Παρασκευή, 22 Μαΐου 1992

26 β α) Τά Μυστήρια τής Εκκλησίας. Μέρος 2ον. Η Θεία Ευχαριστία. β) Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. 22.5.1992

Μια Προτεστάντισσα

Μια προτεστάντισσα πέρυσι σε κάποιο μέρος της Ελλάδος, σε μια πόλη, να μη λέμε πού, θα καταλάβετε γιατί, κάτω από την πίεση του μνηστήρος της, Γερμανίδα ήταν, βαπτίστηκε ορθόδοξη
χριστιανή.
Η κατήχηση πολύ πρόχειρη, σύντομη, μόνο μία φορά.
Μετά το τέλος του βαπτίσματος προεκλήθη δυνατός πειρασμός.
Να μην πούμε λεπτομέρειες γιατί αν μπούμε σε λεπτομέρειες για τον πειρασμό θα στενοχωρηθείτε και πιθανόν να σκανδαλισθείτε.
Ο ιερεύς κατόπιν, επειδή ήταν ενοριακός ναός θέλησε να κοινωνήσει την προτεστάντισσα, την ήδη νεοφώτιστη χριστιανή με το όνομα Αικατερίνη με τη Θεία Κοινωνία της Μεγάλης Πέμπτης που έχουμε στο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης.
Μόλις έλαβε τη Θεία Κοινωνία στο στόμα της την έφτυσε, αντιδρώντας όπως είπε κατόπιν στην όλη
κατάσταση που προεκλήθη.
Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και πάνω στη ζάλη του ύπνου της βλέπει να εμφανίζεται μπροστά της ένας τρομερός Αιθίοπας με μορφή τράγου, με μάτια να πετούνε φλόγες, φωτιές, με τεράστια γλώσσα, απαίσια δόντια.
Και άρχισε να τρέμει ολόκληρη.
Ακουσε τον εαυτό της να ρωτάει ενώ τα δόντια της χτυπούσαν από τον τρόμο:
- Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Τι ζητάς από μένα; Τι ήρθες να κάμεις εδώ;
- Εγώ είμαι αυτός, λέει, που μπήκα στην καρδιά του Ιούδα και Τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια. Και χα,χα,χα... Και γελάει.
Η Αγία Γραφή στον κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στο 22ο Κεφάλαιο, στίχος 3 λέει επί λέξει τα εξής:
Εισήλθεν ο σατανάς εις Ιούδαν τον Ισκαριώτην.
Επομένως είναι ο ίδιος.
- Είμαι ο ίδιος που κυρίευσα την καρδιά του παπά. Είναι δικός μου. Είμαι ο ίδιος που έβαλα και εσένα να σκανδαλισθείς και να φτύσεις. Είσαι δική μου, της λέει. Ηρθα να σε πάρω. Και αγριεμένος, έτσι όπως ήταν φοβερός, όλα αυτά έγιναν σαν αστραπή, μην ακούτε που τα λέω εγώ αργά, όρμησε επάνω της και εκείνη τη στιγμή εκείνη άρχισε και φώναξε εντελώς αυθόρμητα:
- Χριστέ μου, σώσε με, σε πιστεύω. Και με το 'Σε πιστεύω' σκάει αυτός με τρομερή βοή και αφήνει πίσω του μια φοβερή, απαίσια βρώμα.
Εν τω μεταξύ τινάχτηκε επάνω φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας πάλι:
