Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 1992

32 Η Θεία Λειτουργία. Η άνωθεν ειρήνη καί η σωτηρία τής ψυχής

********************************

32Α Περί καντηλιών

Γιατί ανάβουμε καντήλι μπροστά στα εικονίσματα; Εχουμε μία
απάντηση εδώ ενός Επισκόπου Αχρίδος που λέει γιατί ανάβουμε
καντήλι και έχει 7 στοιχεία: 1. Γιατί η πίστη μας είναι φως. Ο
Χριστός είπε: Εγώ είμαι το Φως του κόσμου. Το φως της καντήλας
μας θυμίζει το φως με το οποίον ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές
μας. 2. Για να μας θυμίζει ότι και η ζωή μας πρέπει να είναι
φωτεινή σαν των Αγίων, δηλαδή των ανθρώπων που ο Απόστολος
Παύλος τους ονομάζει τέκνα φωτός. 3. Για να είναι έλεγχος στα
σκοτεινά μας έργα και στις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες
και έτσι να τα επαναφέρει όλα στο δρόμο του φωτός, του Αγίου
Ευαγγελίου, για να λάμψει το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων
όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών, τον
εν τοις ουρανοίς. 4. Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείον
και δείγμα της ευγνωμοσύνης και αγάπης που οφείλουμε στο Θεό για
την μεγάλη θυσία που έκαμε για μας. Με αυτήν και με την προσευχή
μας Τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για την υγεία, για τη σωτηρία
και για όλα όσα μας χαρίζει η θεϊκή και άπειρη αγάπη Του. 5.
Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που μας
επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της
προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό. Οι
δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως, το φως του
Χριστού και εκείνων βέβαια που αγαπούν τον Χριστό. 6. Για να
μας παρακινήσει αυτοθυσία όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο
καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη
φλόγα της αγάπης για το Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο
θέλημα του Θεού. 7. Για να μάθουμε ότι όπως δεν ανάβει το
καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι
της καρδιάς δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού. Οι κόποι των
αρετών μας είναι η καύσιμη ύλη, το φυτίλι και το λάδι δηλαδή,
που για να ανάψουν και να φωτίζουν χρειάζονται το πυρ του Αγίου
Πνεύματος. Μας θυμίζει επιπλέον και το έννον της προσευχής του
ανθρώπου. Κάθε φορά που είναι αναμμένο το καντήλι μας θυμίζει
ότι πρέπει να γίνεται και προσευχή.

Γιατί χρησιμοποιούμε μόνον ελαιόλαδο;

Πολλές φορές λέμε ότι δεν καίγεται το φυτίλι, ότι τα λάδια δεν
είναι καλά κτλ. Η προσευχή του Κυρίου εγένετο στον κήπο της
Γεθσημανή και ήταν κήπος ελαιών. Από τις ελιές βγαίνει το
ελαιόλαδο και για να μας θυμίζει λοιπόν την προσευχή του Ιησού
πρέπει να καίμε ελαιόλαδο.

