Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2004

Τί είδαν και τί έγραψαν οι ξένοι ιστορικοί για την Ελληνική επανάσταση



Ευαγγελισμός 2004

Θα σας ομιλήσω μόνον για δέκα λεπτά, μόνον.
Η Εκκλησία μας σήμερα γιορτάζει δυο γιορτές, η Ορθοδοξία και το Ελληνικό Έθνος, τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, την απελευθέρωση δηλαδή του ανθρώπου από την τυραννία του διαβόλου, από την σκλαβιά της αμαρτίας, από την εξουσία του θανάτου, αυτό γιορτάζουμε, και το δεύτερο αυτό που γιορτάζουμε είναι ότι ξεσηκώθηκε το γένος των Ελλήνων εναντίον των τότε κατακτητών σαν σήμερα, εικοστή πέμπτη Μαρτίου του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα, την Επανάσταση. Από τότε που πηγαίναμε εμείς στην Εκκλησία, εμείς οι μεγαλύτεροι εννοώ, μαθαίναμε πως η Εκκλησία μας έπαιξε έναν σπουδαιότατο ρόλο, αναντικατάστατο ρόλο, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Άλλο βέβαια τι γράφεται και τι λέγεται σήμερα, παραποιόντας και παραχαράσσοντας την ιστορία.
Μαθαίναμε τότε την αλήθεια, την Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στα χρόνια εκείνα της σκλαβιάς, όπου Πατριάρχες, Αρχιερείς, έγγαμοι και άγαμοι, ιερείς και ιερομόναχοι και μοναχοί, ήσαν πρώτοι στον αγώνα για την λευτεριά. Ήρωες αξεπέραστοι, οι οποίοι έβαψαν με το αίμα τους τα ράσα τους. Δεν έδιναν μόνον Σώμα και Αίμα Χριστού στο σκλαβωμένο αλλά Ορθόδοξο γένος των Ελλήνων, αλλά το πότισαν και με το αίμα τους για τη λευτεριά της πατρίδος. Επιπλέον συνέβαλλον στο να διατηρηθεί η Ελληνική και Εθνική μας ταυτότητα, που πάει στις ημέρες μας να εκμηδενιστεί και αυτή. Να διατηρηθεί η Ελληνική μας γλώσσα που τη χαλάσαμε και αυτή, ιδρύοντας τις μεγάλες σχολές του Γένους και τα κρυφά σχολειά. Τα μοναστήρια μας έγιναν τα ορμητήρια των αρματωλών, και στη διάρκεια του μεγάλου αγώνα επίσκοποι και ιερείς με την γενναιότητά τους και τη θυσία τους, έδωσαν με το λαμπρό τους παράδειγμα, στον αλυσοδεμένο για τετρακόσια χρόνια τότε λαό των Ελλήνων τη δύναμη να σηκώσει κεφάλι εναντίον της Τούρκικης τότε Αυτοκρατορίας, και το πέτυχαν αυτό το θαύμα.
Η Ελλάδα ήταν, είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων η χώρα των θαυμάτων, θαύματα που την δύναμή τους όμως την έχουν στην πίστη του Χριστού την Αγίαν. Αυτήν την οποίαν θέλησαν τόσα και τόσα χρόνια, οι νέοι μας πολιτικοί να παραμερήσουν.

