Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

Οι Τέσσερες προϋποθέσεις της Μ. Σαρακοστής α) Η διπλή νηστεια β) η μετάνοια γ) η πνευματική προσευχή δ) η αγάπη πρός τον πλησίον



196-α
Κυρ. Τυρινής 18.2.2007

Η περίοδος χριστιανοί μου της Μεγάλης Σαρακοστής, που αρχίζει από αύριο είναι περίοδος νηστείας σωματικής και πνευματικής.
Περίοδος αληθινής μετανοίας, περίοδος αδιαλείπτου προσευχής, περίοδος έμπρακτης αγάπης, συγχωρώντας τον πλησίον που μας πλήγωσε.
Η νηστεία στις ημέρες μας είναι αλήθεια ότι έγινε πολύ δύσκολη, οι περισσότεροι από μας έχουν πολλές σωματικές αδυναμίες όπως και πολλές αρρώστιες.
Η ατμόσφαιρά μας είναι μολυσμένη, το περιβάλλον βρώμικο, οι τροφές χαλασμένες και επικίνδυνες από τα αντιβιοτικά και τις μεταλλάξεις, τα λαχανικά και τα φρούτα όλα ποτισμένα από επικίνδυνα φυτοφάρμακα.
Έτσι καταναλώνοντας τοιούτου είδους τροφές και ζώντας σε αυτήν την ατμόσφαιρα, έπεσαν και εφθάρησαν οι σωματικές αντιστάσεις και δυνάμεις του ανθρώπου, και οι χριστιανοί μας δεν μπορούν να τηρήσουν με ακρίβεια την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπως και τις άλλες νηστείες.
Όποιος όμως έχει καλή υγεία, και καλή σωματική δύναμη, αυτός επιβάλλεται να νηστέψει.
Νηστεύομε Τετάρτες και Παρασκευές, και ασφαλώς την παραμονή που πρόκειται να κοινωνήσομε, εκτός και πάλι αν έχομε σοβαρούς λόγους κλονισμένης υγείας, όπως συμβαίνει και με τους ετοιμοθανάτους.
Εκείνο που πολλές φορές έχουμε τονίσει, ότι όλοι μας μπορούμε να νηστέψουμε πνευματικά, και η πνευματική νηστεία είναι πολύτιμη για την πνευματική μας πρόοδο και τη σωτηρία της ψυχής μας.
Τη σωματική νηστεία πιθανόν να μη μπορούμε να την τηρήσομε με ακρίβεια, επειδή ο ένας έχει έλκος στομάχου, ο άλλος ζαχαροδιαβήτη, πολλοί κακοήθης όγκον εις το κεφάλι ή στο συκώτι ή κάπου αλλού, χαμηλό αιματοκρίτη, καρδιοπάθειες, πνευμονοπάθειες, και πολλές άλλες παθήσεις.
Μπορούμε όμως οπωσδήποτε το δεύτερο.
Και αν το δεύτερο δεν το κρατήσομε θα δώσουμε λόγο.
Γιατί όλοι μας μπορούμε.
Μπορούμε παραδείγματος χάρη να νηστεύει η γλώσσα μας, στο να μη κατακρίνει, να μη κουτσομπολεύει, να μη λέγει ψέματα, να μη χυδαιολογεί, να μη συκοφαντεί, να μην αναθεματίζει, να μη βλαστημά, και προπαντός να μην βρίζει τα Θεία.
Να μη διαβάλλει τον άλλον, και τόσα άλλα.
Να νηστεύουν κατόπιν τα μάτια μας, στο να μη κοιτάζουν πονηρά γύρω γύρω, και ιδιαιτέρως να μη βλέπουν πονηρά, αισχρά και βρώμικα θεάματα, ξέρετε εσείς που.
Να νηστεύουν όλες οι κακές και πονηρές επιθυμίες μας, και τέλος να νηστεύουν σκληρά οι σκέψεις μας, οι λογισμοί μας και η φαντασία.
Νηστεία στο θυμό και στα νεύρα.
Τελεία και παύλα σε κάθε διάθεση αρπακτικότητος.
Αν τηρήσουμε αυτού του είδους την πνευματική νηστεία, να είμεθα βέβαιοι ότι έχουμε πετύχει τον στοχον της νηστείας, που είναι ο θάνατος των παθών.
Είναι αυτό που έχουμε επανειλημμένως τονίσει, ότι νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος. Σκοτώνει τα πάθη και όχι το σώμα.
Το τι νηστείες βέβαια διαβάζουμε στα γεροντικά, που κάνουν οι ασκητές, οι σκελιώτες, οι ερημίτες, αυτά δεν είναι για τα μέτρα μας.
Υπάρχουν όμως και μέσα στον κόσμο, κάποιες εξαιρέσεις, εδώ, στην εποχή μας, στα μέρη μας, στο λεκανοπέδιο της Αττικής, με καλή υγεία που κάνουν αυστηρή νηστεία, όπως Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή παξιμάδι και νερό, και το Σαββατοκύριακο λαδερό μόνο το μεσημέρι. Αυτοί βέβαια θα πάρουν μεγάλο μισθό, με τη βασική όμως προϋπόθεση ότι θα τηρούν και την πνευματική νηστεία, διότι χωρίς τη δεύτερη, αυτή την πνευματική, όσο και να νηστέψουμε, όχι μόνον με ξηροφαγία και αλάδωτα, και με ασιτία, όλες αυτές οι νηστείες θα γίνουν άχρηστες και κατακριτέες από τον Θεόν, εφόσον δε νηστεύουν εκείνα τα οποία είπαμε προηγουμένως.
Έτσι είμεθα ως Εκκλησία, επιεικείς στη σωματική νηστεία, αυστηροί όμως, στην νηστεία των αισθήσεων, της γλώσσης και των λογισμών, διότι αν δεν αναφέρουν αυτού του είδους την κατάλυση, την βλέπει ο Θεός και είναι κατάλυση ως αμαρτία, και θα δώσουμε λόγο γι’ αυτήν.
Τη νηστεία όμως τη συνοδεύει πάντοτε η προσευχή. Νηστεία και προσευχή βγάζει δαιμόνια.
Νηστεία και προσευχή βγάζει πάθη. Νηστεία και προσευχή μετακινεί όρη.

