Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 1992

31 Η άνωθεν ειρήνη μετά τού θείου ελέους

Παπα-Δανιήλ, Παπα-Γεδεών και Ράπισμα εξ ουρανού

Στη σελ.190 μας λέει για έναν μεγάλο ασκητή, τον παπά Δανιήλ, τον ησυχαστή, μέγας ησυχαστής στη σπηλιά του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου.
Ητο ένα λειτουργικό πνεύμα, μια φλόγα πυρός η οποία άρχιζε από τη γη και τελείωνε στον ουρανό.
Εχάνετο στα βάθη και στα ύψη του ουρανού.
Αυτόν συμβουλευόταν ο Γέροντας και παππούς δικός μας Ιωσήφ για πολλά χρόνια.
Σε αυτόν μπορούσε να εφαρμοστεί εκείνο που ήταν και που είναι γραμμένο στον ψαλμό "Ο ποιών τους Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα".
Λειτουργούσε καθημερινώς και η Λειτουργία ήταν πραγματικά μια μυσταγωγία, μια όντως κατάβασις του ουρανού στη γη και μια ανάβασις σε αυτόν για αυτόν που παρευρίσκονταν σε αυτήν τη Θεία Λειτουργία, ένας, δύο, τρείς, από τη γη στον ουρανό. Λέγεται ότι για να διαρκεί περισσότερον χρόνον η Θεία Λειτουργία, τελούσε τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ολόκληρο το έτος και όχι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του οποίου την μνήμην αύριο εορτάζουμε.
Και διάβαζε τις ευχές πολύ αργά και με πολύ νόημα.
Δεν εβιάζετο.
Αλλωστε γιατί να βιαστεί;
Ολος ο χρόνος ήτο δικός του.
Οταν ήρχετο η κατάνυξις, και πότε δεν ήρχετο;, σταματούσε τις ευχές και τις εκφωνήσεις και έκλαιγε
συνεχώς και αδιαλείπτως με ευφρόσυνα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε καθημερινά και αδιάλειπτα.
Μία φορά στα 60 χρόνια δεν παρέλειψε τη Θεία Λειτουργία, ούτε και τις Μεγάλες Σαρακοστές που τελούσε 5 Προηγιασμένες, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή.
Κάθε Θεία του Λειτουργία διαρκούσε πάρα πολλές ώρες.
Τόση ήτο η κατάνυξη που είχε ώστε δεν έλεγε "Δι'ευχών", δηλαδή για να τελειώσει τη Θεία του Λειτουργία, εάν δεν εγίνετο το χώμα του Ιερού Βήματος, εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα που πατούσε, διότι δεν είχε μάρμαρα και καλλίγραμμες πέτρες, όπως έχουν οι δικοί μας οι ναοί τώρα, εάν δεν εγίνετο το χώμα εκείνο λάσπη από τα δάκρυα τα πολλά.
Και αμέσως απεσύρετο στην ησυχία για μια, δυο ώρες, για να μη χάσει την κατάνυξη και τις πλούσιες του ουρανού Τριαδικές δωρεές.
 Από αυτούς που λειτουργούσαν καθημερινώς ήταν και ένας άλλος Ιερομόναχος, ο παπα-Γεδεών ο Καυσοκαλυβίτης, ο οποίος έκανε και πάρα πολλά σαρανταλείτουργα για τους κεκοιμημένους.
Είπαμε την προπερασμένη Κυριακή την αξία που έχει ένα σαρανταλείτουργο για τον κεκοιμημένο.
Είχε δώσει, πριν καρεί μοναχός, ως εργάτης στο Αγιον Ορος, την υπόσχεση να γίνει μοναχός.
Αθέτησε όμως την υπόσχεση.
Ηταν εργάτης και έφυγε.
Πήγε στον κόσμο.
Πήγε στο χωριό του.
Και μια μέρα, ένα πρωινό, επήγαινε στην Εκκλησία, δέχτηκε ένα αόρατο ράπισμα, μπάτσο στο πρόσωπο.
- Δεν είναι η θέσις σου εδώ, ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό.
Εγκατέλειψε τον κόσμο και τη ματαιότητα και πήγε και ασκήτεψε στην καλύβη του Αγίου Ακακίου.
Αυτό όμως το ράπισμα του παπα-Γεδεών του Καυσοκαλυβίτη μου θυμίζει μια άλλη περίπτωση.
Οπως μου την διηγήθηκαν βέβαια έτσι περίπου θα σας την πω και εγώ.

