Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Τό κάλεσμα τού Θεού γιά τήν Ιερωσύνη, αποστολικό ανάγνωσμα



214-α
Κυρ. Σταυροπροσκυνήσεως, 2009

«Ο καλούμενος υπό του Θεού καθάπερ και ο Ααρών».
Απ’ το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.

Χριστιανοί μου, ο Ααρών ως γνωστόν ήτο αδελφός του Μωυσή, και είναι αυτός που κλήθηκε κατ’ ευθείαν από τον Θεόν, και πήρε την Αρχιεροσύνη. Έτσι κατέστη ο πρώτος Αρχιερεύς, μεταξύ των Ιουδαίων.
Αυτό ακριβώς μας είπε σήμερα και ο Απόστολος Παύλος, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, που διάβασε προηγουμένως ο ιεροψάλτης.
Λέγει ο Απόστολος: Κανένας δεν λαμβάνει μόνος του και από τον εαυτόν του την ψηλή τιμή της Αρχιεροσύνης, αλλά τη λαμβάνει όταν καλείται από τον Θεόν, όπως ακριβώς συνέβη και με τον Ααρών. Ο Θεός λοιπόν, καλεί κατά πρώτον λόγον όλους τους ανθρώπους να γίνουν χριστιανοί, με το Άγιον Βάπτισμα, βαπτιζόμενοι στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δια του Αγίου Χρίσματος.
Ο Θεός κατόπιν καλεί μέσα από τους χριστιανούς, κάποιους που τους θέλει να υπηρετήσουν, και να διακονήσουν πρώτα τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του και ύστερα τον λαόν Του.
Εκείνος καλεσε στην Παλαιά Διαθήκη Αρχιερείς και ιερείς, προφήτες και κριτές, για να διακονήσουν και να καθοδηγήσουν τον περιούσιον λαόν Του. Εκείνος κάλεσε και στην περίοδο της Καινής Διαθήκης τους πρώτους μαθητάς και Αποστόλους λέγοντάς τους, «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω ημάς, αλιείς ανθρώπων».
Και αργότερα τους διαβεβαίωσε ότι «δεν με διαλέξατε εσείς, αλλά εγώ εξελεξάμην υμάς, εγώ σας εξέλεξα, από όλους τους άλλους και σας τοποθέτησα στο υψηλόν έργον του Αποστόλου, ίνα μαθητεύσετε εις πάντα τα έθνη, διδάσκοντες αυτούς που θα με πιστέψουν και θα βαπτιστούν, πάντα όσα ενετειλάμην υμίν».
Και σ’ άλλη του επιστολή στην Προς Εφεσίους, ο Απόστολος Παύλος και πάλι μας βεβαιώνει ότι ο ίδιος ο Χριστός έδωσε τους μεν Αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε Ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των χριστιανών, στο μεγάλο έργο της διακονίας των πιστών, ώστε συνεχώς να οικοδομείται η Εκκλησία που είναι Σώμα Χριστού.
Δια μέσου των αιώνων, εκατοντάδες χιλιάδες κλήθηκαν ως ιερείς και αρχιερείς και υπηρέτησαν την Εκκλησίαν και τον λαόν του Θεού. Στρατιά ολόκληρη αποτελούν όλοι αυτοί, γνωστοί και άγνωστοι - και σήμερα ιερομάρτυρα ιερέα τιμώμεν.
Και μείς με σεβασμό και ευγνωμοσύνη πρέπει να στρέψουμε την σκέψη μας, προς όλους αυτούς που τίμησαν την ιεροσύνην ακόμα και με θυσία της ζωής των.
Μας παρέδωσαν την διακονία της ιεροσύνης μέχρι και σήμερα, μέχρι των ημερών μας, γι’ αυτό καλούμεθα, τη πνευματική αυτή σκαπάνη να την παραδώσουμε στη νέα γενιά που έρχεται. Δόξα σοι ο Θεός, το λέω με την ευθύνη που αναλαμβάνω, μ’ αξίωσε την διακονία μου να την παραδώσω όλως αναξίως μέχρι σήμερα σε δέκα νέους κληρικούς, σε δύο αγάμους, τον πατέρα Χρυσόστομο που είναι πρωτοσύγκελος στην Ιερά Μητρόπολη Καλαμαριάς, και στον πατέρα Εφραίμ τον οποίον γνωρίζετε πρωτοσύγκελο στην Ιερά Μητρόπολη Σιατίστης.
Τον πατέρα Παναγιώτη, στον πατέρα Αντώνιο, αδελφό και συλλειτουργόν μου, στον πατέρα Ιωάννη Ζούζουλα, κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής της Σλοβακίας, στον πατέρα Μαυρουδή, στον πατέρα Ανδρέα Κουμπή που βρίσκεται στις Σπέτσες, στον πατέρα Χαράλαμπο που είναι στην Κάλυμνο, και δύο διακόνους εγγάμους, τον πατέρα Γεώργιο που γνωρίζετε, και τον πατέρα Νικόλαο που χειροτονήθηκε την περασμένη Κυριακή.
Δόξα σοι ο Θεός, αποτελεί μεγάλη τιμή για τον χριστιανόν, το κάλεσμα αυτό του Θεού, για την ιεροσύνην. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή, ο μικρός και αμαρτωλός άνθρωπος, ο τιποτένιος, να καλείται από τον Θεόν για να Τον υπηρετήσει. Για να γίνει συνεργάτης Του, όργανον της Θείας Χάριτος, και οικονόμος των μυστηρίων της Εκκλησίας.
Να χρησιμοποιεί ο χειροτονημένος χριστιανός ως κληρικός, έγγαμος ή άγαμος, και να δανείζει το στόμα του και τα χέρια του, και ολόκληρη την ύπαρξή του, για να εργάζεται ο Θεός δια μέσου αυτού την σωτηρία των ανθρώπων. Μας λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος:
Δε βλέπεις ποια τιμή, ποια εξουσία, έδωσεν ο Θεός στους ιερείς; Αυτοί και κανένας άλλος τελούν με τα χέρια τους τα ιερά και φρικτά μυστήρια. Δεν υπάρχει ούτε στη γη, ούτε στον ουρανό, συνεχίζει ο Χρυσόστομος, αξίωμα τόσο μεγάλο όσο είναι το της ιεροσύνης. Η εξουσία του ιερέως, είναι ανώτερη και από τις εξουσίες όλων των αρχόντων της γης, βασιλέων, αυτοκρατόρων, κυβερνητών, προέδρων, πλανηταρχών, και δεν ξέρω ποιών άλλων. Αλλά είναι ανωτέρα και αυτής ακόμα των αγγέλων. Ό,τι επιτελούν οι ιερείς, δεν μπορούν να το τελέσουν ούτε οι άγγελοι.
Αποτελεί την πιο μεγάλη τιμή η ιεροσύνη, αλλά απαιτεί όμως και πολύ μεγάλες θυσίες. Ο σκοπός της ιεροσύνης, δεν είναι να προβάλλει το όνομά του ο ιερεύς ή ο αρχιερεύς, ούτε πάλι να επιδιώκει τιμές και δόξες μέσω αυτής, αλλά να αποβλέπει στη σωτηρία των ψυχών. Πώς θα αποβλέπει σ’ αυτήν; Με την διακονία του λόγου και των ιερών μυστηρίων. Η διακονία απαιτεί θυσίες, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, δάκρυα, ευθύνη μεγάλη, και πολλή υπομονή προς καταρτισμόν των ψυχών που ο Θεός εμπιστεύεται.
Δεν θα οδηγούμε τους νέους στην ιεροσύνη αν έχουν κωλύματα. Όχι. Διότι προτροπή του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεον είναι «χείρας ταχέως μηδενί επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις». Αλλά και όσοι έχουν πάλι κλίση και κλήση, κλίση με γιώτα και κλήση με ήτα, δεν πρέπει να βιαστούν και να προχωρούν αβασάνιστα προς το ιερόν θυσιαστήριον.
Το ότι ο Θεός μας καλεί δεν σημαίνει, ότι και μας υποχρεώνει.. Δεν μας πιέζει ο Θεός… Δεν καταργεί την ελευθερία μας.. Το ότι μας καλεί, - είναι και μερικοί όπως λέμε θεόκλητοι, - ακόμα είναι και άλλοι δημόκλητοι, ότι τους εκλέγει αυτούς ο λαός.
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι εκείνος, που ανοίγει τον δρόμο στο ύψιστο υπούργημα, της ιεροσύνης.
Καταδέχεται ο Θεός, συγκαταβαίνει ο Θεός, και ευδοκεί ο Θεός στο να μας καλεί να γίνουμε Απόστολοί Του. Και όλοι πρέπει οι υποψήφιοι εκ των για την ιεροσύνη, να κάνουν μια μικρή προσευχούλα ως εξής.
«Θέλω εγώ να γίνω ιερεύς Θεέ μου, και το επιθυμώ πολύ με όλη μου την καρδιά, αλλά Συ Θεέ μου το θέλεις; Γι’ αυτό φώτισέ με, αλλά και φώτισε και διακριτικούς και εμπείρους πνευματικούς, εκείνοι να γίνουν το δικό σου στόμα και να μου πουν αν πρέπει να γίνω ή να μη γίνω.»
Αυτή θα πρέπει να είναι η προσευχή όλων των υποψηφίων για ιεροσύνη.