Θα βάλουμε όμως εμείς δεύτερη τη μετάνοια, Τρίτη την προσευχή και Τετάρτη την αγάπη.
Πάντοτε χριστιανοί μου, μου έκανε ιδιαιτέρα εντύπωση η μετάνοια του Πέτρου, ο οποίος αφού αρνήθηκε τον Χριστόν τρείς φορές, με αναθεματισμούς και όρκους κατέληγε στο «ουκ οίδα τον άνθρωπον».
Με το λάλημα όμως του πετεινού, και ενθυμούμενος τα λόγια του Κυρίου, ότι «πρίν αλέκτορα φωνήσαι, τρις απαρνήσει με», ευθύς αμέσως εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.
Αυτό το «έκλαυσε πικρώς», πάντοτε με επροβλημάτιζε, και εξακολουθεί να με βάζει σε σκέψεις.
Είτε πρόκειται για την προσωπική μου μετάνοια ως πατρός Στεφάνου, είτε πρόκειται για την μετάνοια όλων εκείνων των χριστιανών που εξομολογούνται στο πετραχήλι μου, αναρωτιέμαι αν με πόνο οδύνη και συντριβή, έχομε κλαύσει πικρώς και μείς για τις αμαρτίες μας, όπως ο Πέτρος.
Έχομε άραγε συναίσθηση το τι είναι αμαρτία;
Έχομε γνώση για την αληθινή φύση της αμαρτίας, για τον όλεθρο που προκαλεί μέσα στον άνθρωπο; Θα ’λεγα μάλλον όχι.
Οι περισσότεροι από μας που εξομολογούνται, τι έχουν εξομολογηθεί σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια πού είμαι πνευματικός;
Στέκονται στο επίπεδο μιας φθηνής ηθικολογίας, ή σε μια ξηρή απαρίθμηση μερικών αμαρτημάτων χωρίς δάκρυα. Είπα ψέματα, έβρισα, θύμωσα, κοίταξα πονηρά στο δρόμο, είδα άσχημα θεάματα στην τηλεόραση, έχω νεύρα πολλά, ξεσπάω στα παιδιά μου, δεν μπορώ να συνεννοηθώ με τον άνδρα μου, δεν με καταλαβαίνει η γυναίκα μου, και ένα σωρό άλλα…Έχομε στο σπίτι μας αρρώστιες, βάσανα πολλά, πώ πώ πώ… τώρα τελευταία τίποτα δεν μας πάει καλά.
Ρωτήσαμε όμως τον εαυτό μας ποιος φταίει;
Αναρωτηθήκαμε μήπως φταίει ο δικός μας εγωισμός, μήπως οι δικές μας αδυναμίες και τα δικά μας πάθη είναι η βασική τραγωδία όλων αυτών των κακών που μας βρήκαν;
Είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί και πρώτος εγώ.
Αυτό το έχομε συνειδητοποιήσει;
Όταν κάνομε τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μας, γρήγορα βρίσκομε λάθη και παραλείψεις, και έτσι σιγά σιγά καλλιεργείται η μετάνοια.
Και μαζί με τη μετάνοια έρχεται η συντριβή και η ταπείνωση.
Και από δω αρχίζει και η διόρθωσις.
Και η ζωή μας μπαίνει σε ένα καινούργιο δρόμο, στον δρόμο που χάραξε ο Θεός με την ενανθρώπισή Του στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Για τη μετάνοια που είναι τρόπος χριστιανικής ζωής, και την αποστροφή προς την αμαρτία, έχομε κάνει πάρα πολλές φορές λόγο, στα κηρύγματά μας εδώ και εικοσιπέντε χρόνια.