- Χριστέ μου, σε πιστεύω. Σε πιστεύω, σε πιστεύω, φώναζε. Πόσες φορές θα το είπε; Ε, όπως καταλαβαίνετε, ξεσηκώθηκαν όλοι μέσα στο σπίτι τρομαγμένοι, μπήκαν μέσα στο δωμάτιο, αισθάνθηκαν όλην αυτή την τρομερή δυσοσμία. Ανοιξαν τα παράθυρα να αεριστεί το δωμάτιο.
- Θέλω να με πάτε στον παπά που με βάπτισε τώρα αμέσως.
Και διηγήθηκε το περιστατικό.
- Βρε, βρε, κόρη μου, της λέει, τώρα είναι νύχτα. Τέτοια ώρα θα πάμε; Ασε να ξημερώσει
και πάμε.
Η νεοφώτιστη Αικατερίνα ξημέρωσε έτσι τη νύχτα της μέχρι το πρωί συνεχώς προσευχομένη και κλαίουσα.
Εκλαιγε συνεχώς.
Κατόπιν, λοιπόν, την πήραν και την πήγαν στην εκκλησία για να συναντήσουν τον ιερέα που τη βάπτισε.
Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν εκεί, δεν είχε έλθει και μόλις είχε τελειώσει τον Ορθρο κάποιος άλλος ιερεύς, ένας ευλαβέστατος κληρικός, φημισμένος για την ευλάβειά του, και του διηγήθηκε τι ακριβώς συνέβη.
Τότε αυτός, βέβαια, την πήρε ιδιαιτέρως και επί τρεις ώρες την κατηχούσε, τη συμβούλευε και την εμύησε στα μυστικά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εφευγε ειρηνική και αναπαυμένη.
Το απόγευμα, όπως τη συμβούλευσε και ο ευλαβής εκείνος κληρικός, πήγε στο ναό βρήκε τον παππούλη που την είχε βαπτίσει, έπεσε στα πόδια του, ζήτησε συγγνώμη και διηγήθηκε το όραμά της.
Επρεπε να το διηγηθεί για να λάβει και εκείνος τα δικά του τα μέτρα.
Τι έγινε στην καρδιά του ιερέως, βέβαια, δεν γνωρίσουμε.
Θεός οίδε.
Μόνο ο Θεός οίδε.
Την Κυριακή κοινώνησε αφού λειτουργήθηκε από το πρωί στον Ορθρο.
Πανηγύρι στην καρδιά της.
Φωτοχυσία στο ναό, φωτοπλημμύρα στις αισθήσεις της και σε όλο της το είναι, μέσα έξω.
Ετσι έζησε τι θα πει Ορθοδοξία, τι θα πει Εκκλησία, τι θα πει αληθινή πίστις, αληθινός Θεός.
Η αλήθεια σε όλη της την έκταση, η χαρά, η ομορφιά της ψυχής, η μακαριότης, η ευφροσύνη,
το αγαλλίαμα της καρδίας και πάρα πολλές απερίγραπτες από πνευματική αίσθηση καταστάσεις συνέβησαν μέσα της.
Κατάλαβε, λοιπόν, πολύ καλά και έκανε έναν μέσα της χωρισμό άλλο παπάς με τα ελαττώματά του και άλλο πίστις αληθινή.
Αλλο παπάς και άλλο Θεία Χάρις, που είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και χορηγείται διά των μυστηρίων.
Ο ιερεύς είναι οικονόμος και μόνον οικονόμος αυτής της Θείας Χάριτος αλλά μπορεί να είναι όμως και ο καλός ποιμήν που μέλει περί των προβάτων του, νοιάζεται, δηλαδή για την λογική ποίμνη του Χριστού.
Η ιστορία από μόνη της μας λέει και μας διδάσκει πολλά.


