Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Ερμηνεία κατηχητικού λόγου Χρυσοστόμου



209-α
Κυριακή τών Μυροφόρων, 2008

Για πολλά χρόνια είχα την επιθυμία να εξηγήσουμε λίγο τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο ακούμε την Κυριακή, το βράδυ του Πάσχα. Τι ερμηνεία μας δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτόν τον περίφημο λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Θα λέμε μία - μία την πρότασιν και θα δίδομε και την ερμηνείαν.
Καλόν είχαμε αλλ’ αυτήν την περίοδο που βάζει η Εκκλησία μας αυτόν διαβάζαμε έτσι γιατί μας χαρίζει πολύ την παρηγοριά και την ελπίδα. Αλλά και την δύναμη όμως να κάνουμε τους πνευματικούς μας αγώνες. Να αντιληφθούμε τις αρρώστιες μας και τις ασθένειές μας τις πνευματικές και να μπορούμε να διορθωθούμε μέσα από την μετάνοια και την εν Χριστώ ζωή.

Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.
Όποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεόν εξ όλης ψυχής καρδίας, ισχύος και διανοίας, διότι έτσι εννοείται η αγάπη, ας απολαύσει την ωραία και λαμπρή αυτή εορτή του Πάσχα.

Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου.
Που σημαίνει όποιος δούλος, όποιος χριστιανός και μάλιστα αυτός που έχει συναίσθηση, της αμαρτωλότητός του, έχει αγαθές διαθέσεις, ας εισέλθει γεμάτος από χαρά στην ευφροσύνη του Θεϊκού Δείπνου που χαρίζει ο Αναστάς Κύριός του.

Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.
Όποιος κατεπονήθει από τη νηστεία, και καλώς έπραξε, ας απολαύσει τώρα την αμοιβή του, που δεν είναι άλλη, από το παρατιθέμενο ουράνιο αυτό Δείπνο, το μυστικό της Θείας και Ιεράς Κοινωνίας.

Και τώρα τα παρήγορα σημεία για όλους μας που είμεθα τόσο αμαρτωλοί και πρώτος εγώ. Δεν ταπεινολογούμε, την αλήθεια λέω.

Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Πρώτη ώρα είναι η έκτη πρωινή κατά την Βυζαντινήν ώρα. Όποιος λοιπόν από την έκτη πρωινή ώρα, δηλαδή από την αρχή της ζωής του, υπηρέτησε τον Κύριο, τον Χριστό, ως πιστός δούλος Του, ας δεχτεί σήμερα, την αμοιβή, την ουράνια αμοιβή που δικαίως του ανήκει.

Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἧλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Όποιος προσήλθε στην πίστη, στη μετάνοια, μετά την ενάτην πρωινήν ώραν, δηλαδή κατά την νεανικήν του ηλικία, ας συμμετάσχει και αυτός με προθυμία στην κοσμοσωτήρια αυτή εορτή της Αναστάσεως.

Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω• καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται.
Όποιος προσήλθε στην πίστη μετά την δωδεκάτην μεσημβρινήν ώραν, δηλαδή στην ώριμο ηλικία πλέον, στα σαράντα και στα πενήντα του, ας μην έχει καμιά αμφιβολία. Θα τον δεχτεί ο Χριστός. Και δεχόμενος και αποδεχόμενος από τον Χριστόν, δεν πρόκειται να υποστεί τιμωρία. Αντιθέτως μάλιστα θα αμειφθεί.

Εἰ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων.
Όποιος καθυστέρησε και προσήλθε στην πίστιν, λέει, κατά την τρίτην αογευματινήν ώραν, δηλαδή στα γηρατειά του, ας πλησιάσει και αυτός τον Χριστό, χωρίς κανέναν δισταγμό και φόβο. Και αυτός θα αμειφθεί. Και αυτός θα συμμετάσχει στην πλούσια τράπεζα που δωρεάν παρέχεται. Και την τράπεζα την εδώ, την επί γης τράπεζα, του Μυστικού Δείπνου αλλά και την τράπεζα της Βασιλείας των Ουρανών, τον Παράδεισο. Γι’ αυτό να επιμένουμε όπως οι γέροντες πατέρες μας, και γριούλες μητέρες μας να μετανοήσουν, να τους το λέμε καθαρά, έρχεται μαμά, μπαμπά, παππού, γιαγιά, ο θάνατος, είναι καιρός, μπορείς και τώρα να μετανοήσεις, να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις.