Και συμπληρώνουμε τις σκέψεις μας, με λόγους από τη σημερινή εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου για τας ιερατικάς κλίσεις.
Διαβάζω.
Η ιεροσύνη είναι αποστολή, αποστολική κλιση, αποστολικό χάρισμα και αποστολική διακονία. Υφίσταται χάρη στη αποστολή του Χριστού, «καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς».
Ως αποστολή και χάρισμά όμως η ιεροσύνη, προϋποθέτει για τους φορείς της και το αντίστοιχον ιερατικόν ήθος. Και αυτό το γνήσιον ιερατικόν ήθος, το βλέπουμε στη ζωή των Αποστόλων και των Αγίων της Εκκλησίας μας. Ως Θεού διάκονοι, Απόστολοι κηρύττουν το Ευαγγέλιο του Χριστού, τελούν και τα μυστήρια εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στεναχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς. Η ιεροσύνη ως αποστολή, πρέπει να ακτινοβολεί από αυτά τα χαρακτηριστικά της ζωής του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων μας.
Η Εκκλησία όπως πάντα είναι σημείον αντιλεγόμενον, το ίδιο και το λειτούργημα της ιεροσύνης. Όμως παρόλη την πολεμική, και την αμφισβήτηση, εμείς καλούμεθα να έχουμε ενώπιόν μας, τα λόγια του Χριστού αναφορικά με την Εκκλησία και την ιεροσύνη.
Και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Αυτά τα λόγια μας δίνουν την ελπίδα και την αισιοδοξία για την συνέχεια της Εκκλησίας μέχρις τερμάτων αιώνων, και την ανταπόκριση των μελών της, στο ειδικό χάρισμα του μυστηρίου της ιεροσύνης.
Ένα χάρισμα μαρτυρίας, της ήδη ελθούσης και ερχομένης Βασιλείας Χριστού.

