Παρασκευή, 21 Απριλίου 2006

Κήρυγμα Εσπερινού Αποκαθηλώσεως 2006



228 β
Εσπερινός Μ.Παρασκευής 2006

... η οποία αγγίζει ολόκληρο το θεανθρώπινο δράμα δια την σωτηρίαν του ανθρώπου, γέμιζε πολλές φορές την ψυχή μου με απορία, πως μπόρεσαν και εγράφησαν αυτά. Διότι ασφαλώς δεν ήταν μόνον ένα άλφα ή βήτα ποιητικό ταλέντο όπως το βλέπουμε στους κατά κόσμον σοφούς και ποιητάς. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο.
Εφαίνετο πως οι άνθρωποι αυτοί οι ποιηταί, εζούσαν αυτό το δράμα. Έζησαν αυτήν την αγωνία, ένοιωσαν παραδείγματος χάριν και όχι μόνον έτσι, αλλά ύστερα από νηστεία, από αγρυπνία, από προσευχή, και ειδικότερα όταν η προσευχή τους, ο νους, ολόκληρος ο ψυχοσωματικός άνθρωπος, προσπαθούσε να εισέλθει στην καρδιά, διότι εκεί εδράζεται η χάρις του Αγίου Θεού, εκεί και ο θρόνος Του, εκεί και η αποκάλυψις. Εκεί και η αποκάλυψις!..
Και είδαν λοιπόν, και μέχρι σήμερα εξακολουθούν τινές, να βλέπουν με τα μάτια της ψυχής, όχι με τα μάτια του σώματος, αλίμονον…
Μας είπε η προφητεία «ουδείς δύναται ειδείν το πρόσωπό μου και ζήσεται». Δεν υπάρχει άνθρωπος. Αλλά το πρόσωπον του Σωτήρος Χριστού μπορούμε όμως να το δούμε μέσα στην καρδιά. Και έτσι είδαν λοιπόν, να μεταβάλλεται αυτή σε υπερώον της Ιερουσαλήμ. Και κεί ο Κύριος, να του πλένει τα πόδια της ψυχής για να τον καθαρίζει, να τον ετοιμάζει, για να του προσφέρει σε λίγον το Σώμα Του και το Αίμα Του. Και να του λέγει «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το Σώμα μου, και πίετε εξ αυτού, πάντες και σύ μαζί μου, τούτο εστί το Αίμα μου». Δεν είναι μόνον το υπέρ πολλών εκχυνόμενον, αλλά είναι και για σένα. Και κείνη τη στιγμή, σα να προσφέρεται αοράτως, δεν ξέρω πώς να σας το πω, δεν ξέρω, γεύεται και καταπίνει, στο βάθος της ψυχής του, το Αίμα του Κυρίου που προσφέρθηκε στο Μυστικό εκείνο Δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης.
Και κατόπιν βλέπει τον εαυτόν του γονατιστόν, δίπλα στο Χριστό, να του λέει «γεννηθήτω το θέλημά Σου, όχι όπως θέλω εγώ, όπως θέλεις εσύ, εσύ όπως θέλεις»…
Και δεν θα έχει από το πρόσωπό του ο ιδρώτας ωσει θρόμβοι αίματος…
Και κατόπιν να ενθυμείται την άλφα ή την βήτα αμαρτία ή πτώση, τη μικρή ή τη μεγάλη, και να την βλέπει σαν προδοτικό φίλημα, στο πρόσωπον του Ιούδα, στο πρόσωπον του Κυρίου ως ο Ιούδας.
Και κατόπιν να συλλαμβάνεται, να ενδύεται, να χλευάζεται, να τίπτεται επί της κεφαλής αυτού, από τον καλαμον, να ενδύεται την χλαμύδα την κοκκίνην, τόσα άλλα, όσα συνέβησαν.
Και να ζεί αυτό το δράμα, με σπαραγμό καρδίας, μέσα στην καρδιά, μέσα στην ψυχή, όχι έξω, μ’ αυτούς τους συναισθηματισμούς, που πολλές φορές μας διακρίνουν. Όταν περιφέρεται ο Εσταυρωμένος με το σήμερον κρεμάται επί ξύλου, με την Αποκαθήλωση σε λίγο, ή με την περιφοράν του Επιταφίου. Όχι. Με ένα άλλο συναίσθημα που είναι πέρα από ψυχικό, είναι ουράνιο, είναι ακατάληπτο, παράλληλο, και η αγάλη του, διότι εκείνη τη στιγμή για λογαριασμό σου, για λογαριασμόν της ψυχής σου, στενάζει το Πνεύμα το Άγιον με «στεναγμοίς αλαλήτοις».
Και τον βλέπεις σταυρούμενον διά την σωτηρίαν και ενώ λυπάται, και ενώ πονάω, πονάω πολύ βαθιά, εν τούτοις χαίρεται διότι το θείον αυτό δράμα είναι ο θάνατος που πάτησε τον θάνατον, και χάρισε ζωή στους ανθρώπους, και η καρδιά του θριαμβευτικά φωνάζει «Χριστός Ανέστη».
Και τότε συνέρχεται και βλέπει ότι είναι είτε καθισμένος στο σκαμνάκι του είτε είναι γονατιστός και προσεύχεται και τα χέρια του είδε είναι ξερά αν τυχόν και είναι διψασμένος. Γι’ αυτό έγραψαν, γι’ αυτό έγραψαν, επειδή τα έζησαν μαζί με το Χριστό, μαζί σου την ίδια εποχή, που ο χρόνος και ο χώρος καταργείται, στο Χριστό, τα πάντα γίνονται σήμερα, γι’ αυτό και είπαμε και χθές και σήμερα, «σήμερον κρεμάται επί ξύλου».
Τα έζησαν μαζί Του, και πήραν κατόπιν το καλάμι στο χέρι τους, την πένα, τη γραφίδα, και έγραψαν αυτά, αυτούς τους υπέροχους ύμνους, τις ωδές αυτές πνευματικές, που με τόση συγκίνηση ευλάβεια και κατάνυξη μας έχουν αποδώσει μέχρι αυτή τη στιγμή και το βράδυ πιστεύω και ύστερα και αύριο και μεθαύριον, το αποδίδουν οι ιεροψάλτες μας.
Αλλά να ξέρετε όμως, εάν δεν ζήσουμε εν Πνεύματι Αγίω, μέσα από τους ίδιους στεναγμούς, τους αλαλήτους του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην καρδιά μας, το θείον δράμα, δεν θα το ζήσουμε ποτέ, δεν θα το καταλάβουμε ποτέ. Θα μπαίνουμε μέσα, θα κάνουμε τυπικά και γρήγορα το Σταυρό μας, θα προσκυνήσουμε, μαγικά να πάρουμε κάτι απ’ τη χάρη, και αφήνουμε και να πούμε και του χρόνου και χρόνια πολλά. Αμ’ δεν είναι αυτό Μεγάλη Εβδομάδα… ούτε Θεοφάνεια, ούτε Χριστούγεννα, ούτε Μεγάλη Παρασκευή, ούτε Κυριακή της Αναστάσεως. Είναι κάτι άλλο που εύχομαι να το ζήσετε, κάτι από όλα αυτά, έστω, και για λίγα δευτερόλεπτα. Μάρτυς μου ο Κύριος. Σας το εύχομαι, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα.