Κυριακή, 9 Ιουνίου 2002

Ο Κύριος πάντοτε μπροστά μας για να μας χαρίσει το φώς Του το αληθινόν



176 γ
Κυρ. Του Τυφλού 2002

«Όταν εν τω κόσμω ω, φώς ειμί του κόσμου».
Η σημερινή Κυριακή αδελφοί μου, ονομάζεται Κυριακή του Τυφλού, επειδή η Εκκλησιαστική μας υμνολογία, και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αναφέρονται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Τίποτα το τυχαίο μέσα στην Εκκλησία και ιδιαίτερα μάλιστα όταν αναγιγνώσκονται τα Ευαγγελικά και τα Αποστολικά Αναγνώσματα.
Σήμερα πρέπει να έχει συντελεσθεί μέσα στην καρδιά μας ένα θαύμα. Το θαύμα της μετανοίας που θα μας γεμίσει φώς. Αυτή τη στιγμή είμεθα μέσα στο ναό και όλοι μας λειτουργηθήκαμε και αρκετοί κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Γι’ αυτό και έπρεπε μέσα μας να είχε γίνει ένα θαύμα, ένας σεισμός, σαν αυτόν τον σεισμό που έγινε στους Φιλίππους, και μετέβαλε έναν άνθρωπο από ειδωλολάτρη σε χριστιανό, και όχι μόνον αυτόν αλλά και την οικογένειά του. Αν αυτός ο σεισμός, αν αυτός ο τριγμός μέσα στην καρδιά μας, δεν έγινε, είθε να γίνει πριν ακόμα δύσει ο ήλιος σήμερα.
Είμεθα μέσα στο ναό, μέσα στη Θεία Λατρεία, μέσα στο μυστήριο του Θεού, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Πρέπει κάτι να άγγιξε την ψυχή μας. Κάτι να την αλλοίωσε. Το λιγότερο, το λιγότερο, να της έδωσε ειρήνη και ανάπαυση, αν όχι και χαρά. Δε θέλω να πιστέψω ότι και εδώ μέσα μάς κτυπά η συνήθεια. Αλίμονον αν ο εκκλησιασμός μας κατήντησε συνήθεια. Αλίμονον. Και αν άγγελοι και αρχάγγελοι στριμώχνονται και συνωθούνται τρόπον τινά, γύρω μας και δίπλα μας μέσα στο ναό, τι κι αν κατέρχεται το Άγιον Πνεύμα, και μεταβάλλει κάθε φορά που τελείται η Θεία Λειτουργία, το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού, μήπως μερικοί από μας αγρόν αγοράζουμε; Καθόλου απίθανο. Αφού το μυαλό μας ταξιδεύει. Ο νους μας πετάει πότε εδώ και πότε εκεί, και οι αισθήσεις μας είναι νεκρές, πεθαμένες και κατάσκληρες.
Και όμως το θαύμα πρέπει να γίνει μέσα στις καρδιές μας. Τι μας είπε ο Κύριος λίγο πριν κάμει το θαύμα στον εκ γενετής τυφλό; «Όταν εν τω κόσμω ώ, φώς ειμί του κόσμου». Τώρα που είμαι εδώ στον κόσμο, είμαι φώς του κόσμου. Και αυτό τι σημαίνει; Ότι τώρα που ’μεθα και μείς μέσα σ’ αυτόν τον μικρόν ιερό ναό, τώρα που είμεθα και μείς μέσα στο μεγάλο μυστήριο του Θεού, τώρα, αυτή τη στιγμή, είναι ο Κύριος μαζί μας. Είναι εδώ. Είναι παρών. Είναι μέσα μας. Είναι φως. Ο Χριστός είναι φώς. Και αυτό το φώς θέλει να μας δώσει για να μας θεραπεύσει από την τύφλα μας, από την πνευματική μας τύφλα. Και όπως θεράπευσε τον τυφλό, και του έδωσε το φως, έτσι θέλει να θεραπεύσει και μας, διαλύοντας αφενός μεν τα σκοτάδια της αμαρτίας, και αφετέρου τα σκοτάδια του διαβόλου, αφού γνωρίζομε ότι ο διάβολος είναι ο άρχων του σκότους του αιώνος τούτου.