**********************************************************

32Α Ο Πατήρ Χριστοφόρος της σκήτης της Σίχλας στη Ρουμανία

Γύρω στο 1930 ένας διάκονος, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ζούσε και
ασκήτευε στη σκήτη της Σίχλας της Ρουμανίας. Το ερημητήριό του
ήταν μέσα στο δάσος, όπου παρεδίδετο στη νηστεία, την αγρυπνία
και την προσευχή. Σε μια του βραδινή οδοιπορία έπεσε λίγο να
κοιμηθεί. Ξαφνικά ξυπνάει και βλέπει σε όραμα έναν αστραφτερό
άνδρα να του λέγει: - Πήγαινε να με θάψεις. 70 χρόνια είμαι
άταφος. Και αμέσως έγινε άφαντος. Ο διάκος ξαφνιάστηκε. Οταν
συνήλθε είπε: - Α, του πονηρού θα είναι. Ας πέσω να κοιμηθώ. Μα
και πάλι ξυπνάει από το ίδιο πονηρό και αστραφτερό αυτό όραμα.
Και για δεύτερη φορά δεν του δίδει σημασία αλλά με ερωτηματικά
μέσα του έγειρε πάλι για τον ύπνο. - Λες να μην ήταν; Δεν
πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του και για τρίτη φορά η ίδια
παρουσία του φωτεινού εκείνου ανδρός. Τότε όμως τόλμησε και
ρώτησε: - Ναι, πού όμως θα βρω τα λείψανά σου για να τα θάψω, να
κάνω ταφή; - Σε 100 βήματα δεξιά σου, σε μια γερτή πέτρα που την
σκεπάζει ένας θάμνος. Εσύ θα κρατήσεις για ευλογία και
προστασία μόνον την κάρα μου και τα υπόλοιπα θα τα θάψεις βαθειά
μέσα στο χώμα. Πράγματι λοιπόν ακολούθησε τις οδηγίες του
αγνώστου οσίου εκείνου ανδρός και βρήκε τα Αγια Λείψανα.
Ευωδίασε ο τόπος. Ανοιξε λοιπόν ένα λάκκο, ετοίμασε ένα σταυρό,
δεν ήξερε βέβαια τι να γράψει πάνω, και εκεί που ήταν έτοιμος να
θάψει τα Λείψανα λέει: - Δεν κρατάω και μερικά ακόμα; Μόλις όμως
το σκέφτηκε αυτό και μέσα σε μια πετσέτα που είχε απλώσει, που
είχε πρόχειρη μαζί του, είχε βάλει εκεί την κάρα του αγνώστου
αυτού Αγίου, και θέλησε να πάρει ένα οστούν, ένα Λείψανα Αγιο,
από το σώμα του για να το βάλει και αυτό μαζί με την κάρα, από
μια ανεξήγητη θερμότητα και πολλή δυνατή φλόγα που βγήκαν από τα
οστά του έκαψαν το χέρι. Τότε λοιπόν κατάλαβε ότι έπρεπε να
σεβαστεί την εντολή του Αγίου, πήρε το ράσο του, το εξώρασο,
τύλιξε τα οστά μέσα στο ράσο και τα έθαψε, τα κάλυψε, έβαλε και
ένα σταυρό επάνω και πήρε την κάρα του αγνώστου και ανωνύμου
Αγίου και την πήγε στον ηγούμενο της κεντρικής μονής της σκήτης.
Εγιναν πάρα πολλές ολονύκτιες αγρυπνίες για να αποκαλύψει ο
Αγιος το όνομά του. Ολος ο ναός, καθ' όλη τη διάρκεια των
αγρυπνιών και των προσευχών και των Θείων Λειτουργειών
επλημμυρίζετο από άπειρη ευωδία, η οποία έβγαινε από την Τιμία
Κάρα του Οσίου. Υστερα από πολλές παρακλήσεις απεκάλυψε ο Αγιος
το όνομά του στον ηγούμενο της μονής, ο οποίος ήτο πολύ ευλαβής
και ευσεβής, αγιασμένη προσωπικότης. Ποιος ήταν δεν μας λέει η
ιστορία, το Γεροντικό, πώς έγινε η αποκάλυψις του ονόματός του.
Ητο μεγάλος ασκητής και Πνευματικός Πατήρ Παύλος, ο οποίος είχε
κοιμηθεί περίπου το 1860. Ητο μάλιστα ο Πνευματικός, ο
Εξομολόγος, της μεγάλης ασκήτριας και Οσίας Θεοδώρας της Σίχλας,
γνωστή σε ολόκληρη τη Ρουμανία και σε όλους βέβαια τους
Ορθοδόξους Ρουμάνους χριστιανούς. Τα λείψανα αυτής της Αγίας
βρίσκονται τώρα όχι στη Ρουμανία αλλά στο Κίεβο της Ρωσίας. Από
τότε πήρε την Αγία Κάρα του Οσίου Παύλου, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ο
διάκονος και εξαφανίστηκε στα απόκρημνα ασκητήρια της Ρουμανίας.
Σε ένα από αυτά μαζί με έναν ταπεινώτατο ασκητή ιερέα τηρούσαν
τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα τη νύχτα, ζώντας μαζί με τον Αγιό
τους από τώρα τα κάλλη του Παραδείσου. Και όταν εκοιμήθη ο Πατήρ
Χριστοφόρος τα θαυμαστά της, της Οσίας Κάρας και του διακόνου
Χριστοφόρου, έγιναν γνωστά στους ευλαβείς προσκυνητάς που
περνούσαν από εκείνα τα μέρη και από αυτούς έφτασαν στα
Γεροντικά και στα Συναξάρια και από τα Συναξάρια στις ημέρες
μας. Τα ασκητήρια, ναοί της Ορθοδοξίας, είναι σκηνώματα δόξης
και θρόνοι θριάμβου της τρισηλίου Θεότητος.