Ενας άλλος ιερεύς, σε μια ηλικία περίπου 35 με 40, ήτο αμελής στα καθήκοντά του και στα πρωινά και στα βραδινά και προπαντός βέβαια στη Θεία Λειτουργία και άρχισε έτσι σιγά σιγά να ξεπέφτει
ψυχικά.
 Μια φορά, στη Θεία Λειτουργία και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων άρχισε να χασμουριέται.
Σταμάτησε τις ευχές και άρχισε το χασμουρητό.
Οπότε δέχεται ένα Χρατς..... δυνατό, εδώ στο πρόσωπο, ο θόρυβος του οποίου ακούστηκε στο λίγο εκκλησίασμα που υπήρχε γιατί ήταν Σάββατο πρωί.
Συγχρόνως όμως ακούστηκε και μια φωνή αυστηρή να του λέει:
- Ε, φτάνει πια. Ολο θα κοιμάσαι; Φρόντισε την αιμορραγία της ψυχής σου να τη σταματήσεις. Το
μάγουλό του ήταν για μέρες κατακόκκινο, με φανερές όπως λένε τις δαχτυλιές επάνω.
Η λέξις αιμορραγία του έφερνε στο νου συχνά, στο νου, στην καρδιά, στην ψυχή του μέσα την αιμορρούσα γυναίκα, της οποίας από τότε κάθε μέρα το Ευαγγελικό ανάγνωσμα το διάβαζε. Την περασμένη και εμείς Κυριακή, διαβάσαμε και εμείς μαζί με την ανάσταση της θυγατρός του Ιαείρου και την θεραπεία της αιμορρούσης γυναικός, της μετέπειτα Αγίας Βερονίκης.
Και κάμαμε μάλιστα πάνω σε αυτό το ανάγνωσμα και ορισμένα σχόλια.
Ετσι λοιπόν από τότε ο ιερεύς, μας λέγουν, ότι απέκτησε τον ίδιο φόβο.
Οπως η αιμορρούσα τρέμοντας ακούμπησε έτσι το χέρι της πάνω στο χιτώνα του Κυρίου, στην άκρη του χιτώνος και "παραχρήμα εξηράνθη η πληγή" επί λέξει, όπως μας πληροφορεί το ιερόν Ευαγγέλιον, θα μπορούσα να πω και εγώ κάθε ψυχή που μπαίνει μέσα στο ναό για να λειτουργηθεί είναι μια αιμορρούσα ψυχή, μια αιμορρούσα γυνή, σαν την Αγία Βερονίκη, αλλά αιμορρούσα εκ της
αμαρτίας.
Μπαίνει στον Ιερό Ναό, εδώ υπάρχει έλεος, αγάπη, στοργή.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία δίνεται πλουσιοπάροχα η Τριαδική Χάρις και η ευλογία του Κυρίου μας.
Μέσα στο Ναό υπάρχει θεραπεία.
Και μετά τη Θεία Κοινωνία, όχι μόνο αγγίζουμε την άκρη του ιματίου αλλά εσθίομεν το Σώμα Του το Πανάγιον και πίομεν το Αίμα Του.
Και να λοιπόν η ένωσις, η χαρά, η ζωή, η ανάτασις, η ανάστασις.
Λαχτάρα μας λοιπόν είναι να Τον γνωρίσουμε, να Τον αγγίξουμε, να Τον γευτούμε.
Ολα αυτά τώρα γιατί τα είπα;
Γιατί κάτι σχετικώς έλεγε ο ιερεύς εκείνος ο οποίος έφαγε αυτό το ράπισμα και το οποίον μου το μετέφεραν και εμένα.
Ελεγε λοιπόν ότι:
- Ετσι και εγώ μπαίνω μέσα στο Ναό σαν την αιμορρούσα γυναίκα. Νιώθω το ράπισμα και την αιμορραγία της ψυχής μου. Ζω το ίδιο πράγμα. Ενα πλησίασμα, μια ένωση και έναν σεισμό από το ράπισμα.
Μόλις έμπαινε στο Ναό, ερχόταν η ώρα της μεταβολής των Τιμίων Δώρων του μεγάλου αυτού θαύματος και ζούσε το ίδιο πράγμα.
Εμείς βέβαια δεν το ζούμε.
Το μικρό μας μυαλό δεν τα χωράει αυτά και όμως υπάρχουν και γίνονται.
Και πρέπει να ζούσε με τέτοια πίστη ώστε αυτά τα γεγονότα να περνάν μέσα μας σα μια πραγματικότητα.
Η γυναίκα η αιμορρούσα και κάθε πονεμένος άνθρωπος τρέχει αμέσως να κάνει προσευχή, να παρακαλέσει, να πιάσει το ράσο, το Πετραχείλι του Ιερέως, να ικετεύσει.
Εδώ όμως στο Ναό τρέχει ο Χριστός κοντά μας, ταπεινώνεται πολύ, ζητά να συναντήσει όχι μόνο τον αμαρτωλό παπά τον ανάξιο, αλλά και όλους μας, και μας διακονεί και μας υπηρετεί και μας λειτουργεί και είπαμε τι θα γίνει στη Βασιλεία των Ουρανών, πώς θα ζηστεί λέντιον(;) πώς θα μας βάλει αναπαυτικά.



Ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος

Στο Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρεται ένα συνταρακτικό γεγονός.
Αλλοι το έχετε ακούσει και άλλοι πιθανόν όχι.
Πήγαν δυο χριστιανοί, στα χρόνια των μαρτύρων, οι οποίοι είχαν μία διαφορά μεταξύ τους.
Είχαν διαπληκτισθεί, είχαν φιλονικήσει και δεν μιλούσε ο ένας προς τον άλλο.
Ο ένας λεγόταν Νικηφόρος και ο άλλος λεγόταν Σαπρίκιος.
Οι ειδωλολάτρες λοιπόν, κάτω από τη μια καταγγελία, πιάνουν το Σαπρίκιο μαζί με άλλους χριστιανούς και τον κλείνουν στη φυλακή.
Το μαθαίνει ο Νικηφόρος, τρέχει στη φυλακή, πέφτει έξω από τα σίδερα της φυλακής γονατιστός, λέει:
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με. Αυτήν την ώρα που πλησιάζει το μαρτύριο, συγχώρεσέ με.
- Οχι, λέει, δεν σε συγχωρώ.
Επεμβαίνουν οι άλλοι, οι συναθληταί του μαρτυρίου ας πούμε τρόπον τινά, και του λένε:
- Βρε Σαπρίκιε, συγχώρεσέ τον.
- Οχι, τόσο μεγάλο κακό που μου έκανε, δεν τον συγχωρώ.
Ερχεται η ώρα, τους μαζεύουν τους μάρτυρες σιδεροδέσμιους και τους πάνε στον τόπο του
μαρτυρίου.
Από πίσω ο Νικηφόρος.
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με.
Τίποτα ο Σαπρίκιος.
- Δεν σε συγχωρώ.
Και όταν έπεσαν τα πρώτα κεφάλια κάτω από τα σπαθιά των δημίων και ήρθε η σειρά του να
ομολογήσει τον Χριστόν για τελευταία φορά και να αποκεφαλιστεί, χάνει το θάρρος του και αρνείται τον Χριστό.
Τον εγκαταλείπει η Θεία Χάρις, γιατί μέσα στην καρδιά του δεν κυριάρχησε η αγάπη, η συγγνώμη, η συγχωρητικότητα.
Είναι ο Νικηφόρος που άκουσε να αρνείται τον Χριστό ο Σαπρίκιος, έτρεξε και πήρε τη θέση του,
ομολόγησε, μαρτύρησε, αποκεφαλίστηκε.
Είναι Αγιος Μάρτυρας της Εκκλησίας μας.
Ετσι λοιπόν ο ένας που είχε μίσος στην καρδιά και σκληρότητα αποδοκιμάστηκε από το Θεό και η θυσία του δεν έγινε δεκτή.
Στερήθηκε της Θείας Χάριτος, δηλαδή της Θείας Δυνάμεως και δεν μπόρεσε να μαρτυρήσει.
Ενώ ο άλλος που είχε αγάπη ευλογήθηκε από το Θεό και η θυσία του έγινε δεκτή.
Αυτό μας διδάσκει και πως οι δικές μας προσφορές και θυσίες στο Θεό δεν γίνονται δεκτές αν μέσα στην καρδιά μας έχουμε την κακία, το μίσος, την ασπλαχνία, τη σκληρότητα, τη μη συγγνώμη.