Και τώρα ας έρθουμε στο τρίτο στοιχείο της Μεγάλης Σαρακοστής που είναι η προσευχή.
Όλοι εμείς σήμερα αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε ως προσευχόμενοι μέσα στο Ναό, εμείς οι ιερείς ως λειτουργοί του Υψίστου και σεις όλοι ως λαός του Θεού.
Βρισκόμαστε λοιπόν μέσα σ’ αυτόν τον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας.
Ο Ναός όμως ολόκληρος αυτός, με μας και σας, βρίσκεται μέσα μας;
Αισθανόμεθα εμείς ότι είμαστε ναός του Θεού, είτε κοινωνήσαμε των Αχράντων μυστηρίων είτε όχι; «Ουκ οίδατε ότι ναός του εστέ», ερωτάει ο Απόστολος Παύλος, «δεν το ξέρετε ότι είστε Ναός του Θεού», ή το άλλο που λέει ότι «τα σώματα ημών, Ναός του Παναγίου Πνεύματος εστίν».
Μπήκαμε στο Ναό και δια των ιεροψαλτών και των ιερέων, συμμετείχαμε, όπως βέβαια ασφαλώς και συμμετέχουμε, στους ύμνους και στις ωδές τις πνευματικές, στον όρθρο και στη Θεία Λειτουργία, πάντοτε όμως ως προσευχόμενοι.
Αυτή η προσευχή μας, ήταν προσευχή της καρδιάς;
Έχουμε μέσα μας την προσευχή του Ιησού;
Και πιο απλά. Ήρθαμε στην εκκλησία, ακούσαμε τους ύμνους των ιεροψαλτών και είδαμε τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας.
Έτσι λειτούργησαν η γλώσσα μας που σιγοέψαλε, οι αισθήσεις μας, και ο νους μας. Και πιο απλά. Με τα μάτια μας είδαμε τα τελούμενα, με τα αυτιά μας ακούσαμε τις ψαλμωδίες, και τις εκφωνήσεις και αιτήσεις και επικλήσεις του ιερέως.
Με τη μύτη μας, την όσφρησή μας, μυρίσαμε την ευωδία του θυμιάματος, ή κάτι άλλο που μας έδωσε ο Θεός.
Με τη γεύση αισθανθήκαμε τη Θεία Κοινωνία και σε λίγο το αντίδωρο.
Και με την αφή ασπασθήκαμε τις άγιες εικόνες, και το χέρι του ιερέως.
Πιάσαμε και τα κεράκια, κάναμε και το Σταυρό.
Ο νους μας όμως, το μυαλό, πού ήταν; Μέσα στο ναό ή έξω απ’ αυτόν;
Προσηύχετο ο νους μας ή όχι;
Από την απάντηση που θα δώσουμε στον εαυτόν μας, θα καταλάβουμε αν και ψυχικά ήμασταν μέσα στον ναό. Γιατί σωματικά οπωσδήποτε ήμασταν. Ψυχικά όμως ήμασταν;
Αν νοιώθουμε βαθειά μέσα μας, ότι ήμασταν και ψυχικά παρόντες, μέσα στην εκκλησία, αυτό φανερώνει ότι κάναμε αληθινή προσευχή στον Χριστό και Σωτήρα μας.
Προσευχή με αιτήματα, προσευχή δοξολογίας, προσευχή ευχαριστίας, ή ακόμα και προσευχή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Και πάλι το ίδιο ερώτημα.
Όλος αυτός ο ναός, ο δικός μας ναός, μαζί με τον επουράνιον ναό της Βασιλείας του Θεού, σήμερα που όλοι μας εκκλησιαστήκαμε, αυτός ο ναός, με τον άλλον ναό, ως ένας ναός, μία εκκλησία, ένας Ποιμήν, ήταν μέσα μας;
Και βεβαίως ήταν και είναι, όσοι κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων.
Και βεβαίως ήταν και είναι γιατί όλοι μας, είτε κοινωνήσαμε είτε όχι πήραμε την Χάριν και την ευλογίαν του Ιησού Χριστού, εφόσον εκκλησιαστήκαμε.
Και όπου ο Χριστός εκεί και η Βασιλεία Του, όπου ο Χριστός εκεί και το ουράνιο θυσιαστήριο. Όπου ο Χριστός εκεί και ο θρόνος της Θείας Δόξης Του. Όπου ο Χριστός εκεί και ο ουράνιος ναός της Άνω Ιερουσαλήμ, του Αγίου Θεού. Όπου ο Χριστός εκεί και η Παναγία Μητέρα Του, η Υπεραγία Θεοτόκος, η πάντων Προστασία των χριστιανών. Όπου ο Χριστός εκεί και οι ουράνιες Δυνάμεις των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων, των Χερουβείμ και των Σεραφείμ. Όπου ο Χριστός εκεί και η χορεία όλων των Αγίων, Αποστόλων, Ιεραρχών, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ομολογητών και Οσίων. Όπου ο Χριστός και εκεί το ουράνιο λαμπρό πανηγύρι της θείας ευφροσύνης.

