Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 1992

30 Ευλογημένη η βασιλεία Τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος,...αμήν.5.11.1992

Ο Αγγελος Φύλακας στην Αγία Τράπεζα
Γιατί στο Ιερό Τέμπλο που χωρίζει τον κυρίως ναό από το Αγιο Βήμα έχουμε δεξιά και αριστερά στις θύρες τις πλαϊνές του Αγίου Βήματος τους δύο Αρχαγγέλους, Γαβριήλ και Μιχαήλ τον Αρχάγγελο;
Για να φυλάνε το Ιερό.
Είναι Αγγελοι φύλακες, ακοίμητοι φρουροί των Αγίων, Αγγελοι φύλακες και ακοίμητοι φρουροί στα Αγια των Αγίων.
Ετσι τους τοποθέτησε η Εκκλησία μας δεξιά και αριστερά.

Κάποτε ένας ιερέας μου διηγήθηκε τα εξής: Οταν μπήκε μια φορά
στην Εκκλησία, βράδυ, ήταν λίγο αργούτσικα, είχε ξεχάσει κάτι,
έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει και ήρθε στην Εκκλησία, την
ξεκλείδωσε από εκεί και μπήκε μέσα, ήταν σκοτεινά. Από την Ωραία
Πύλη, από εδώ, που την είχε αφήσει, την είχε ξεχάσει ανοιχτή την
Ωραία Πύλη, δεν είχε τραβήξει την κουρτίνα, δεν είχε αυτά και τα
δύο μονόθυρα, βλέπει έναν αστραφτερό Αγγελο με ξίφος στα χέρια,
όλο φωτιά ήταν δηλαδή, από φωτιά το ξίφος του, να στέκεται δίπλα
στην Αγία Τράπεζα. Τρόμαξε τόσο πολύ που τράπηκε σε φυγή,
φοβήθηκε. Φτάνοντας στο Νάρθηκα, γιατί ο ναός ήταν μεγάλος, μια
φωνή εκεί: - Στάσου. Στάθηκε λοιπόν, κοκκάλωσε. Μαρμάρωσε, όχι
κοκκάλωσε. Πώς δεν έπαθε και συγκοπή καρδίας; - Μη φοβάσαι, του
λέει πολύ γλυκά η φωνή, είμαι ο Αγγελος φύλακας του ναού. Οταν
μία Τράπεζα σε ένα ναό καθαγιάζεται και γίνεται Αγία, ο Κύριος,
ο Παντοκράτωρ, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των
κυριευόντων, τοποθετεί έναν ακοίμητο Αγγελο φύλακα δίπλα στην
Αγία Τράπεζα. Και συνεχίζει ο Αγγελος. Και αυτά τα έλεγε καθ'
όν χρόνον εκείνος ήταν ακίνητος εκεί. - Ελα, του λέει. Τα
άκουγε με την πλάτη, εν τω μεταξύ, την φωνή την άκουγε αλλά ήταν
με την πλάτη. Και συνεχίζει με ακόμα πιο γλυκειά φωνή ο Αγγελος.
- Ελα, του λέει. Γύρισε, κλείσε σε παρακαλώ την Ωραία Πύλη που
ξέχασες ανοιχτή. Ο Αγγελος είπε στον παπά "Σε παρακαλώ". Πόσοι
από εμάς λέμε στο σύντροφό μας, στο παιδί μας, στον αδελφό μας
"Σε παρακαλώ"; Πόσοι; Γυρίζει ο παπάς, του είχε φύγει βέβαια ο
φόβος και ο τρόμος και δεν βλέπει πλέον τον Αγγελο. Προχωράει
δισταχτικά, αλλά πλέον χωρίς φόβο, με σεβασμό, πατώντας έτσι στα
νύχια και τρέμοντας πιάνει την Ωραία Πύλη και σιγά σιγά την
κλείνει. Μέσα του όμως άρχισε να αναρωτιέται: - Ε, παπά, ήταν
φαντασία σου. Μήπως τα είδα στον ύπνο μου; Μπας και
ονειρευόμουν; Μήπως τα φαντάστηκα; Μπας και έχω παραισθήσεις; Η
απάντηση όμως. Ακούει μυριάδες φωνές Αγγέλων να ψάλλουν το Αξιον
Εστί. Ο Ναός ετιμάτο προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, της
Παναγίας. Δεν άντεξε στο άκουσμα την γλυκειάς αυτής αγγελικής
ψαλμωδίας και λιποθύμησε. Επεσε κάτω. Οταν συνήλθε, ύστερα από
λίγο, πήγε σπίτι του και δεν μίλησε. Υστερα από 15 χρόνια μου το
διηγήθηκε. Αυτή τη στιγμή και κάθε στιγμή και εδώ μέσα σε αυτόν
τον ναό δίπλα στην Αγία Τράπεζα, όπως και σε κάθε ναό δίπλα στην
Αγία Τράπεζα, υπάρχει ένας Αγγελος που εμείς δεν τον βλέπουμε
αλλά εκείνος μας παρακολουθεί σιωπηλά.

