Πέμπτη, 14 Μαΐου 1992

25 β Τά Μυστήρια τής Εκκλησίας, Βάπτισμα, Χρίσμα, Μετάνια Ιερωσύνη, Γάμος, Ευχέλαιο. 14.5.1992

Ο Οσιος Αχμέτ

Λέει ο γέροντας για κάποιον νεομάρτυρα αυτές τις ημέρες ονόματι Αχμέτ.
Ηταν πέρυσι, στην Κωνσταντινούπολη, ένας κατώτερος βαθμός από τον πασά και ως γνωστόν, οι πλούσιοι εκεί οι αφεντάδες, οι άρχοντες των μουσουλμάνων και των Τούρκων είχαν και αρκετές
παλακίδες ο καθένας, από αυτές όπου άλλες τις έκλεβαν ή τις αγόραζαν, Ελληνίδες, Ρωσίδες, χριστιανές.
Σε μια από αυτές, σε μια Ρωσίδα παρατήρησε, ω του παραδόξου θαύματος, μερικές φορές
το στόμα της να ευωδιάζει πολύ, μα πάρα πολύ.
- Βρε, της λέει, τι έφαγες;
Λέει:
- Αφέντη, τίποτα.
- Πώς, πώς, για πες μου τι έφαγες;
- Ε, αν σου πω τι θυμάμαι. Τίποτα, λέει, νερό ήπια.
Ε, πέρασαν μερικές ημέρες. Το ξαναπρόσεξε, το ξαναπρόσεξε.
- Δεν γίνεται, λέει. Τώρα θα σε μυρίζω κάθε ημέρα.
Μια Κυριακή, λοιπόν, κατά τις 11 η ώρα, της μυρίζει το στόμα και διαπιστώνει
ότι ευωδίαζε πολύ το στόμα.
- Να, τώρα, της λέει, μυρίζει πάλι. Τι πήρες;
- Εχουμε μια γιαγιά εδώ σκλάβα, ελληνίδα χριστιανή και την αφήνεις να πηγαίνει στην εκκλησία.
Αυτή, λέει, τώρα που έρχεται από την εκκλησία τις Κυριακές μου φέρνει λίγο αντίδωρο, αυτό που δίνει ο χριστιανός παπάς στο τέλος.
Και μου φέρνει και εμένα ένα κομμάτι, μένω νηστική και το παίρνω τώρα.
- Αφεριμ, λέει, μα τέτοιο πράγμα; Για να το δω, λέει, και την άλλη Κυριακή.
Και πράγματι και την άλλη Κυριακή το στόμα της ευωδίαζε και η ευωδία αυτή κρατούσε όλην την ημέρα.
- Θα φάω και εγώ, λέει. Να πάω και εγώ να πάρω
- Δεν μπορείς εσύ, λέει. Εσύ είσαι μουσουλμάνος. Πώς θα πας;
- Θα αγοράσω, λέει, χριστιανικά ρούχα ελληνικά. Πες μου, λέει, τι θα κάνω όταν θα μπω και θα πάω και εγώ μαζί.
Τον κατατόπισε, λοιπόν, η Ρωσίδα.
- Και δεν θα πάω, λέει, Κυριακή. Θα μου πεις εσύ μια ημέρα που είναι καθημερινή αλλά που λειτουργείτε εσείς οι χριστιανοί.
Μια μέρα μιας κάποιας καθημερινής γιορτής, του είπε, λοιπόν, ότι θα λειτουργούσε η εκκλησία.
Το μάθαινε αυτό από τη γιαγιά.
Και πράγματι, λοιπόν, πήγε στην εκκλησία.
Μπροστά του ήταν κάποιος χριστιανός περασμένης κάπως ηλικίας, είχε μπει στο ναό.
Τον έβλεπε τι έκανε.
Πήρε κεράκι. Τι έκανε; Το άναψε.
Εβαλε το γρόσι στο παγκάρι εκεί.
Αναψε το κεράκι.
Φίλησε τις εικόνες.
Εκανε το ίδιο.
Εκανε το σταυρό του.
Εκανε το σταυρό του και αυτός κατά τον ίδιο τρόπο.
Και κάθησε δεξιά σε μια γωνία.
Και έβλεπε τα ιερουργούμενα, άκουγε τους ψάλτες.
- Αφερίμ, λέει. Αυτός ο γέρος, τι φωνή ωραία που έχει! Μπα, πα ,πα...Εμείς, λέει, τόσοι χοτζάδες, τόσοι μπέηδες..τίποτε. Και νομίζεις, λέει ότι ένας ψάλλει πολλοί μαζί, πώς γίνεται αυτό; Πώς το φτιάχνουν;
Στη Μεγάλη Είσοδο γούρλωσε τα μάτια του.