Ναι χριστιανοί μου, όλα αυτά είναι μία ζωντανή και βιώσιμη πραγματικότητα και χαρά ανέκφραστη για όσες ψυχές έζησαν αυτήν την πραγματικότητα. Όλος ο Χριστός, όλος ο ναός μαζί με τους ιερείς και τους χριστιανούς που είναι γύρω μας και γύρω σας υπήρξαν μέσα μας ως μία ενιαία αδιαίρετη ενότητα με την ψυχή μας;
Λογική λατρεία και συμμετοχή είχαμε, πνευματική όμως είχαμε; Νοιώσαμε την καρδιά μας να μεταβάλλεται πότε σε ψάλτη και πότε σε παπά χωρίς τη συμμετοχή του μυαλού μας; Αν ναι, τότε όντως ο ναός και ο εδώ και ο επάνω εισήλθε μέσα μας.
Ναι ο Χριστός έκαμε, μετέβαλλε την καρδιά μας σε ναόν Του, όπου μέσα σ’ αυτόν ψάλλει το Άγιον Πνεύμα και κράζει «Αβά ο Πατήρ». Το Άγιον Πνεύμα μεταβάλλει την καρδιά μας σε ψάλτη και παπά. Και τότε η προσευχή μας είναι ουράνια και τότε όλος ο ναός και αυτός και πάνω χωράνε μέσα μας. Όλος ο ναός και όλος ο κόσμος και όλη η κτίσις ορατή και αόρατη και αυτός και πάνω χωράνε μέσα μας και όλος ο ουρανός μαζί με τον Χριστό και όλη η θριαμβεύουσα εκκλησία, και όλη η Δόξα του Θεού και όλο το φως το άυλον, το ειρηνόδωρον, το παμφαηνόν, το άκτιστον, όλο το φώς του Θεού ήρθε μέσα μας.
Και έτσι εποίησε την καρδιά μας φώς, φώς και η ψυχή μας, φώς ο νους μας, φώς οι αισθήσεις μας, φώς και το σώμα μας, ως ναός του Θεού. «Φώς Χριστού που φαίνει πάσι» θα διακηρύσσουμε στις προηγιασμένες Λειτουργίες.
Άλλωστε «υμείς εστέ το φώς του κόσμου», σεις είστε το φώς του κόσμου. Και «ούτω λαμψάτω το φώς ημών έμπροσθεν των ανθρώπων», το δικό σας φως, που έχετε μέσα στην καρδιά σας, στο νου σας σε όλο σας το είναι, αυτός φωτίζει και ολόκληρο τον κόσμο και βρίσκεται ως φως έμπροσθεν των ανθρώπων.

