Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2004

Πώς ένας μοναχός σώζει την μητέρα του από την κόλαση και ποιά η δική μας οφειλομένη προετοιμασία μέσω της μετανοίας



Κήρυγμα στο κόψιμο της πίτας 15-1-2004

Όλοι μας έχομε χάσει ανθρώπους και έχουνε μεταβεί στην άλλη ζωή την αιώνια, προγευόμενοι άλλοι μεν απ’ αυτούς την Κόλαση, άλλοι δε τον Παράδεισο. Όλοι λέω έχομε χάσει ανθρώπους, και κάποια μέρα θα ’ρθει που θα φύγουμε και μείς απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Πρέπει λοιπόν να ενθυμούμεθα αυτούς οι οποίοι έφυγαν, και να τους ενθυμούμεθα τακτικά, με τους τρόπους εκείνους τους οποίους η Εκκλησία μας διδάσκει, και είναι δόγμα στην πίστη μας.

Θα αναφερθούμε βέβαια σε κάποια αληθινά περιστατικά, για να στεριώσουμε την διδασκαλία της Αγίας μας Εκκλησίας. Όλοι έχουμε την ανάγκη των προσευχών, και μείς οι ζωντανοί, - έχω εγώ ανάγκη από τις δικές σας προσευχές, έχω ανάγκη από τις προσευχές των άλλων αδελφών και συλλειτουργών, αλλά κυρίως βέβαια από όλους εσάς οι οποίοι, ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη, κρέμεστε στο πετραχήλι μου.

