Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2004

Η Αποστολική ζωή και το μαρτύριο Ιακώβου του Αδερφόθεου με γενική περίληψη της επιστολής του



188-δ

“Έτερον δε των Αποστόλων ουκ είδον, ή μη Ιάκωβον τον αδελφόν Κυρίου”.
Χθες η Εκκλησία μας χριστιανοί μου γιόρταζε τον Αδελφόθεον Ιάκωβον, Απόστολον και Ιερομάρτυρα.
Ονομάζεται αδελφός του Κυρίου διότι ήταν γιος του μνήστορος Ιωσήφ από τον πρώτον του γάμο. Όταν εκείνος εμνηστεύθη την Υπεραγία Θεοτόκο, και στην οποίαν εγένετο προστάτης μέχρι τον θάνατόν του, χωρίς να γίνει ποτέ σύζυγος, είχε εν τω μεταξύ ήδη παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια, τα ονόματα των οποίων μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο.
Ο Ιάκωβος όμως και τα άλλα έξι αδέλφια του, δεν είχαν πιστέψει ευθύς εξαρχής το Χριστό, ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου. Και ασφαλώς είχαν παρεξηγήσει την δράση του, και εσκανδαλίζοντο κατά πολύ που ξαφνικά Τον έβλεπαν μεγάλο διδάσκαλο του λαού και θαυματουργό, και μάλιστα να διακηρύττει ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου, ο Σωτήρας.
Μετά όμως από την Ανάσταση του Κυρίου, τα πράγματα άλλαξαν. Και όπως είναι γνωστό σε όλους μας, ο Κύριος άρχισε να κάμνει εμφανίσεις κατά πρώτον λόγον εις τους μαθητάς Του, πολλές εμφανίσεις. Επίσης ενεφανίσθη στην Παναγία Του Μητέρα, χωριστά εις την Μαρία την Μαγδαληνή και χωριστά στον Απόστολο Πέτρο. Επίσης στην πορεία δύο αποστόλων εκ των εβδομήκοντα προς Εμμαούς. Ενεφανίσθη και σε μια σύναξη επάνω πεντακοσίων αδελφών, όπως μας το διασώζει ο Απόστολος Παύλος, και ιδιαιτέρως, ιδιαιτέρως ενεφανίσθη, στον Αδελφόθεο Ιάκωβο, και επί λέξη "ώφθη δε αναστάς Κύριος και Ιακώβω", από την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο.
Απ' αυτή τη στιγμή αδελφοί μου, αρχίζει και η καινούργια ζωή του Ιακώβου. Αναγνωρίζει την θεότητα του Ιησού Χριστού και δέχεται και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι το βάπτισμα πυρός την ημέρα της Πεντηκοστής. Συγκλονισμένος από τις αποκαλύψεις αφιερώνει πλέον τη ζωή του στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.
Η αγιασμένη μεταβολή του Ιακώβου γίνεται αμέσως αισθητή, μεταξύ των πρώτων χριστιανών στην πόλη των Ιεροσολύμων. Έτσι όλοι αναγνωρίζουν και σέβονται την προσωπικότητά του και θεωρείται πρότυπον αρετής και δικαιοσύνης γι' αυτό απεκαλείτο "ο Δίκαιος Ιάκωβος", και πολύ σταθερός στην πίστη, φλογερός και ακλόνητος.
Για το πλήθος των χαρισμάτων σύσσωμος ο λαός των Ιεροσολύμων, με την έγκριση των Αποστόλων τον ανακηρύσσει "Πρώτον Επίσκοπον αυτής", δηλαδή πρώτο επίσκοπο των Ιεροσολύμων. Έτσι καθίσταται όχι μόνον ο καλός ποιμήν, αλλά αναδεικνύεται και ο στοργικός πατέρας, ο προστάτης των κατατρεγμένων τότε χριστιανών. Γι' αυτό και ομόφωνα ανεγνωρίσθη από την Εκκλησία και από τη Νεστορία ως ένας από τους τρείς στύλους, μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην, της νεοσυσταθείσης τότε Εκκλησίας του Χριστού.