Η Λυγερή

Μια όμορφη χριστιανοπούλα, μόλις 16 ετών, ουράνιο θα λέγαμε παρθενικό άνθος και καλλονής, κάποτε έριξε τα μάτια της έξω από το παράθυρο του μικρού αγροτόσπιτου και τα μάτια της αυτά
γέμισαν τρόμο.
Οι ειδήσεις βέβαια είχαν φτάσει από πολλές κατευθύνσεις, από πολλές μεριές, για τον όλεθρο και το μεγάλο το κακό που σκορπούσε η απόφασις του Τούρκου σουλτάνου να εξαφανίσει όλους τους χριστιανούς μιας ελληνικής επαρχίας.
Μόλις τους είδε, βέβαια, φώναξε από τρόμο:
- Ερχονται οι Τούρκοι.
Μόνο βέβαια που ήταν μια προειδοποίηση χωρίς καμμιά ελπίδα.
Οι Τουρκαλάδες στρατιώτες από σπίτι σε σπίτι εκτελούσαν το σατανικό τους έργο.
Σκότωναν και έσφαζαν αδιακρίτως μικρούς και μεγάλους.
Κούνησε βέβαια τα αυτιά της για να πνίξει τα ξεφωνητά καθώς γονάτιζε μαζί με την οικογένειά της για να προσευχηθούν όλοι μαζί.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα με μια κλωτσιά και το κορίτσι το καημένο τινάχτηκε πετρωμένο από το φόβο:
- Κύριε ελέησον, Παναγία μου.
Και τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν από το τρόμο, από τον πανικό.
Σε λίγο βλέπει τη γονατιστή μορφή του πατέρα της να κυλιέται κάτω τρυπημένη από το γιαταγάνι του αξιωματικού και τους στρατιώτες να σφάζουν σαν τραγιά τη μάνα της και τα δυο της τα αδέλφια, τα πιο μεγάλα.
Τη στιγμή που κάποιος σήκωνε το σπαθί για να αποκεφαλίσει και τη μικρή αυτήν την κοπελίτσα, εκείνη δεν φοβήθηκε.
Εκείνη τη στιγμή, αντίθετα, έκλεισε τα μάτια της και κάτι σιγοψιθύρισε:
- Κύριε, συγχώρησε τις αμαρτίες μου, συγχώρησε και αυτούς και δέξε με κοντά σου. Παναγία μου, Κύριε ελέησον.
Η άγρια όμως φωνή του επικεφαλής εκεί αξιωματικού που είχε σκοτώσει τον πατέρα της σταμάτησε το στρατιώτη.
- Οχι, του λέει, σταμάτα.
Αυτήν τη θέλω για μένα.
Σκληρή μορφή, απαίσια.
Την άρπαξε και την πήρε μαζί του.
Το βράδυ που ακολούθησε ήταν γεμάτο αθλιότητα και ντροπή για τη δυστυχισμένη εκείνη κοπελίτσα
των 16 ετών.
Το μεγάλο κακό για αυτήν συνεχίστηκε όταν ο αξιωματικός την παρέδωσε μετά σε 30 στρατιώτες και πλέον που πάνω στο παρθενικό σωματάκι της ξεθύμαναν όλα τα βάρβαρα ένστικτά τους.
Και αυτή μέσα από τους φοβερούς πόνους και τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια συνεχώς παρακαλούσε την Παναγία και έλεγε:
- Παναγία μου, φτάνει πια. Πάρε με, πάρε με, δεν αντέχω. Χριστέ μου, σώσε με. Κύριε ελέησον.
Ποιος ξέρει τι άλλα έλεγε!
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, την εγκατέλειψαν εκεί πεσμένη κάτω στο έδαφος και αυτοί ρίχτηκαν ύστερα από ένα άγριο μεθύσι σε ύπνο.
Σηκώθηκε αθόρυβα και άφησε πίσω της τον καταυλισμό ενώ είχε μια ακατάσχετη αιμορραγία.
Εσείς οι γυναίκες καταλαβαίνετε γιατί.
Βέβαια θάμνοι, αγκάθια, πέτρες στο δρόμο κτλ. ξέσκιζαν τα πάντα τα ήδη ξεσκισμένα, τι να πει κανένας, αλλά αυτή έτρεχε με τον τρόμο μέσα της να της δίνει μια δύναμη φοβερή για να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει..., να φεύγει όσο το δυνατό μακρύτερα μπορούσε.
Ωσπου από μακριά βλέπει τη μισογκρεμισμένη Εκκλησία του χωριού της, στην οποία αυτοί βέβαια είχαν βάλει φωτιά αλλά δεν είχε καεί τελείως, και κατευθύνεται προς αυτήν, μπαίνει μέσα
και μπροστά στο μισοτσακισμένο Τέμπλο, μισοκαμμένο, σωριάστηκε κάτω.
Η αιμορραγία συνεχιζόταν και εκείνη σιγά σιγά έσβηνε.
Και ενώ έσβηνε βλέπει ένα πλήθος από λευκοφορεμένες κοπέλες, ουράνιες νυφούλες, λαμπερές σαν τον ήλιο να την πλησιάζουν και να τη σηκώνουν στα χέρια τους απαλά απαλά.
Και ενώ ανέβαιναν ψηλά έλεγαν και έψελναν ανά τρεις φορές πότε το "Κύριε ελέησον", πότε το "Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια", πότε το "Αγιος, Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ", πότε το "Αξιον Εστί" και πολλά άλλα.
Μέχρι που η Λυγερή, έτσι ήταν το όνομά της βρέθηκε στην αγκαλιά του Σωτήρος Χριστού, του Κυρίου και Θεού, του Πλάστου της.