Αλλά και σεις όμως έχετε την ανάγκη των προσευχών της Εκκλησίας, οι οποίες αναπέμπονται ημέρα και νύκτα, καθ’ όλην την διάρκειαν του εικοσιτετραώρου, σε κάποιο μέρος της γης τελείται η Θεία Λειτουργία, διότι δεν έχομε σε όλα τα μέρη της γης την ίδια ώρα. Τώρα που εμείς έχουμε νύχτα, κάποιοι άλλοι έχουν μέρα, κάποιοι άλλοι έχουν μεσημέρι, κάποιοι άλλοι έχουν μεσάνυχτα και ούτω κάθε εξής. Έτσι λοιπόν ειδικότερα βέβαια στο Άγιον Όρος, ή στα μέρη της Παλαιστίνης, ή σε κάποια άλλα μέρη πλέον ακόμα, και στην μακρινή Αμερική, τελείται ολονύχτιος Θεία Αγρυπνία και εν συνεχεία Θεία Λειτουργία. Όλες αυτές οι προσευχές μετά της Θείας Λειτουργίας που είναι το κέντρον και το βάρος της Ορθοδόξου ημών πίστεως και το κεφάλαιον της σωτηρίας μας, διότι δια μέσου αυτής, προσφέρεται Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, αυτές τελούνται και προσφέρονται για όλους εμάς ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Ο επίσκοπος Κύπρου Θεοδώρητος ο οποίος έζησε τον πέμπτον αιώνα μετά Χριστόν και ευρίσκετο εις την Κύπρο, διηγείται πως μια φορά τον επισκέφτηκε ένας μοναχός που ερχότανε από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουραστεί και να φάγει. Καθώς λοιπόν τον είδε όταν έτρωγε, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνον το αριστερό του χέρι, και με αυτό τον χαιρέτισε, διότι το δεξί του το χέρι ήτο τυλιγμένο με ένα παλιόρασο. Ο επίσκοπος τον ρώτησε βέβαια, όχι από περιέργεια, αλλά από ενδιαφέρον όμως, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του, και μάλιστα με ένα παλιόρασο, τριμμένο και εφαίνετο από όλη την ενδυμασία ότι δεν ήτο μοναχός από τους ρακενδύτους. Και θέλησε να το τραβήξει το κομμάτι εκείνο για να δει, όπως υποψιαζόταν ότι θα πρέπει να υπήρχε κάποια πληγή πίσω από το χέρι, αλλά το τράβηξε όμως ο μοναχός, και το σκέπασε γρήγορα διότι άρχισε να βγαίνει μία δυσοσμία. Του λέει
- «Μα τόσο πολύ πύον και να βγάζει τόση πολύ βρώμα, η οποία να μην μπορεί να την σηκώσει άνθρωπος, τι σου συνέβη;»
Κι εκείνος άρχισε να διηγείται τα εξής:
-«Σεβασμιότατε εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πολύ ωραία, πάγκαλη στην ομορφιά, η οποία δυστυχώς από πολύ νωρίς, αφότου εχήρεψε, παρεσύρθη εις τον κακό τον δρόμο και έγινε πόρνη. Και λόγω της μεγάλης ωραιότητος που είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη πελατεία, και εξαιτίας της μεγάλης πελατείας έγινε και πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη. Βδελυσσόμενος όμως αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της, και πήγα σ’ ένα μοναστήρι. Επληροφορήθηκα λοιπόν εν συνεχεία ότι η μητέρα μου πέθανε. Και όλη η τεράστια εκείνη περιουσία την οποία είχε κάμει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περουσία αυτή, την εμοίρασα όλη μέχρι και της τελευταίας δραχμής στους φτωχούς και έφυγα για την έρημο ξανά, προσευχόμενος για την σωτηρία της μητέρας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου που όταν είχε κοιμηθεί, εγώ ήμουνα μωρό. Πάντα προσευχόμουνα όμως στο Θεό, σαν μοναχός που ήμουν, να με πληροφορήσει ο Θεός εάν η ελεημοσύνες αυτές που έκαμα μη κρατώντας ούτε μία δραχμή στα χέρια μου, αν αυτές οι ελεημοσύνες έπιασαν τόπο. Και μαζί μ’ αυτό βέβαια οι ελεημοσύνες αυτές στράφηκαν και προς όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να μπορέσουν όλα αυτά να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου, και να κάνουν πολλά πολλά σαρανταλείτουργα, ίσως περισσότερα από χίλια. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα μετά από ένα χρόνο, και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Εκείνος μου είπε ότι
-Πολύ καλά έκαμες βέβαια και μοίρασες όλην αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και μοίρασες επίσης έδωσες στα μοναστήρια και έδωσες πολύ περισσότερα πράγματα για να γίνονται λειτουργίες στο όνομά της. Αλλά για τις πληροφορίες όμως αυτές που μου ζητάς, για να μάθεις που βρίσκεται η ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σ’ απαντήσω. Αλλά ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός, που μπορεί να σε πληροφορήσει για ένα τόσο μεγάλο, για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου πήγα στις σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου. Εκεί», λέει, «πράγματι γνώρισα πατέρες και ασκητάς πολλούς, οι οποίοι όλοι μου υπέδειξαν έναν γέροντα ο οποίος ευρίσκετο πολύ βαθιά στην έρημο, πέρα από την Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, πιο βαθιά ακόμα, και έτσι λοιπόν μ’ έναν τουρβά, με νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον γέροντα αυτόν. Είπαν ότι την πρώτη σπηλιά που θα συναντήσεις, εκεί θα τον βρεις. Και πράγματι ύστερα από μία οδοιπορία τριάντα ημερών, βρήκα τη σπηλιά και βρήκα τον Άγιο εκείνον άνθρωπο, ο οποίος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχτηκε. Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, του φίλησα τις άκρες των δακτύλων, και με δάκρυα στα μάτια ανέφερα όλο το γεγονός της ζωής της μητέρας μου, και κατόπιν βέβαια ποιες ήταν οι επόμενες ενέργειες με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα.
