Κυριακή, 26 Μαΐου 2002

Την παραλυσία της ψυχής μας ούτε την βλέπουμε, ούτε την αναγνωρίζουμε, ούτε και την πιστεύουμε



176 α
Κυρ. Παραλύτου 2002

«Θέλεις υγιής γενέσθαι»;
Όλοι μας προηγουμένως αδελφοί μου ακούσαμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που μας περιέγραψε την θεραπεία ενός αρρώστου, που ήτανε παράλυτος 38 ολόκληρα χρόνια.
Ο Θεός με τον Ευαγγελικό Του Λόγο που μας στέλνει κάθε μέρα τα μηνύματα της σωτηρίας, έτσι και σήμερα. Το να μπεί όμως μέσα στην καρδιά μας το μήνυμα του Θεού, ο Λόγος του Θεού, αν θέλετε και το πιο φτωχό ακόμα κήρυγμα, αυτό δεν είναι έργο που μπορούν να το κάνουν οι άνθρωποι. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από μας.
Σήμερα έγινε ένα θαύμα. Έγιναν δύο, έγιναν τρία, έγιναν πέντε, και τα ακούσαμε και στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και στο Αποστολικό.
Για μας που αναλύουμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, βλέπουμε ότι ο παράλυτος θεραπεύτηκε μ’ έναν και μόνον λόγο του Σωτήρος Χριστού. Ο ίδιος λόγος του Θεού απευθύνθηκε και στις δικές μας παράλυτες από την αμαρτία καρδιές.
Θεραπευθήκαμε; Όχι.
Αναστηθήκαμε; Όχι.
Πετάμε τώρα στους ουρανούς ως άγγελοι; Όχι!
Άρα δεν θεραπευθήκαμε και δεν γιατρευτήκαμε. Η ψυχή μας εξακολουθεί να είναι παράλυτη και καταπληγιασμένη από τις μαχαιριές της αμαρτίας, τις οποίες μαχαιριές εμείς επιτρέψαμε να δημιουργηθούν στο σώμα της ψυχής.
Ποιος θα μας θεραπεύσει; Ποιος θα μας αναστήσει; Ο Θεός! Και αυτό είναι το έργον Του. Η Θείας Χάρις ετοιμάζει τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Η Θείας Χάρις, η Χάρις του Θεού τον ταρακουνά τον άνθρωπο. Τον συγκλονίζει. Η Χάρις του Θεού τον φωτίζει. Η Χάρις του Θεού ερμηνεύει μέσα του τις αλήθειες του Ευαγγελικού Λόγου. Η Χάρις του Θεού κάνει το θαύμα, το θαύμα της μεταμορφώσεως του ανθρώπου. Η Χάρις του Θεού που πρώτα θεραπεύει την πληγή της αμαρτίας και ύστερα την κάθε σωματική αρρώστια. Γι’ αυτό και είπαμε ότι τον ετοιμάζει τον άνθρωπο, τον φωτίζει και λοιπά.
Μπήκε όμως αυτή η αλήθεια του Θεού η τόσο μεγάλη, αυτό το θαύμα, αυτός ο θείος φωτισμός, για να μην μπω στις δικές σας πάλι ψυχές και τύχω πολλές φορές της παρεξηγήσεως, την ερώτηση θα την κάνω στον εαυτό μου. Μπήκε μέσα στην ψυχή μου; Εγώ λέω δυστυχώς όχι. Και λέγω δυστυχώς διότι όλα μου έχουν καταντήσει αλίμονο και τρισαλίμονο, μια απλή συνήθεια.
