Κυριακή, 20 Μαΐου 2007

Ο Θεός ακούει τίς προσευχές όλων μας ακόμα καί τών αμαρτωλών



202-β
Κυρ Αγ Πατερων 20.5.2007

Κάθε προσευχή χριστιανοί μου πιάνει τόπο.
Και να μη λέμε ότι ο Θεός εμάς δε μας ακούει, επειδή είμεθα αμαρτωλοί.
Εκατοντάδες χριστιανοί επικοινωνούν με τους πνευματικούς είτε έρχονται στο εξομολογητήριο, είτε με επιστολές, είτε με φάξ, είτε πολύ περισσότερο με το τηλέφωνο, και ζητούν από τους πνευματικούς, να κάνουν προσευχή, για το άλφα ή βήτα ζήτημα, και για πολλά και ποικίλα προβλήματα, όχι μόνο πνευματικά, αλλά και για οικογενειακά, ακόμα οικογενειακά, ψυχολογικά, ασθενειών, συζυγικά, αποκαταστάσεως και να μην … με τόσες άλλες διαφορές που έχουν τα αιτήματα.
Κι ο ισχυρισμός πάντοτε είναι ο ίδιος.
Εμάς δε μας ακούει ο Θεός, επειδή είμεθα αμαρτωλοί.
Ο Θεός όταν έλεγε «αιτείτε και δωθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται», το έλεγε για όλους.
Το έλεγε και για τους αμαρτωλούς. Δεν τους εξαίρεσε από την προτροπή αυτή, ζητώντας οι άνθρωποι να προσεύχονται.
«Αγρυπνείτε και προσεύχεστε να μη εισέλθετε εις πειρασμόν».
Πολύ περισσότερο βέβαια θα πρέπει να αγρυπνούμε και να προσευχόμεθα, εν παντί τόπω και με κάθε τρόπο όταν μας κτυπούν οι πειρασμοί πάσης φύσεως.
Άλλωστε οι παραβολές του Τελώνου και Φαρισαίου, με τον Τελώνη να φωνάζει «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και να κτυπάει το στήθος του,
όπως και η παραβολή του Ασώτου υιού, όπου ο επιστρέψας υιός φωνάζει το «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου»,
μας αποδεικνύει ότι οι προσευχές των αμαρτωλών εισακούονται.

Το πλέον ζωντανό παράδειγμα προσευχής, ζωντανής προσευχής, αποτελεσματικής προσευχής, την έκανε ένας αμαρτωλός, την έκανε ένας ληστής, ένας φονιάς, ένας κακούργος πάνω στο Σταυρό.
«Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου». Πόσες λέξεις είναι, οκτώ εννιά, δέκα, πόσες είναι; Κι όμως έγινε πρώτος πολίτης της βασιλείας του Θεού.
Όταν λοιπόν χριστιανοί μου μας ζητάτε εσείς, είτε οι άλλοι που είναι απέξω, τις προσευχές μας, η προτροπή είναι μία. «Να κάμετε και σείς προσευχή».
Έτσι συστήνουμε πολλών ειδών προσευχές στους χριστιανούς μας.

Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, ήρθε ένα οξύ πρόβλημα καρκίνου σε μια οικογένεια, επιθετικού καρκίνου, και τηλεφώνησαν στην Αριζόνα.
Και κείνος τους είπε να ταξιδέψετε αν είναι δυνατόν και σήμερα, αύριο, και να πάτε στον Πανορμίτη που είναι απέναντι απ’ τη Ρόδο, και κει στον Αρχάγγελο να κάνετε προσευχή και παράκληση.
Δεν είπε «μείνετε ήσυχοι, το πρόβλημα σας το έλυσε, την ασθένεια σας την αποκατέστησα με τις προσευχές μου», όχι, είπε «οι προσευχές μου είναι φτωχές και αδύνατες, θα τις στείλω βέβαια στον Κύριο, αλλά να κάμετε και σεις προσευχή, και θα πάτε εκεί».
Και χειμώνα καιρό, με την κακοκαιρία που βασίλευε, ταξίδεψαν και με χίλιες δυο δυσκολίες, έστω και για μια ώρα, βρέθηκαν ύστερα από δυο μέρες στον Πανορμίτη, έκαναν την προσευχή τους και επέστρεψαν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Και ύστερα πήγαν στο νοσοκομείο, και έκαμαν την εγχείρηση που είχε επιτυχία.