Σε ένα στρατόπεδο Τούρκων

Κάτω από την πίεση, ένας ιερεύς αρνήθηκε την ιεροσύνη του.
Εγινε όπως λέμε πισμάν-παπάς και έγινε μουσουλμάνος, Τούρκος.
Αρνήθηκε την πίστη του, αρνήθηκε και την ιεροσύνη του, όλα τα αρνήθηκε.
Και κάποτε λοιπόν τον άρπαξαν με το ζόρι, τον πήγαν σε ένα στρατόπεδο Τούρκων εκεί, ύστερα από χρόνια βέβαια, και του είπαν:
- Κάνε μας αυτό που έκανες όταν ήσουν γκιαούρης, άπιστος δηλαδή.
Κι αυτός πήγε πράγματι να τελέσει τη θυσία και έκανε κανονική προετοιμασία για Θεία Λειτουργία. Βέβαια, ήταν στην Πρόθεση ακόμη και όταν πήρε τη λόγχη για να πει "Εις των στρατιωτών λόγχη την πλευρά Αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν εκ της Αγίας Αυτού πλυράς αίμα και ύδωρ" και σήκωσε τη λόγχη για να την μπήξει στο Σώμα, στον Αμνόν, όπως λέμε, δεν είναι ακόμα Σώμα Κυρίου, είναι Τίμιον Δώρο και ονομάζεται Αμνός, για να μπήξει τη λόγχη και εν συνεχεία να βάλει το κρασί και το νερό μέσα στο Αγιον Ποτήριον, όλοι οι Τουρκαλάδες εκτός από αυτόν είδαν αμέσως, εκεί στο τραπέζι που ήταν πρόχειρο για Προσκομιδή, γιατί είχε αληθινό Δίσκο και αληθινό Ποτήρι που θα τα είχαν πάρει από καμμία εκκλησία, βλέπουν, λοιπόν, πάνω στο Δίσκο ένα βρέφος, ένα μωρό.
Και αυτός να κρατάει μια μάχαιρα τόση μεγάλη, έτσι το είδαν, έτοιμη να τη μπήξει στο μωρό.
Και φώναξαν και τσίριξαν όλοι μαζί οι στρατιώτες.
Και τους έπιασε φρίκη και έπεσαν κάτω.
Σταμάτησε αυτός, αρνήθηκε τον Χριστό, η ιεροσύνη όμως δεν έφυγε.
Οτι και αν έγινε, μυστήρια από τα ακατάληπτα αυτά και όταν του είπαν τι συνέβη, γιατί τον διέταξαν να σταματήσει, κατάλαβε το λάθος του, ομολόγησε Χριστόν και μαρτύρησε.
Αυτά είναι τα μυστήρια της πίστεως μας για τη Θεία Ευχαριστία και Θεία Λειτουργία.



Τα Αγια Λείψανα

Ολα τα σώματα σαπίζουν και διαλύουν.
Υπάρχουν όμως μερικές εξαιρέσεις αυτού του φυσικού νόμου, της φθοράς.
Προχθές το βράδυ προσκυνήσαμε λείψανα των δύο μεγάλων Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Εχουν περάσει από τότε 1700 χρόνια και όμως τα οστά ζουν και υπάρχουν και μάλιστα με μια εξαιρετική ευωδία.
Αυτά τα οστά, τα ιερά οστά, είναι τα λείψανα ανδρών και γυναικών που αγίασαν.
Αυτά τα σώματα παραμένουν άφθαρτα και είναι απόδειξις της δυνάμεως του Χριστού, ο οποίος με τα ιερά λείψανα των Αγίων κάνει θαύματα.
Εχουμε ακόμα και ορισμένα που είναι σχεδόν άφθαρτα, όπως είναι ορισμένα σκηνώματα Αγίων που
έχουμε στην Ελλάδα μας.