- Παιδί μου λέει αυτό που ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. Αλλά όμως για να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ημερών, για να φτάσεις μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δυο μαζί, για να μας λύσει την απορία και να μας πει που περίπου βρίσκεται η ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια κεραμίδα, και έκανε έναν κύκλο. Και τον είπε λοιπόν,
- Σ’ αυτόν τον κύκλον, έλα και στάσου εδώ όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος χωρίς να καθίσεις, επτά ημέρες. Ούτε θα φας, ούτε θα πιείς, ούτε θα κουνηθείς. Επτά μέρες και επτά νύκτες, όρθιος και ακίνητος. Και διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ο Θεός, να μας φωτίσει και να μας αποκαλύψει για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Και θα παρακαλείς τον Θεόν συνεχώς με δάκρυα, τα οποία κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάμω και γω ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.
Και πράγματι λοιπόν έγινε αυτό όπως ακριβώς το είπε ο άγιος εκείνος γέροντας και ασκητής, - ο φημισμένος για την εποχή του.
Όταν έφτασε λοιπόν η νύχτα της εβδόμης ημέρας, αρπάχτηκε ο νούς του εις τον ουρανό, και με έκσταση της ψυχής είδε λοιπόν τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Διότι ο Θεός είναι παρών και στην Κόλαση καις τον Παράδεισο. Στον Παράδεισο χαίρονται και στην Κόλαση πονούν.
Είδε λοιπόν ας πούμε στη αριστερή του πλευρά μία φοβερή λίμνη έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό πράγμα που κόχλαζε όμως, και έβραζε έτσι, και τι έβλεπε λοιπόν; Μέσα σ’ αυτήν την φοβερά λίμνη την καιομένη του πυρός, όπως μας αναφέρει η Αγία και Ιερά Αποκάλυψις, -το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης-, να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές, πότε να βυθίζονται μέσα και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο, σαν να παίρνουν μιαν αναπνοή, κα ξανά πάλι μέσα, και ξανά πάλι… Είχε μια αίσθηση όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβύθια και με το βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιον τρόπον έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις. Σε μια απ’ αυτές λοιπόν είδε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε τον γιό της που ευρίσκετο στην άκρη αυτής της λίμνης και εφώναξε:
-Παιδί μου έλεος, βοήθεια…
Και ξαναβυθίστηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε μέχρι τη μέση τώρα, και ξαναφωνάζει πάλι
-Έλεος
Και
-Βοήθεια παιδί μου, βοήθησέ με, βοήθησέ με, καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω
Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά, και τόσος ήταν ο πόνος μου,» λέει, «τόση ήταν η οδύνη μου, και τόση ήταν η λαχτάρα μου, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν μέσα, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω. Και δίπλα μου λοιπόν βλέπω, μία ωραιοτάτη χρυσή κολυμβήθρα, η οποία από κάποιο σημείο εκεί, από έναν βράχο που δεν ήταν και βράχος, και δεν ξέρομε τι ήταν, έτρεχε γάργαρο νερό, και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ, και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν απ’ την κολυμβήθρα, και κει κάποιοι νέοι στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά, και εντάχτηκε και μπήκε μέσα σ’ αυτό τον χορόν των αγίων. Και κείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους νέους, τους ολόλαμπρους, που χαίρονταν μέσα στην χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι που ξανα-συνήλθα στον εαυτόν μου. Και βρέθηκα το πρωί που τελείωνε η εβδόμη ημέρα να είμαι έξω εκεί μέσ’ στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου, και βεβαίως ύστερα να Τον … να ευγνωμονώ τον Θεόν συνεχώς.
-Τι είδες» λέει, «πατέρα μου αυτό το βράδυ;
Και τότε διηγήθηκα όλα αυτά τα οποία αναφέραμε και προηγουμένως. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες, προς τον Θεό και Σωτήρα μας για την άπειρη ευσπλαχνία Του, που έβγαλε την ψυχή από τον Άδη. Το χέρι όμως που βούτηξε μέσα σ’ αυτήν την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη, και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήτανε όχι μόνον καμένο, διότι εκαίετο εκείνη η λίμνη, αλλά και βρωμούσε απαίσια.
-Πάτερ μου, του λέει, σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.
Και κείνος του είπε
-Όχι. Μέχρι που να πεθάνεις θα το δείχνεις, είναι η απόδειξις, το πόση δύναμη έχει η προσευχή της Θείας Λειτουργίας, τα μνημόσυνα και τα τρισάγια, οι προσευχές και το κομποσχοίνι, και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο.
Και σχίζει το ράσο του, ο μεγάλος εκείνος ασκητής και γέροντας, και του λέει τύλιξέ το, ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει, και για κείνους που θα αμφιβάλλουν θα το ξετυλίγεις, για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.
-Σεβασμιότατε, λέει, το τραβήξατε λίγο, για δείτε το τώρα ολόκληρο…
και το ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι. Και ο Δεσπότης δεν άντεξε τη μυρωδιά και έφυγε απ’ το δωμάτιο. Τόση φοβερή ήταν η δυσοσμία. Το ράσο εκείνο του αγιασμένου γέροντα, ήτανε ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία. Ξανατύλιξε λοιπόν το χέρι του και αυτή είναι η ιστορία.

