Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2000

Η έννοια του χρόνου και ο προορισμός μας μέσα από αυτόν στην αιωνιότητα



166-α
Κυρ. 31.12.2000

Σήμερα χριστιανοί μου, δεν κλείνει μόνον το έτος 2000, δεν κλείνει μόνον ο εικοστός αιώνας, αλλά και μια χιλιετία, η δεύτερη, και αρχίζει κανονικά από αύριο η τρίτη χιλιετία. Ένας χρόνος τελειώνει πάντοτε την τριακοστήν πρώτη Δεκεμβρίου. Επομένως το επόμενον έτος, ο επόμενος αιώνας, η επόμενη χιλιετία είναι αφού συμπληρωθεί και ο χρόνος ο κανονικός, και όχι στην αρχή του όπως έγινε πέρσι.
Δύο χιλιάδες χρόνια έκλεισαν από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός, 2000 σωτήρια χρόνια. Σωτήρια για τον κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Θεάνθρωπον και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, που βαπτίζεται στο όνομά Του, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που εκείνος φανέρωσε και απεκάλυψε. Σωτήρια επαναλαμβάνω για τον άνθρωπον που πιστεύει και βαπτίζεται, που συμμετέχει στα μυστήρια με αίσθημα ευθύνης, που τηρεί το πανάγιον θέλημά Του και που καλλιεργεί κατά δύναμιν, όσο μπορεί, το ταπεινό φρόνημα, την συντριβή και την αληθινή μετάνοια.