Περί αναστάσεως των νεκρών Το όραμα του Ιεζεκιήλ - 7 Μάρτυρες και η μητέρα τους

Για την ανάσταση των νεκρών γίνεται λόγος στο 37ο Κεφάλαιο της Προφητείας του Ιεζεκιήλ.
Ο Ιεζεκιήλ εκεί είδε ένα όραμα πολύ τρομερό και μεγάλο.
Βρέθηκε μια μέρα σε μια πεδιάδα, όπου πριν πολλά χρόνια είχε γίνει μια πολύ μεγάλη μάχη και είχαν σκοτωθεί πάρα πολλοί άνθρωποι, χιλιάδες χιλιάδων.
Τα σώματά τους τα είχαν φάει το όρνια και τα κόκκαλά τους γυμνά από σάρκες και νεύρα σκέπαζαν ολόκληρη την πεδιάδα.
Φοβερό ήταν το θέαμα αυτό.
Ποιος μπορούσε να το αντέξει;
Μία άπειρη πεδιάδα από κόκκαλα γυμνά, ανθρώπων κόκκαλα.
Καθώς ο Προφήτης έβλεπε τα κόκκαλα σκορπισμένα και το μακάβριο αυτό θέαμα φοβερό στην όρασή του άκουσε τη φωνή του Θεού που του έλεγε και τον ρωτούσε:
- Υιέ ανθρώπου, υπάρχει ελπίδα να ζωντανέψουν αυτά τα κόκκαλα;
Η απάντησις του Προφήτου ποια λέτε ότι ήταν;
Είπε όχι;
- Συ Κύριε γνωρίζεις. Συ ξέρεις.
- Κήρυξε στα κόκκαλα αυτά τον Λόγον του Θεού, διατάζει η φωνή του Θεού. Και ο Προφήτης τηρεί τον λόγον. Κηρύσσει στα κόκκαλα και η φράσις της Αγίας Γραφής: Και γίνεται σεισμός και αμέσως τα κόκκαλα τρίζουν, πλησιάζει το ένα το άλλο, ενώνονται, συναρμολογούνται, σχηματίζουν σκελετούς, οι σκελετοί ντύνονται με σάρκες και τέλος σκεπάζονται με δέρμα αλλά όλα τα σώματα
αυτά, που παρουσιάζονται μπροστά του γυμνά και νεκρά.
Καμμιά ζωή.
Μια απέραντη σειρά νεκρών σωμάτων ορθίων.
- Κήρυξε και πάλι, φωνάζει η φωνή του Θεού, εντέλλεται.
Ο Προφήτης κηρύσσει και έρχεται πνεύμα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και τα νεκρά σώματα σηκώνονται, στηρίζονται όρθια, κινούνται, βαδίζουν και νομίζει κανένας ότι γίνεται μια στρατιωτική παρέλαση.
Τώρα αυτό είναι μια απόδειξις, είναι μια βεβαίωσις του Θεού ότι οι νεκροί θα αναστηθούν, θα τους αναστήσει η αρχαγγελική εκείνη σάλπιγγα που κατ'εντολήν του Θεού θα σαλπίσει το σάλπισμα της
Αναστάσεως όλων των νεκρών.

Δεύτερο σχετικό χωρίο βρίσκεται στο βιβλίο των Μακκαβαίων, στο δεύτερο βιβλίο.
Εκεί βλέπουμε τα 7 αδέλφια που γέννησε μια ηρωίδα μάνα, η Σολομωνή.
Παρ' όλες τις απειλές του τυράννου δεν αρνήθηκαν την αληθινή πίστη από τον μεγαλύτερο μέχρι το
μικρότερο, ούτε και η μάνα, ούτε και ο διδάσκαλός τους ο Ελεάζαρ.
Δεν αρνήθηκαν την πίστη, αυτήν την αληθινή που πίστευαν εις τον Ενα και μόνο αληθινό Θεό αλλά με το θάρρος που τους έδινε η πίστις βάδισαν όλοι στο φρικτό μαρτύριο.
Και ενώ ο τύραννος τους βασάνιζε και τους έκοβε τις γλώσσες, τα χέρια και τα πόδια και άλλους τους πετούσε μέσα στις φωτιές, οι αξιοθαύμαστοι αυτοί μάρτυρες μαζί με τη μάνα και το διδάσκαλο
απαντούσαν στον τύραννο και του έλεγαν:
- Γλώσσες και χέρια και πόδια και σώματα δεν είναι δικά μας. Ο Θεός μας τα έδωσε, ο Θεός
τα παίρνει. Πιστεύουμε όμως ο Θεός ότι για Αυτόν για τον οποίο θυσιαζόμαστε θα μας τα ξαναδώσει πίσω. Πιστεύουμε στην Ανάσταση.
Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος, τρίτον, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο διαβεβαίωσε ότι οι νεκροί θα αναστηθούν.