Λέγεται λοιπόν αυτό από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και είναι πίστις. Ότι η ψυχή υποφέρει, πονά, φεύγει απ’ αυτόν εδώ τον κόσμον και αλίμονον εάν φύγει απροετοίμαστη. Αλίμονον, αλίμονον. Βέβαια έχουμε την καλή έξοδο της ψυχής, έχουμε και την κακή έξοδο της ψυχής, έχουμε την ετοιμασία με την μετάνοια έστω και της τελευταίας στιγμής. Αλλά έχομε όμως και την δύναμη των προσευχών της Εκκλησίας και των αγίων ανθρώπων του Θεού.
Εμείς δεν είμαστε άγιοι, είμαστε αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ. Και το βδέλυγμα της ερημώσεως που αναφέρει ο Προφήτης Δανιήλ, είναι πολύ μικρό εν σχέση με το δικό μου βδέλυγμα. Παρά ταύτα όμως, ο Θεός που ήλθε αμαρτωλούς σώσαι και όχι δικαίους, δέχεται τις προσευχές των αμαρτωλών και τους βάζει στον Παράδεισο αρκεί να δείξουν μετάνοια.

Ο ληστής ήταν κακούργος και φονιάς, και όμως πρώτος πήρε με ένα «Μνήσθητί μου Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», πήρε το κλειδί και άνοιξε πρώτος την πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών, και πρώτος μπήκε μέσα στον Παράδεισο. «Αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».

Και ο άλλος που κατασπατάλησε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως, και μάλιστα την κατασπατάλησε μετά πορνών, γύρισε στον Πατέρα, τον Θεόν Πατέρα, έπεσε στα πόδια, και είπε «Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου. Ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός Σου». Και τον κατεφίλησε, «επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού», λέει. Τον κατεφίλησε, τον έβαλε στο σπίτι, τον έπλυνε, τον καθάρισε, του έβαλε σανδάλια στους πόδας, στην στολήν την πρώτην, δακτύλιον εις την χείρα, και έθυσε τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι «ούτος απολωλός ήν και ευρέθη, νεκρός ην και ανέζησε».

Ο Θεός την μετάνοιά μας περιμένει. Δεν θέλει πολλά πράγματα. Θέλει κάθε μέρα να του φωνάζουμε «ήμαρτον». «Ήμαρτον», όλα όσα μας συμβαίνουν στη ζωή είναι για να έρθει η μετάνοια, να έρθει η συναίσθησις ότι είμεθα άχρειοι απέναντί Του.

Ο Μέγας Αντώνιος προσηύχετο πολύ, διά τον Άγιον Παύλον τον Θηβαίον, - τον οποίον γιορτάσαμε χτές, αν δεν με απατά η μνήμη προχτές, - για να του δώσει μάλλον όταν πήγαινε στον Άγιο Παύλο το Θηβαίο για να του δώσει μια ιερατική στολή του Μεγάλου Αθανασίου, κατόπιν προτροπής του, και ενώ πλησίαζε προς στο ασκητήριό του, - ήταν το πρωί, μόλις είχε ανατείλει ο ήλιος - , είδε με τα μάτια της ψυχής του ο Μέγας Αντώνιος, τάγματα αγγέλων, τις ομάδες των Αποστόλων, τους χορούς των προφητών, και τις αμέτρητες και ατέλειωτες, ατέλειωτες φάλαγγες των μαρτύρων, και στη μέση αυτής της αξιοθαύμαστης παρατάξεως την ψυχή του Οσίου Παύλου του Θηβαίου να λάμπει με υπερβολική θεϊκή λαμπρότητα και να ανέρχεται με πολύ ευφροσύνη στους ουρανούς περιστοιχισμένη από πλήθος αγγέλων και αγίων.

