Κυριακή, 21 Απριλίου 2002

Συνέχεια περί ταπείνωσεως, φωτός και αληθείας με μια αληθινή ιστορία για το νεκρό παιδάκι που δάκρυσε



175 β
Κυρ. Ε' Νηστειών, 2002

Και να που σήμερα το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα μας ξαναδίνει πάλι αυτή την αφορμή, βλέποντας δύο μαθητάς να ζητούν πρωτοκαθεδρίες και η απάντησις του Κυρίου να είναι ότι «ουκ οίδατε τι αιτείσθε»… «δεν ξέρετε τι ζητάτε». Διότι ο Θεός δεν ήλθε δια να διακονηθεί αλλά για να διακονήσει. Ήλθε να προσφέρει τον Εαυτόν Του για τη σωτηρία των άλλων. Και μάλιστα μια προσφορά θυσίας και θανάτου. Θανάτου δε Σταυρού. Γι’ αυτό και εγένετο υπήκοος, λέει, μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, γι’ αυτό και ο Κύριος του εχάρισε όνομα το υπέρ παν όνομα: Ιησούς Χριστός εις το όνομα του οποίου παν γόνυ κάμψει και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων.
Αλλά εμείς ως άνθρωποι όμως και πρώτος εγώ, εάν, οποιαδήποτε ηλικία κι αν έχουμε, μικρή ή μεγάλη, και κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, αν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και το γυρίσουμε να το δούμε καλά, τότε θ’ αρχίσουμε να κλαίμε και να θρηνούμε. Δεν έχουμε κάνει απολύτως τίποτα στη ζωή μας. Ένα μεγάλο μηδενικό.
Κι από μας που λέμε ότι προσφέρουμε υπηρεσίες δήθεν στον άνθρωπο και κηρύττουμε και ευαγγελιζόμεθα τον λαόν του Θεού, κι εμείς δεν κάνουμε τίποτα. Αν δεν είχαμε στόμα, δεν θα μιλούσαμε, αν δεν είχαμε χέρια δεν θα τα κουνούσαμε, αν δεν είχαμε μυαλό δεν θα σκεφτόμασταν κι αν δεν είχαμε φωτισμό - αλλά από ποιόν όμως τον φωτισμόν; - …Έχουμε τίποτα δικό μας; Έχουμε δικό μας φως; Είμαστε μέσα μας γεμάτο σκοτάδια-τα σκοτάδια των παθών και των αδυναμιών μας. Μία είναι η αλήθεια: το φως του Θεού. Κι όποιος πάρει αυτό το φως -όχι μόνο με την συχνή Θεία Κοινωνία, διότι και αυτή είναι «πυρ καταναλίσκον»…και αν δεν είμαστε άξιοι, δεν ξέρουμε τι καίει μέσα μας. Πρέπει να πάρουμε το φως του Χριστού διότι είναι ο ίδιος φως κι έτσι να φωτιστεί ο νους και να γίνει ο νους όλο φως. Να φωτισθεί η καρδιά μας και να γίνει φως όλη η καρδιά μας. Να φωτισθούν οι αισθήσεις μας και να γίνουν και οι αισθήσεις μας όλοι φως. Όλος ο άνθρωπος, ψυχή τε και σώματι…φως. Μόνο τότε θα δει την αλήθεια. Ποια αλήθεια; Ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα, γι’ αυτό και πρώτος, χωρίς ταπεινολογίες και ταπεινοσχήματα, δεν έχω κάμει απολύτως απολύτως τίποτα. Κάποιες τρύπιες δεκάρες, όπως λέει ο Γέροντάς μου, μπορεί να έχουμε μαζέψει κι αν κι αυτές τις μαζέψαμε. Κι εγώ δεν ξέρω με πόσο κόπο και με πόσο αίμα, διότι αίμα πρέπει να στάξει ο άνθρωπος για να πάρει μια σταγόνα ταπείνωση. Αυτό το έλεγε ο πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης στο δικό μου το Γέροντα, τον πατέρα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη.
«Ε…παπά μου», του έλεγε, «για να πάρουμε μια σταγόνα ταπείνωση, μια σταγόνα, πρέπει να χύνουμε αίμα κάθε μέρα γιατί μέσα μας φωλιάζει ο παλιός άνθρωπος, φωλιάζει η αμαρτία, φωλιάζει το κακόν, φωλιάζει η πονηριά, η πονηριά μάλιστα από μικρή ηλικία»...απ’τα πέντε και τα έξι και τα επτά και τα οκτώ…πού να φτάσουμε στα δεκατέσσερα και στα δεκαπέντε…που γαμπρίζουμε από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου! Χωρίς φόβον Θεού! Χωρίς φόβον Θεού! Τα τείχη του εγωισμού και των παθών, δεν θα πέσουν με τίποτα, λέγει ο πνευματικός μου, παρά μόνον με την ταπείνωση. Με την άκραν ταπείνωση. Και την υπακοή προς τις εντολές του Ευαγγελίου και του Αγίου Θεού. Έτσι γκρεμίζονται τα πάθη, έτσι γκρεμίζεται ο εγωισμός που είναι η πηγή όλων των κακών.