Ο ιερεύς... Πετούσε.
Τον έβλεπε ένα μέτρο πάνω από το έδαφος.
- Πω,πω,πω.. Οι άλλοι, βέβαια, δεν έκαναν τίποτα.
Θαύμασε, απόρησε ο Αχμέτ.
Οταν τελείωσαν τα ιερουργικά βγαίνει ο ιερεύς και λέει :
- Ειρήνη πάσι. Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν.
Και μπαίνει μέσα και
- Τας θύρας, τας θύρας. διά να ακουστεί το Σύμβολο της Πίστεως.
Οταν είπε Ειρήνη πάσι και έκανε .. από τα χέρια του είδε να βγαίνουν φλόγες και ακτίνες σαν αστραπές οι οποίες πήγαν στους λιγοστούς χριστιανούς που ήταν μέσα στην εκκλησία. Και πήγε στα κεφάλια τους, σε ολονών, τους έλαμψε, τους έλουσε, τους φώτισε μέσα εκτός από αυτόν.
- Σε μένα, λέει, δεν ήλθε.
Μετά ξαναβγήκε πάλι ο ιερεύς με τον Αέρα και είπε:
- Είη μετά πάντων ημών.
Το ίδιο πάλι.
Πάλι από το σταυρωμένο χέρι μέσα από τον Αέρα ή από τα δάχτυλα πάλι ακτίνες, πάλι πλημμύρισαν και κατέβησαν στους παρευρισκομένους και ειδικότερα δε στις κεφαλές τους και στις καρδιές τους.
Τρίτη φορά έχουμε ένα Ειρήνη πάσι μετά το Πάτερ ημών.
Οτι Σου εστίν η Βασιλεία,λέει,
Ειρήνη πάσι
Τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνομεν.
Και εκεί το ίδιο.
Ηρθε η ώρα της Αγίας Κοινωνίας.
Ο χριστιανός που είχαν μπει μαζί και ήταν ένα βήμα μπροστά του πήγε αυτός να κοινωνήσει και τον βλέπει, λοιπόν, όλον μέσα σε ένα φως υπερκόσμιο, άυλο, ο χώρος έγινε πολύ διαφορετικός.
Ο άνθρωπος σαν να πετούσε.
Το θαύμαζε.
Γέμισε η ίδια ευωδία το ναό που μύρισε από το στόμα της Ρωσίδας χριστιανής.
Βγήκε ο ιερεύς να κάνει Απόλυση.
Στέκεται στη μέση του ναού, και λεέι:
-Εγώ είμαι Τούρκος, παπά μου, παπα-εφέντη. Θέλω τώρα να γίνω χριστιανός. Θέλω τώρα να γίνω
χριστιανός, τώρα αυτή τη στιγμή. Ομολογώ ότι είμαι χριστιανός. Την κολυμβήθρα γρήγορα. Τρέχουν οι χριστιανοί. Ορίστε την κολυμβήθρα. Κατήχηση, Βάπτισμα. Και γίνεται κρυπτοχριστιανός.
Και όταν ήθελε να πάει στην εκκλησία, πήγαινε σε μακρινή εκκλησία, ντυνόταν με τα ρούχα των χριστιανών της Κωνσταντινουπόλεως και πήγαινε στην εκκλησία.
Πήγε και μια φορά στο Πατριαρχείο.
Κάποτε, εκείνη τη χρονιά, το 1682, έγινε μια μεγάλη σύσκεψις των μπέηδων και των πασάδων για θέματα διοικητικά και συγχρόνως θρησκευτικά για να τονίσουν τι είναι αυτό που θα κάνει πιο δυνατή την πίστη.
Και σηκώνεται, λοιπόν, ο Αχμέτ στην μέση εκεί της μεγάλης αυτής συνελεύσεως των πασάδων
και των μπέηδων και των άλλων αρχόντων της τουρκικής αυλής και της Πόλεως και λέει:
- Αυτό που κάνει δυνατή την πίστη είναι μόνο η πίστις των χριστιανών. Και εγώ είμαι χριστιανός.
Και το ομολογώ αυτή τη στιγμή.
Ηταν 3η Μαϊου, εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα τον αποκεφάλισαν, 3 Μαίου 1682, του νεομάρτυρος Αχμέτ.
Πώς τον έβγαλε ο ιερεύς δεν ξέρω.