Ο βοσκός που ήθελε να γίνει άρχοντας

Μέσα από την πράξη της Εκκλησίας.
Ζούσε κάποτε, μας λένε τα Γεροντικά, παλιά Γεροντικά, ένας βοσκός που είχε ένα γιο.
Μεγάλωσε αυτό, έγινε παλικάρι, βοσκούσε πρόβατα.
Κατέβαινε πότε στην πόλη να πουλήσουν τα πρόβατα για να σφαχτούν κτλ. και έβλεπε ανθρώπους μεγάλους, πλουσίους, τρανούς, είδε κάποτε το βασιλιά, είδε τον άρχοντα της πόλης.
- Α, λέει, πατέρα. Δεν γίνεται έτσι να βόσκω εγώ πρόβατα και αυτοί να είναι αρχοντάδες. Θέλω να γίνω και εγώ άρχοντας, τρανός, βασιλιάς, πρόεδρος της δημοκρατίας.
- Ε, πάμε, του λέει ο πατέρας.
Η μάνα του του λέει:
- Μην ξεχάσεις τις συμβουλές που σου έδινα μέχρι τώρα.
Η μάνα.
Τι θα πει μάνα!
Οποιος ξέρει...
Φεύγει, λοιπόν, αυτός και περπατάει στο δρόμο και πηγαίνει λοιπόν.
Στο δρόμο συναντάει ένα μάγο.
- Πού πας, του λέει, λεβέντη;
- Πάω, λέει, κάτω στην πόλη να γίνω άρχοντας.
- Α, εύκολο πράγμα, του λέει, άμα ακούσεις αυτό που θα σου πω. Θα σου δώσω ένα χαρτί και θα πας με αυτό το χαρτί τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο της πόλης, της πρωτεύουσας κάτω. Θα ρίξεις το χαρτί σε ένα μνήμα και θα περιμένεις, αυτό το χαρτί που θα σου δώσω εγώ τώρα. Θα'ρθει κάποιος. Μη φοβηθείς, λέει. Θα είναι ο άρχοντας του κόσμου τούτου, ο οποίος θα σε κάνει και σένα άρχοντα. Βέβαια σαν άρχοντα πρώτα θα τον προσκυνήσεις. Εκείνος είναι μεγάλος άρχοντας. Εσύ θα γίνεις πιο
μικρός άρχοντας αλλά άρχοντας.
- Αρχοντας, του λέει, θα γίνω μες στον κόσμο;
- Αρχοντας, του λέει.
Πήρε, λοιπόν, το παλικάρι το μαγικό χαρτί, πήγε το βράδυ στο νεκροταφείο και περίμενε.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα.
Παίρνει, λοιπόν, πετάει το χαρτάκι, αυτό που του είχε δώσει ο μάγος, πάνω σε έναν τάφο.
Τη στιγμή, λοιπόν, εκείνη άρχισε να φυσάει αέρας δυνατός, κακό.
Ακούγονταν φωνές σαν να ούρλιαζαν χιλιάδες τσακάλια και λύκοι μαζί.
Ερχόταν ο διάβολος.
Πω, πω... σαν τον είδε από μακριά.
