκινο.
Στην Ενάτη, την "Τιμιωτέρα", το παίρνει για να θυμιάσει και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν στήλες ευώδους καπνού σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα.
- Μα, λέει, εγώ δεν έβαλα θυμίαμα. Κύριε ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, γυρίζει προς την Αγία Τράπεζα και λέει:
- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις.
Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.
- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Αφησέ το έτσι. Γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, λέει, ό,τι θέλει κάνει.
- Καλά, παππούλη, αυτός απαντάει.
Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει, από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ολοκόκκινο με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα.
Δηλαδή έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες.
Μόλις το σήκωνε λοιπόν, έβγαιναν και οι ευωδέστατοι αυτοί καπνοί οι οποίοι απλώνονταν σε όλο το Ναό.
Όλος ο Ναός ευωδίαζε.
Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και όταν τελείωσε του έλεγαν:
- Ε, παπά μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα;
Στον εγγονό του είπε το εξής:
- Μην το πεις πουθενά, μόνον όταν πεθάνω.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Αυτά έλεγε ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ.



Φιλοξενία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Κάποτε ένας μοναχός που ήταν αρχοντάρης σε ένα μοναστήρι του Αγίου Ορους
- Αρχοντάρης είναι αυτός που φροντίζει για τους ξένους, οι άνδρες το ξέρουν πολύ καλά, ετοιμάζει τα δωμάτια, προσφέρει τον καφέ και το κέρασμα και αν είναι κουρασμένοι και νηστικοί να τους πάει στην Τράπεζα για λίγο φαγητό, να τους ετοιμάσει τα δωμάτια κτλ., πάντως είναι πολύ κουραστικό
διακόνημα, ιδίως στο Αγιον Ορος που οι προσκυνηταί κάθε μέρα μπορεί να είναι 20, 30, 50, 100, 200 καμμιά φορά
- Αυτός λοιπόν ο Αρχοντάρης είχε κουραστεί πολύ από το διακόνημα, το είχε 5 χρόνια συνέχεια, και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον αντικαταστήσει.
- Κάνε υπομονή, του λέει, και θα φιλοξενήσεις και Αγγέλους.
- Να είναι ευλογημένο.
Υστερα από λίγον καιρό, ένα βραδάκι, αφού είχαν κλείσει οι πόρτες της μονής, και όπως ήταν κατάκοπος έκατσε στο Αρχονταρίκι λίγο και άνοιξε την Καινή Διαθήκη και άρχισε να διαβάζει.
Βλέπει λοιπόν ξαφνικά να μπαίνει από την πόρτα του Αρχονταριού ένας ωραιότατος νέος, ντυμένος στα λευκά.
- Ευλογείτε, Πάτερ μου, του λέει. Ω, τι διαβάζετε; Το Ευαγγέλιον του Ουρανού; Είστε μακάριος. Και πριν προλάβει να απαντήσει ο Αρχοντάρης, που τα έχασε.
- Ω, με συγχωρείτε που σας διακόπτω, του λέει, αλλά είμαι πολύ πεινασμένος.
Κατάπληκτος λοιπόν ο Αρχοντάρης, τα είχε χάσει είπαμε αλλά πολύ ευγενικά είπε:
- Ορίστε, ορίστε, καθείστε να σας ετοιμάσω κάτι.
Πώς λέγεστε;
- Μιχάλης, απαντά ο νέος.
Γρήγορα γρήγορα λοιπόν ολοπρόθυμα άρχισε με ζήλο να ετοιμάζει το τραπέζι για να φάει ο
νέος που ήρθε στα λευκά.
Διότι ύστερα άρχισε να του κάνει εντύπωση το πώς ήταν ντυμένος.
- Εσείς όσο θα τρώτε, του λέει, εγώ θα ετοιμάσω και το κελλάκι σας και θα σας φέρω μια στιγμή
και τη λίγη σαλάτα.
Και πήγε να πάρει το πιάτο με τη λίγη σαλάτα.
Από ένστικτο όμως γύρισε το κεφάλι του ξανά να δει αυτόν το νέο που του έκανε τόση κατάπληξη.
Ο ωραιότατος εκείνος νέος είχε εξαφανιστεί.
Οπωσδήποτε ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.
Από τότε η προθυμία του για φιλοξενία είχε μεγαλώσει.
Θυμόταν το γεγονός με συγκίνηση αλλά και τον συγκλόνιζε η φιλοξενία του Αβραάμ που φιλοξένησε την ίδια την Αγία Τριάδα με το τρίμορφο εκείνο Αγγελικό σχήμα.
Απευθυνόταν ο Αβραάμ προς αυτούς τους τρείς
Αγγέλους στον ενικό αριθμό και τους έλεγε Κύριε.
Η αγιογραφική εντολή, αδελφοί μου, είναι "Την φιλοξενίαν διώκοντες", να την επιδιώκεται δηλαδή, "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών" Α' Πέτρου Δ9.
Να το επαναλάβω "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών".
Και όταν στη φιλοξενία μας προστεθεί και ο λόγος του Θεού, γιατί πρέπει να προστεθεί και ο λόγος του Θεού, για να είναι η φιλοξενία μας τελεία, δηλαδή ο λόγος για την πίστη μας, για την Εκκλησία μας, για τους Αγίους μας, για τα θαύματά τους, για τις εικόνες μας, για τα Μυστήριά μας τότε μέγα μισθό παίρνουμε.
Γιατί με αυτού του είδους τη φιλοξενία φέρνουμε ανάμεσά μας τον ίδιο τον Κύριο.
Άλλωστε και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μακάρισε τον Αρχοντάρη, που δεν ήτο άλλος από τον παπα-Φιλάρετο της Κωσταμωνίτου για τον οποίο σας μίλησα και στην περασμένη μας ομιλία.