Γιατί σας την είπα αυτήν την ιστορία.
Δευτέρα πρωί εξομολογούσα. Και αυτόν που είδα προτελευταίον, περίπου, μου διηγήθηκε κάτι αληθινό.
Είχε έρθει εδώ κάποια Μεγάλη Σαρακοστή να εξομολογηθεί, συγχωρέστε με βέβαια, έπρεπε να επιβάλω κάποιον κανόνα.
Οταν θα τον ακούσετε θα πείτε ότι είναι λίγο αυστηρός αλλά έπρεπε, δεν γνωρίζετε τι εξωμολογήθη. Του είπα, λοιπόν, όχι μόνο δεν θα κοινωνήσει αλλά δεν θα πάρει ούτε αντίδωρο μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, δηλαδή προχθές.
Ηρθε την Κυριακή των Μυροφόρων με την οικογένεια.
Δεν κάθεται εδώ κοντά, μακριά κάθεται με την οικογένειαν του.
Λέγαμε θέλομε ένα χαρμόσυνο γεγονός και δεν πήρε κανένας σας είδηση τι έγινε.
Αυτός πήρε αντίδωρο.
Μόλις το έφαγε το αντίδωρο γέμισε το στόμα του ευωδία, πολλή ευωδία, κόντευε να τον πνίξει, τα ψίχουλα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
Ετρεξε γρήγορα έξω, δεν ξέρω και αν τον πήρε είδηση και ο .., πήγε εκεί νερό γύρευε, σηκώνεται γρήγορα γρήγορα φεύγει χωρίς να πάρει μαζί του την οικογένεια και πήγε σπίτι του.
Πάει αργότερα η οικογένεια.
Αυτά μου τα διηγείται Δευτέρα μεσημέρι εδώ γύρω στις 1.
Ερχεται η οικογένεια λοιπόν.
Μόλις μπαίνει η σύζυγος μέσα και τον αντικρύζει τον πιάνει από τα μούτρα, που λένε.
- Βρε, του λέει, ακόμα δεν έφυγες από την εκκλησία. Τι μου αρωματίσθηκες; Μου 'βαλες αρώματα μπόλικα πάνω σου. Τι χάλια είναι αυτά; του λέει. Τώρα δεν πήγαμε στην εκκλησία;
- Βρε λέει, εγώ αρώματα έβαλα;
- Ναι, λέει. Ακόμα δεν μπήκαμε. Ολο το σπίτι μύρισε, λέει. Πώς; Ολες τις κολώνιες άδειασες από το σπίτι;
Τρέξαν, λοιπόν, τα παιδιά, εκεί πέρα.
Ανακάτεψαν τα συρτάρια, βρήκαν τις κολώνιες.
Λέει:
- Εντάξει είναι οι κολώνιες.
Πλησίασε η γυναίκα του να του μυρίσει τα ρούχα.
Μύριζε.
Τον πλησίασε αυτόν στο πρόσωπο, μύριζε το πρόσωπο.
Απομακρυνόταν, η μυρωδιά πιο μεγάλη.
Πήγαινε, πιο μικρή.
Ως εγύρισε, λοιπόν, το εδιηγείτο το γεγονός και ευχαριστούσε τον Πανάγιον Θεόν και φώναξε γονατιστός ότι Οντως η πίστης μας είναι Αληθινή και δυνατή και παντοδύναμη και θαυματουργός και σώζουσα.
Εχουμε πίστη αληθινή, ζωντανή αλλά δεν το έχουμε πάρει είδηση ακόμη.
Και έτσι μου έδωσε μια ο διάβολος ύστερα, με έπιασε ένας πόνος δυνατός και γνωστά είναι τα υπόλοιπα.
Και όταν πήγα λοιπόν σπίτι και αφού συνήλθα λίγο ήταν ένα βιβλίο ανοιχτό, κάτι έψαχνα να
βρω για σημειώσεις, και βλέπω επάνω ακριβώς εκεί ανοιχτή τη βιογραφία του νεομάρτυρος Αγίου Αχμέτ, δηλαδή σας το είπα πιο μπροστά για να επιβεβαιώσω το δεύτερο αλλά το δεύτερο
επιβεβαίωσε το πρώτο.
Το γεγονός που έγινε προχθές επιβεβαίωσε ένα μαρτυρικό γεγονός που έγινε το 1682.

