Κυριακή, 2 Απριλίου 2006

Ο π. Αρσένιος ο ασκητής καί οί καταπληκτικοί αγώνες του



222-γ
Κυρ. Δ' Νηστειών, 2006

Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου, τιμά έναν μεγάλον άγιο, τον όσιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, συγγραφέα του μεγάλου ασκητικού βιβλίου που λέγεται Κλίμαξ. Γι’ αυτό και συνήθως καλείται ο Άγιος, Ιωάννης της Κλίμακος. Για τη ζωή και το έργο, όσο και για το περιεχόμενον του βιβλίου, έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο στα τόσα χρόνια που πέρασαν που είμαστε εδώ.
Γι’ αυτό θα τολμήσουμε να μιλήσουμε με λίγα λόγια για έναν σύγχρονο ασκητή, όμοιον με αυτούς τους ασκητάς που περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, στην Κλίμακά του. Πριν απ’ τον πόλεμο του 1940, πήγε στην σκήτη των Καυσοκαλυβίων, και μάλιστα στην καλύβα των Αρχαγγέλων, να γίνει μοναχός ένας νέος, που παίρνοντας το σχήμα του, ονομάστηκε Αρσένιος.
Εκεί έμαθε ξυλογλυπτική οικιακών συσκευών, γουδιά, κουτάλες, πιάτα, κουτάλια και άλλα πράγματα,.. όταν όμως ήλθε η Κατοχή του ’41 με ’44, όλοι πείνασαν και ιδιαιτέρως οι σκήτες και τα ερημητήρια. Οι ασκητές αναγκάστηκαν να τρώνε τότε βελανίδια, αγριοκάστανα, και φλούδες από δένδρα. Πολλοί δε από τους ασκητάς, πέθαναν απ’ την πείνα.
Έτσι ο Αρσένιος αναγκάστηκε να πάει στο μοναστήρι, της Σιμωνόπετρας όπου και παρέμεινε ως μοναχός.
Ύστερα από αρκετά χρόνια, η Ιερά Μονή, τον έβαλε παραλήπτη της ξυλείας στον αρσανά. Εκεί η μοναδική αρετή που καλλιεργούσε, ήταν να ανάβει τα καντήλια, να κάνει πενιχρώς τις ακολουθίες του, το κομποσχοινάκι του, και κυρίως να ψαρεύει. Τις Κυριακές όμως και όπως βέβαια και στις μεγάλες γιορτές, ανέβαινε στο μοναστήρι και παρακολουθούσε τις ακολουθίες. Έτσι πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Ένα ανοιξιάτικο απόγεμα, ψάρευε με το μικρό του βαρκάκι που δεν ήταν μεγαλύτερο από τρία μέτρα, ξαφνικά σηκώθηκε μπουρίνι φοβερό που πήρε τα κουπιά και ακυβέρνητο τα κύματα το έσπρωξαν μέχρι τους Σποράδες νήσους, και μέχρι την Αλόννησο. Φαγητό δεν είχε ούτε και νερό. Και απ’ τη φουρτούνα έκανε συνεχώς εμετούς. Για να μην πάθει όμως αφυδάτωση, έπινε θαλασσινό νερό, και πάλι νέους εμετούς. Εξαντλήθηκε τελείως και ξαπλώνοντας στην ακυβέρνητη βαρκούλα του, περίμενε πλέον τον θάνατό του, αλλά δεν έπαψε να φωνάζει να φωνάζει και να επικαλείται αφενός μεν την Παναγία λέγοντας «Συγχώρεσέ με», και αφετέρου τον Άγιο Νικόλαο. «Άγιε Νικόλαε», φώναζε, «πλήρωσέ με, που σου άναβα δώδεκα χρόνια το καντήλι σου. Γλύτωσέ με και γω αν γυρίσω ζωντανός, στο Άγιον Όρος θα γίνω ασκητής».
Τον άκουσε η Παναγία, τον άκουσε και ο Άγιος Νικόλαος, και τη δεύτερη μέρα άλλαξαν τα ρεύματα και έσυραν το βαρκάκι απ’ την Αλόνησο κοντά στην Κύμη.