Να σας πω ένα δεύτερο παράδειγμα, και θα τελειώσω γιατί δεν είμαι τόσο καλά.
Μια μάνα είχε τρία παιδάκια. Το ένα πίσω απ’ τα’ άλλο. Τριών χρονών, τεσσάρων χρονών, πέντε χρονών.
Τα δύο πεθαίνουν από λευχαιμία. Αρρωσταίνει και το τρίτο με λευχαιμία. Και το πάνε στο νοσοκομείο. Το πάει, η μάνα, χήρα ήταν, είχε χάσει και τον άντρα της.
Δραματική η κατάστασις, ένα βράδυ απ’ αυτά όπου το παιδάκι χαροπάλευε. Πέρασε ένας γιατρός όλως εκτάκτως, ο διευθυντής του τμήματος, γιατί κάποια οικογένεια τον είχε παρακαλέσει, τον είχε πληρώσει, δεν ξέρω τι είχε κάμει, και έτσι ήρθε να δει κάποιο παιδάκι.
Εκείνος κάτω από μια ώθηση, - του Θεού ασφαλώς - , πέρασε και απ’ τα’ άλλα παιδιά, και είδε και το παιδάκι αυτής της χήρας γυναικός.
Της λέει «πονεμένη μάνα, πάρε το παιδάκι σου και φύγε τώρα τουλάχιστον να πεθάνει στην αγκαλιά σου και στο σπίτι σου. Δεν πρόκειται να ζήσει παραπάνω από μία ώρα. Είναι, είναι μία ώρα η ζωή του, ή δεν είναι. Αυτοί όπως καταλάβατε θα σας δώσουν εξιτήριο τώρα, να μη σε σταματήσει έξω ο φύλακας του νοσοκομείου …».
Πράγματι λοιπόν, το δώσαν. Αυτή τάχε χάσει εν τω μεταξύ, ήδη τάχε χαμένα, αρπάει το παιδί της στην αγκαλιά και βγαίνει έξω στους δρόμους.
Ήταν τρείς η ώρα τη νύχτα. Τρείς, τρεισήμισι. Κανείς στους δρόμους, ερημιά, παντελή. Και τσίριζε και φώναζε.
Και σε μια στροφή του δρόμου βλέπει ξαφνικά μπροστά της μια γυναίκα, μια νεαρή σχετικά γυναίκα, τριάντα ετών, πόσο ήταν. Μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά της. Ποια δουλειά; Ήταν πόρνη! Και είχε τελειώσει την νυχτερινή της βάρδια της αμαρτίας.
Μόλις έφτασε μπροστά της τρέχοντας με το μωρό στην αγκαλιά, το πέταξε στην αγκαλιά αυτής της γυναίκας.
Έπεσε στα πόδια της και φώναξε : «Σώσε το παιδί μου, σώσε το παιδί μου, σώσε το παιδί μου».
Τάχασε αυτή. Πόρνη ήταν, αμαρτωλή ήταν, γεμάτο βρωμιά και δυσωδία, μόλις είχε τελειώσει και κλείσει την πόρτα της αμαρτίας.
Τι να κάνει. Στα πόδια της μια μάνα. Στα χέρια της ένα παιδί που έσβηνε. Το είδε ο Θεός.
Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και φώναξε, είπε: «Θεέ μου, εγώ είμαι αμαρτωλή, είμαι πόρνη, τώρα μόλις τελείωσα. Αν δεν μ’ ακούς εμένα, και δεν θα μ’ ακούσεις βέβαια γιατί είμαι αμαρτωλή, άκουσε τουλάχιστον αυτήν την πονεμένη μάνα». Αυτά είπε.
Και κείνη τη στιγμή έγινε το θαύμα!
Το παιδί άνοιξε τα μάτια του και είπε «μανούλα», και αγκάλιασε με τα χεράκια της την πόρνη.
Της τόδωσε και το θαύμα έγινε.
Ο Θεός άκουσε την προσευχή μιας αμαρτωλής.