*********************************************************

30Α Ο ιερεύς που άστραψε το πρόσωπό του

Ελεγε κάποιος Ιερεύς ότι είχε δει κάποτε τον Γέροντά του σε αυτή
τη στιγμή στο Αγιον Ορος. Οταν εκείνος ύψωσε το Ευαγγέλιο για να
πει το "Ευλογημένη η Βασιλεία", το πρόσωπό του άστραψε από μία
ανέκφραστη ωραιότητα, τα μάτια του διάφανα και λαμπερά, δύο
απέραντες και χαριτωμένες γαλάζιες θάλασσες, το μέτωπο και τα
χείλη του ακτινοβόλα από χερουβεικόν φως.

********************************************************

30Α Οι Αλήθειες του Θεού και τα άστρα του ουρανού

Αυτή τη διδασκαλία λοιπόν για την Τριαδικότητα του Θεού, για το
απρόσιτον της ουσίας του Θεού, για την αδιαίρετο φύση Του, για
τα υποστατικά ιδιώματα των Τριών Προσώπων κτλ. απασχολούσαν μέρα
νύχτα έναν διάσημο ηγούμενο σε ένα μοναστήρι. Ενα βράδυ λοιπόν ο
ηγούμενος κουρασμένος όπως ήταν από τη μελέτη, από το στοχασμό,
από την προσευχή, από την έρευνα που έκανε γύρω από αυτά τα
πράγματα που αφορούσαν το Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ή τα Πρόσωπα
της Αγίας Τριάδος, βγήκε έξω από το μοναστήρι και περπατούσε
έτσι, έκανε βόλτα, απολαμβάνοντας την ησυχία της νύχτας και
λέγοντας την ευχούλα. Περπατώντας όμως απομακρύνθηκε από το
μοναστήρι και ύστερα από μισή ώρα περίπου συνάντησε ένα μανδρί
με πρόβατα. - Μπα, λέει. Εχουμε, λέει, τόσο κοντά στο μοναστήρι
μανδρί με πρόβατα και δεν το ξέρω; είπε μέσα του. Πρόσεξε όμως
και τον τσομπάνη του κοπαδιού ο οποίος έκανε κάτι περίεργο.
Εκανε.. και ύστερα έσκυβε. Κάτι έπιανε κάτω στη γη. Αυτό το
έβλεπε συνέχεια, αρκετή ώρα το έκανε. Πλησίασε, πήγε κοντά, ο
ηγούμενος περίεργος και ρώτησε: - Ανθρωπε του Θεού, λέει, τι
κάνεις εδώ μες στη νύχτα; - Α, λέει, Πάτερ μου, μετράω τα άστρα
και γράφω κάτω στο χώμα λέει πόσα μέτρησα, ύστερα σηκώνω ξανά το
χέρι μου και ξαναμετράω 1, 2, 3, 4, 5..., μετράω εκατό, διακόσια
περίπου, τα ξαναγράφω και μετά, λέει, κάνω πρόσθεση, λέει, στο
τέλος. Δεν τον άφησε να προχωρήσει και ξανά πάλι φτου και από
την αρχή. - Μα, ευλογημένε, του λέει, μετριούνται τα άστρα;
Αυτά, του λέει, είναι εκατομμύρια εκατομμυρίων, μπορείς να τα
μετρήσεις τα άστρα; - Μα και οι Αλήθειες του Θεού που εσύ μετράς
και ψάχνεις μετριούνται, χωράνε στο μυαλό, Πάτερ μου; Και ευθύς
αμέσως ο τσομπάνος και το μανδρί εξαφανίστηκαν από μπροστά του.
Με σκυμμένο το κεφάλι και τεταπεινωμένος ο ηγούμενος γύρισε στο
μοναστήρι. - Καλά να πάθω, καλά να πάθω, έλεγε. Οι Αλήθειες του
Θεού δεν μετριώνται. Δεν ερευνώνται, δεν ανακαλύπτονται με το
μυαλό, αλλά αποκαλύπτονται μέσα στον καθαρό και φωτισμένο νου,
εντός της κεκαθαρμένης και τεταπεινωμένης καρδίας. Και αν
θέλουμε να κάνουμε κάποια ερμηνεία σε ένα κομμάτι της Αγίας
Γραφής, θα το κάνουμε πάντοτε με βάση τους Πατέρες της
Εκκλησίας. Δεν θα το κάνουμε αυθαίρετα, όπως κάνουν οι
αιρετικοί, όλοι οι προτεστάντες και προπαντός οι ιεχωβάδες.