Με όσες δυνάμεις του απέμειναν, συνέχισε να κραυγάζει για βοήθεια προς την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, με πάντα την ίδια υπόσχεση ότι άμα γυρίσει ζωντανός θα γίνει ασκητής.
Την τρίτη μέρα ένα ουράνιο αόρατο χέρι, ξανάπιασε τη γωνία της βάρκας, τη μύτη της, και την οδήγησε στον αρσανά της μονής. Νόμισε πως ονειρευόταν. Έτριβε τα μάτια του και τελικά συνήλθε. Σηκώθηκε και τρικλίζοντας, πάτησε στη στεριά και σύρθηκε για να πιεί νερό. Νερό κουβάδες ήπιε. Και αφού συνήλθε, πήγε στο κελάκι του αρσανά, και άναψε το καντηλάκι του Αγίου, και έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας και έλεγε «Άγιε Νικόλαε σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά που μ’ έσωσες αλλά εγώ το τάμα μου θα το εκπληρώσω».
Στη συνέχεια έφαγε και αφού συνήλθε ανέβηκε στο μοναστήρι. Εκεί όλοι οι μοναχοί έστησαν πανηγύρι χαράς γιατί τον πίστευαν πνιγμένο, πεθαμένο. Άλλωστε τον είχαν ψάξει. Αλλά οι έρευνες ήσαν αδύνατες λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής που υπήρχε.
Ο πατήρ Αρσένιος τους διηγήθηκε με λεπτομέρειες την περιπέτειά του, την ιερή του υπόσχεση και το τάμα και την θαυματουργική του διάσωση. Δόξασαν όλοι την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο που τον προστάτευσαν και τον έσωσαν αλλά δεν πίστευσαν ποτέ ότι θα μπορούσε ο καλοθρεμμένος αυτός πατήρ Αρσένιος και χοντρούλης να κάνει και να πραγματοποιήσει το τάμα του.
Ο Αρσένιος όμως, ζήτησε αμέσως να εξομολογηθεί, για να δει κυρίως με ποιο τρόπο θα τακτοποιήσει το τάμα του.
Εκείνες τις ημέρες εφιλοξενείτο στο μοναστήρι ως διαβαστής αναγνώστης ο πατήρ Αθανάσιος ο κατά σάρκα αδελφός του οσίου γέροντος Ιωσήφ του Σπηλιώτου και ησυχαστού, του γέροντος του γέροντός μου, άρα και παππού μου. Άκουσε λοιπόν την ιστορία του πατρός Αρσενίου ο πατήρ Αθανάσιος και του συμβούλευσε να εξομολογηθεί στον παπα Χαράλαμπο πού ’ταν τότε γέροντας στο Μπουραζέρι με μεγάλη συνοδεία.
Τον επισκέφτηκε ο πατήρ Αρσένιος, και μετά την εξομολόγησή του, αλλοιώθηκε πολύ η ψυχή του από τη Θεία Χάρη. Σ’ αυτό συνετέλεσε ασφαλώς κατά πολύ η αγάπη, η ταπείνωσις, και η διάκρισις του πατρός Χαραλάμπους. Γι’ αυτό και οι ασκητικές συμβουλές του, η άσκηση και νοερά προσευχή, είχαν άμεση ευεργετική επίδραση στην καρδιά του πατρός Αρσενίου. Πήρε λοιπόν κανόνα ασκητικό με νηστεία αγρυπνία εγκράτεια και προσευχή, - το ακούσαμε και στο Ευαγγέλιον, «τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται, όχι μόνον των δαιμόνων, αλλά και των παθών και κάθε δυσκολίας της ζωής ή μη με προσευχή και νηστεία». – Σα σφουγγάρι λοιπόν τα ρούφηξε όλα ο πατήρ Αρσένιος και το έκανε πράξη και βίωμα ζωής.
