Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2004

Η αίσθησις οτι είμεθα υιοί τού Υψίστου περνά μέσα από τήν πίστη, τά μυστήρια, τήν κάθαρσι, καί τήν ευχή



188-α
Κυρ. Β' Λουκά 2004

«Και έσεσθε υιοί του Υψίστου».
Χριστιανοί μου, πολλοί άνθρωποι ανεξαρτήτου φυλής, γλώσσης, θρησκεύματος, χρώματος, εθνικότητος, λευκός, μαύρος, άσπρος, κίτρινος, κοκκινωπός, μελαμψός, και τα λοιπά, είναι πρώτα παιδιά του Θεού, πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, και ύστερα των φυσικών γονέων παιδιά. Ακόμα και τα νόθα, τα εξώγαμα, και τα αγνώστου πατρός τε και μητρός, όλοι και όλα, είναι πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση.
Πλάστης και Δημιουργός Κύριος ο Θεός! Αυτός δίδει την αθάνατη αιώνια ζωή, τη λογική ψυχή, το κατ’ εικόνα. Η φυσικοί γονείς δίνουν μόνο το σώμα, και κληροδοτούν στον όλο άνθρωπο αφενός μεν το πρωπατορικόν αμάρτημα και τις συνέπειες, και αφετέρου τη ροπή προς την αμαρτία, την πονηριά, την κακία, τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, το πείσμα, τον θυμό, την διαστροφή, και τόσα πολλά άλλα που αυτός ο κατάλογος δεν τελειώνει, από κακίες και πάθη.

Ειδική υιοθεσία, αποκτούν οι άνθρωποι όταν θέλουν και όταν αποφασίζουν να βαπτιστούν Ορθόδοξα στο όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην κολυμβήθρα, είτε είναι μικροί είτε είναι μεγάλοι.
Αυτή όμως η υιοθεσία, που επιτυγχάνεται δια του Αγίου Βαπτίσματος και του Χρίσματος, είναι η βασική προϋπόθεσις για να γίνουν οι άνθρωποι μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, μέλη της στρατευομένης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Προϋπόθεσις πάλι του Αγίου Βαπτίσματος, είναι η σωστή πίστις και η αληθινή μετάνοια. Δεν γνωρίζω πόσοι από μας, τους λεγομένους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν αυτές τις δυο βασικές προϋποθέσεις, όταν βαπτίζουμε τα παιδιά μας.

Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «υιοί του Υψίστου», παιδιά του Θεού, είναι όλοι εκείνοι αφενός μεν, που τηρούν με συνέπεια τις Ευαγγελικές εντολές, και αφετέρου συμμετέχουν μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στα δύο σωστικά μυστήρια, Θείας Κοινωνίας και Ιεράς Εξομολογήσεως. Αυτό σημαίνει ότι μακάριοι δεν είναι αυτοί απλώς και μόνον, που ακούν τον λόγον του Θεού, αλλά οι φυλάσσοντες αυτόν. Δηλαδή αυτοί που τον τηρούν, τον εφαρμόζουν και τον κάνουν πράξη στη ζωή τους.
«Ου πας ο λέγων με ‘Κύριε Κύριε’ εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημά μου, το θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Αυτό το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, το τήρησε πρώτος ο Υιός του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όστις «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Έκανε υπακοή δηλαδή ο Χριστός ως Θεός εις τον Ουράνιο Πατέρα Του. Έκανε όμως και υπακοή και ως άνθρωπος, στην Παναγία Μητέρα Του, την Θεοτόκο Μαρία, και στο φυσικό προστάτη τον μνήστορα Ιωσήφ, όπως μας βεβαιώνει ο Ευαγγελικός λόγος που μας λέγει ότι «ην ο Χριστός υποτασσόμενος αυτοίς».
Ο Θεάνθρωπος όμως Κύριος έκανε και μια άλλη υπακοή. Τήρησε όλον τον Νόμον, τον τότε Νόμον, τον Μωσαϊκόν, και τις διατάξεις αυτού, όπως και τις ρήσεις των προφητών. Εμείς τι κάνουμε; Ούτε τις Ευαγγελικές εντολές τηρούμε, ούτε τις αντίστοιχες αρετές καλλιεργούμε, ούτε σωστά στα μυστήρια συμμετέχουμε όπως πρέπει, ούτε το θέλημα του Θεού εφαρμόζουμε, ούτε να λειτουργούμεθα δεν ξέρουμε. Ούτε πώς να πάρουμε αντίδωρο δεν γνωρίζουμε. Πάτε στην Ρωσσία να δείτε πως παίρνουν αντίδωρο και πως παίρνουν ευχή, το ένα χέρι κάτω απ’ τα’ άλλο, με ευλάβεια και σεβασμό, - όχι για τον παπά, ο παπάς είναι αμαρτωλός, και πρώτος είμαι εγώ, πάνω απ’ όλους – αλλά για την ιεροσύνη που φέρει, και η ιεροσύνη που φέρει είναι του Χριστού, το Χριστό προσκυνάτε. Όχι τον παπα-Γιώργη και τον παπα-Νικόλα και τον παπα-Στέφανο.
Λοιπόν δεν κάνομε απολύτως τίποτα, και πρώτος εγώ, και πρέπει να διορθωθούμε όλοι μας, αρχίζοντας βέβαια εγώ από σήμερα.
Άρα το προνόμιον της υιοθεσίας το έχουν αυτοί και μόνον, από τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, που τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές, με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με αληθινή τη μετάνοια, με ταπεινό το φρόνημα. «Εάν αγαπάτε με», λέγει ο Κύριος, «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», αλλά και «αγαπάτε αλλήλους», τώρα αν αγαπάμε αλλήλους αυτό το ξέρει η κάθε καρδιά του καθενός. Προπαντός δε «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», το τόνισε το Ευαγγέλιο, πάλι σήμερα, «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν ημας», και «μακροθυμείτε προς πάντας» και «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και «εν παντί ευχαριστείτε», και «ευλογείτε και μη καταράσθε», και «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος οικτίρμων εστί». Και ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής διδασκαλίας, «καθώς θέλετε να ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και πλήθος άλλων Ευαγγελικών εντολών, που αναφέρονται στην πράξη της πραγματικής αγάπης προς τον πλησίον και προς τον Θεόν.

Ολόκληρο το κοσμοσωτήριον έργο αδελφοί μου, της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, απέβλεπεν «ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν». «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν», να πάρομε την υιοθεσία, να γίνουμε δηλαδή παιδιά του Θεού και έτσι να καταστούμε κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό και μείς, γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος είπε σήμερα ότι «πάσαν χάριν περισσεύσειν εις ημάς», όλη την πλούσια χάρη του Αγίου Θεού διά μέσου των Αγίων Μυστηρίων, σας την έδωσε με κάθε περίσσευμα, - πως την εκμεταλεύεται; πως την εκμεταλεύεσθε; - μας λέει εμάς, κι εμένα, αυτό ανήκει στην προαίρεσή σας.

Η ανταρσία των Πρωτοπλάστων όμως, Αδάμ και Εύας, μας αποξένωσε από τον Θεό, ενώ η πίστις στην Τριαδικότητα του Θεού, στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και στο όλον έργο που έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, στην Εκκλησία, στην θεϊκή της διδασκαλία, και στα μυστήριά της, μας ξαναεντάσσει στους κόλπους της Εκκλησίας κι είμεθα πλέον παιδιά του Θεού.
Κι όλα αυτά όμως, όχι χωρίς κόπους, χωρίς πόνους και χωρίς θυσίες… Αυτό σημαίνει καθημερινό αιματηρό αγώνα για την κάθαρσιν εκ των ψεκτών παθών της κακίας.
Πώς θα γίνει αυτό; Με την κατά δύναμη νηστεία, την πνευματική ιδίως γιατί στη σωματική δεν αντέχουμε, θα είμεθα οι περισσότεροι ασθενείς, με αγρυπνία στο νου, με προσευχή και εγκράτεια, με φυλακή των αισθήσεων, με τη νίψη, με τη μελέτη των Αγίων Γραφών, της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου, με τα δάκρυα της μετανοίας, με συντριβή και με κατάνυξη, και με τη συμμετοχή όπως χιλιάδες φορές το τονίσαμε στα μυστήρια Θείας Ευχαριστίας και Ιεράς Εξομολογήσεως.
Έτσι καθαρίζονται τα πάθη και φωτίζεται ο νους. Μόνον τότε φωτίζεται ο νους. Και όταν ο φωτισμένος νους, βοηθηθεί και από το γλυκύτατον, από το παμπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού, από την ευχούλα, από το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τότε κατέρχεται ο νους στο βάθος της καρδιάς, και τότε θα νοιώσετε τον Ουρανόν μέσα σας, τότε θα δείτε την καρδιά σας να γίνεται Ουράνιο Θυσιαστήριο, όπου θα θυσιάζεται με πολλή συντριβή και κατάνυξη ο νούς. Και τότε η καρδιά, ελεύθερη πλέον από τα σκοτάδια της αμαρτίας, και απ’ την τυραννίαν του διαβόλου, δια του Παναγίου Πνεύματος, θα αρχίζει να φωνάζει, να κραυγάζει και να διαλαλεί, να διαλαλεί θριαμβευτικά «Αββά ο Πατήρ»! Είμαι ο υιός σου, είσαι ο Πατέρας μου, είναι ο Πατέρας όλων μας, είναι ο «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς».