Περί του μοναχού Σάββα

Η καταγωγή του ήτο από το χωριό Μαζέικα των Καλαβρύτων.
Εκάρη μοναχός στο κελλί Αγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε του παρακειμένου μονιδρίου του Ραβδούχου, σήμερα της μονής Παντοκράτορος.
Ενα διάστημα κοινοβίασε ο μοναχός Πατήρ Σάββας στη μονή Εσφιγμένου και είχε το διακόνημα του Τυπικάρη.
Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη του ευλάβεια, την αντοχή στους σωματικούς κόπους και την υπομονή του.
Εκείνο που τον ξεχώριζε πολύ ήτο η μελέτη της Καινής Διαθήκης.
Κάθε μέρα διάβαζε και ένα βιβλίο.
Ως γνωστόν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι 27.
Τέσσερα τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις, οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου 14, οι 7 Καθολικές και η Αποκάλυψη.
Αρα κάθε μήνα τελείωνε μία φορά ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Έτσι την Καινή Διαθήκη 12-13 φορές το χρόνο τη διάβαζε.
Με τη σειρά την πρώτη μέρα τον Ματθαίο, τη δεύτερη το Μάρκο, την τρίτη το Λουκά, την τέταρτη τον Ιωάννη και ύστερα τις Πράξεις και ύστερα προς Ρωμαίους και ύστερα Α' Κορινθίους, Β' Κορινθίους κτλ. μέχρι το τέλος.
Πολλές φορές όταν είχε την Καινή Διαθήκη έτσι και την διάβαζε έβγαινε πολλή ευωδία μέσα από τις σελίδες της Καινής Διαθήκης.
Ο ίδιος ο Κύριος του χάιδευε τις αισθήσεις, του χάριζε ειρήνη, του δώριζε αγιασμό και χαρίσματα πολλά.
Και εμείς δεν θέλουμε, και βαριόμαστε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο την ημέρα.
Εντροπή μας.
Με συγχωρείτε αλλά ντροπή μας.
Όταν προείδε το θάνατό του, επέστρεψε στη μετάνοιά του.
Οι παράδελφοί του και ο Γέροντάς του τον υποδέχθησαν με πολλή χαρά γιατί ποτέ δεν τους
είχε στεναχωρήσει παρά μόνο βέβαια όταν έφυγε για να ζήσει ως ασκητής και ερημίτης. Περιμένοντας τους Αγγέλους, τους Αγίους και την Υπεραγία Θεοτόκο για να τον πάρουν μαζί τους στον Ουρανό παρακάλεσε τους αδελφούς όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα ένας ένας να του διαβάζουν Καινή Διαθήκη και Ψαλτήρι μέχρι που να κοιμηθεί.
Τόση ήτο η αγάπη του για τις Αγιες Γραφές, για τις επιστολές του Ουρανού προς τον άνθρωπο.
Άραγε ο καθένας από εμάς τι αγαπά περισσότερο;
Λέγει ο Κύριος κάπου:
"Οπου θησαυρός εκεί και η καρδία".
Ποιός είναι ο θησαυρός σου, άνθρωπέ μου;
Εκεί είναι και η καρδιά σου.
Του Πατρός Σάββα ήταν στο Λόγο του Θεού.
Και εκοιμήθηκε οσίως.
Μετά τρία έτη από τον ήσυχο θάνατό του έγινε η εκταφή του και η κάρα του ευωδίαζε.
Διαδόθηκε βέβαια το γεγονός και πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν.
Ένας δόκιμος της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες για να καυχηθούν ότι είχαν έναν Αγιο μεταξύ τους ρίχνουν άρωμα στην κάρα του.
Την παίρνει λοιπόν κρυφά και την έριξε στη στέρνα με βάρος.
Η στέρνα ήταν εκεί στον κήπο.
Οι άνδρες ξέρουν πώς είναι.
Είναι κάτι μεγάλες στέρνες με βρώμικα νερά που ποτίζουν με αυτά τους κήπους και τα μαζεύουν.
Έβαλε και ένα βάρος εκεί πέρα για να μη φαίνεται και το πέταξε μέσα.
Οι Γεροντάδες την έχασαν.
Δεν ήξεραν ποιος την πήρε και τι έγινε.
Άνω κάτω λοιπόν το μοναστήρι.
Τίποτα, δεν βρέθηκε.
Άρχισαν να υποψιάζονται.
Σου λέει κάποιος από αυτούς που ήρθαν για προσκύνηση μοναχούς την πήρε και έφυγε.
Πω, πω, στεναχώρια οι καημένοι.
Δόστου παρακλήσεις εκεί πέρα.
Τίποτα, ο δόκιμος εκεί.
- Τώρα θα σας δείξω εγώ, έλεγε μέσα του.
Λοιπόν μετά 12 ημέρες την βγάζει ο δόκιμος από τη στέρνα και τον πνίγει περισσότερη ευωδία.
Τρόμαξε λοιπόν, πίστεψε ότι πράγματι πρόκειται περί Αγίου μοναχού και ομολογώντας κατόπιν την πράξη του βέβαια ζήτησε έλεος και συγγνώμη.
Και μέχρι σήμερα αυτή τη φήμη έχει ο Πατήρ Σάββας, ότι υπήρξε ένας Αγιος μοναχός, ένας Όσιος. Η κάρα του εξακολουθεί και ευωδιάζει.
Είδατε λοιπόν τι κάνει η μελέτη της Αγίας Γραφής, η υπακοή, η άσκησις, η προσευχή, η Θεία Λατρεία και όλα όσα είπαμε;
Λοιπόν, όλοι μας επί το έργον.