Άρχισε να ελαττώνει το φαγητό του σιγά σιγά, να αυξάνει τις μετάνοιες και τις αγρυπνίες και ενώ ήταν ευτραφής και γεμάτος όπως είπαμε, έγινε σα ρέγκα. Τόσο πολύ αδυνάτισε.
Στα ασκητικά του παλαίσματα πρόσθεσε και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή και έφθασε σε τέτοιο σημείο Θείας Χάριτος, που έλαμπε ολόκληρος.
Τελικά πήγε στον ηγούμενο, τον πατέρα Αιμιλιανό, και του είπε για το τάμα που είχε κάνει να γίνει ασκητής.
Ο ηγούμενος συγκινήθηκε, και του είπε:
- Μα ευλογημένε μου, εβδομήντα χρονών είσαι, τώρα θα γίνεις ασκητής; Και τώρα ..;
- Μάλιστα, τώρα άγιε ηγούμενε, και μάλιστα θα πάω στο Καλαμίτσι.
Καλαμίτσι είναι μια τοποθεσία 45 λεπτά μακρύτερα από την Μονή, προς τον κατήφορο κοντά στη θάλασσα και υπήρχε ένα σπιτάκι της Μονής το οποίον τακτοποίησαν οι πατέρες, και εκεί εγκαταστάθηκε ο πατήρ Αρσένιος.
Την πρώτη φορά που ανέβηκε στο μοναστήρι, μετά από αρκετόν καιρό ο πατήρ Αρσένιος, μετά δηλαδή από την εκεί ασκητική του εγκατάσταση, την απόσταση των σαρανταπέντε λεπτών, την έκανε σε τέσσερεις ώρες. Δεν μπορούσε πλέον να σύρει τα πόδια του από τη μεγάλη και σκληρή άσκηση. Ποια ήταν; Ακούστε.
Με ειδική ευλογία από τον ηγούμενο έκανε μια πνευματική συμφωνία. Ότι δεν θα ξαπλώσει πλέον σε κρεβάτι. Αλλά και δε θα καθήσει ποτέ ούτε στο σκαμνάκι ούτε σε καρέκλα ούτε σε πέτρα. Όρθιος θα κοιμάται, όρθιος θα τρώγει, όρθιος θα προσεύχεται, όρθιος θα μελετά την Αγία Γραφή, την Φιλοκαλία και τους Πατέρες. Τα πάντα όρθιος. Για να ξεκουράζεται δε, έκανε χιλιάδες μετάνοιες, όλη τη νύχτα. Και για μην πέφτει κάτω από την κούραση, έβαλε δύο κρίκους στο ταβάνι, ένα δεξιά και ένα αριστερά, έδεσε ένα τεράστιο μεγάλο σκοινί πού έκανε έτσι μια κοιλιά, έβαζε τα χέρια του πάνω, στο σκοινί, και όρθιος εκεί, ξεκουραζόταν λίγο ή λίγο τον έπαιρνε ο ύπνος. Τώρα τι ύπνος ήταν αυτός, μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Έτσι από τις απειράριθμες ώρες ορθοστασίας, έσπασαν οι φλέβες στα πόδια του και άρχισαν οι αμέτρητες αιμορραγίες. Και επιπλέον είχαν πρηστεί τόσο πολύ, που έμοιαζαν με πόδια ελεφάντων.
Όλη του όμως η ζωή μέρα και νύχτα ήταν το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Πότε φωναχτά, πότε πολύ δυνατά. Πότε σιγανά, πότε με το νου, αλλά πολύ συχνά με την καρδιά του.
"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και να η θεωρία! Και να η ξένη έλλαμψις! Και να το φως το αληθινόν. Έτσι καλλιέργησε και τη νοερά προσευχή. Και οι θεϊκές αλλοιώσεις, διαδέχονταν η μία την άλλη.
Έφθασε να κοιμάται όρθιος πάνω στο σκοινί μόνον μια ώρα το εικοσιτετράωρο. Το φαγάκι που του προμήθευε το μοναστήρι της Σιμωνόπετρας, ήταν μόνο παξιμάδι και ελιές. Έτρωγε, ένδεκα ελιές το πρωί, με ένα μικρό παξιμαδάκι τόσο δα, και ένδεκα ελιές το βράδυ με άλλο τόσο παξιμαδάκι βουτηγμένο στο νερό.
Ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε τα Θεοφάνεια, ούτε το Πάσχα, ούτε στις δεκαπέντε Αυγούστου, ούτε στο πανηγύρι της μονής έτρωγε κάτι περισσότερο. Μόνον έντεκα ελιές. Ούτε ένα φρούτο, ούτε μια ρόγα από ένα σταφύλι, ούτε ένα φύλλο από μαρούλι, ούτε μια πατάτα έστω ωμή ή ένα κρεμμύδι, ή ένα λουκουμάκι, άνθρωπος ήταν, ούτε έναν καφέ. Ούτε ένα κουκί ξηρό. Μόνον ένδεκα ελιές το πρωί και το βράδυ, με λίγο παξιμάδι. Και όλα αυτά στις ημέρες μας. Στην δεκαετία 1970 – 1980.
Έτσι ύστερα από οκτώ χρόνια, σκληρής τέτοιου είδους ασκήσεων κλονίστηκε η υγεία του, και με σοβαρό γλαύκωμα στα μάτια, σχεδόν είχε τυφλωθεί. Έτσι αναγκάστηκαν οι πατέρες, και τον πήραν στο μοναστήρι, παρά τις αντιρρήσεις του. Εκεί όμως εγκαταβίωσε με την ίδια ασκητική ζωή, με τις ίδιες μετάνοιες, με την ίδια ορθοστασία, με την ίδια νηστεία με τις έντεκα ελιές, και το πρωί και το βράδυ.
Τουλάχιστον όμως στο μοναστήρι, κατ’ εντολή του ηγουμένου κοινωνούσε κάθε μέρα ενώ στο ασκητήριό του μια φορά την εβδομάδα, όταν κατέβαινε ο εφημέριος της μονής.
Από την ασιτία είχε γίνει πλέον πετσί και κόκαλο, και απ’ την ορθοστασία εκτός από τις μεγάλες αιμορροούσες πληγές του, είχε πάθει διπλό σπάσιμο της κοίλης.
Κάποτε οι πατέρες της μονής, είχαν διαπιστώσει ότι έκανε βαθιές μετάνοιες επί εννέα ώρες συνεχώς. Και ακουγόταν ο κρότος της μετανοίας απ’ το κεφάλι που κτυπούσε το πάτωμα. Από τις χιλιάδες αυτές μετάνοιες, και με το κτύπημα που έδινε στο κεφάλι του, κυριολεκτικώς το είχε τσακίσει. Μια μεγάλη πληγή και ένας όγκος είχε σχηματιστεί εδώ τεράστιος, σαν καρκίνωμα.
Και τον ρωτούσαν οι μοναχοί:
- Μα γιατί πατέρ Αρσένιε κτυπάς τόσο δυνατά το κεφάλι στο πάτωμα, δεν φτάνουν οι μετάνοιες; Έχεις γίνει χάλια, δεν βλέπεις;
Ο πατέρας απάντησε:
- Είμαι τόσο αμαρτωλός, - για να δούμε αν το λέμε και μείς αυτό - που οι αμαρτίες μου με πνίγουν, και δεν προλαβαίνει η προσευχή μου να βγει απ’ το λαρύγγι μου. Δεν μπορεί να ξεπεράσει το ταβάνι και να τις ακούσει ο Χριστός μας. Τουλάχιστον ας ακούει τα κτυπήματα από το κεφάλι μου και ας με λυπηθεί και ας με σώσει.
Τι να πουνε οι μοναχοί μπροστά στην τόση αυταπάρνηση και στην τόση του ταπείνωση;
Αγράμματος ο πατήρ Αρσένιος. Αλλά θεοφόρος. Κεχαριτωμένος. Σοφός, διακριτικός. Άκρα σιωπηλός και ασκητικότατος. Με ηγνισμένον σώμα, κεκαθαρμένον στόμα, και πεφωτισμένον νουν, όπως θα μας έλεγε ο σημερινός εορταζόμενος Άγιος Ιωάννης ο Σιανΐτης στην Κλίμακά του. Και ποιος γνωρίζει τα υπερβατικά βιώματά του, και τις θεωρίες του στην προσευχή; Μόνον ο Θεός.