Ο Αγιος Μακάριος και η νεκροκεφαλή

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό ανέκδοτο και γεγονός στον Αγιο Μακάριο.
Κάποτε, περπατώντας στην έρημο είδε στο χώμα μια νεκροκεφαλή.
Την πλησίασε ο Αγιος Μακάριος, την κούνησε με το ραβδί του και άκουσε από μακριά έναν ήχο σαν βογγητό.
Ρωτάει, λοιπόν, τη νεκροκεφαλή:
- Ποιανού ανθρώπου είσαι εσύ;
- Είμαι το κεφάλι ενός ιερέως των ειδώλων, που κατοικούσε σε αυτή τη χώρα, απάντησε. Οταν εσύ, αββά Μακάριε, που είσαι γεμάτος από Αγιον Πνεύμα, προσεύχεσαι από πόνου για εκείνους που βασανίζονται στην κόλαση, τότε παίρνουμε και εμείς ανακούφιση, ακούστηκε να λέει η
νεκροκεφαλή.
- Και τι είδους ανακούφιση παίρνετε εσείς, αφού είσαστε ειδωλολάτρες και από τι βάσανα υποφέρετε.
- Οσο απέχει ο ουρανός από τη γη, απάντησε η νεκροκεφαλή, τόσο μεγάλη είναι η φωτιά μέσα στην οποία είμαστε τυλιγμένοι. Δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλο. Οταν όμως σύ προσεύχεσαι για μας τότε μπορούμε να δούμε λιγάκι ο ένας τον άλλο και αυτό μας δίδει λίγη ανακούφιση, μας προσφέρει λίγη δροσιά, έστω και προσωρινή.
Ακούοντας αυτή την απάντηση ο Αγιος Μακάριος έκλαυσε και είπε:
- Καταραμένη η μέρα που ο άνθρωπος παρέβηκε την εντολήν του Θεού.
Το ρώτησε πάλι το κρανίο:
- Υπάρχουν άλλα βάσανα χειρότερα από τα δικά σας;
- Κάτω, λέει, από μας, πολύ πιο κάτω υπάρχουν και άλλοι.
- Ποιοί είναι αυτοί, λέει, που είναι πιο κάτω από σας και υποφέρουν ανυπόφορα βάσανα πιο μεγάλα από τα δικά σας;
- Εμείς που δεν γνωρίσαμε το Θεό έχουμε κάποια άνεση, απάντησε η νεκροκεφαλή. Οσοι όμως γνώρισαν το Θεό και τον απέρριψαν, και δεν τήρησαν τις εντολές του, αυτοί υποφέρουν βαρύτερα από μας.
Μετά από αυτά, ο Οσιος πήρε το κρανίο, το έθαψε στη γη και έφυγε.