Βλέπετε λοιπόν, μαθηταί του Κυρίου ήσαν, και μάλιστα ο ένας εξ αυτών, ο πλέον αγαπημένος, αυτός που ακούμπησε και στο στήθος του Χριστού και είπε και ερώτησε «τις εστίν ο παραδιδούς σε;». Αυτός ο ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου που μέχρι το τέλος της ζωής του εκήρυττε την αγάπη και έλεγε «αγαπάτε αλλήλους»…και αυτός στον καιρό που δεν είχε ολοκληρωμένη την χάρη και την αποκάλυψη, ενώ είχε τον Χριστό δίπλα του, τον ακουμπούσε, τον ψηλαφούσε κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, εν τούτοις όμως, βλέπετε, το πάθος κυνήγησε να ικανοποιήσει.
Και μεις λοιπόν, που εξομολογούμεθα, που κοινωνούμε, που προσευχόμεθα, που κάνουμε παρακλήσεις, που κοινωνούμε τακτικά, που εκκλησιαζόμαστε, που κάνουμε την άλφα αρετή και τηρούμε την βήτα εντολή. Κι εμείς τα πάθη κυνηγάμε να ικανοποιήσουμε…και πρώτος εγώ.
Και αφού πήραμε την αφορμή να πούμε για την αγάπη που είχε ο μαθητής εκείνος ο εκλεκτός του Κυρίου, είναι φοβερό και τρομερό πράγμα να προσέρχεσαι στο μυστήριο των μυστηρίων, το βασιλικότατον, όπως μας το λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και να έχεις τι κατά του αδελφού σου. Και μάλιστα ο Κύριος, στην επί του όρους ομιλία λέγει ότι για να προσέλθεις στο Άγιον Ποτήριον, θα πρέπει να συνδιαλαγείς με τον αδελφό σου που όχι έχεις εσύ κάτι εναντίον του, αλλά εκείνος έχει κάτι εναντίον σου. Έτσι λέγει. Αυτή είναι η εντολή. Και αν δεν θέλουμε με αυτόν τον τρόπον, μαθαίνουμε, διδασκόμαστε… στην πράξη ποια είναι η ταπείνωσις, πώς μιμούμεθα τον Χριστόν στην υπακοή.
Διαφορετικά έχει άλλους τρόπους ο Θεός να μας μάθει και την ταπείνωση και την υπακοή. Να μας δώσει ένα μπάτσο. Τι προτιμάτε και τι προτιμούμε όλοι μας; Να καθίσουμε και να ασχολούμεθα διαρκώς με το να αυτοκατακρίνουμε τον εαυτόν μας και όχι τους άλλους, με το να αυτομεμφόμεθα τον εαυτό μας, διότι η μεγαλύτερη αρετή, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας και κατά την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου και όλων όσων πέρασαν απ’ αυτή τη ζωή, που την περπάτησαν μέσα στ’ αγκάθια και στους πειρασμούς, όλοι δηλαδή οι Άγιοι, έμαθαν ότι η μεγαλυτέρα αρετή που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος είναι η αυτομεμψία. Να αυτομέμφομαι τον εαυτό μου. Και τον μέμφομαι. Σήμερα πέθανα! Μη σας φαίνεται παράξενο! Ροκανίζεται ο χρόνος, ροκανίζεται, εβδομήντα ένα-ενδομήντα δύο πάμε…ροκανίζεται! Σήμερα πεθάναμε! Πέθανα σήμερα! Θα ’ρθούν θα κλάψουν, πέντε-δέκα, είκοσι, θα τον θάψουν…Θεός ‘χωρές τον. Ήταν και απότομος, θα πουν…ήταν και θυμώδης…ε…μας έβαζε και κατσάδες, μας απόπαιρνε πολλές φορές. Θεός ‘χωρές τον. Καλά εδώ…τα περάσαμε ωραία, μας κάνετε και μετάνοιες και τεμενάδες, μερικές φορές σκύβετε κάτω και φιλάτε και τα πόδια μας, λες και ποιος ξέρει τι είμεθα…Βέβαια την ιεροσύνη του Χριστού ασπάζεσθε, εμείς δεν έχουμε ιεροσύνη, η ιεροσύνη δεν είναι δική μας, του Χριστού είναι η ιεροσύνη, σ’ αυτήν απευθύνεσθε! Στο Χριστό! Και όχι σε μας. Τι θα πούμε λοιπόν; Τι θα πω; Τι θα απολογηθώ; Και είδατε τι λέγει κάθε τόσο η Εκκλησία: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά…».
Το ’κανε και ένας ασκητής ξέρετε αυτό, κάθε βράδυ, είχε σκάψει ένα λάκκο, και έλεγε «τώρα πεθαίνω, τώρα θα ’ρθουν οι Πατέρες, θα πουν δυο λόγια, θα πουν συγχωρέστε με, θα με θάψουν, θα φύγουν. Τι θα γίνει όταν παρουσιαστώ μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού; Τι θα γίνει;». Αυτό πρέπει να μας τρώει κάθε μέρα. Μικρούς και μεγάλους. Δυστυχώς όμως, είναι κάτι που δεν κηρύσσεται και δεν επεξεργάζεται από τους λεγομένους ορθοδόξους νεοέλληνες χριστιανούς. Δηλαδή, η αυτομεμψία.