Ιδού χριστιανοί μου, πώς λαμβάνουμε πνεύμα υιοθεσίας, και καθιστάμεθα υιοί κατά χάριν, και υιοί του Υψίστου, και κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.
Η αίσθησις και το βίωμα ότι είμεθα υιοί του Υψίστου, λαμβάνεται μέσα από την πνευματική πορεία που αναφέραμε προηγουμένως. Την κάθαρση δηλαδή και τον φωτισμό και κυρίως με την νοερά καρδιακή προσευχή.
Βέβαια εμείς μέσα στον κόσμο, δεν μπορούμε να καταφέρουμε και πολλά πράγματα, αλλά τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να λέμε την ευχούλα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με το στόμα, με τα χείλη ψιθυριστά και ιδιαίτερα με το νου. Παντού, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, και ειδικότερα εδώ, στη Θεία Λειτουργία. Να λέμε συνεχώς και να φωνάζουμε από μέσα μας, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και τότε πολύ το όφελος, πολύ το πνευματικό κέρδος. Τότε θα δείτε άμεση τη βοήθεια του Αγίου Θεού και την συμπαράστασή Του. Και τότε θα καταλαγιάσει και το άγχος, και η ταραχή και η ανησυχία, και θα φύγουν οι βρώμικοι λογισμοί και όλος ο άνθρωπος θα ειρηνεύσει. Γι’ αυτό λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και αν τυχόν αδελφοί μου, δεν έχομε άμεσα τα αποτελέσματα αυτής της νοεράς εργασίας, κάπου φαίνεται ότι φταίμε και μείς, και φταίει κυρίως ο εγωισμός μας. Ύστερα είναι η ολιγωρία, η αναβολή, η ακηδία, η αμέλεια, ο διάβολος, οι κακές συνήθειες του παρελθόντος, οι αδυναμίες και τα πάθη μας.

Αλλά είμεθα υιοί του Υψίστου, παιδιά του Θεού.
Και η Χάρις του Θεού, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ.
Άπειρον το θείον έλεος, άπειρη και η φιλανθρωπία Του, η μακροθυμία Του, η ευσπλαχνία Του.
Ο Χριστός η ελπίδα μας, ο Χριστός η σωτηρία μας.
Είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, ναι είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, να το διαλαλούμε, να το ομολογούμε, να το φωνάζουμε, και πρώτος εγώ.
Αλλά ο Χριστός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει.
Και μας σώζει με τη Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του.
Τον πιστεύουμε; Να τηρήσουμε τις εντολές.
Τον πιστεύουμε; Να καλλιεργήσουμε τις αρετές όσο μπορούμε.
Τον πιστεύουμε; Να συμμετέχουμε σωστά στα Θεία Μυστήρια.
Τον πιστεύουμε; Τότε να ελπίζουμε στο Πανάγιον έλεός Του.
Γι’ αυτό ας Τον φωνάζουμε και ας Τον εκλιπαρούμε συνεχώς για έλεος, για έλεος, για έλεος.
Και κείνος δια της μετανοίας μας, θα μας σώσει όλους.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον πάντας ημάς,

Αμήν.