*******************************************************

30Β Ταπεινό φρόνημα και υπερηφάνεια

Κάποτε ένας δραστήριος Ιερεύς σε μια επαρχιακή πόλη είχε πλούσια
εξωτερική δράση. Και από μέσα του είχε μια απορία: - Ποιος άλλος
κληρικός δουλεύει σαν και μένα; Η δική μου είναι μεγαλύτερη,
έλεγε και ομολογούσε. Πόσα έργα έστω και πνευματικά έχει κάνει ο
Πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής; όταν ο Πατήρ Αμφιλόχιος ήταν
ζωντανός. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία μας είναι λίγο παλιά.
Εχει μια εικοσαετία. - Ε, και περισσότερη εργασία κάνω και από
τον Πατέρα Φιλόθεο τον Ζερβά και από τον τάδε, και από τον τάδε,
και από τον τάδε... Και ανέφερε μερικούς ακόμα που είναι
ζωντανοί, να μην τους πούμε. Ενα βράδυ λοιπόν κοιμόταν. Και
όπως κοιμόταν ξυπνάει. Τρόμαξε. Κάτι μέσα του, του είπε να
σηκωθεί. Δεν τον φώναξε κανένας, μια δύναμις ακατανίκητη.
Συμβαίνει καμμιά φορά. Σηκώθηκε, και σαν αυτόματο ντύθηκε, έβαλε
το καλιμαύκι του, κοιτάζει την ώρα, ήταν 2 και μισή τη νύχτα.
Βγαίνει έξω, σαν ρομπότ, σαν κάποιος να τον κατηύθυνε, πηγαίνει
προς το Μητροπολιτικό Ναό και ερχόταν από την πλευρά του Ιερού.
Ο δρόμος ήταν έτσι και έπρεπε να κάνει μία στροφή κατά αυτόν τον
τρόπο και να βρεθεί από το μπροστινό μέρος του Ναού. Αυτός
κλειδιά δεν είχε μαζί του. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της
Εκκλησίας βλέπει από το μέσον μέρος της πόρτας να φεύγει φως το
οποίον φώτιζε το εξωτερικό μέρος αλλά όλη την πόρτα, όλο, και να
είναι κάποιος χριστιανός μπροστά, έτσι με σταυρωμένα τα χέρια,
και σαν να προσεύχεται. Τον είδε από την άκρη του Ναού όπως τον
κοίταξε. Περίμενε. - Μπα, λέει, φως. Τι φως είναι αυτό και
φέγγει μόνο αυτό; Δεν έβλεπε τίποτα. Εν τω μεταξύ ο ουρανός ήταν
σκοτεινιασμένος, μαύρα σύννεφα, φαίνεται ήταν έτοιμο να βρέξει,
ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και δεν υπήρχε κανένας άλλος έξω.
Σε λίγο έκανε το σημείο του σταυρού ο χριστιανός εκείνος και
άνοιξε η πόρτα. Και μπήκε μέσα. Τρέχει λοιπόν και αυτός από πίσω
σιγά σιγά, μπήκε και αυτός μέσα. Δεν κοίταξε πίσω του. Ηρθε ο
χριστιανός και πήγε μπροστά στο Τέμπλο, εκεί στην εικόνα του
Χριστού, γονάτισε, σταύρωσε τα χέρια του και άρχισε να
προσεύχεται. Αυτός πήγε και έκατσε εκεί σε μια γωνιά, σε μια