Οι λαμπροί κληρικοί μας με τα ματωμένα τους ράσα πρόλαβαν και τον κίνδυνον του ολοκληρωτικού εξισλαμισμού και τον κίνδυνο στο να χάσουν όπως είπα προηγουμένως, την Ελληνική μας ταυτότητα, στο να πάψουμε να ζούμε σαν Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, για να σβήσει μια για πάντα, ο πόθος για τη λευτεριά. (Απ’ την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, του Γεωργίου Ρούσσου, στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, επαναλαμβάνω, ΤΑ ΝΕΑ, στις δεκατρείς τρίτου του εβδομήντα εννιά (13/3/1979), έγραφε τα εξής -η εφημερίδα τα έγραφε, παρμένα βέβαια από τον Γεώργιο Ρούσσο): Στη διάρκεια της Τουρκικής σκλαβιάς, στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ανέβηκαν εκατόν οκτώ (108) Πατριάρχες, όλοι τους πέρασαν από πλαγητές πέτρες, ζώντας κάτω από τον τρόμο. Οι περισσότεροι προπηλακίστηκαν, εξορίστηκαν, καταδιώχθηκαν, εφυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, κρεμάστηκαν, και εν φόνω μαχαίρας απέθανον. Από αυτούς μαρτύρησαν με μαρτυρικό θάνατο, έντεκα (11) Πατριάρχες, εκατό (100) ιεράρχες, και έξι χιλιάδες (6000) παπάδες, όλοι τους θύματα στο βωμό της πίστεως και της πατρίδος.

Ο κορυφαίος ιστορικός - και ξένος ιστορικός -, Κάρολος Ντίλ, υπάρχουν μάλιστα στις μεγάλες πόλεις και δρόμοι με το όνομα αυτού του ιστορικού, και τον έχουν με το όνομά του στους δρόμους της Ελλάδας, γιατί αυτός έγραψε για την Ελλάδα και είπε για την Ελλάδα. «Την ενότητα», γράφει, «που η Βυζαντινή Μοναρχία δεν την είχε ούτε στη γλώσσα ούτε στη φυλή, τη βρήκε στη θρησκεία, στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, για ένδεκα (11) αιώνες που κράτησε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αυτή, η μεγάλη προστάτιδα του Ελληνισμού, και όταν το Βυζάντιο έπεσε, η Εκκλησία διαφύλαξε και την Ελληνικήν Εθνότητα και την Ελληνικήν Παιδεία». Και συνεχίζει, «ο Ελληνικός κλήρος, οι απλοί παπάδες, οι ραγιάδες παπάδες, ήταν αυτοί που συντηρούσαν την ιδέα της απελευθερώσεως. Από τον μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά και του εξαδακτύλου και της κόκκινης μηλιάς και των τηγανισμένων ψαριών και άλλων πολλών φημών, διατηρούσαν οι Έλληνες ιερή και άσβεστη την ελπίδα για μια ελεύθερη Ελλάδα. Πρώτοι οι Έλληνες κληρικοί στους αγώνας για την πίστη του Χριστού την Αγία και της πατρίδος την ελευθερία. Το χίλια εξακόσια (1600), ο Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, ηγείται τολμηρής επαναστάσεως με το λαό μαζί και όλους τους εγγάμους ιερείς, που πνίγεται στο αίμα γιατί όλοι εσφάγησαν σαν τραγιά. Το χίλια εφτακόσα (1700), ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Τιμόθεος, ξεσηκώνεται μαζί με τους εκατόν πενήντα (150) εγγάμους ιερείς του, τους Έλληνας της νήσου, για να σφαγούν όλοι μαζί και σε λίγες μόνον μέρες».