Επίσης ο Άγιος Βενέδικτος μας αναφέρει κάπου, ότι όπως καθόταν στο κελί του και επροσηύχετο, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, είδε την ψυχή της κατά σάρκα αδελφής του να ανέρχεται στα ουράνια σκηνώματα, σα μια ολόλαμπρη λευκή περιστερά, διότι υπήρχε μετάνοια.

Ένας άλλος Άγιος που έσωσε την ανιψιά του από το πορνείο, και την πήρε μαζί του, κατόπιν εν συνεχεία- διότι εκείνη δεν θέλησε να ξαναμείνει μέσα – και βγήκε όπως ήταν έτσι ξυπόλητη, και τον ακολούθησε πέρα από την πόλη πλέον, στην έρημο και στα κατσάβραχα, και στο δρόμο εκείνον που δεν είχε τίποτα που να ήτο στρωμένο καλώς, γεμάτο αγκάθια και πέτρες μυτερές, για να την πάει σε έναν ασκητή ιερέα, για εξομολόγηση και σωτηρία. Το βράδυ την έβαλε κάπου να ξαπλώσει και κείνος πήγε πενήντα μέτρα πιο μακριά προσευχόμενος, και το βράδυ όπως ξύπνησε για λίγο είδε άγγελοι να ανεβάζουν μια ψυχή στον ουρανό. Έκαμε το σημείον του Σταυρού, εδόξασε τον Θεόν, και είπε «Άραγε ποια να είναι αυτή η μακαρία ψυχή που εσυνοδεύετο από αγγέλους στην Βασιλεία του Θεού;» Και όταν πήγε το πρωί να ξυπνήσει την ανιψιά του για να τον ακολουθήσει και πάλι στο δύσκολο εκείνο μονοπάτι για να βρούνε τον ασκητή ιερέα για την εξομολόγηση, την βρήκε πεθαμένη. Και τότε αναρωτήθηκε «Πώς χωρίς εξομολόγηση αν ήταν εκείνο το βράδυ το όραμα που είδε, την έκσταση που είχε, αν ήταν η ψυχή της, πως ήταν δυνατόν χωρίς την Ιερά Εξομολόγηση να βρεθεί στην Βασιλεία του Θεού; Βέβαια φρόντισε να την θάψει, να βάλει ένα Σταυρό εκεί ξύλινο, να πάει στους πατέρες και να τους παρακαλέσει να κάνουν προσευχή για να έχουν μία απάντηση. Είπαν λοιπόν οι πατέρες ότι ο δρόμος που ακολούθησε ξυπόλητη εμάτωσε τα πόδια της, προκάλεσε τέτοια αιμορραγία, και το αίμα της εκείνο που έχυνε όλη τη νύχτα και που συνετέλεσε στο θάνατό της, ήτανε αίμα μαρτυρικό. Ήταν αίμα μετανοίας. Αυτό το αίμα του μαρτυρίου, και το αίμα της μετανοίας και του μαρτυρίου, αυτό το αίμα, ήταν αυτό που καθάρισε την ψυχή της και την κατέστησε ολόλευκη και την κατέστησε ολόλευκη ώστε να βρίσκεται και αυτή στα σκηνώματα πλέον των Αγίων. Άρα εκείνο που μετράει πάνω απ’ όλα είναι η μετάνοια, τίποτε άλλο. Η μετάνοια.