Το παλικάρι φοβήθηκε, έπεσε κάτω από το φόβο του και άρχισε να λέει:
- Πα, πα, πα...
Θυμήθηκε τις συμβουλές της μάνας του.
Τι του είπε η μάνα του;
Τι του έλεγε;
Αν βρεθείς σε κίνδυνο φώναξε "Κύριε ελέησον".
Στη δύσκολη, λοιπόν, εκείνη στιγμή μπροστά στο φόβο του το παιδί φωνάζει:
- Κύριε ελέησον.
Και έκανε το σημείο του σταυρού.
Αμέσως έπαψαν όλα τα ουρλιάσματα και ο διάβολος εξαφανίστηκε.
Ούτε άρχοντας έγινε, ούτε τίποτα.
Την άλλη μέρα τον περίμενε ο μάγος.
Ηρθε λοιπόν το παλικάρι.
- Τι έγινε; του λέει.
- Το και το.
- Α, δεν έκανες καλά, του λέει. Για να με ακούσεις και να γίνει αυτό θα κάνεις το εξής τώρα:
Θα πάς και θα βρεις κανένα παιδάκι που να είναι ξεμοναχιασμένο, μέχρι 5 χρονών, 4-5, θα τ' αρπάξεις και θα πας να το σφάξεις στα μνήματα. Θα του ξεριζώσεις την καρδιά, θα το θάψεις και ύστερα θα μου φέρεις εμένα την καρδιά. Το άλλο βράδυ θα πας πάλι στο νεκροταφείο και θα ρίξεις αυτό το χαρτί πάνω στον τάφο του παιδιού που έσφαξες και το έθαψες. Και τα μεσάνυχτα θα
περιμένεις.
- Τώρα το παιδάκι, λέει το παλικάρι, να σφάξω, να κλέψω παιδί, να το σφάξω, να του ξεριζώσω την καρδιά; Ελα όμως που θέλω να γίνω και άρχοντας, να βασιλεύω σε όλον τον κόσμο. Πώς βασιλεύουν αυτοί και διατάζουν και έχουν πλούτη, έχουν αγαθά;
Μια και δυο λοιπόν το κάνει έργο.
Κλέβει ένα παιδί, το σφάζει και κάνει ό,τι του είπε ο μάγος.
Το βράδυ λοιπόν στο νεκροταφείο.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, πετάει το χαρτάκι πάνω στον τάφο του σφαγμένου παιδιού.
Αρχίζουν πάλι τα ουρλιάγματα, οι φωνές, ο αέρας, αυτό το κακό, άρχισε να τρέμει η γη, έρχονταν
πλέον όχι ο δαίμονας, ο διάβολος αλλά πλήθος δαιμόνων.
Τρόμαξε το παλικάρι.
Και πάλι τρόμαξε και πάλι φοβήθηκε.
Γονάτισε και είπε:
- Κύριε ελέησον.
Μια φορά, δυο φορές, εκατό φορές, χίλιες φορές, τίποτα.
Τα δαιμόνια δεν έφευγαν, τον πλησίασαν, του άνοιξαν το στόμα και μπήκαν όλα μέσα του.