Και φθάνουμε στις 12 Μαρτίου 1980, όπου ο πατήρ Αρσένιος για πρώτη φορά δεν κοινώνησε. Ήδη είχε αδιαθετήσει και είχε υποστεί το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Την επομένη, 13 Μαρτίου, ακολουθεί δεύτερο επεισόδιο, γίνεται αμέσως ευχέλαιο και κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων με πλήρη νηφαλιότητα. Και όταν το βραδάκι άρχισε να κτυπά το τάλαντο, άρχιζε η Μεγάλη Εβδομάδα, ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, πέταξε η ψυχούλα του, που ασφαλώς θα την παρέλαβε ο Άγιος Νικόλαος, στα παλάτια της Βασιλείας των Ουρανών. Στη δόξα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, που τόσο πολύ ηγάπησε.
Τώρα χαίρεται και θα χαίρεται εις τους αιώνας των αιώνων, τη χαρά του Παραδείσου, μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, τον Άγιο Νικόλαο και όλους τους εν ασκήσει διαλάμψαντας οσίους πατέρας και αγίους.

Χριστιανοί μου,
ο Αρσένιος, ο πατήρ Αρσένιος, από τις εικοσιτέσσερις ώρες, τις εικοσιτρείς τις διέθετε στην προσευχή! Μάλιστα στην προσευχή! Προσευχή με μετάνοιες, προσευχή με νηστεία – ασιτία, προσευχή μέσα στους σκληρούς χρόνους, προσευχή με την επί δέκα χρόνια οδυνηρή ορθοστασία. Γι’ αυτό και έλαβε τόσα ουράνια χαρίσματα. Και ήκουσε παρά του Κυρίου, «ά ρήματα ά οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και απ’ την καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Δηλαδή τα ακατάληπτα μυστήρια του Θεού και απόρρητα, που δεν μπορεί ανθρώπινο μάτι να δει, ούτε και ανθρώπινο αυτί να ακούσει, ούτε και ανθρώπινος νους να τα καταλάβει, σ’ αυτόν ήτο θεωρία και ζωή.

Εμείς όλοι εδώ που βρισκόμαστε τώρα, και γω μαζί σας, δεν εξαιρώ καθόλου τον εαυτό μου, πόση προσευχή κάνουμε; Πόσα λεπτά της ημέρας και της ώρας διαθέτουμε για να κάνουμε προσευχή εξ όλης καρδίας και ψυχής και διανοίας; Πόσα λεπτά;
Ο Θεός πλούσιος εν ελέει, μας προσφέρει πολλά χαρίσματα δωρεάν, και μάλιστα μέσα από τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια, όταν σ’ αυτά προσερχόμεθα εν μετανοία, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης. Αλλά τα ουράνια χαρίσματα δίδονται με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή. Το λέει και το τροπάριο: «νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών». Εμείς όμως ούτε ζωντανή πίστη έχουμε, ούτε αγάπη ενεργουμένη έχουμε, ούτε τις εντολές τηρούμε, ούτε και προσευχή κάνουμε, ούτε δάκρυα μετανοίας έχουμε, τουλάχιστον, τουλάχιστον, ας ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί. Μήπως κάποιος πιστεύει ότι δεν είναι αμαρτωλός;
Πες ήμαρτον στο πετραχήλι του πνευματικού, αλλά πεσ’ το! Να το πεις και να το πιστεύεις, και να φωνάξεις σαν τον Άσωτο «Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου Κύριε. Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Και τότε θα σωθείς. Ναι είμαι βέβαιος, χίλια τα εκατό θα σωθείς! Θα βρεις Παράδεισον και κληρονομιά της Βασιλείας των Ουρανών, γιατί σ’ αυτόν ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, στο Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν πάντων ημών,

Αμήν.