Η γυναίκα που έσωσε τον άνδρα της

Μεγάλη ανακούφιση για τους κεκοιμημένους, από ότι γνωρίζω και από ότι έχω ακούσει στο Αγιον Ορος, έχει το σταυρωτό κομποσχοίνι και οι μετάνοιες.
Η καθαρότης της ψυχής και ο κόπος μετράνε πολύ για τον κεκοιμημένο.
Εχουμε παραδείγματα ανθρώπων που έλαβαν μεγάλη ανακούφιση όταν το παιδί τους, ο σύντροφός τους, ο πατέρας τους, κάποιος άλλος, επιμένει στα σαρανταλείτουργα, στις καθημερινές στρωτές μετάνοιες και στα πολλά κομποσχοίνια μέχρι που να πέσει κάτω από τον κόπο.
Αυτό προσφέρει πολλά για τον κεκοιμημένο.
Μου διηγείτο μια ευλαβής χριστιανή, μια γυναίκα, όταν άρχισε, μου είχε πει, ο επιθανάτιος αγώνας του συζύγου μου αυτή άρχισε να κάνει αμέσως στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες. Κουραζόταν.
Ελεσθεν έλεος.
Αναλαμπές, βοήθεια, σωτηρία στον άνδρα μου, έλεγε.
Σηκωνόταν ύστερα από την κούραση και άρχιζε σταυρωτά, έτσι της είχε πει ένας καλόγερος από το
Αγιον Ορος, όχι εγώ.
Σε εμένα τα διηγήθηκε, όταν ήμουν στην πρώτη περίοδο εδώ στην Αγία Βαρβάρα, μεταξύ δηλαδή 1965 και 1970.
Και άρχιζε να κάνει τότε σταυρωτά πολλά πόσα δεν ξέρω.
Μόλις κουραζόταν άρχιζε πάλι ξανά τις στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες και ξανά πάλι όρθια άλλα σταυρωτά και ύστερα πάλι μετάνοιες κοκ.
Εδωσε τρομερή μάχη με τους δαίμονες αλλά είχε και θαυμαστή συμπαράσταση των Αγγέλων του Θεού.
Κατόπιν ύστερα από 7 μέχρι 8 ώρες αγώνα, αν θυμάμαι καλά, ακούει τον άνδρα της να λέει:
- Γυναίκα, σώθηκα. Ο Δεσπότης Χριστός, νατος. Δόξα σοι ο Θεός. Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ γυναίκα.
Και πέθανε.
Αυτό είναι μέλος Χριστού και αυτή είναι αγάπη.



Ο Αγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Βασανίστηκε, ταλαιπωρήθη φρικτά.
Υπομονή, απέραντη υπακοή, αγάπη, πολλή αγάπη.
Αρρώστησε στο τέλος βαριά.
Υστερα από τόσα βάσανα που του έκανε 20 ολόκληρα χρόνια του φιλούσε τα χέρια και του έλεγε:
- Εισαι ένας άγγελος, είσαι ένας άγγελος. Πόσο σε τυράννισα.
Και έφυγε από αυτόν εδώ τον κόσμο.
Και ο γέροντάς του του έκανε 39 σαρανταλείτουργα συνεχόμενα, 1600 λειτουργίες και 2000 μετάνοιες κάθε μέρα.
Ναι, 2000 μετάνοιες στρωτές την ημέρα για τον γέροντά του και πόσα άλλα, ποιος ξέρει.
Σε όλο το Αγιον Ορος θα είχε δώσει το όνομα και σε άλλα σαρανταλείτουργα για να τον μνημονεύουν.
Πάλι σώμα με σώμα και ο ίδιος ομολογεί:
- Εσωσα τον γέροντά μου. Βέβαια αυτό δεν είναι καθολική.....
Οσο στραβόξυλο και αν ήτο ο γέροντάς του ασφαλώς είπε ένα Ημαρτον προ του θανάτου του.
50 χρόνια ήταν στο Αγιον Ορος,
50 χρόνια στο ράσο, στα βράχια και στις ερημιές των Κατουνακίων.
Χιλιάδες οι αγρυπνίες του, οι νηστείες, οι κακουχίες και οι μοναχικοί αγώνες.
Οσο σκληρός και αν ήτο όλα μέτρησαν και άφησαν ανοιχτή τη θύρα του Θείου Ελέους για να βρουν παρρησία οι κόποι του υποτακτικού του, του Αγίου του αυτού υποτακτικού Πατρός Εφραίμ και σωρός οι χιλιάδες λειτουργίες και έτσι εσώθη.