Ας έλθουμε όμως στη σημερινή βραδιά, που θα κλείσει το έτος 2000. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, ο κόσμος τον καινούργιο χρόνο θα τον υποδεχθεί με φωταψίες και βεγγαλικά, με τραγούδια και ευχές. Κυρίως θα ευχηθούμε να είναι καλός και ευλογημένος ο καινούργιος χρόνος, να ζήσουμε Χρόνια Πολλά. Χαρά και ευτυχία να συνοδεύει ολόκληρη τη ζωή μας.
Ασφαλώς στα Χρόνια Πολλά που θα δίνουμε και θα παίρνουμε, υπάρχουν στο βάθος ευχές που αναφέρονται στην καλή υγεία και μακριά από μας οι στεναχώριες, τα βάσανα, οι αρρώστιες, οι θλίψεις και οι πόνοι, σωματικοί και ψυχικοί.
Γιατί όμως όλες αυτές οι ευχές, η χαρά, τα τραγούδια, τα βεγγαλικά, τα σφυρίγματα των πλοίων και τόσα άλλα; Γιατί οι δοξολογίες στις εκκλησίες και στους μητροπολιτικούς ναούς με τόση επισημότητα με την ανατολή του Νέου Έτους;
Γιατί πιστεύω πως η Πρωτοχρονιά που είναι και αυτή ένας ξεχωριστός σταθμός μέσα στη ροή του χρόνου, μας βοηθάει στο να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή προχωράει, ότι η ζωή συνεχίζεται και μείς αυτής της ζωής απολαμβάνουμε τα αγαθά της. Όλα αυτά τα αγαθά τα απολαμβάνουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; - ή όχι;
Αυτό είναι κάτι που θα το δούμε παρακάτω.
Πάντως οι πιο πολλοί από μας, νοιώθουμε τον θρίαμβο της ζωής για τη ζωντανοί μπήκαμε στον καινούργιο χρόνο. Ζωντανοί. Και χαιρόμαστε, και γιορτάζουμε.
Όμως αδελφοί, η ζωή προχωράει. Και όσο προχωράει, τόσο και μικραίνει, τόσο και λιγοστεύει, προχωράει αλλά προς το τέλος της. Τυλίγεται σιγά σιγά, όπως λέγει και ο λαός, το κουβάρι της ζωής και φθάνουμε στο τέρμα, στο θάνατο. Και αυτό είναι περισσότερο από βέβαιο, όσο και αν αποφεύγουμε να το συζητάμε, να το κουβεντιάζουμε ή να το σκεπτόμαστε. Ο θάνατος θα έλθει.
Μερικών χριστιανών, που τα βάσανα είναι πολλά και αξεπέραστα ή ανεπανόρθωτα, κατά το ανθρώπινον, εύχονται στον καινούργιο χρόνο να πεθάνουν, να μη ζήσουν. Γιατί πόνεσαν πολύ, γιατί εξακολουθούν να υποφέρουν.
Και όμως, όπως μας λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο βαθύτερος πανανθρώπινος πόθος είναι και τα βάσανα να τελειώσουν, αλλά και η ζωή να μην τελειώσει. Και αυτή να είναι γεμάτη χαρά, ευτυχία, και να συνεχίζεται για πάντα. Να είναι δηλαδή αιώνια η ζωή μας.
Σαν πιστοί όμως και Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είμαστε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτός ο πόθος εκπληρώνεται οπωσδήποτε, πλήρως και καθολικά μόνον κοντά στον Θεόν. Ή αποκλειστικά από τον Θεόν. «Ζωήν αιώνιον έδωκεν ημίν ο Θεός», βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Έτσι λοιπόν όσοι πιστεύουν στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ενανθρώπισή Του στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού εν Βηθλεέμ τη πόλη, εκ Πνεύματος Αγίου και Παρθένου της Μαρίας, πριν από 2000 χρόνια, και συμμετέχουν στα πανάγια σωστικά μυστήρια με συνέπεια στη ζωή τους, όπως το τονίσαμε και προηγουμένως, σε όλους αυτούς ο Θεός δίνει αιώνια ζωή.
Η αιώνιος όμως ζωή υπάρχει στον Υιόν του Θεού, στον Θεάνθρωπον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, «και αύτη η αιώνιος ζωή, εν τω Υιώ αυτού εστίν», λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Ο Χριστός λοιπόν είναι αυτός που χαρίζει στον άνθρωπον την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό ήλθε στον κόσμο. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Τι λέγει; «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν». Εγώ ήλθα στον κόσμο, λέγει ο ίδιος, για να έχουν τα λογικά πρόβατά μου, οι πιστοί μου χριστιανοί, ζωή, και περίσσια αιώνια ζωή. Πλούτος ανεξάντλητος ζωής. Πολύ ανώτερος και πολύ περισσότερος από όλα τα αγαθά της γής. Γιατί αυτός ο πλούτος είναι άφθαρτος και αιώνιος.