Οι δαίμονες δεν έχουν δικαιώματα να πειράζουν, όχι μόνο τους αγίους, αλλά και κάθε χριστιανό που προετοιμάζεται από πριν με δάκρυα κάθε μέρα στα μάτια, και αν δεν έχει δάκρυα να έχει έναν στεναγμό εσωτερικό, και να παρακαλά τον Θεόν γι’ αυτήν την ώρα. Γιατί κάποτε θάρθει. Εγώ την περιμένω τώρα πια, κάθε μέρα. Η ηλικία πέρασε. Σήμερα αύριο μεθαύριο, ο Κύριος εγγύς. Και το βήμα του Θεού φοβερόν, - και η απολογία; Γι’ αυτό πρέπει λοιπόν να είμεθα έτοιμοι, και όταν είμεθα έτοιμοι, τότε τα δικαιώματα των δαιμόνων φιμώνονται. Δένονται. Απομακρύνονται. Και έχει, η ψυχή αποκτά την δική της παρρησία, και άλλοι να δέχονται προφήτες, άλλοι να δέχονται αγγέλους, άλλοι να δέχονται αγίους και να τους αναγνωρίζουν, έχω μαρτυρίες πολλές, τότε που υπηρετούσα στο νοσοκομείο του Μεταξά, μία φορά το μήνα, κάθε εβδομάδα, να βλέπω πολλούς ετοιμοθανάτους οι οποίοι να αναγνωρίζουν αγγέλους και αγίους με τα ονόματά τους, όταν έρχονταν να παραλάβουν την ψυχή τους. Να φεύγουν άνθρωποι με το «Άξιον εστίν ως αληθώς», με το «Θεοτόκε Παρθένε χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία», με το «Πάτερ ημών εν τοις Ουρανοίς», με το «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία σου», με το Σημείον του Σταυρού και με τόσα άλλα και τόσα άλλα κεχαριτωμένα, κεχαριτωμένες στιγμές, για να φύγουν για την Βασιλεία των Ουρανών.

Επομένως μην διστάζετε να ομιλείτε για την Ιερά Εξομολόγηση σε όσους αρρωσταίνουν. Και έχει κατόπιν ο Θεός. Και όταν οι ψυχές θα φύγουν, να τις θυμάστε. Και κάθε βράδυ «ανάπαυσον Κύριε, τους κεκοιμημένους δούλους σου, τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τον αδελφό μου, την αδελφή μου, το γιό μου, την κόρη μου, τον άλφα συγγενή, τον βήτα, τον κακό εκείνο γείτονα, και ούτω κάθε εξής. Και τα ονόματά τους στη Θεία Λειτουργία, και αν έχομε κάποια δυνατότητα άλφα ή βήτα να δίνουμε και να κάνουμε και ένα σαρανταλείτουργο. Και για τους κεκοιμημένους και για μας τους ζωντανούς, για να φωτιζόμαστε. Γιατί οι περισσότεροι είμαστε αφώτιστοι, σκοτισμένοι απ’ τα πάθη και τις αμαρτίες, και βουλιάζει το έθνος μας, βουλιάζει η πατρίδα μας, διότι κανένας δεν ενδιαφέρεται για την Εκκλησία και την σωτηρία της ψυχής, κανένας νόμος για να σταματήσει το κακό. Μόνον πως θα πολλαπλασιαστεί η αμαρτία. Μόνον γι’ αυτό ενδιαφέρονται. Μικροί και μεγάλοι. Άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, τι κάνουμε;

Μπροστά σε ένα χαζοκούτι όλη μέρα και όλη νύχτα. Αλλά δεν είναι χαζοκούτι. Είναι και διαβολοκούτι. Αυτό θα κρατάμε στη μασχάλη μας όταν θάρθει η ώρα να χωριστεί η ψυχή από το σώμα. Και τι θα πούμε στο Θεό τότε; Πάρε αυτό το μεγάλο δώρο! Αυτό είχα, γι’ αυτό φρόντιζα σε όλη μου τη ζωή, ε, αυτό έχω να σου δώσω. Και Αυτός θα μας πει τότε «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ετοιμασμένο τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».

Αλλά σεις βέβαια, που ήρθατε σήμερα με τη χάρη του Αγίου Θεού εδώ, - και πιστεύω όχι μόνον για να πάρετε ένα κομμάτι απ’ τη βασιλόπιττα -, ήρθατε για τον λόγον του Θεού. Και ο λόγος του Θεού χορταίνει τον άνθρωπον όταν πεινά, και τον ξεδιψά όταν διψά. Τον ξεσκοτίζει όταν είναι σκοτισμένος, τον δυναμώνει, όταν είναι αδύνατος, του χαρίζει ζωή όταν κοντεύει να πέσει κάτω, από τα πολλά κτυπήματα των παθών και της αμαρτίας και των πτώσεων που έχουμε.