Όχι της μάνας. Μιας αμαρτωλής, μιας πόρνης. Όπως την άκουσε και με τόσα παραδείγματα που έχει το Άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, αφού αφιερώνει μια ολόκληρη ημέρα, απ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα, στη μετάνοια και στην αγάπη, και στην πίστη μιας αμαρτωλής, και πόρνης μάλιστα αμαρτωλής.

Το δεύτερο λοιπόν αυτό συγκλονιστικό παράδειγμα όπως και το πρώτο, μας διδάσκουν ότι οι προσευχές μας, εισακούγονται όλες, έστω και αν είμαστε αμαρτωλοί, όταν πρόκειται να κάνομε προσευχές για τον πλησίον μας. Και πολύ περισσότερο βέβαια προσευχές για το παιδί μας, για τον αδελφόν μας, και κυρίως όταν κάνομε προσευχές για τον εχθρόν μας.
Γι’ αυτό λοιπόν όταν λέμε την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», την οποίαν εδώ και εικοσιπέντε χρόνια σας συνιστώ, να την κάμετε όπωσδήποτε, ημέρα και νύχτα, σε όποιο τόπο και χρόνο, τη λέμε, ζητάμε έλεος γιατί είμεθα αμαρτωλοί.
Έλεος! Και το έλεος το χαρίζει ο Θεός μόνον στους αμαρτωλούς. Οι δίκαιοι δεν έχουν ανάγκη να ζητήσουν έλεος, διότι λέει «ο τους δικαίους αγαπών, και τους αμαρτωλούς ελεών».
Άρα λοιπόν όλοι εμείς που είμεθα αμαρτωλοί, να κάνομε πρώτα τη δική μας προσευχή, να γονατίσομε, να συντριβούμε, να κάνομε ό,τι μας ζητάει η Αγία μας Εκκλησία, ο Κύριός μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, και ύστερα, να πάρομε το τηλέφωνο, ή να πάμε στον πνευματικό, και να του ζητήσομε βοήθεια και συνδρομή και την συμπαράστασή του με προσευχή.
Η αγάπη του Θεού νάναι πάντοτε μαζί σας, γιατί σ’ Αυτόν ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας,
Αμήν.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2007

Ανάλυσις καί αναφορά στό εγώ ειμί ο λαλών σοι



202-α
Κυρ Σαμαρείτιδος 6.5.2007

«Εγώ ειμί ο λαλών σοι.»
Πώς να μην δοξάσομε τον Θεό χριστιανοί μου, όταν η Εκκλησία μας αφιερώνει μια ολόκληρη ημέρα, από την Μεγάλη Εβδομάδα σε μια αμαρτωλή γυναίκα, σε μια πόρνη, και πώς να μη δοξολογήσομε το όνομα του Σωτήρος Χριστού, όταν δεν κατακρίνει και συγχρόνως συγχωρεί, την επ’ αυτοφόρω μοιχαλίδα γυναίκα με την παράκληση και σύσταση, «Μηκέτι αμάρτανε, μην ξαναμαρτήσεις».
Και πώς να μην δοξολογήσουμε το Πανάγιον όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όταν ο ίδιος μας βεβαιώνει ότι αι πόρναι και τελώναι προάγουσιν ημάς, εις την βασιλείαν των ουρανών.
Μπαίνουν πιο μπροστά από σας δηλαδή, που νομίζετε τους εαυτούς σας ότι έχετε αρετή.
Και πώς να μην βροντοφωνήσουμε γεμάτοι από ευγνωμοσύνη «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε», όταν βλέπουμε να κάμει πρώτον πολίτην και κάτοικον του Παραδείσου, έναν ληστή, έναν κακούργο και φονιά;
Μεγάλη η ελπίδα των αμαρτωλών στα σπλάχνα οικτιρμών, του Παντελεήμονος Αγίου Θεού.
Και ακόμα μεγαλύτερη γίνεται η ελπίδα μας όταν έλθουμε στη σημερινή ημέρα.
Γι’ αυτό και θα Τον δοξάσομε και σήμερα τον Θεόν, ακόμα περισσότερο, γιατί Τον βλέπομε να βεβαιώνει σε μια αμαρτωλή γυναίκα τη Σαμαρείτιδα, ότι Αυτός που στέκεται μπροστά της, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου.