Που είναι λοιπόν ο φωτισμός; Πού είναι η συντριβή; Πού είναι η μετάνοια; Που είναι της αλλαγής το θαύμα; Πού είναι αυτό το θαύμα μέσα μου; Πρέπει να ομολογήσω όχι μόνον εγώ αλλά και όλοι μας. Δεν ήρθα σήμερα να λειτουργήσω και σεις να λειτουργηθείτε ως μετανοημένοι χριστιανοί. Δεν ήρθαμε για να ξεφορτωθούμε το βάρος που κουβαλάμε στους ώμους της ψυχής μας. Γιατί; Γιατί εγώ δεν είχα την διάθεση να μετανοήσω. Γι’ αυτό και γύρω μου όλα είναι σκοτεινά. Δεν είμαι έτοιμος. Δεν άνοιξα τα μάτια μου για να δω το φως το αληθινόν. Το Αναστάσιμο φως. Δεν θέλω, όπως και δεν θέλεις όπως και δεν θέλουμε. Οι καρδιές μας, κακά τα ψέματα, είναι κλειστές. Τα μάτια μας τυφλά. Τα αυτιά μας κουφά. Και τα πόδια μας παράλυτα.
«Θέλεις υγιής γενέσθαι;» μας ρωτάει σήμερα ο Κύριος. Μας ρωτάει ο Σωτήρας μας! Θέλεις να γίνεις καλά; Με το στόμα και ίσως με και με ένα στόμα θα πούμε όλοι μας «ναι, μάλιστα». Και με την ψυχή μας όμως από μέσα μας, από πολύ πολύ πολύ βαθειά μέσα μας, εκεί όπου φωλιάζει το κακόν και η αμαρτία, από κει θα ακούσουμε μια φωνή που θα λέει «όχι». Γιατί; Γιατί δεν έχουμε ακόμη αληθινά μετανοήσει. Δεν έχουμε ακόμη αληθινά φωτιστεί. Γι’ αυτό και τόσα δεινά σκορπίζουμε από μόνοι μας γύρω μας.
Με τη σημερινή μας Θεία Λειτουργία και Θεία Κοινωνία συγκλονιστήκαμε μέσα μας; Έγινε μέσα μας αναστάσιμος σεισμός, σαν εκείνον που προκάλεσαν οι άγγελοι όταν απέσυραν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου για να πουν στις μυροφόρες «ουκ έστιν ώδε, αλλ’ ηγέρθη». Πλημμυρίσαμε από ανείπωτη χαρά, και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας μας; Έστω, αναπαυθήκαμε για λίγο; Θα πω ότι ένας, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, μπορεί να βίωσαν και να βιώνουν τη Χάρη του Αγίου Θεού. Οι άλλοι όχι, όπως και γω. Γιατί; Γιατί δεν συντονίστηκε η ψυχή μου με το θέλημα του Θεού. Δεν έχω αγαπήσει το Θείο Θέλημα. Πάρτε το είδηση. Όταν φτιάχνομε μία αμαρτία, όταν την αγκαλιάζουμε, όταν την διαπράττουμε, όποια και αν είναι αυτή, όσο μικρή και αν φαντάζει στα μάτια μας, αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού.