Ο Χριστός λοιπόν, ο Λυτρωτής του κόσμου και προσωπικός Σωτήρας του καθενός από μας, μας χαρίζει διά της πίστεως και της συμμετοχής βέβαια στα μυστήρια, μια υπερφυσική δύναμη, που μέσα από το Άγιον Βάπτισμα, το βασιλικόν Χρίσμα και την Θεία Κοινωνία του Παναγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος αυτού και της μετανοίας, μας αναγεννά και μας δικαιώνει. Και όσο περισσότερο διαρκούν η αληθινή μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα, τόσο και περισσότερο κάθε μέρα μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας, το μυαλό μας, τις σκέψεις μας, τις αισθήσεις μας, ακόμα και το σώμα μας.
Και αν στο διάβα της ζωής και του χρόνου που κυλάει πέσουμε και βρωμίσουμε την στολήν της ψυχής μας, Εκείνος και πάλι μέσω της αληθινής μετανοίας μας ξαναδίδει τα πλούσια χαρίσματά Του για να μη χάσουμε την αιώνια ζωή.
Ξαναχαρίζει την υιοθεσία και μας κάνει κληρονόμους της Βασιλείας Του. Εκείνος, ο Χριστός, είναι ο φιλάνθρωπος Θεός, ο πανάγαθος, ο εύσπλαχνος, ο παντελεήμων, ο πανοικτίρμων, αυτός και μόνον.
Εκείνος γίνεται η αστείρευτη πηγή της πνευματικής μας ζωής που δεν έχει τέλος, που δεν φοβάται τον θάνατον, που δεν τρέμει μπροστά στον διάβολο. Που δεν λυγίζει στις θλίψεις της ζωής.
Και κάτι άλλο. Η ζωή μας μαζί με τον Χριστόν, η πνευματική μας δηλαδή ζωή, είναι ξένη προς την αμαρτία, την κάθε είδους αμαρτία. Και θα κάνουμε ένα ειδικό κήρυγμα γι’ αυτό, και μια δική μου μικρή αναδρομή και απολογία.
Την κάθε είδους αμαρτία, της οποίας η πιο οδυνηρή και τελική κατάληξις είναι ο θάνατος. Ο αιώνιος θάνατος, και του σώματος και της ψυχής, δηλαδή η κόλασις, η αιώνιος κόλασις.
Η αμαρτία λοιπόν αδελφοί μου, μας χωρίζει από Κείνον που είναι ο αληθινός Θεός και Ζωή αιώνιος, σύμφωνα με την βεβαιωτική γλώσσα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, Πρώτη Επιστολή, 5ο Κεφάλαιο, στίχος 20.
Μας χωρίζει όμως και από τον πλησίον μας, από τον συνάνθρωπό μας, από τον δικό μας άνθρωπο, που είναι και αυτός εικόνα του Θεού. Γι’ αυτό και μεταξύ μας δεν έχουμε ειρήνη, ομόνοια, αγάπη, χαρά. Μπορεί να φταίω μόνον εγώ, μπορεί κάπου αλλού να φταίνε και οι δύο, και οι τέσσερεις, και οι έξι, και οι δέκα, και οι εκατό, όλοι μας.
Έτσι στο χρόνο που πέρασε αυτό να μας απασχολήσει και αυτό να μας προβληματίσει. Η αμαρτία!
Ο Δαυΐδ λέγει κάθε μέρα. Πιστεύω ότι όλοι μας λέμε τον πεντηκοστό ψαλμό. «Την αμαρτία μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός».
Το πόσο λυπήσαμε το Θεό και το πόσο τραυματίσαμε τον πλησίον μας, γι’ αυτό χρειάζεται να μετανοήσουμε. Και όχι να μετανοήσουμε μια φορά, αλλά να μετανοούμε κάθε μέρα, πρωί μεσημέρι βράδυ και να κλαίμε. Και τότε και μόνον τότε στην Ιερά Εξομολόγηση και στην κρυφή μας προσευχή θα έλθει η Θεία Χάρις και θα καθαρίσει την ψυχή μας, και θα την καταστήσει κατοικία της, θρόνο της. Αυτή η Θεία Χάρις θα μας ξαναενώσει με τον Χριστόν και τον πλησίον. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις που θα πάρουμε σήμερα το βράδυ θα πρέπει να είναι μια καινούργια ζωή μαζί με τον Χριστό!
Αν δεν την πάρουμε και δεν την βάλουμε σε πράξη, αύριο μπορεί ή μεθαύριο να είμαστε νεκροί. Χωρίς Χριστόν αιώνιος κόλασις.
Να πάρουμε μια απόφαση για μια ζωή αληθινής μετανοίας, πίστεως, προσευχής, υπομονής και ταπεινού φρονήματος. Μια ζωή πνευματικών αγώνων. Τη ζωή της Χάριτος! Της Χάριτος εκείνης που απορρέει από τα πανάγια σωστικά μυστήρια, για να ζήσουμε όχι μόνον ένα χρόνο, έναν ακόμα χρόνον, ή χρόνια πολλά, αλλά για να ζήσουμε αιώνια στη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών.
Γι’ αυτό και ’γω σας εύχομαι να ζήσετε όχι χρόνια πολλά, εκατό ή διακόσα, - μακάρι να ζήσετε – αλλά να ζήσετε ΑΙΩΝΙΑ μαζί με τον Χριστόν στην Ουράνια Βασιλεία της Τριαδικής Θεότητος,

Αμήν.