«Εγώ ειμί ο λαλών σοι». Ότι είναι ο Χριστός και Σωτήρας του κόσμου, το διατράνωσαν όταν γνώρισαν ύστερα από λίγο, τον Κύριο και οι Σαμαρείτες.
Ναι χριστιανοί μου Αυτός είναι. Το φώς του κόσμου, το φως το αληθινόν, η οδός και η αλήθεια. Η ζωή και η Ανάστασις, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.
Είναι Αυτός που διαβεβαίωσε στη Σαμαρείτιδα ότι είναι το ύδωρ το ζόν, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον.
Είναι Αυτός ο ίδιος που διεκήρυξεν ότι «Εγώ είμαι ο Άρτος της Ζωής, ο εκ του ουρανού καταβάς».
Είναι αυτός που μας τρέφει και μας συντηρεί με το Τίμιον Σώμα Του και το Πανάγιόν Του Αίμα.
«Ο τρώγων μου την Σάρκαν και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον».
Γι’ κι ημείς οι ιερείς όταν κοινωνούμε εσάς τους πιστούς, πρέπει να λέμε μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού τάδε, Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Πως λοιπόν να μην αναπέμψομε δοξολογίες και ευχαριστίες, για την λυτρωτική αυτή προσφορά του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού μέσα από τη Θεία Λειτουργία;
Και όταν εμείς από ραθυμία, για να μην πω και από τέλεια αδιαφορία, δεν αναπέμπομε τις οφειλόμενες ευχαριστίες στο Θεό, τότε ο ίδιος ο Κύριος αναλαμβάνει να μας τις υπενθυμίσει διά μέσω της Εκκλησίας Του.
Η Εκκλησία όμως ως συγκροτημένο Σώμα Χριστού έχει τους εκπροσώπους της, τους οικονόμους δηλαδή της Θείας Χάριτος, τους επισκόπους, τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους.
Η Εκκλησία λοιπόν έχει τα Πανάγια σωστικά μυστήρια, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Ευχαριστία και Ιερά Εξομολόγηση.
Έχει επίσης το Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον, δηλαδή την Αγία Γραφή αλλά και την Ιερά Παράδοση.
Έχεις τους Αγίους, έχει τα θαύματα, έχει ιερούς ναούς, έχει το Άγιον Δισκοπότηρον και μια ιστορία μαρτυρική.
Αλλά το κατ’ εξοχήν γνώρισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η Θεία Λειτουργία, που μας χαρίζει το μέγιστον αγαθόν, το Θεία Κοινωνία, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Και να που στα μάτια όλων των χριστιανών, προβάλλεται η μορφή του ιερέως, του παπά, του ποιμένος των λογικών προβάτων.
Και τι είναι ο παπάς; Πολλοί λένε άνθρωπος.
Και τι είναι κάθε λειτουργός του Υψίστου;
Ναι είναι άνθρωπος. Αλλά περισσότερον όμως απ’ όλα, είναι προσφορά θυσίας, κόπου μόχθου και αγωνίας, όχι μόνον για τη δική του προσωπική σωτηρία, αλλά και για σας τους χριστιανούς που αποτελείτε το λογικό του ποίμνιο.
Γ’ αυτό όταν ιερουργεί οφείλει νάναι πάλευκος όπως πάλευκα είναι και λαμπερά και αστραφτερά τα άμφια που ενδύεται.
Αλλά και σεις με την παρουσία σας μέσα στους ιερούς ναούς, και ειδικά στην Θεία Λειτουργία, με όλο σας τον ψυχικό κόσμο, πρέπει να λαχταράτε τη λύτρωσή σας από τα δεσμά της αμαρτίας, από την τυραννία των παθών, από την μισανθρωπία των φθονερών πνευμάτων, των φθονερών δηλαδή δαιμόνων, και από την κακία του κόσμου που μας περιβάλλει.
Και ακόμα περισσότερο πρέπει να λαχταράμε, και σεις και μείς, ως λειτουργοί του Υψίστου, την Ένωσή μας με τον Θεόν, διά μέσου της Θείας Κοινωνίας.
Μας υποδέχονται οι κωδωνοκρουσίες των καμπαναριών των διαφόρων Εκκλησιών, στον Εξάψαλμο, στις καταβασίες ή στην ενάτη της Θεοτόκου, και στην θριαμβευτική Δοξολογία.