Ο Θεός είναι φως και μας χαρίζει φως και μας δίδει ζωή, και μας δίδει υγεία, και μας δίδει και μας χαρίζει ακόμα και αυτήν την αιωνιότητα. Τον Θεόν λοιπόν να αγκαλιάζομε, τον Θεόν να αγαπούμε, εις Αυτόν να είμαστε αφοσιωμένοι, πρωί και βράδυ προσευχή, και μελέτη της Καινής Διαθήκης κάθε μέρα, και ενός καλού βιβλίου. Στη Θεία Λειτουργία μετά φόβου Θεού και πίστεως ενεργουμένης, με συντριβή και ταπείνωση για να τύχουμε του ελέους του Θεού. Που είναι οι πατέρες μας, που είναι οι παπούδες μας, που είναι οι γιαγιάδες μας, που είναι οι προγιαγιάδες; Που είναι οι προ, οι προ, οι προ, οι προ, οι προ, ποιος έμεινε; Κανένας! Όλοι μας είμαστε περαστικοί, είμαστε νοικάρηδες σε αυτό εδώ τον κόσμο. Έχουμε νοικιάσει ένα μικρό σπιτάκι, καθόμαστε, και σε λίγο θα φύγουμε. Ποιος από σας κατάλαβε πότε πέρασαν, άλλος τα είκοσι χρόνια, άλλος τα τριάντα, άλλος τα σαράντα, άλλος τα εβδομήντα, άλλος τα ογδόντα. Πότε πέρασαν; Ήταν σαν χθές. Έρχεται λοιπόν αυτή η ώρα. Αν εμείς την ετοιμάζουμε σιγά σιγά, αυτήν την ώρα, θα είναι γλυκειά και ωραία. Θα είναι ανώδυνη, ανεπαίσχυντη, ειρηνική. Κι αν θα παρακαλούμε τον Θεόν για τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μας, θα μας δώσει λοιπόν και αυτήν τη στιγμή, την τελευταία, να είναι και αυτή όπως είπα ειρηνική, ανώδυνη και ανεπαίσχυντη, για να έχομε και την καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού μας.

Την ελπίδα μας να μη χάσουμε,
σε απελπισία και σε απόγνωση να μην πέσουμε,
αμαρτωλοί είμεθα, αλλά όλες οι αμαρτίες σβήνουν μπροστά στην αγάπη του Θεού αρκεί να πούμε «ήμαρτον».
Και πιστεύω ότι όλοι μας, λέμε «ήμαρτον». Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος αυτή τη στιγμή εδώ μέσα, που να μην λέει «ήμαρτον εις τον Θεόν, είμαι αμαρτωλός Θεέ μου συγχώρεσέ με». Εφόσον λοιπόν το λέμε, θα σωθούμε. Αλλά να μην ξεχνάμε όμως και κείνους οι οποίοι έφυγαν. Και έτσι να τηρούμε τις εντολές, και να καλλιεργούμε τις αρετές, την ανεξικακία προπαντός, την μακροθυμία, την συγχωτητικότητα, να έχουμε αγάπη μέσα μας πολλή, να συγχωρούμε τους πάντες και τα πάντα, και να καλλιεργούμε την ταπείνωση και τη μετάνοια κάθε μέρα.
Και τα σπλάχνα του Αγίου Θεού είναι άπειρα. Και μας περιμένουν να μας σφίξουν στην αγκαλιά τους αυτά τα σπλάχνα, να μας βάλουν μέσα τους, και να μας πούνε στον καθέναν από μας, «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου».

Αυτή τη χαρά την εύχομαι με όλη μου την καρδιά σε όλους σας,
Αλλά όμως και σεις να την εύχεστε σε μένα.
Θα την εύχεστε;
- Μάλιστα !
Μμμμ όχι με το στόμα, με την καρδιά να το εύχεστε!
Όπως σας εύχομαι και γω ταπεινά και ανάξια.
Ταπεινά και ανάξια.