**********************************************************

32Α Ενα θαύμα της Παναγίας - Χάρισε μάτια στον Στέφανο από την
Κέρκυρα

Στην Κέρκυρα, πριν από αρκετά χρόνια, πολλά χρόνια πριν, ζούσε
ένας νέος ονόματι Στέφανος. Είχε το όνομά μου. Εκεί έμπλεξε με
μια συντροφιά, με μια παρέα, και στο δρόμο συνήντησαν κάποιους
εμπόρους και η υπόλοιπη αυτή παρέα θέλησε να τους κατακλέψει. Ο
Στέφανος διαμαρτυρήθηκε αλλά δεν τον άκουσαν. Δεν το άκουσαν
καθόλου. Επετέθηκαν λοιπόν οι νεαροί αυτοί σαν τους σημερινούς
αναρχικούς και χούλιγκανς εναντίον των εμπόρων. Τους λήστεψαν,
τους ξυλοκόπησαν και ετράπησαν σε φυγή. Ο Στέφανος βέβαια
παρέμεινε σε μια άκρη. Οι έμποροι αυτόν είδαν και αυτόν
κατήγγειλαν στον έπαρχο της Κέρκυρας, η οποία τότε, εκείνη την
εποχή ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών. Τον καταδίκασαν
λοιπόν και η τιμωρία ήταν πολύ αυστηρή και ο δικαστής, χάριν του
νεαρού της ηλικίας του, του επέβαλε μια διπλή ποινή, μια διπλή
τιμωρία και να διαλέξει μια από τις δυο: ή να του βγάλει τα
μάτια ή να του κόψει τα δυο χέρια, για να μην ξανακλέψει. Αυτός
παρ'όλες τις προσπάθειες και τις φωνές που έκαμε,
διαμαρτυρόμενος ότι ήταν αθώος, δεν μπορούσε να αποδείξει την
αθωότητά του. Τελικά είπε: - Ε, χωρίς χέρια δεν μπορώ να κάμω
τίποτα. Με τα μάτια σβηστά κάπως θα μπορώ να ζω. Και έτσι
λοιπόν ζήτησε να τυφλωθεί. Πράγματι σε δημόσια πλατεία, με
πυρωμένο σίδερο, ο δήμιος του έβγαλε τα μάτια και έμεινε τυφλός.
Τυφλώθηκε. Τα μάτια μάλιστα τα βγάζαν με ειδικό τρόπο και τα
βάζαν σε μία λεκάνη με νερό και εκτίθεντο δημόσια για
παραδειγματισμό, για να μην ξανατολμήσουν να κάμουν το ίδιο κακό
και την ίδια αμαρτία. Αν υπήρχαν τέτοιες τιμωρίες τώρα δεν θα
είχαμε κλέφτες, ούτε αναρχικούς ούτε χούλιγκανς ούτε τίποτα,
κανέναν. Λοιπόν, είναι βάρβαρο αυτό που λέμε, απλώς το
αναφέρουμε σαν παράδειγμα. Αυτοί κατέφυγαν, λοιπόν, σε μια
εκκλησία, σε ένα μοναστήρι παραθαλάσσιο εκεί, που υπήρχε την
εποχή εκείνη, σε μία Παναγία η οποία ονομαζότανε Κασσιοπεία,
Παναγία η Κασσιοπεία. Οσοι είναι από εκείνα τα μέρη πιθανόν
βέβαια να τη γνωρίζουν. Πήγαν λοιπόν σε εκείνο το μοναστήρι και
ζητούσαν από την Παναγία, μαζί με τη μητέρα που είχε πάει ο
Στέφανος, βοήθεια, συνδρομή, όσο το δυνατό περισσότερη και