Θέλει ο Θεός να λέμε ψέματα; Όχι. Και μεις λέμε! Άρα; Το θέλημά Του δεν είναι θέλημα δικό μας. Εμείς λέμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γής», αλλά το θέλημά μας το θέλουμε κατά τέτοιον τρόπον, που να ταιριάζει με το θέλημα του Θεού. Να συμφωνεί δηλαδή ο Θεός με τα δικά μας καμώματα. Γι’ αυτό κάθε φορά που θέλουμε να εκκλησιαστούμε, και ημείς οι ιερείς να λειτουργήσουμε, πρέπει να ερχόμαστε με πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον. Με πνεύμα συντριβής και ταπεινώσεως. Με πνεύμα συνταυτίσεως του θελήματός μας, με το θέλημα του ουρανίου Πατρός που θέλει τη θεραπεία μας. Θέλει την ψυχική μας γιατρειά. Θέλει τη σωτηρία μας. Και τότε το μυστήριο της Θείας Λατρείας το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθίσταται αυτόματα η πιο μεγάλη πνευματική κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου θεραπεύονται οι πάντες και τα πάντα. Και το σπουδαιότερο, μέσα σ’ αυτό το μεγάλο θεραπευτήριο προσφέρεται το φάρμακο της αθανασίας. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Αν λοιπόν αδελφοί μου αυτό το γεγονός, αυτό το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού μέσα στην καρδιά μας πραγματοποιηθεί, τότε λοιπόν το «ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» παίρνει σάρκα και οστά. Θα προτιμήσουμε από τώρα, από τούτη τη στιγμή, και το παίρνομε αυτό απόφαση, και όσο θα ζήσουμε μετά, καλύτερα να πεθάνουμε παρά να αμαρτήσουμε. Αυτή όμως, προσέξτε, την απόφαση την παίρνουμε σαν συνειδητοί χριστιανοί, γιατί δυστυχώς τις περισσότερες φορές είμαστε λόγια. Και είμαστε μόνο λόγια και μάλιστα και μεγάλα και παχιά.
Εγώ βλέπω τώρα ότι φεύγει σιγά σιγά το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μου, φεύγει η ζωή και πλησιάζω προς το θάνατο. Δεν κάναμε απολύτως τίποτα. Δεν έκανα τίποτα. Δεν μπόρεσα να μαζέψω καρπό ούτε μιας τρύπιας πεντάρας. Γιατί δεν ταύτισα το θέλημά μου με το θείο θέλημα. Και μέναμε και μένω τις περισσότερες φορές στα λόγια, και όχι στις πράξεις. Στη γη και όχι στον ουρανό. Στην ύλη και όχι στο πνεύμα. Προσπαθείστε και να προσπαθήσουμε αυτό το πράγμα να το καταλαβαίνουμε. Ειδικότερα δε όταν πέφτουμε το βράδυ για ύπνο. Και όταν την άλλη μέρα ετοιμαζόμαστε να πάμε στην εκκλησία για να πάρουμε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτό λοιπόν που μετράει στο Θεό, είναι η στάσις της ψυχής μας. Η αληθινή μας μετάνοια. Και το ξέρει ο Θεός. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς. Αυτός είναι ο καρδιογνώστης. Αυτός είναι ο παντογνώστης. Πόσοι και πόσοι από τους χριστιανούς σήμερα προσπαθούν, σε όλα τα θαυματουργικά προσκυνήματα της πατρίδος μας με πλήθος προσευχών και παρακλήσεων να πείσουν τους Αγίους και την Υπεραγία Θεοτόκο για να τους κάνει ένα θαύμα. Και το θαύμα γίνεται και μάλιστα εκεί όπου υπάρχει αληθινή μετάνοια. Θαύμα στο σώμα, θαύμα και στην ψυχή. Θαύμα που μας κάνει παιδιά του Θεού. Που μας μεταμορφώνει, που μας σώζει. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και φαινόμενα τα οποία είναι πάρα πολύ θλιβερά. Προσευχές, δεήσεις, λειτουργίες λένε ιδιωτικές φτιάχνουμε, παρακλήσεις, τάματα, α, ο Θεός μας κάνει το χατίρι και μας απαντάει θετικά σε όλα αυτά. Αλλά μόλις θεραπευτούμε μένουμε μέχρις εκεί. Μόλις αποκατασταθεί η υγεία μας, μόλις λυθεί το οξύτατο πρόβλημά μας, και Θεό ξεχνάμε, και το θαύμα ξεχνάμε, και τους Αγίους ξεχνάμε, και την Παναγία ξεχνάμε, και τις προσευχές ξεχνάμε, και τα μυστήρια τα ξεχνάμε, όλα τα ξεχνάμε. Αυτοί είμεθα. Αχάριστοι, αγνώμονες, πανάθλιοι. Υπάρχουν και άλλοι πάλι οι οποίοι στις αρρώστιες, στις αναποδιές και στις θλίψεις της ζωής τα βάζουν με τον Θεόν. Και με τον Θεόν και με τους Αγίους και τους βλαστημάνε. Γογγύζουν, καταριώνται, αναθεματίζουν, θεομαχούν. Αλλά «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».