Μας υποδέχονται και μας φωνάζουν οι Άγιοι της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, -γυρίστε και κοιτάξτε, λίγους έχουμε εδώ, άλλοι ναοί που είναι πολύ πιο μεγαλύτεροι, έχουν ασυγκρίτως πολύ περισσοτέρους αγιογραφημένους Αγίους-, και μας προσκαλούν ακόμα και από τις εικόνες των προσκυνηματηρίων, και του Ιερού Τέμπλου, όχι μόνον για ύμνους και ωδές πνευματικές, όχι μόνον για πνευματική προσευχή, αλλά και για αιματηρές θυσίες που δεν τις κάνομε.
Για να χτυπήσουμε το πολυκέφαλο φοβερό θηρίο του εγωισμού μας με τα άλλα κεφαλάκια της Λερναίας Ύδρας, της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας, της φιληδονίας και φιλαργυρίας, της μνησικακίας και του φθόνου, του θυμού, της οργής και των νεύρων, των ύβρεων και των αναθεματισμών με τα διαβολοστέλματα, της κακίας και της πονηρίας, της κατακρίσεως και τους ψεύδους, και να μην πω άλλα, τα πάθη δεν τελειώνουν ποτέ, αυτά που κουβαλάμε πάνω μας, αυτά και άλλα πολλά μας φωνάζουν και μας βεβαιώνουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, με τις άλαλες αυτές φωνές τους, και τι μας λένε με τις φωνές τους τις άλαλες, ότι όλα αυτά είναι φωνή Θεού, είναι η φωνή του Χριστού προς την αμαρτωλή ψυχή μας, την ψυχή μου και την ψυχή σου,
τι φωνάζουν αυτές οι φωνές; «Εγώ ειμί ο λαλών σοι, Εγώ είμαι ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου».
Και τότε η καρδιά μας, τα αισθήματά μας, ακόμα και η αναπνοή μας βιώνει κατάπληκτη όσα βίωσε η σημερινή Σαμαρείτιδα από τις Θεϊκές αποκαλύψεις, που της έγιναν στο φρέαρ του Ιακώβ.
«Εγώ ειμί ο λαλών σοι, Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και Αληθεία δει προσκυνείν, και Γω είμαι το ύδωρ το ζον, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον και άλλα πολλά».
Ζούμε όμως αυτά που έζησε η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, η Σαμαρείτιδα, η μετέπειτα Αγία Φωτεινή;
Το να ενθυμούμεθα συνεχώς το Σωτήρα μας Χριστό ως Πανταχού Παρόντα, και ως ένοικον της ψυχής μας, επικαλούμενοι αδιαλείπτως το Πανάγιον όνομά Του, είναι μια ουράνια ακατάληπτη αίσθησις, που δεν έχει κορεσμόν ποτέ. Δοκιμάστε το.
Δοκιμάστε το. Με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», και θα το βεβαιωθείτε αυτό που σας λέγω στην πράξη του. Τι θα βεβαιωθείτε; Ότι μέσα στην καρδιά μας, θα ακούσουμε την φωνήν του Αγίου Πνεύματος, να μας βεβαιώνει ότι «Εγώ είμαι ο λαλών σοι».
Αλλά θα μας το βεβαιώσουν όμως και οι μάρτυρες, οι μεγαλομάρτυρες, οι παιδομάρτυρες, οι νεομάρτυρες και οι οσιομάρτυρες των είκοσι αιώνων. Από τότε, από τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, μέχρι και σήμερα.
Είναι όλοι αυτοί, που ακύρωσαν τα διατάγματα των αυτοκρατόρων, και των συγχρόνων στρατευμένων αθέων, υλιστών και θεομάχων μέχρι και των ημερών μας.
Γιατί έχουμε ιδιαιτέρως θεομάχους αυτή την εποχή.
Και όλοι αυτοί οι άγιοι βρίσκονται στην ίδια πορεία, της θριαμβευτικής ομολογίας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός, που απεκάλυψε όχι μόνον τον εαυτόν Του, ως Θεάνθρωπον Κύριον και Σωτήρα Χριστόν, αλλά και τις τρείς υποστάσεις του Ενός Θεού, του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Και όλοι αυτοί παρελαύνουν από μπροστά μας, σε κάθε Θεία Λειτουργία. Το έκαναν και προηγουμένως, αμέσως μετά τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, νέοι γέροι και παιδιά, άντρες και γυναίκες, άρχοντες και αρχόμενοι, δούλοι και ελεύθεροι, στρατηγοί, αξιωματούχοι και μεις, στρατιώτες δηλαδή.