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός για να μας σώσει, θέλει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να μας θεραπεύσει από την θανατηφόρο αρρώστια της αμαρτίας, και ύστερα από τις σωματικές ταλαιπωρίες, πόνους θλίψεις, βάσανα, αρρώστιες, και πόσα άλλα. Η επιθυμία Του είναι να μας ξαναχαρίσει τον Παράδεισο.
Και τώρα ας έρθουμε στην ερώτηση που έκαμαν οι μαθηταί του Κυρίου στον Κύριο, ερώτηση την οποίαν την κάνουμε πολύ συχνά και όλοι μας. Άραγε ποιος αμάρτησε; Αυτός ο ίδιος ή οι γονείς του; Ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του. Αλλ’ ίνα φανερωθεί τα έργα του Θεού εν αυτώ». Το επέτρεψε ο Θεός για να φανερωθεί το έργο Του, να φανερωθεί η παντοδυναμία Του, να φανερωθεί η χάρις Του, γι’ αυτό και αμέσως πολύ πολύ απλά τον θεραπεύει. Τι κάνει; Φτύνει στο χώμα, κάνει με το σάλιο λίγη λάσπη, παίρνει τη λάσπη και την αλείφει στα μάτια του τυφλού. Γιατρεύεται κανείς με λάσπη; Και ειδικότερα αν είναι τυφλός; Και όμως από τον Χριστό που είναι και τέλειος Θεός, έγινε το θαύμα της δημιουργίας και αναπλάσεως της οράσεως και του φωτός. Προσωπική συνάντηση είχε ο τυφλός με τον Κύριο και το θαύμα της θεραπείας του επιτεύχθηκε. Και μείς όλοι εδωμέσα στο ναό, το επαναλαμβάνω για δεύτερη φορά, μέσα στο μυστήριο του Θεού, έχουμε προσωπική συνάντηση ο καθένας μας με τον Κύριο. Και σύ έχεις συνάντηση, και σεις οι όρθιοι, και σεις οι καθιστοί, και γω, το καταλάβαμε; Το καταλάβαμε; Όχι.
Το νοιώθουμε ή δεν το νοιώθουμε, ο Κύριος είναι παρών, είναι και φως, είναι και ιατρός, είναι και Σωτήρας. Και μπορεί να δώσει στον καθένα μας αυτό που του λείπει. Να μας δώσει δύναμη, να μας χαρίσει την άφεση των αμαρτιών, να μας δώσει λύτρωση, να μας δώσει γιατρειά στις πολυποίκιλες ασθένειες, οι οποίες μας βασανίζουν, έστω και αν τις έχουμε εκ γενετής, και να μας δώσει φως. «Ούκ αδυνατίσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Σε μας βρίσκεται η απιστία, όχι στη δύναμη του Θεού..
Και τώρα κάτι άλλο, που διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτό το θαύμα, μου έκαναν εντύπωση λοιπόν ορισμένα πράγματα που θα σας τα πω. Ρώτησε τον τυφλό αν είχε πίστη; Όχι. Τον ρώτησε αν θέλει να γίνει καλά, όπως τον παραλυτικό της περασμένης Κυριακής, τον ρώτησε δηλαδή «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» Τον ρώτησε τέτοιο πράγμα; Όχι. Μήπως ο ίδιος ο τυφλός εκ γενετής, φώναξε προς τον Κύριο αυτό που φώναζαν οι άλλοι τυφλοί και άρρωστοι και λεπροί, «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ ελέησόν με», μήπως φώναξε αυτό ο τυφλός; Όχι, ούτε και αυτό έγινε. Τι έγινε; Τι συνέβη; Πηγαίνει ο ίδιος ο Κύριος μπροστά στον τυφλό, γι’ αυτό είναι μπροστά μας, και κάνει τη λάσπη, την αλείφει στα μάτια, και λέγει στον τυφλό «Πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύσου». Προσέξτε, δεν του λέγει «πήγαινε να πλυθείς και θα θεραπευτείς», η λέξη «θεραπευθείς» ή «θα γίνεις καλά» δεν τη λέγει ο Κύριος, και τίποτα τυχαίο δεν υπάρχει μέσα στην Αγία Γραφή, τα πάντα είναι αλήθεια, θεία γνώση και φως. Είπε «πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύσου, πλύσου, απλά». Πηγαίνει ο τυφλός αμέσως χωρίς αντίρηση, πλένει τα μάτια του και βλέπει. Είδε το φως.