Αυτό λοιπόν αναφέρεται από τους Γεροντάδες στα παλιά Γεροντικά για τα παλιά εκείνα χρόνια.
Ο Θεός ακούει και απαντά στο ένα Κύριε ελέησον ανάλογα με την καθαρότητα και την απλότητα που έχουμε μέσα μας.
Χίλια ύστερα Κύριε ελέησον, αφού έκανες το κακό και την αμαρτία, δεν πιάνουν τόπο.
Το Κύριε ελέησον κάνει θαύματα όταν είμαστε καθαροί.



Ο Αγιος Νεκτάριος

Στα χρόνια μας, τώρα τελευταία, σε έναν Ιερό Ναό, τώρα τελευταία δεν έχει 5-10 χρόνια, έγινε Θεία Λειτουργία ανήμερα της μνήμης του Αγίου Νεκταρίου.
Σε έναν Ναό εδώ στον Πειραιά έγινε αυτό.
Λειτουργούσε ένας Ιερεύς με τον Διάκονό του.
Στο τέλος είπαν το Δι'ευχών, μοίρασαν το Αντίδωρο, έφυγε όλος ο κόσμος.
Οι Ιερείς ώσπου να καταλύσουν, να διπλώσουν τα Αμφια κτλ. άργησαν ο Ιερεύς με το Διάκονο.
Τελικά βγήκαν και εκείνοι και είπαν να βγούν και από το Ναό.
Κάπου θα πήγαιναν.
Τους περίμενε εκεί στην πόρτα όλο αγωνία μια γνωστή και ευσεβής χριστιανή.
Ο Ιερεύς τη γνώριζε, ο Διάκονος λίγο.
Λέει:
- Τι κάνεις εδώ; της λέει. Τι περιμένεις;
- Περιμένω να βγει ο Δεσπότης που λειτούργησε μαζί σας για να πάρω την ευχή του. Το θέλω πολύ. Πούντος; Μα, παπά μου, έλαμπε ολόκληρος, άστραφτε.
Κόκκαλο ο Ιερεύς.
Αλλά ευτυχώς με ευστροφία εκείνη την ώρα της απάντησε:
- Ω, έχει ώρα καημένη που έφυγε από την πλαϊνή πόρτα του Ιερού.
Και η γυναίκα φεύγοντας σταυροκοπιόταν και έλεγε συνέχεια:
- Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον...
Μα τι Δεσπότης ήταν αυτός!
Ο λαός πρέπει να πληροφορείται την αλήθεια γύρω από τα θέματα της πίστεως για να τονωθεί και να καλλιεργηθεί η πίστις αλλά πρέπει και να πληροφορείται τι γίνεται στον κόσμο.