Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Η διαφορά μεταξύ τών κατά Θεόν καί κατά κόσμον λύπης καί δακρύων.



204-γ
28.10.2007 Κυρ. Ζ΄Λουκά.

Μην κλαίετε.
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου παρουσίασε δύο θαύματα.
Το πρώτο ήτο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και το δεύτερο της αναστάσεως της νεκρής κόρης του Ιαείρου.
Γενικώς τα θαύματα από το Σωτήρα μας Χριστό δηλώνουν ότι μόνο μόλις ο άνθρωπος συναντήσει ή συναντηθεί με τη Θεία Χάρη, ή η καρδιά του συναντήσει τη Θεία Χάρη, τότε αποκτά την αίσθηση της ελευθερίας από την αμαρτία, την εξουσία του Διαβόλου και την δυναστεία των παθών του.
Και αυτό είναι θαύμα, θαύμα για όλους εμάς τους χριστιανούς.
Γίνεται πολλαπλό το θαύμα.
Πρώτον πρώτον γιατί καθαρίζεται το μυαλό μας, ξεσκοτίζεται δηλαδή ο νους.
Δεύτερον δυναμώνει η εξασθενημένη θέλησίς μας.
Τρίτον θεραπεύεται η αρρωστημένη φύσις και γινόμαστε δυνατοί στην πίστη, στην υπομονή, στον πόνο, στον αγώνα της ζωής.
Τέταρτον παύει μέσα μας να ενεργεί ανεξέλεγκτα ο μαύρος νόμος της αμαρτίας και ριζώνει το δένδρο της μετανοίας που παράγει πλούσιους καρπούς.
Όλα αυτά μας δηλώνουν ότι με τη συνάντηση αυτή που έχουμε με τη Θεία Χάρη, μέσα στην καρδιά μας αρχίζει η κάθαρσις στο κατ’ εικόνα.
Ας έλθουμε όμως στο θαύμα της αναστάσεως της νεκρής θυγατρός του Ιαείρου, και μάλιστα ειδικότερα σ’ αυτήν την παραγγελία : «Μην κλαίετε».
Για μας τους λογικούς ανθρώπους ακόμα και για τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς φαίνεται παράξενη και ακατανόητη αυτή η προτροπή και η παραγγελία του Κυρίου μας «μην κλαίετε».
Την ίδια παραγγελία έδωσε και στην χήρα μάνα όταν κήδευε το μονάκριβο παιδί της, της είπε «μην κλαίε».
Μην κλαίτε γιατί δεν τελειώνει εδώ η ζωή του ανθρώπου.
«Μην κλαίτε» παρήγγειλε γιατί εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις.
«Μην κλαίτε» γιατί υπάρχει και ανάστασις νεκρών, υπάρχει αιώνιος ζωή.
Παρά ταύτα η σκληρή πραγματικότητα, μας λέγει ότι η ζωή μας είναι ζυμωμένη με τα κλάματα, και η Αγία Γραφή ονομάζει τη γη πάνω στην οποίαν γεννιόμαστε ανατρέφουμε και πεθαίνουμε, την ονομάζει κοιλάδα του κλαυθμώνος, δηλαδή κοιλάδα των δακρύων.
Ο Χριστός όμως δεν φαντάζομαι να νομίζετε ότι απαγορεύει τα δάκρυα όταν αυτά προέρχονται από το χάσιμο προσφιλών μας προσώπων, κατά τον άλφα ή τον βήτα τρόπον.
Διότι με δυο τρόπους χάνομε τους προσφιλείς μας ανθρώπους, - όταν απομακρύνονται από κοντά μας εξαιτίας της αμαρτίας και δεύτερον όταν πεθαίνουν.
Αντιθέτως μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Κύριος προτρέπει αυτό το κλάμα, το προτρέπει, για πολλούς και διαφόρους λόγους.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος εδάκρυσε και έκλαψε.
Τα δάκρυα όπως η πείνα, η δίψα, ό κόπος, ο ύπνος, η δίψα, η πείνα, και πολλά άλλα, ανήκουν στον Κύριο, στα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη.
Κατά πρώτον έκλαψε ο Κύριος όταν για την πόλη, μάλλον έκλαψε ο Κύριος για την πόλη των Ιεροσολύμων, όταν προείδε την ολοκληρωτική της καταστροφή, και ερήμωση που εγένοντο λίγα χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Τίτο.