Άραγε τι να σημαίνει αδελφοί μου για μας, η εικόνα, η περιγραφή αυτή του θαύματος; Ότι ο Θεός είναι πάντοτε παρών και μπροστά μας. Ασφαλώς, δε βρέθηκε τυχαία ο Κύριος μπροστά στον τυφλό εκ γενετής. Φαίνεται απροσδόκητο, αλλά δεν ήτο. Ως Θεός ήταν και είναι πάντοτε παρών, και ως καρδιογνώστης γνώριζε το βάθος της καρδιάς του τυφλού. Γνώριζε τα πάντα. Το ίδιο συμβαίνει και εις τον καθέναν από μάς. Ο Θεός είναι πάντοτε παρών, και μπροστά μας, και πάντοτε μέσα στις καρδιές μας. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς. Αυτός είναι ο παντογνώστης. Άρα γνωρίζει τα πάντα. Γνωρίζει τις σκέψεις μας, τις διαβάζει. Γνωρίζει τις διαθέσεις μας, τις κρυφές μας επιθυμίες, τις πιο άνομες και παράνομες, την προαίρεσή μας, την κακή ή την καλή, και ενεργεί ανάλογα, για να μας θεραπεύσει, να μας φωτίσει, να μας σώσει, με ποικιλία τρόπων, αφού θέλει «πάντας ανθρώπους σωθείναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Οι περισσότεροι όμως των χριστιανών, αντιδρούν, εν αντιθέσει προς τον τυφλό που έκανε χωρίς αντιλογία απόλυτη υπακοή. Αντιδρούμε εγωιστικά με πείσμα και υπερηφάνεια. Θέλουμε αυτές τις εντολές του Χριστού που υπάρχουν μέσα στο Ευαγγέλιο, στην Καινή Διαθήκη, να είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα μας. Θέλουμε αυτές οι εντολές να μας χαϊδεύουν, να μας κολακεύουν, και να μην ταράζουν την ικανοποίηση των παθών μας. Να μας αφήνουν στον εύκολο κατήφορο. Συνεχώς αντιδράμε, επαναστατούμε, και δίνουμε όποιες ερμηνείες θέλουμε εμείς στην Αγία Γραφή. Αυτές που μας βολεύουν. Το ένα δεν μας αρέσει. Το άλλο δεν είναι για μας. Το τρίτο και το πέμπτο δεν είναι για την εποχή μας, δεν είναι για τον καιρό μας, πέρασαν αυτά πλέον τώρα, «ακόμα εδώ ζείς;», μας λένε. Και λένε στους χριστιανούς «μα ο Χριστός είναι ο Αυτός, και χθές, και σήμερον και εις τους αιώνας». Ο αυτός ο ίδιος, ο λόγος Του είναι αιώνιος, αυτός που ίσχυε τότε όταν εκήρυττε, ισχύει και σήμερα, για όλα τα πράγματα της ζωής μας, ποιός τον δίνει σημασία; Και όμως ξέρετε κάτι που μου κάνει εντύπωση όταν παρευρίσκομαι στα Βαπτίσια, ότι τα μωρά, τα νήπια δεν αντιδρούν. Δεν αντιδρούν; Ναι, δεν αντιδρούν. Δεν αντιδρούν ψυχικά. Μπορεί να φωνάζουν λίγο, να τσιρίζουν, αλλά αυτός είναι επειδή ο ιερεύς το φυσά στην αρχή, επειδή υπάρχει κόσμος, θόρυβος, το νερό και χίλια δυό, άλλα πράγματα, και αυτό τα κάνει να είναι ανήσυχα και να δημιουργείται αυτός ο θόρυβος που δημιουργείται. Όμως ψυχικά, δεν αντιδρούν. Το ίδιο και ο τυφλός. Δεν αντέδρασε ψυχικά. Δεν αντιστάθηκε στην προτροπή του Κυρίου, δεν του είπε πήγαινε να θεραπευθείς, και είπε, ας πάω, να δούμε θα θεραπευθώ; Δεν είπε τέτοιο πράγμα, αλλά χωρίς μιλιά, έκανε απόλυτη υπακοή, και έτρεξε στην κολυμβήθρα, πλύθηκε, και το θαύμα έγινε. Και εδώ είναι το πρόβλημά μας. Ενώ ο Θεός είναι και τώρα και πάντοτε παρών και μπροστά μας, εμείς δεν τον βλέπουμε. Γιατί δεν τον βλέπουμε; Γιατί τα μάτια της ψυχής μας είναι τυφλά. Να ποιά η σχέση μας με τον τυφλόν του Ευαγγελίου. Και είναι τυφλά από τα πάθη μας και την κακομοιριά μας. Να μην πω πονηριά, κακία, μνησικακία, διαφθορά, υπερηφάνεια, εγωισμός, και τα λοιπά, γενικά είναι τυφλά από την αμαρτία.