κολώνα εκεί και τον παρακολουθούσε σιωπηλά. Τον έβλεπε να
προσεύχεται. Σε λίγο ο Ναός φωτίζεται με ένα παράξενο φως. -
Α, λέει. Τα φώτα άναψαν. Τα φώτα δεν άναψαν. Οι πολυέλαιοι ήταν
σβηστοί. Απορία. Παρακολουθεί πάλι. Τον βλέπει σε λίγο το
χριστιανό, ένα, ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος. Γούρλωσε τα
μάτια του ο παππούλης, δεν μίλησε, περίμενε εκεί. Στο τέλος τον
βλέπει πάνω στη γη, σβήνει, χάνεται σιγά σιγά αυτό το φως πολύ
απαλά, λευκό, πιο λευκό από το λευκό και πιο λαμπερό από τη
λαμπρότητα του ηλίου. Σβήσανε όλα, όμορφα, ωραία, ήσυχα, ήρεμα,
γαλήνια. Σηκώθηκε ο χριστιανός και είπε: - Δι'ευχών των Αγίων
Πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν. Με το Αμήν Μπουμ.... ακούγεται μια βροντή φοβερή, άστραψε
ο κόσμος. Αληθινή βροντή όμως. Αστραψε τα πάντα ο ουρανός.
Μαρτύρησε την αλήθεια του γεγονότος, την πνευματική λατρεία
αυτού του ανθρώπου. Εφυγε ο χριστιανός, βγήκε έξω και ο
παππούλης. Βγαίνοντας έξω έκλεισε πίσω του η πόρτα. Τον
παρακολουθεί λοιπόν, τον βλέπει ότι πάει σε κάποιο σπίτι εκεί,
κρατάει τη διεύθυνση και τον αριθμό του σπιτιού και επιστρέφει
πίσω. Στο δρόμο πού και πού, άρχισε να ψιλοβρέχει εν τω μεταξύ,
πήγαινε γρήγορα, βιαστικά, άρχισε να βλέπει πού και πού κανέναν
άνθρωπο. Αρχισαν οι πρώτοι άνθρωποι να ξυπνούν. Είχε γίνει ήδη
το πρωί, πέντε και μισή, πέντε, πεντέμισι. Πήγε στο σπίτι. Δεν
μπορούσε να κοιμηθεί. Ηταν διαρκώς ανήσυχος. - Τι συνέβη; Ποιος
ήταν αυτός; Την άλλη μέρα πήγε στη γειτονιά και περπατούσε
μπροστά στο δρόμο. Περπατούσε και στεκόταν μπροστά στο σπίτι, ας
πούμε Γραβιάς 26. Ξαναπερνούσε, ξαναπερνούσε. Τέλος πάντων
προσπάθησε να βρει κανένα γνωστό. Βρήκε πράγματι ένα γνωστό.
Λέει: - Ποιος κάθεται εδώ πέρα; Για πες μου. Λέει: - Τι το θες
παππούλη; - Βρε, τι σε νοιάζει τι το θέλω; Πες μου ποιος κάθεται
εδώ πέρα. Ε, του είπε τέλος πάντων. Δεν τον ήξερε, δεν τον
ήξερε. Λέει: - Είναι καλός άνθρωπος; - Καλός άνθρωπος. -
Πηγαίνει στην Εκκλησία; - Βεβαίως πηγαίνει και αυτός και η
γυναίκα του και τα παιδιά του. - Α, είναι και παντρεμένος. Και
τα παιδιά του! Πόσα παιδάκια έχει; - Εχει 7-8. Θα έχει. Δεν ξέρω
κιόλας. Σάμπως τα μέτρησα ποτέ; λέει αυτός. - Πα, πα, πα...
Τέλος πάντων την παράλλη μέρα κατάφερε με κάποιους γνωστούς να
κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι. Τον βλέπει, ένας συνηθισμένος
άνθρωπος. Τον κέρασαν εκεί. Τους ρώτησε μερικά πράγματα. Ο
χριστιανός εξομολογείτο τακτικά, κοινωνούσε των Αχράντων
Μυστηρίων, απλή ήσυχη ζωή, ταπεινή. Ταπεινή. Τα κουτσούβελα εκεί
γύρω γύρω τρέχαν εκεί ανάμεσα στα πόδια τους χαρούμενα. Αλλα
φωνάζανε, άλλα κλαίγανε. Τα μεγαλύτερα..- Παιδιά δεν έχετε οι
περισσότεροι; Δεν ξέρετε τι γίνεται με τα παιδιά;- Οπως όλα τα
παιδιά όλου του κόσμου και αυτουνού τα παιδιά κατά τον ίδιο
τρόπο. Τον έφαγε όμως από μέσα του η αγωνία. Ποια είναι αυτουνού
η πολιτεία; Ποια είναι αυτουνού τέλος πάντων η ζωή; Ποια; Μια
εβδομάδα δεν βγήκε έξω μετά και ύστερα αρρώστησε. Ο παππούλης
αρρώστησε ένα μήνα ολόκληρο. Μάλιστα. Και έμαθε ένα μάθημα: Ουχ
εν τω πολλώ το ευ. Δεν βρίσκεται μέσα στα πολλά το καλό. Η
εργασία του Θεού είναι κρυφή. Είναι πρώτα από όλα - και το έμαθε
από αυτόν - νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, Μυστήρια
αλλά πάντα όμως με ταπεινό φρόνημα, με ταπεινό φρόνημα. Οχι
ποιος δουλεύει σαν και μένα, όχι ποιος κάνει προσευχή σαν και
μένα. - Κοίταξε μές στο λεωφορείο τώρα κανένας δεν κάνει
προσευχή, ε; Ποιος λέει τώρα την ευχή όπως τη λέω εγώ; Κύριε
Ιησού Χριστέ ελέησον με... Δεν την λέει κανένας άλλος, τη λέει;
Να κοίταξε εδώ γύρω γύρω. Τι λέει κανένας άλλος; Δεν τη λέει.
Μόνο εγώ τη λέω. Είμαι ή δεν είμαι τώρα; Να, κάτι τέτοιες
κουταμάρες κάνετε. Λοιπόν, καρδιά συντετριμμένη και
τεταπεινωμένη. Εμαθε λοιπόν ότι στους ταπεινούς δίδει ο Θεός την
Χάριν. Γιατί Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε, δίδει
την Χάριν. Εμαθε ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι,
οι ταπεινοί και οι έχοντες καρδίαν καθαράν. Αυτοί, οι πτωχοί τω
πνεύματι και οι καθαράν την καρδίαν, αυτοί και μόνον, τον Θεόν
όψονται καθώς εστί. Αυτός ο χριστιανός με τη δική του ταπεινή,
αφανή πολιτεία και μέσα στην πολυτεκνία, μέσα από το βάρος και
τις δυσκολίες και τις θλίψεις και τις στεναχώριες της ζωής και
με το σταυρό τον πολύπλευρο που σήκωνε και με τις αρρώστιες,
γιατί υπήρχαν και τέτοια πράγματα, ζούσε τη Βασιλεία του Θεού,
την ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος. Αμήν.

*************************