«Και ιδών την πόλην της Ιερουσαλήμ έκλαυσεν επ’ αυτή», μας λέγει επί λέξη ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Τον βλέπομε κατόπιν να δακρύζει μπροστά στον τάφον του Λαζάρου, παρόλον που σε λίγο, - το ήξερε και ο ίδιος – θα τον ανέστη εκ νεκρών.
Η προτροπή του Χριστού «μην κλαίετε» απέβλεπε στο να σταματήσουν τα κλάματα της απελπισίας.
Και αυτό διότι με την ενανθρώπισή Του ο θάνατος έχασε την πραγματική του σημασία και έγινε για μας ένας μεγάλος ύπνος.
Είναι σαν να τους έλεγε : «Μην κλαίτε, το κοριτσάκι κοιμάται, Εγώ σε λίγο θα το ξυπνήσω. Είμαι Εγώ η Ανάστασις και η Ζωή. Μην κλαίτε λοιπόν, σεις όλοι οι Χριστιανοί, γιατί υπάρχει ζωή και ανάστασις. Μη κλαίτε γιατί υπάρχει η χαρά του Παραδείσου, και η αιώνια ζωή».
Αλλά, υπάρχει ένα «αλλά» που μας θυμίζει μία σκληρή φράση του Κυρίου, που λέγει «ουαί υμίν οι γελώντες».
Αλίμονον σε σας που γελάτε απερίσκεπτα χωρίς να σας νοιάζει ότι αύριο μπορεί και να πεθάνετε.
Αλίμονό σας γιατί θα θρηνήσετε και θα κλάψετε στο αιώνιον πυρ της Κολάσεως - να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και αυτή...
Αλίμονόν λοιπόν σε όλους εσάς που γελάτε εις βάρος των άλλων.
Αλίμονόν σε σας που γελάτε και ευχαριστιέστε με την καταστροφή και τον πόνον του πλησίον αντί να κλαίτε μετά των κλαιόντων και να χαίρεστε μετά των χαιρόντων.
Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο «αλλά», που είναι αυτό αντίθετο από το άλλο.
Είναι χαρούμενο διότι λέγει «μακάριοι οι κλαίοντες νυν».
Μακάριοι και ευτυχισμένοι όσοι κλαίτε και στενάζετε για τις αμαρτίες σας.
Μακάριοι όσοι από μας του Ορθοδόξους πιστούς Χριστιανούς κλαίμε κάθε μέρα για τις αμαρτίες μας από μετάνοια και συντριβή.
Μακάριοι όσοι από μας θρηνούμε και πενθούμε για την βρώμικη κατάσταση της ψυχής μας.
Και μακάριοι όσοι κλαίμε και πονάμε για τα αδιόρθωτα λάθη μας.
Και ακόμα πιο πολύ μακάριοι όταν κλαίμε για τα συντρίμμια που σκορπίσαμε γύρω μας με την άτακτη και αδιόρθωτη ζωή μας.
Και είναι όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί μακάριοι διότι τους παρηγορεί ο ίδιος ο Κύριος, λέγοντας και βεβαιώνοντας «Μακάριοι οι πενθούντες και οι κλαίοντες ότι αυτοί παρακληθήσονται».
Έτσι αδελφοί μου βλέπομε δύο πράγματα.
Απ’ τη μια μεριά μας λέει ο Κύριος να μην κλαίμε, διότι αυτός είναι η Ζωή και η Ανάστασις και απ’ την άλλη μας επιβάλλει να κλαίμε και να πενθούμε, να στενάζουμε και να θρηνούμε για τις αμαρτίες μας, διότι έτσι μόνον καλλιεργείται η μετάνοια που σώζει.
Αυτό δηλώνει ότι υπάρχει λύπη και πένθος που οικοδομεί και λύπη και πένθος που καταστρέφει, αφού οδηγεί στην απόγνωση, στην απελπισία, στην κατάθλιψη και στον γογγυσμό.
Άρα έχουμε λύπη κατά Θεόν και λύπη κατά κόσμον.
Το βεβαιώνει και ο λόγος του Θεού δια στόματος Αποστόλου Παύλου.
«Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρίαν, αμεταμέλητον κατεργάζεται».
Η δε του κόσμου λύπη, θανάτου θάνατον καταργήζεται.
Η κατά Θεόν λύπη, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, έχει σαν αποτέλεσμα την αληθινή μετάνοια για την οποίαν δεν θα μεταμεληθεί ο λυπούμενος και καρπός της οποίας βέβαια είναι η σωτηρία.
Η λύπη όμως που προκαλείται από τον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας, της κακίας, των παθών που δουλεύουμε και τα λοιπά, έχει σαν αποτέλεσμα τον πνευματικό θάνατο, τον αιώνιον θάνατο, τον αιώνιον χωρισμό μας από τον Θεόν.
Άρα «μακάριοι οι κλαίοντες νυν και μακάριοι οι πενθούντες».
Αυτό το «πενθούντες», κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας είναι ο μεγάλος διδάσκαλος κάθε φιλοσοφίας.
Είπεν ο Κύριος «οι πενθούντες», δηλαδή αυτοί που πενθούν πάντοτε.
Όσοι λοιπόν πενθούν για τις αμαρτίες τους, όσοι από μας δακρύζουν γι’ αυτές, και πολύ περισσότερον όσοι κλαίνε όχι μόνον για τις δικές τους αμαρτίες αλλά και για τις αμαρτίες των πλησίον, του φίλου, του γνωστού, του συγγενούς, ακόμα και του εχθρού, αυτοί είναι όντως μακάριοι.
Και είναι μακάριοι «οι κλαίοντες νυν και οι πενθούντες», διότι ποτίζει τις ψυχές τους ο Θεός, με θεϊκές παρηγοριές και ουράνιες χαρές.
Όχι γιατί το αξίζουμε, -εδώ είναι το περίεργο-, αλλά γιατί ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, είναι μακρόθυμος, είναι πολυέλεος, είναι πανάγαθος, είναι γεμάτος σπλάχνα οικτιρμών.
Δεν σταματάει στην άφεση των αμαρτιών, όταν εμείς τη ζητούμε στο πετραχήλι του πνευματικού, δεν σταματάει στην απαλλαγή μας από τις ενοχές, αλλά προχωράει όμως, σε αμοιβές και δώρα, και σε βραβεία.
Αμαρτάνουμε, σκοτώνουμε, πορνεύουμε, αδικούμε, κλέβουμε, απατάμε, αρπάζουμε, συκοφαντούμε, βρίζουμε τα θεία, μισούμε, φθονούμε, θεομαχούμε, τι άλλο να σας πω;
Όλα τα κάνουμε.
Και ο Θεός βλέποντας τη μετάνοιά μας, τη συντριβή μας, τα δάκρυά μας, και το πένθος μας, μας συγχωρεί.
Και όχι μόνο μας συγχωρεί.
Μας αγκαλιάζει, μας δικαιώνει, μας πλουτίζει, μας βάζει στο σπίτι Του, μας ξανακάνει παιδιά Του, και κληρονόμους της περιουσίας Του, δηλαδή κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.
Είναι ή δεν είναι φιλάνθρωπος και πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος και μακρόθυμος ο Θεός;
Δωρίζει παρηγοριά και παράκληση με ουράνιες χαρές, σε κάθε πιστό χριστιανό που μετανοεί και πενθεί για τις αμαρτίες του.

Χριστιανοί μου,
σας παρακαλώ πάρα πολύ,
να προσεύχεστε με δάκρυα ενθυμούμενοι τις αμαρτίες σας κι’ εγώ τις δικές μου.
Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε με συντριβή και πόνο.
Όχι ξερά, όχι επιπόλαια, αυτό ισχύει και για μένα.
Να προσεύχεστε αφού συγχωρέσητε και συγχωρηθείτε μέσα στην οικογένεια.
Να προσεύχεστε για όλους, ακόμα και για τους εχθρούς σας.
Και τελευταία τελευταία για τον πνευματικό σας.
Από σήμερα και στο εξής, να προσεύχεστε κάθε μέρα, μόνο σας παρακαλώ, ένα λεπτό κάθε φορά παραπάνω.
Και κλείνοντας σας εύχομαι ολόθερμα, σε σας όλα τα χαρίσματα, σε σας όλες οι ευλογίες, σε σας όλες οι αρετές, σε σας όλες οι ουράνιες χαρές, σε σας και ο Παράδεισος.
Κι’ εγώ είθε ν’ αξιωθώ, σε μιαν άκρη αυτή του Παραδείσου, με το έλεος, τη μακροθυμία, την φιλανθρωπία, και την αγάπη του Αγίου Θεού.

Αμήν.