Και όλοι αυτοί, τα εκατομμύρια δηλαδή των μαρτύρων, που ομολόγησαν με το αίμα τους Ιησούν Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, τον Αναστάντα εκ νεκρών, τον αληθινόν Θεόν ημών.
Όλοι αυτοί κατ’ αυτόν τον τρόπον ομολόγησαν. Εμείς πώς Τον ομολογούμε; Στην καθημερινή μας ζωή, στο σπίτι μας, στην εργασία μας, και ιδιαιτέρως όταν είμεθα μόνοι;
Εκείνοι γέμισαν τις φυλακές και τους τόπους εξορίας για να συρθούν στα αμφιθέατρα, για να αλεσθούν στα δόντια των θηρίων, για να βασανισθούν σκληρότατα από εκατοντάδες φρικτά μαρτύρια, για να πνιγούν στις παγωμένες λίμνες και στα ποτάμια, για να ριφθούν σε λάκκους από φίδια, και σε πηγάδια. Για να τους κάψουν ζωντανούς και να τους κρεμάσουν ή να τους θάψουν μέχρι το λαιμό αφήνοντας το κεφάλι απ’ έξω και πασαλείφοντάς το με μέλι. Σκεφτείτε τι φρικτό θανατο βρήκαν από τα διάφορα ζωύφια. Και τέλος να τους αποκεφαλίσουν.
Και όμως μέχρι το τέλος ομολογούσαν αγόγγυστα, όχι μόνο με τα χείλη τους, όχι μόνον με τα λόγια τους, όχι μόνον πιθανόν με ψαλμούς και ωδές, αλλά κυρίως με το αίμα τους, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός Θεός.
Με αυτό το αίμα έπλυναν και ελεύκαναν τις στολές των ψυχών τους. Σ’ αυτό το αίμα των μαρτύρων στηρίζεται κάθε Αγία Τράπεζα, και εγκαινιάζεται κάθε ιερός ναός. Μάλιστα. Στο κέντρον της Αγίας Τραπέζης, σε κάθε Αγία Τράπεζα όλης της οικουμένης, ολοκλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, βρίσκονται λείψανα Αγίων, μαρτύρων.
Αυτό το αίμα των μαρτύρων, ενωμένο με το αίμα του Χριστού, είναι αυτό που συντηρεί, και ποτίζει όλη την οικουμένη και ιδιαιτέρως εμάς τους σημερινούς νερόβραστους και χλιαρούς νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς.
Αφελφοί μου, τη φωνή του Χριστού την ακούσαμε και σήμερα. «Εγώ ειμί ο λαλών σοι, ο αληθινός Θεός, ο Σωτήσας ΣΟΥ, και σωτήρας μου, σωτήρας όλων».
Οι στρατιές των μαρτύρων πρόσφεραν το αίμα τους. Το νέφος των οσίων, των ασκητών και των Πατέρων της Εκκλησίας, πρόσφεραν το αναίμακτο μακροχρόνιο μαρτύριο της συνειδήσεώς των μαζί με την άσκηση.
Εμείς, εγώ; Εσύ και συ, και ο άλλος κι εκείνος και αυτός που είναι απέξω, τι μπορούμε να Του προσφέρομε; Τι Του προσφέραμε και τι μπορούμε να Του προσφέρομε;
Είδατε πως απάντησαν με τη ζωή τους και με το αίμα τους οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και όσοι είναι καταξιωμένοι και εγγεγραμμένοι ως πολίτες του ουρανού. Εμείς τι θα Του προσφέρουμε;
Λέω και προτείνω να Του προσφέρομε λίγα δάκρυα αληθινής μετανοίας. Και λίγα δάκρυα υπομονής στους πειρασμούς της ζωής, πίστεως ζωντανής, ενεργουμένης αγάπης και αδιαλείπτου προσευχής.
Αυτά τα λίγα δάκρυα είναι αρκετά. Είναι αρκετά για να μας βάλουν μέσα στον Παράδεισο.
Το εύχομαι,
Αμήν.