Και όμως ήρθαμε στην εκκλησία από μόνοι μας. Για να συναντηθούμε προσωπικά με τον Κύριο και Θεό μας, το Σωτήρα μας, για να πάρουμε την Χάρη Του, και να κοινωνήσουμε του Σώματός Του, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Είναι σα να μας λέγει τώρα «παιδί μου θέλω να σε θεραπεύσω, θέλω να σε θεραπεύσω από την τύφλα σου και από την παραλυσία σου, να σου σβήσω τις αμαρτίες σου, θέλω να γνωρίσεις την αλήθεια και το φώς, θέλω να σου χαρίσω τον Παράδεισο. Θέλω να σε κάμω καλά. Και μεις τι κάνουμε; Αντιδρούμε. Αδιαφορούμε. Ειρωνευόμεθα. Γιατί το λέω αυτό; Διότι το 90% των χριστιανών, δεν εκκλησιάζονται, δεν θέλουν να εκκλησιαστούν, και από αδιάφοροι γίνονται ασεβείς και θεομάχοι. Μια ματιά στην κοινωνία μας, από την κατάντια της, που θα πάνε τα πράγματα ασυγκρίτως χειρότερα, δεν ξέρω τι είναι αυτό, και ποιό, και με ποιό τρόπο θα σταματήσει αυτός ο φοβερός κατήφορος, δεν ξέρω, αυτό μας δείχνει γιατί έχουμε γίνει ασεβείς και θεομάχοι. Και παρόλον που ο Θεός με την Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του, θέλει να μας σώσει όλους από τον διάβολο, από τα νύχια της αμαρτίας και από τον αιώνιο θάνατο, εμείς, οι περισσότεροι δηλαδή από τους χριστιανούς, θέλω να πώ, του γυρίζουμε την πλάτη. Αντιδρούμε με εγωισμό και πείσμα.
Το κρίμα λοιπόν στο λαιμό μας. Κρίμα θα πεί κρίσις. Θα έλθει δηλαδή η κρίσις του Θεού, που θα μας κρίνει και θα μας καταδικάσει. Αλλά ήδη κρινόμεθα. Διότι ο Θεός είναι παρών και μπροστά μας. Και όχι μόνον τώρα, και όταν θα φύγουμε από δω, και όταν θα είμαστε στο σπίτι, και όταν θα είμαστε στη δουλειά, και όταν θα πάμε να κοιμηθούμε, και όταν θα κάνουμε προσευχή, και όταν θα καθίσουμε να φάμε, και όταν μαλώνουμε, και όταν διαπληκτιζόμεθα, και όταν ικανοποιούμε τα πάθη και όταν καλλιεργούμε τις αρετές, ο,τιδήποτε και αν κάνουμε, μέρα νύχτα, ο Θεός είναι παρών και μπροστά μας, και μας κρίνει. Ναι, μας κρίνει. Το είπε, είναι ο επόμενος στίχος σ’ αυτό το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, τον διαβάσαμε, δεν τον έβαλε η Εκκλησία, για να μη μας χαλάσει λίγο φαίνεται την διάθεση, και ξέρετε τι λέγει ο επόμενος στίχος αυτού του Ευαγγελικού Αναγνώσματος που αναφέρεται στο θαύμα; «Εγώ εις κρίμα εις τον κόσμον τούτον ήλθον. Ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένονται». Ήρθα στον κόσμον αυτόν, για να κρίνω τον καθέναν από τους ανθρώπους, που έχουν αντίδραση, που κλωτσάνε στον λόγον μου, που με βρίζουν, που με βλαστημάνε, που θεομαχούν.