Να πως μπορούμε να ζήσουμε και αυτό που ακούμε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, για τη νοερά λεγομένη, νοερά προσευχή.
Και όταν αυτά όλα πραγματοποιηθούν, τότε έρχεται η αγάπη, το πλήρωμα όλων των αρετών. Διότι πως μπορούμε να βιώσουμε όλα τούτα που είπαμε και το ανέκφραστο και ουράνιο μεγαλείο της Θείας Παρουσίας, αν μέσα μας δεν χωράει ούτε ένας άνθρωπος, με τον οποίο έχουμε διαφορές, πίκρα, έχθρα και μίσος;
Σε κανένα άλλο ναό, όπου και αν εκκλησιαστούμε, δεν θα βρούμε ανάπαυση και ειρήνη, αν βασιλεύει η κακία προς τον πλησίον μας.
Και πολύ περισσότερο δεν θα καταλάβουμε ποτέ μα ποτέ το πώς η καρδιά μας μεταβάλλεται και γίνεται πραγματικός θρόνος του Αγίου Θεού.

Χριστιανοί μου,
πρώτον με την πνευματική νηστεία που είναι υποχρεωτική, και την σωματική, αυτό ανάλογα με την υγεία και τις δυνάμεις που έχουμε,
δεύτερον, με την καλλιέργεια της αληθινής μετανοίας που γεννά το ταπεινό φρόνημα, τη συντριβή και τα δάκρυα,
τρίτον με την ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν, εξ’ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, και προς τον πλησίον μας που είναι εχθρός και μισητός για μας,
χωρίς αυτές τις τρεις προϋποθέσεις, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να βιώσουμε τη Θεία Μεταβολή και μετάπλαση που τελείται μέσα μας, διότι ο Θεός είναι αυτός που τον επίγειον ναόν με την Αγία Τράπεζα, το Ιερόν Ευαγγέλιον, το Άγιον Δισκοπότηρον και τον πιστόν λαόν του Θεού, καθιστά τις καρδιές μας και ουράνιο ναό.

Ναι αδελφοί μου συναμαρτωλοί,
η καρδιά μας, η ψυχή μας, ο νους μας και το σώμα μας, όλος ο άνθρωπος κατέστη πλέον ουράνιος βασιλεία, ναός και κατοικία του Θεού.
Ναι χριστιανοί μου, η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Εύχομαι ταπεινά, αυτήν την Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, που αρχίζει από αύριο, τη Σαρακοστή του δύο χιλιάδες επτά, που αρχίζει από αύριο, όλα όσα είπαμε είθε να γίνουν κτήμα, αναπνοή, οξυγόνο, και ζωή στη ζωή μας,

Αμήν.