Έτσι λοιπόν εκείνο που μετράει είναι η θετική και συντετριμμένη στάσις της ψυχής μας απέναντι στο Θεό. Και ας μην ξεχνάμε, ο Θεός είναι ο μέγας φιλάνθρωπος, μας συμπαθεί, μας αγαπά, μας ελεεί, σφουγκίζει το δάκρυ μας, απαλύνει τον πόνο μας, και δίνει τη σωτήρια εντολή, «Ναι παιδί μου, να θεραπευθείς, να γιατρευθείς, να καθαριστείς, να συγχωρηθείς, δικός σου ο Παράδεισος, δική σου η Βασιλεία, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Και αυτό το πράγμα δεν είναι καθόλου μα καθόλου δύσκολο για το Θεό. Είναι; Δεν είναι! Η δυσκολία βρίσκεται μέσα μου, εγώ είμαι ο παράξενος, εγώ είμαι ο περίεργος, εγώ είμαι ο παμπόνηρος, ο κακός, ο δύστροπος, ο απότομος στους τρόπους, ο εγωιστής. Εγώ, και μόνον εγώ φταίω και κανείς άλλος. Όλη η δυσκολία στο να γίνει το θαύμα και το θαύμα της σωτηρίας βρίσκεται μέσα μου, δεν βρίσκεται στο Θεό. Εγώ φταίω. Και λειτουργούμεθα, και εξομολογούμεθα, και προσευχόμαστε, και μελετάμε την Αγία Γραφή, και την κουβαλάμε και στην τσέπη μας, κάνουμε και ένα άλλο πλήθος από καθήκοντα πνευματικά, πηγαίνουμε και στα προσκυνήματα, διαβάζουμε και τους βίους των Αγίων, ξέρουμε και τις παρακλήσεις απέξω, και τους Χαιρετισμούς, αλλά στο βάθος, δεν θα το πω στον πληθυντικό, θα το πω πάλι στον ενικό. Στο βάθος δεν αλλάζω. Παραμένω ίδιος. Θέλω να γίνεται το δικό μου. Και μόνον το δικό μου το θέλημα, και τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Αυτό που ικανοποιεί τον εγωισμό μου. Εμ; Άμα γίνεται έτσι τότε, πώς θα βοηθήσει ο Θεός; Αν θέλουμε διαρκώς να γίνεται το δικό μας; Πώς θα μας βοηθήσει; Πώς θα μας βοηθήσει αν δεν αλλάξουμε στάση απέναντί Του;
Άρα και το επαναλαμβάνω, από την δική μου αληθινή έμπρακτη μετάνοια και ταπείνωση εξαρτάται η αναγέννηση και η σωτηρία μου. Και τότε ο Θεός, αφού πλέον είμαι παραδομένος στο θέλημά Του ολοκληρωτικά, και εφόσον βέβαια το κάνω αυτό, και παραδοθώ εξ όλης ψυχής καρδίας ισχύος και διανοίας, αυτό σημαίνει «αγάπα Κύριον τον Θεών σου εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας» σημαίνει ότι με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή, μ’ όλη σου την διάνοια, το μυαλό, τη θέληση, με όλες σου τις ψυχοσωματικές δυνάμεις να παραδοθείς στο θείο θέλημα. Και τότε με την χάριν Του ο Θεός χαρίζει το φως το αληθινόν. Το φως της Αναστάσεως, το φως της Τριαδικής πίστεως, το φως της Θείας Μεταμορφώσεως, το φώς της Βασιλείας των ουρανών.
Παιδί μου, μηκέτι αμάρτανε και είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου.
Αμήν