Ένας άλλος ιστορικός, ο Τσάρλς Ντιέου γράφει περίπου τα εξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σύμβολον της ενότητος του Έθνους, ο Πατριάρχης απέβη Εθνάρχης των σκλαβωμένων Ελλήνων. Γύρω από την Εκκλησία, τους επισκόπους, τους ιερείς και τους μοναχούς, μπόρεσαν όλοι οι Έλληνες να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και την αφομοίωση με τους κατακτητάς. Κάτω από τις τυραννικές πιέσεις των Τούρκων, ασφαλώς όλοι οι Έλληνες θα γίνουνταν μουσουλμάνοι και Τούρκοι με φέσι αν δεν υπήρχε η Ορθόδοξος Ελληνική Εκκλησία με τους παπάδες, τους καλογήρους, ιδίως δε οι προεχόμενοι εκ του Αγίου Όρους με πρώτον τον Άγιον Κοσμά τον Αιτωλό». Και αυτά δεν τα γράφουν Έλληνες, τα γράφουν ξένοι. Και είπα το όνομά του προηγουμένως. Τσάρλς Ντιέου. «Ούτε τα παιδομαζώματα», συνεχίζει, «ούτε οι σφαγές, ούτε οι λεηλασίες, ούτε οι καθημερινοί ξευτελισμοί κατόρθωσαν να λυγίσουν τους Έλληνες, γιατί τους εμψύχωναν και τους ενδυνάμωναν οι Ορθόδοξοι κληρικοί. Τα ωραιότερα κορίτσια τα άρπαζαν απ’ τις αγκαλιές των μανάδων, για να κλειστούν στα άντρα της ακολασίας, τα λεγόμενα χαρέμια, ενώ τα αγόρια τα μετέβαλλαν σε γενιτσάρους». Για σκεφτήτε να αρπάξουν τα παιδιά μας απ’ τις αγκαλιές μας και να μας τα κάνουν γενιτσάρους!... Πολλές φορές ήταν τόσο φοβερές οι πιέσεις, ώστε αφού έσφαζαν πρώτα τους ιερείς κατόπιν με βασανιστήρια προσπαθούσαν να λυγίσουν όχι μόνον άτομα αλλά και οικογένειες και χωριά ολόκληρα, ιδίως δε στη Βόρειο Ήπειρο που τους έσφαζαν κατά χιλιάδες τους Ορθοδόξους Έλληνες Χριστιανούς. «Μεγάλοι ήρωες και προστάτες των ραγιάδων υπήρξαν οι ιεράρχες», τους ονομάζει αυτός ο ξένος, και λέγει μερικούς «ο Σαλώνων Φιλόθεος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Τρίκκης Μακάριος, ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Ευβοίας Αμβρόσιος, και ο μαρτυρικός Γρηγόριος ο Ε΄ (5ος), που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στην πόρτα του Πατριαρχείου στις δέκα Απριλίου του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα (10/4/1821), ύστερα από μία μαρτυρική πορεία μέσα στους δρόμους διότι τον έσερναν». Και ο μεγάλος αυτός ιστορικός, ο Τσάρλς Ντιέου, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα που είναι αποκλειστικά δικό του. «Αν στα χρόνια της σκλαβιάς δεν υπήρχαν οι Ορθόδοξοι ιερείς και οι μοναχοί, όλοι οι Έλληνες σήμερα, θα φορούσαν φέσι και θα προσκυνούσαν τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ». Και αυτά δεν τα είπαμε εμείς, ούτε τα είπε ο παπα-Στέφανος.

Ο Γάλλος πρόξενος Μπουκιεβίλ Μισέλ που ήτο τότε στην Πάτρα έγραφε «όταν κρότησαν τα Ελληνικά άρματα οι κάτοικοι της πατρίδος, οι κάτοικοι των κοιλάδων του Αλφειού, αθρόοι προσέρχονται στις εκκλησίες για να τους ευλογηθούν τα καριοφίλια και να ακολουθήσουν τους οπλαρχηγούς κάτω από τους ήχους των κωδωνοκρουσιών από τις καμπάνες όλων των ιερών ναών. Οι ιερείς με λιτανείες, λειτουργίες και παρακλήσεις τονώνουν το θρησκευτικό και πατριωτικό συναίσθημα. Απ’ όλων τα στόματα ακούγεται η κραυγή ‘‘Για την πίστη του Χριστού την αγία και της πατρίδος την ελευθερία’’.» Αυτά κατά τον πρόξενο Μπουκιεβίλ που συνεχίζει και λέγει ότι «οι γυναίκες κρεμούν τα νυφικά τους στέφανα στις εικόνες της Παναγίας για να δώσει νίκη η Υπέρμαχος στρατηγός η Θεοτόκος στους Έλληνες και να διώξει τους βαρβάρους. Τα παιδιά και οι γέροντες γονατιστοί προσεύχονται. Γενικό ήταν το σύνθημα ‘Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες Σιών’». Αυτά κατά τον Γάλλο πρόξενο.