μεγαλύτερη. Το βράδυ τους έβαλαν μέσα στην εκκλησία λίγο να
κοιμηθούν, να ξαποστάσουν. Και όπως λαγοκοιμόταν, γιατί μέσα
στους φρικτούς του πόνους δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά ο
Στέφανος, αισθάνθηκε κάποιο χέρι να ακουμπάει τα μάτια του. Και
ξαφνικά βλέπει μπροστά του μία γυναίκα να αστράφτει μέσα στο
φως. Εκθαμβος και έκπληκτος για αυτό που έβλεπε, να του
χαμογελάει γλυκά, ήρεμα, καλά και να εξαφανίζεται. Βλέπει λοιπόν
τα καντήλια αναμμένα. Βλέπει την εικόνα της Παναγίας. - Μάνα,
φωνάζει, μάνα... Τα καντήλια είναι αναμμένα. Βλέπω την Παναγία.
- Αντε, άφησε με ήσυχη, του λέει, τώρα μες τον.. Την ξύπνησε
λοιπόν και της είπε ότι - Μάνα βλέπω. Και εκείνη έκπληκτη όταν
τον κοίταξε στο πρόσωπο διαπίστωσε ότι το παιδί της είχε δυο
καταγάλανα μάτια, υπέροχα και ωραία. Ενώ το παιδί της, πριν
τυφλωθεί, είχε μάτια μαύρα. Η Παναγία του χάρισε μάτια
καταγάλανα. Βέβαια με τις φωνές ξύπνησαν οι μοναχοί, έγινε
θόρυβο πολύς και ο θόρυβος αυτός ακούστηκε σε όλην την Κέρκυρα
και αμέσως τους εκάλεσε ο έπαρχος της περιοχής εκείνης, ο οποίος
είδε τα νέα μάτια στις κόγχες του Στέφανου και θαύμασε βέβαια
και απόρησε αλλά είδε και τα σημάδια κιόλας από το κάψιμο.
Περίεργος λοιπόν φωνάζει το δήμιο και τον ρωτάει: - Τι έγινε;
Πώς δηλαδή αυτό το πράγμα συνέβη; Λέει: - Αρχοντα, εγώ έκανα το
καθήκον μου και έβγαλα τα μάτια του παιδιού και θα σου φέρω τη
λεκάνη με τα μάτια του. Και φέρνει λοιπόν τη λεκάνη και βλέπουν
μέσα εκεί πράγματι να υπάρχουν δυο μαύρα μάτια. Το θαύμα της
Παναγίας είχε γίνει. Και είχε γίνει μέσα στο Ναό, μέσα στην
Εκκλησία. Και εμείς δεν έχουμε μάτια. Τα δικά μας τα μάτια, τα
μάτια της δικής μας ψυχής είναι κλειστά και δεν μπορούμε να
δούμε το μεγάλο αυτό θαύμα που γίνεται κάθε φορά που βρισκόμαστε
στη Θεία Λειτουργία. Δεν έχουμε μάτια τέτοια. Για αυτό λοιπόν
μας φαίνονται πολλά πράγματα περίεργα από αυτά που λέγονται και
ακούγονται εδώ και μπορεί να μας πιάσει και ύπνος σε αυτήν την
ανάλυση που κάνουμε για τη Θεία Λειτουργία. Εδόξασεν τον Θεόν.
Το θαύμα αυτό είναι γραμμένο σε ένα βιβλίο που λέγεται
"Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας" της Ιεράς Μονής
Παρακλήτου.

**********************