Ο αμαρτωλός αδελφοί μου αν ταπεινωθεί και διορθώσει τη ζωή του, και υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ο Θεός θα διαλύσει τα σκοτάδια της ψυχής του, θα του ανοίξει τα μάτια και θα φωτιστεί. Θα χαριτωθεί και θα δει το φως. Ο εγωιστής όμως και ο υπερήφανος, αυτός που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, ο ξερόλας δηλαδή, και πιστεύει για τον εαυτόν του ότι είναι ανοιχτομάτης, ότι είναι σωστός, ότι είναι ενάρετος, ότι είναι ο πιο καλός άνθρωπος του κόσμου, αυτά πιστεύει, αυτός στην πραγματικότητα είναι ο πιο δυστυχισμένος γιατί είναι τυφλός και σκοτισμένος.
Ο Κύριος και Θεός βέβαια ήλθε στον κόσμο για να τον σώσει. «Εγώ ουκ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον». Αυτό δεν έρχεται εις αντίθεση με τον προηγούμενο στίχο που είπαμε, αλλά κρίνει τον καθέναν από μας, ανάλογα με τη στάση που παίρνομε απέναντι στο Θεό. Αν θέλουμε να σωθούμε, ο Θεός θα μας σώσει. Αν θέλουμε να αυτοκαταστραφούμε, να βγάλουμε τα μάτια μας, να επιμένουμε στην τύφλα μας…. Τι να μας κάνει ο Θεός; Σέβεται την ελευθερία μας. Όταν λοιπόν εγώ καλλιεργώ προσωπικά, την ταπείνωση και την συντριβή και ομολογώ ενώπιόν Του ότι είμαι αμαρτωλός, πανάθλιος και σιχαμερή μύξα, ότι δεν ξέρω τίποτα, μα τίποτα, μα τίποτα, ότι είμαι ένα τεράστιο μηδενικό, τότε και ο Θεός της φιλανθρωπίας, που επιβλέπει επί την ταπείνωσιν της ψυχής του αμαρτωλού, προετοιμάζει το έργον της σωτηρίας μου. Τι ίδιο συνέβη και με τον τυφλόν της περικοπής. Τι ίδιο συμβαίνει και με στον καθένα από μας, όπως είπα, λίγο πρίν. Τι περιμένει από μας; Την ολοπρόθυμη υπακοή μας.
Αν αληθινά μετανοήσουμε θα σωθούμε. Αν μετανοήσουμε θα σωθούμε. Αν μετανοήσουμε θα ελεηθούμε. Αν μετανοήσουμε θα δούμε το φως το αληθινόν. «Ίδωμεν το φως το αληθινόν», έψαλε θριαμβευτικά προηγουμένως η Εκκλησίας μας. Αν μετανοήσουμε θα γίνουμε και πάλι κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών. Αν μετανοήσουμε όχι μόνον θα σωθούμε αλλά μπορεί και να αγιάσουμε. Λοιπόν, να σας κάνω μια ερώτηση, είναι βέβαια και για τον εαυτό μου, δεν τον εξαιρώ σε τίποτα από ότι είπα τον εαυτόν μου. Πρώτα εγώ και ύστερα όλοι εσείς. Τι προτιμάμε, την μετάνοια ή την αντίδραση; Ασφαλώς προτιμάμε την μετάνοια. Καιρός λοιπόν να πέσουμε στα γόνατα,
Αμήν.