Αλλά είπα δέκα λεπτά και πέρασαν δώδεκα. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε πολλούς ακόμα και ειδικότερα δυο λόγια για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό τον Εθνομάρτυρα και Εθναπόστολο, που ήταν τεράστιο το έργο του. Τέσσερεις περιοδείες που διέσχιζαν τη μισή Βαλκανική χερσόνησο, έφτιαξε και δώρισε τέσσερεις χιλιάδες κολυμβήθρες στα χωριά και με τα κοσμήματα των γυναικών έκτισε διακόσια πενήντα σχολειά. Ποιος το κάνει σήμερα αυτό; Όπου πήγαινε ζητούσε ένα σχολείο και μια κολυμβήθρα. Είναι αυτός που κατήργησε πρώτος τα παζάρια της Κυριακής. Τόνωσε την καλλιέργεια της γης και την φύτευση και τον εμβολιασμό των δένδρων. Συχνά έλεγε «Για να πάψουν τα παιδιά μας να μιλάνε τούρκικα ή αρβανίτικα πρέπει να κτίσετε ένα σχολείο, και για δάσκαλο θάχετε τον παπά του χωριού σας ή τον πρώτο καλόγερο του πιο κοντινού μοναστηριού. Στο τέλος τον κρέμασαν με τη βοήθεια βέβαια των Εβραίων.

Αυτά και άλλα πάρα πολλά έκαμαν και εξακολουθούν να κάνουν ταπεινοί ιερείς για το Έθνος. Δε φροντίζουν μονάχα για τη σωτηρία των ψυχών, αλλά και για να διατηρηθεί όσο το δυνατόν αυτός ο τόπος ελεύθερος. Μακριά από τις ξένες επιταγές, και τα σφραγίσματα και προπαντός δε τις επιρροές. Πόσο αυτό θα κατορθωθεί στις ημέρες μας ένας Θεός μόνο το γνωρίζει.

Το Βυζάντιο έπεσε τότε εξαιτίας των αμαρτιών μας. Και την μεγάλη διαφθορά που υπήρχε. Η διαφθορά υπάρχει σήμερα και ξεπέρασε τα χρόνια του Βυζαντίου. Υπάρχουν όμως ακόμα άλλα δύο πράγματα που είναι πολύ πιο χειρότερα από εκείνα τα χρόνια. Και τα δυο πράγματα είναι
- οι βλασφημίες των θείων, και
- οι φοβερές εκτρώσεις κάθε χρόνο. Που κάθε χρόνο μεγαλώνουν. Πέρυσι έφτασαν τις τετρακόσιες χιλιάδες επισήμως. Τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις το χρόνο. Δεν μπορεί να το αφήσει αυτό ασυγχώρητο ο Θεός. Δεν ξέρω τι θα κάνει, Θεός είναι ό,τι θέλει κάνει. Μακάρι να ρίχνει συνεχώς βλέμμα ευσπλαχνίας στην πατρίδα μας και πάνω μας, αλλά δεν ξέρω μέχρι πότε. Γι’ αυτό λοιπόν να είμαστε έτοιμοι μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή όταν θα έρθει η ώρα εκείνη η φοβερά και η κρίσιμος, - μπορεί να γίνει με ένα σεισμό που να ισοπεδώσει την Αθήνα, ολόκληρο το λεκανοπέδιο να το πάρει κάτω και να θαφτούν τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι, τίποτα δεν είναι αδύνατο για το Θεό, το είπε σήμερα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία «ουκ αδυνατίσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» και τότε τι θα γίνει; Τι ψυχή θα παραδώσουμε στο Θεό; Τι ψυχή θα παραδώσουμε;

Ο Θεός να μας λυπηθεί!