Η εγκύκλιος λοιπόν, μίλησε και για ανάλογο ιερατικό ήθος. Αυτό προϋποθέτει αγνότητα, και αγάπη για θυσίες, - που δεν τις έχουμε. Καθημερινούς ματωμένους πνευματικούς αγώνες για την κάθαρση από τις αδυναμίες και τα πάθη, για την πιστή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, και για την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών, και ειδικά της μελέτης των Γραφών και των Πατέρων της Εκκλησίας, του ταπεινού φρονήματος, της ζωντανής πίστεως, της ενεργουμένης αγάπης, της αδιαλείπτου προσευχής, της αληθινής μετάνοιας, και ο κατάλογος δεν τελειώνει. Η αγάπη και η κλίσις προς την ιεροσύνη, απαιτεί πολλές πολλές επαναλαμβάνω θυσίες.
Και σήμερα, παρόλα τα χάλια μας, με το δυτικό τρόπο ζωής, τις υλιστικές θεωρίες, τον πανσεξουαλισμόν, την αναρχία, την αισχρολογία, την ειδωλολατρία του ευδαιμονισμού, και τόσων άλλων μυρίων κακών, δεν έλειψαν, και δεν λείπουν και όλοι εκείνοι από τους νέους, που ανταποκρίνονται στην πρόσκληση του Χριστού που τους καλεί λέγοντας «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Ελπιδοφόρο σημείο η ύπαρξις και η καλλιέργεια ιερατικών κλίσεων, γι’ αυτό ας κάνουν και λίγη προσευχή και οι γονείς, οι ευσεβείς γονείς, για να δουν κανένα από τα παιδιά τους λειτουργούς του Υψίστου, μαθητάς, Αποστόλους και Ευαγγελιστάς του Σωτήρος ημών Χριστού και Θεού. Εφόσον βέβαια έχουν και τις προϋποθέσεις. Αλλά αυτό να σπέρνεται από βρεφικής ηλικίας.
Αλλά και μείς όλοι στις βραδινές μας προσευχές, ας θερμοπαρακαλούμε τον αρχηγό της Εκκλησίας να αναδεικνύει εργάτες στον αγρό της Εκκλησίας.
Τους έχουμε ανάγκη, διότι ο μεν θερισμός πολύς, οι εργάτες όμως και οι θεριστές είναι ολίγοι.
Αυτό διάβασε κάποιος γιατρός και έγινε κατόπιν ο περίφημος ομολογητής. Και βασανιζόμενος φρικτά με εξορίες και ταλαιπωρίες πολλές, ο όσιος Λουκάς από την Συμφερούπολη, θα ήθελα όλοι οι υποψήφιοι, θα το ήθελα, θα το επιθυμούσα, για να γίνουν κληρικοί σαν και αυτόν που με πήρε προχθές το βράδυ μετά τους χαιρετισμούς, αν το ήξερα θα του έλεγα τότε, τηλέφωνο, και μου είπε ότι πριν από χρόνια στο «άνω σχώμεν τας καρδίας» ένοιωθα να του αρπάζουν την καρδιά Χερουβείμ και Σεραφείμ, και να την ανεβάζουν στο θρόνο του Θεού, κι εκεί, μπροστά στη Ωραία Πύλη, με σηκωμένα τα χέρια, να μένει ως αγία, έμψυχος όμως, κολώνα ακίνητη, για περισσότερο από είκοσι λεπτά.
Σκεφτείτε λοιπόν, αυτόν τον λειτουργόν του Υψίστου, που γέμισε από Χριστόν και από φως Χριστού.

Αδελφοί μου, θα κλείσω με μια έκκληση προσευχής, προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν,
Κύριε και Θεέ,
Δέσποτά μας Κύριε Ιησού Χριστέ,
δώσε μας εργάτες για τον αμπελώνα Σου,

Αμήν.