Αυτός που έδωσε είκοσι εκατομμύρια σε έναν ιερέα για να τον μνημονεύει.
.. μα πάρα πολλά, ενα, δυο, τρία, πέντε εκατομμύρια, ας πούμε και τα πρόσφερε σε ένα ιερέα και του λέει:
- Να με μνημονεύεις, νέος ήταν ο ιερέας, μέχρι που να κοιμηθείς. Εγώ τώρα είμαι ζωντανός. Αύριο θα πεθάνω. Αυτά τα λεφτά είναι, πόσα είναι, πολλές οι μνημονεύσεις για όλα σου τα χρόνια. Πολλά
λεφτά, είκοσι εκατομμύρια, ας πούμε.
Τα πήρε ο ιερεύς, αφού τα έκανε προσφορά τόσο μεγάλη.
Βέβαια δεν τα έπαιρνε.
Με το ζόρι.
Τα έδωσε εκείνος.
- Δικαίωμά μου δεν είναι να δώσω όσα θέλω;
Τα πήρε.
Τι τα έκανε δεν ξέρω.
Σημασία έχει ότι σε ένα μήνα ο παπάς πέθανε.
Ο παππούλης εκοιμήθη.
- Α... πάνε τα είκοσι εκατομμύρια.
Πάει, λοιπόν, στον Δεσπότη.
- Δεσπότη μου, του λέει, είκοσι εκατομμύρια και πέθανε ο παπάς.
Αυτός, λέει, έκανε τις πολυκατοικίες του εκεί.
Ηταν ένας παλιοπαπάς, είκοσι εκατομμύρια.
Λέει:
- Τι λες, βρε παιδί μου. Λοιπόν, λέει, τώρα θα πάρουμε, λέει.. Καλά. Λοιπόν, πάμε, λέει, μια βόλτα στα υπόγεια εδώ της Μητροπόλεως. Εχουμε κάτι ντάρες, λέει, μεγάλες που ζυγίζαν τα τσουβάλια κτλ., τα κεριά, δεν ξέρω τι χρειαζόταν εκεί, να μαζέψουμε εδώ πέρα, του λέει, χρυσαφικά και ασήμι,
χρυσό και ασήμι και διαμάντια είκοσι εκατομμυρίων.
- Να μαζέψουμε.
Σιγά σιγά τα μάζεψαν.
Τα βάλαν πάνω στη ζυγαριά.
- Τώρα, λέει, θα κάνουμε μία Θεία Λειτουργία και θα μνημονεύσουμε το όνομά σου. Και θα πάρουμε, λέει, το ένα ψιχουλάκι. Μία Λειτουργία πρόσφορο να σου είχε κάνει αυτός; Πόσες σε ένα μήνα έκανε; Τέσσερις, ας πούμε, πέντε ή έξι. Δέκα, εντάξει δέκα ψιχουλάκια. Οσες θα είναι και οι μνημονεύσεις που σου έκανε.
Εκαναν τη Θεία Λειτουργία, πήραν τα δέκα ψιχουλάκια, τα έβαλε μέσα σε μία Αγία Λαβίδα, τα κατέβασαν στο υπόγειο, με το Δεσπότη μαζί και τα έβαλαν επάνω στη ντάρα. Ελα που η ζυγαριά έγυρε από το μέρος με τα ψίχουλα, με τα ψιχουλάκια.
Του λέει:
- Είδες που δεν φτάναν; Χρωστάς, λέει, και άλλα.
- Τι λες, Δεσπότη μου, του λέει. Τόσο μεγάλη αξία έχει αυτό, ατίμητη αξία;
- Ολα τα λεφτά του κόσμου, του λέει, δεν φτάνουν για μια μνημόνευση και εμείς την περιφρονούμε. Οπως περιφρόνησε ο άλλος που είπε για το αντίδωρο:
- Σιγά τα λάχανα είπε. Ξέχασα να σας το πω αυτό για το αντίδωρο προχθές, αυτός που αισθάνθηκε την πρόγευση, την ευωδία είπε μέσα του όταν του είπα εγώ ότι
Δεν θα πάρεις αντίδωρο μέχρι των Μυροφόρων.
Λέει:
Σιγά τα λάχανα.
Ετσι νομίζετε ότι είναι;