Προς τον Ιάκωβο ο Απόστολος Πέτρος μετά την θαυμαστήν αποφυλάκισή του, - όταν έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του, ενεκρώθησαν οι φύλακες, άνοιξαν οι πόρτες των φυλακών όλες η μία μετά την άλλην, και ευρέθη ελεύθερος έξω εξ αυτών, - λέω μετά από αυτήν την θαυμαστήν αποφυλάκιση, ο Πέτρος λέγει σε κείνους που πρωτοσυνάντησε ότι "πηγαίνετε αυτό το θαύμα αμέσως να το ανακοινώσετε στον Ιάκωβο".
Τον Ιάκωβο και τον Πέτρον συνάντησε ο Απόστολος Παύλος ύστερα από τρία χρόνια μετά από την αποστολική του κλίση, διότι τα τρία αυτά χρόνια όπως είναι γνωστόν και το μαρτυρεί ο ίδιος, ευρίσκετο εις την Αραβίαν σε πολύ προσευχή και νηστεία.
Στο σπίτι του Αδελφοθέου Ιακώβου εγίνοντο πολλές συγκεντρώσεις, αποστόλων και χριστιανών, και είναι αυτός που προήδρευσε της πρώτης Αποστολικής Συνόδου.
Από την Καθολική Επιστολή του Ιακώβου της Καινής Διαθήκης, που είναι έργο δικό του, καταφαίνεται ότι ήτο θεόκλητος Ευαγγελιστής και Απόστολος. Θερμός διδάσκαλος της πίστεως και των έργων αυτής. Ήτο λιτός, ασκητικός και με χάρη προφητικής αυστηρότητος. Είναι αυτός που έγραψε και συνέγραψε και συνέταξε την πρώτη γραπτή Θεία Λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία σήμερα τελείται μια φορά το χρόνο. Πολλές Μητροπόλεις σήμερα Κυριακή εικοσιτέσσερεις του μηνός, θα τελέσουν την Θεία Λειτουργία στους μητροπολιτικούς των ναούς.
Η αποστολική του όμως ζωή, γεμάτη από αγιότητα, δικαιοσύνη και έργα φλογερής πίστεως, τον οδήγησαν και στο μαρτύριο. Γραμματείς και Φαρισαίοι με επικεφαλής τον Αρχιερέα Άννα, τον τότε Αρχιερέα Άννα, εγγονό του αρχιερέως Άννα της εποχής του Χριστού, εκμεταλεύτηκαν τον ξαφνικό θάνατο του ηγεμόνος της Παλαιστίνης Φήστου, τον απέδωσαν οι Εβραίοι στους χριστιανούς, θεώρησαν υπεύθυνο τον Ιάκωβο, τον συνέλαβαν, και τον κατεδίκασαν εις θάνατον με λιθοβολισμό. Τον ανέβασαν πρώτα πρώτα στο υψηλότερο πτερύγιον του Ναού του Σολομώντος, τον έσπρωξαν και τον πέταξαν κάτω, και κείνος πέφτοντας ο μάρτυς του Χριστού στο έδαφος, αιμόφυρτος και μισοπεθαμένος, κατατσακισμένος ασφαλώς από τόσο ύψος, - και τότε άρχισαν να τον πετροβολούν. Κατάφερε όμως να σηκώσει τα χέρια του και να υψώσει την φωνήν του Πρωτομάρτυρος και Πρωτοδιακόνου Στεφάνου, "Κύριε μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην". Με την αναξίκακη αυτή στάση του μάρτυρος, η μανία του όχλου μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ, έγινε πιο φρικτή, και ένας απ' αυτούς, αρπάζοντας ένα ρόπαλο, πήγε κοντά του και τον συνέτριψε, με αλλεπάλληλα χτυπήματα την κεφαλή, την αγία του κεφαλή, την οποία έκαμε θρύψαλα.
Για τους χριστιανούς η μέρα εκείνη ήταν Κυριακή, Κυριακή του Πάσχα.
Του Πάσχα του εξήντα δύο ή εξήντα τρία μετά Χριστόν.
Αυτό ήταν και το μαρτυρικόν τέλος (του Αδελφοθέου Ιακώβου.)