Να προσφέρουμε λοιπόν, πρώτα την ελεημοσύνη και την αγάπη στον εαυτόν μας κυνηγώντας τα πάθη και καλλιεργώντας τις αρετές και εν συνεχεία αυτό το πράγμα να γίνει παράδειγμα και εις τους άλλους. Μόνον όταν εμείς δουλεύουμε για τον εαυτόν μας, τότε δουλεύουμε και για τους άλλους. Η πράξις η δική μας γίνεται φως για τους άλλους.
«Υμείς εστέ το φως του κόσμου». «Υμείς εστέ το φως του κόσμου». Είστε φως, ο καθένας από σας και μείς μαζί οι ιερείς, διότι πήραμε μέσα μας τον Χριστόν που είναι φως, ζωή, Ανάστασις, οδός και η αλήθεια. Και όλα αυτά τα πράγματα που τα πήραμε δια του Αγίου Βαπτίσματος, και όλα αυτά εμπλουτίστηκαν από τις πολλαπλές δωρεές του Παναγίου Πνεύματος και εν συνεχεία μέσα στη ζωή, όσο μπορέσαμε ο καθένας από μας, αυτές καλλιεργήσαμε.. και έτσι λοιπόν, όλο αυτό γίνεται φως και οδηγός εις τους συνανθρώπους μας και προπαντός δε εις την οικογένεια μέσα εις την οποία ζούμε. Φως λοιπόν να γίνουμε.

Μια κυρία, περίπου 30 ετών, γιατί έχουμε τώρα δράματα εδώ και μου ’ρθαν δάκρυα στα μάτια, δράματα και πειρασμοί, παρακαλάτε τον Θεόν!!! Εσείς να διαλέγετε τον κόπο και το μόχθο στην τήρηση των εντολών, παρά να σας στέλνει ο Θεός πειρασμό! …χάνει το παιδί της (είναι διήγησις απ’ το Γέροντά μου), χάνει το παιδάκι της, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να το αποκτήσει και 6 μηνών το χάνει. Ένα αγγελούδι, 6 μηνών αγγελούδι…τι θα είναι 6 μηνών!
Πριν το σηκώσουν απ’ το σπίτι την επομένη ημέρα για να το πάνε στην Εκκλησία και απ’ την Εκκλησία κατόπιν στο νεκροταφείο, εκεί όπου ήταν ξαπλωμένο, γονατίζει αυτή η πονεμένη μητέρα και λέει στο παιδάκι της «παιδάκι μου τώρα, εσύ είσαι αγγελούδι, έγινες άγγελος και πήγες στη Βασιλεία των Ουρανών, στολίζεις με την ψυχούλα σου το θρόνο του Θεού! Σε παρακαλώ! Να προσεύχεσαι για μένα, τη μάνα σου τη δόλια και τον πατέρα σου και για όλον τον κόσμο. Να μας διδάξει ο Θεός και να μας μάθει ο Θεός την ταπείνωση, τη σωτηρία. Το φως Του να δεχτούμε. Αυτό να Τον παρακαλάς.»

Με την ταπείνωση αρχίσαμε, για το φως του Θεού μιλήσαμε….τον νου και την καρδιά… Και όλον τον άνθρωπο … αυτό ζήτησε και εκείνη η ευλογημένη μητέρα από το νεκρό παιδάκι. Και το παιδί απάντησε! Νεκρό ήτανε! Και από τα μάτια του έτρεξαν δεξιά και αριστερά δύο δάκρυα. Άκουσε! Άκουσε! Απ’ τον ουρανό, άκουσε! Κι απάντησε! Κι είπε «Ναι, μάνα…ναι μητέρα. Αυτό θα σου στέλνω δια της προσευχής μου…την ταπείνωση, την αγάπη, το φως
Αυτά μας χρειάζονται.
Αυτά μας χρειάζονται.
Με αυτά θα σωθούμε.

Αμήν.