Περουβιανός μοναχός

Εχουμε ένα παράδειγμα από έναν Περουβιανό μοναχό, τον πατέρα Συμεών, που το κελλάκι του τώρα τελευταία το έχει κοντά στον πατέρα Παϊσιο, όσοι από σας πάτε στο Αγιον Ορος μπορείτε να τον
επισκεφθείτε να σας τα διηγηθεί τα γεγονότα με το ίδιο του το στόμα, όπως τα άκουσα και εγώ από άλλους, όχι από τον ίδιο, από άλλους που τον άκουσαν αυτοπροσώπως.
Οταν ήταν μικρός η μητέρα του στο Περού του έλεγε:
- Εσύ όταν θα μεγαλώσεις θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Και θα ζήσεις σε ένα μέρος που δεν θα είναι νησί και όμως μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.
Μεγάλωσε, νέος σπούδασε, παληκάρι, 25, 27 χρονών, γύριζε όλον τον κόσμο.
Ητανε παπικός, φραγκολεβαντίνος.
Πήγε και στο Παρίσι.
Στο Παρίσι γνωρίζει έναν ορθόδοξο μοναχό, προσελκύεται στην ορθοδοξία και βαφτίζεται.
Σαν πρώτο ταξίδι, λοιπόν, του είπαν ότι πρέπει να γνωρίσει την πηγή της ορθοδοξίας και βρέθηκε
στο Αγιον Ορος.
Εκεί γίνεται μοναχός και είναι μέχρι τώρα με το όνομα πατήρ Συμεών.
Υστερα από αρκετά χρόνια, από 5, πόσα ήταν; 7, δεν ξέρω, πήγε στην πατρίδα του στο Περού. Κατήχησε και βάπτισε τη μητέρα του σε μια λίμνη εκεί στο Περού.
Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μές στο νερό και τη σήκωσε.
Στην τρίτη κατάδυση, όταν ανέβηκε επάνω, σηκώθηκε η μητέρα του ψηλά, φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινα για μια στιγμή ακίνητη και ύστερα έπεσε κάτω και λυποθύμησε.
Τα αδέλφια του που δεν είχαν αλλάξει το ξερό τους το κεφάλι ορμησαν να τον λιντσάρουν.
Νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους ο καλόγερος.
Μόλις όμως πλησίασαν κοντά άρχισε να σηκώνεται η γυναίκα και είπε τα εξής:
Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκε, άστραψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος φως,
υπέρλαμπρη φωτοχυσία.
Αυτό το φως την έντυσε, λέει, με ενδύματα φωτεινά, ολόχαρα, ολοφώτεινα, ολόλαμπρα.
Αυτό το φως μπήκε και μέσα της, την πλημμύρισε, ολόκληρη την πλημμύρισε, την έπνιξε, την κατέτρωγε, την εξαϋλωσε.
Μέσα της και έξω της έγινε κυριολεκτικά φωτοφόρος.
Ηταν τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή η συγκίνησις που την πλημμύρισε από αυτήν την πλημμυρίδα της φωτοχύσεως που δεν άντεξε και λυποθύμησε.
Αυτό δεν θα το ξεχάσει ποτέ, όπως δεν θα το ξεχάσει βέβαια και ο πατήρ Συμεών.
Να πάτε να σας τα διηγηθεί ο ίδιος.
Αυτά γίνονται στο μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος.
Αυτά γίνονται.

Περί ιεροσύνης - Ο Σέρβος βασιλιάς

Κάποτε ένας βασιλιάς, ο Σέρβος βασιλιάς Μήλος, όταν ήταν ηλικίας περίπου 80 ετών, πήγε μια Κυριακή να λειτουργηθεί στο παρεκκλήσιο των ανακτόρων της Σερβίας.
Ο παππούλης, μεγάλος στην ηλικία, έλειπε, ήταν άρρωστος και λειτουργούσε ένας νέος ιερεύς,
πολύ νέος, 30 ετών.
Λειτούργησε, τελείωσε και μοίρασε το αντίδωρο.
Οταν προσήλθε ο βασιλεύς να πάρει το αντίδωρο, άπλωσε το χέρι να το δώσει ο ιερεύς ο νέος και το τράβηξε το χέρι. Τότε ο γέρο βασιλιάς τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:
- Δόσε μου το χέρι σου. Δεν φιλάω το δικό σου χέρι, Πάτερ μου. Την ιεροσύνη σου ασπάζομαι, την ιεροσύνη του Χριστού προσκυνώ που είναι πιο μεγάλη και από μένα και από σένα.
Αυτή η ιστορία είναι αληθινή.
Αυτή η ιστορία τα λέει όλα.
Ο γέρο βασιλιάς Μήλος ο Σέρβος μίλησε θεόπνευστα εκείνη τη στιγμή και τα είπε όλα.
Και του πιο αναξίου και του πιο νέου ιερέως θα φιλάτε το χέρι, φιλάτε το χέρι του Χριστού.