Και «Εἴ τις», λέει, «εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ» και αυτός «τήν βραδύτητα»•
Όποιος προσήλθε στην πίστιν κατά την πέμπτην απογευματινήν ώραν, δηλαδή τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, αυτό είναι, αυτό σημαίνει, ας μη φοβηθεί μη τυχόν και δεν τον δεχτεί ο Θεός επειδή εκάθευδε, θα τον δεχτεί και αυτόν ο Θεός. Είδαμε ανθρώπους την τελευταία στιγμή της ζωής των, να κοινωνούν και εν αισθήσει ψυχής, να χύνουν δάκρυα μετανοίας τα οποία έτρεχαν από τα ματάκια τους βουβά. Και αυτά τα δέχτηκεν ο Θεός. Αυτά τα σφούγγισε και τα σφούγγισαν με τα μαντήλια τους οι άγιοι ουράνιοι άγγελοι, και τα πρόσφεραν στον Πανάγιο Θεό, που είναι σπλάχνα οικτιρμών, και γεμάτος αγάπη και από καλοσύνη που δεν μπορεί ανθρώπινο μυαλό να φθάσει και να πιάσει.

φιλόστοργος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τόν πρῶτον. Ἀναπαύει τόν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης.
Διότι ο Κύριος είναι πλουσιοπάροχος στις δωρεές Του και στις χάρες Του. Γι’ αυτό και δέχεται τον τελευταίον με την ίδια προθυμία που δέχτηκε τον πρώτον. Θυμάστε την παραβολή εκείνη όπου ο Κύριος βγήκε έξω στην αγορά και άρχισε να μισθώνει εργάτας για τον αμπελώνα Του; Μερικούς τους έχω, λέει, από το πρωί - πρωί. Και ύστερα ένας μετά τον άλλον, τους πήρα με τις ώρες που λέγει μέσα. Την τρίτην, την έκτην, την ενάτην, την ενδεκάτην. Και νόμιζε ο πρώτος, ότι επειδή σήκωσε τον καύσωνα της ημέρας, μιας ολόκληρης ζωής, δηλαδή τον αγώνα, θα παρέχει περισσότερον από αυτόν που προσήλθε στην ενδεκάτη. Δηλαδή έστω και την τελευταία στιγμή της ζωής του, όχι. Ο Παράδεισος είναι για όλους. Ο ληστής «μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου», είπε, με πλήρη συναίσθηση βέβαια, με πλήρη μετάνοια, με αναγνώριση της θεότητος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και μάλωσε και τον άλλον, τον κατσάδιασε όπως λέμε, και έγινε ο πρώτος πολίτης της Βασιλείας των Ουρανών. Ένας κακούργος, ένας φονιάς, ένας κακοποιός, ένας παλιάνθρωπος μπήκε πρώτος στην Βασιλεία των Ουρανών. Αρκεί να υπάρχει μετάνοια. Παρέχει λοιπόν ανάπαυση και ειρήνη και σε κείνον που προσήλθε στα τέλη της ζωής του αλλά και σε κείνον που Τον υπηρέτησε από μικρό παιδί.

Καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει. Κἀκείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται.
Και κείνον που προσήλθε τελευταίος, και αυτόν τον ελεεί, αλλά και εκείνον όμως που προσήλθε πρώτος τον περιποιείται, τον στεφανώνει. Και σε κείνον δίδει αλλά και στον άλλον όμως προσφέρει τις δωρεές Του, τις ίδιες χαρές. Ένας είναι ο Παράδεισος.

Καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται. Καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.
Και τα έργα της αρετής δέχεται, και την απλή διάθεση του ανθρώπου την αναγνωρίζει. Και την πράξιν την αγαθή τιμά, αλλά και την απλή πρόθεση για έργο καλό, για έργα μετανοίας, για έργο επιστροφής εις τον Θεόν, και αυτό το επαινεί. Και φωτίζει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να έρθει εις το έργον της μετανοίας, και αυτή την πρόθεση, και αυτή την καλή διάθεση που έχει, και αυτή την καλή προαίρεση που έχει, να την κάνει πράξη στη ζωής του, έστω και την τελευταία στιγμή για να σωθεί.

Λοιπόν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν• και πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε.
Επομένως λοιπόν όλοι σας, να εισέλθετε εις την χαράν που σας χαρίζει ο Κύριός σας. Και όσοι ήλθατε πρώτοι, νέοι, ακόμα πιο νέοι, παιδιά, και όσοι προσήλθατε δεύτεροι, δηλαδή γέροντες και γριούλες, όλοι σας να πάρετε τον δίκαιον μισθό σας.

Πλούσιοι κάι πένητες, μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον.
Για να δούμε λίγο αυτά.
Λέει και όσοι από σας είστε πλούσιοι, έχετε μία άνεση στη ζωή σας, αλλά όμως και εκείνοι που είναι πτωχοί, και οι δυό πανηγυρείστε μεταξύ σας για την ίδια χαρά, την Ανάσταση του Κυρίου μας. Όσοι καταφέρατε και επιβληθήκατε στα πάθη σας, και τα πετάξατε, και τα μεταβάλατε, και τα μπολιάσατε, και τα κάνατε αρετές, αλλά και όσοι όμως φανήκατε λίγο αμελείς για την αρετή, σήμερα είναι καιρός να τιμήσετε την σημερινήν ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, διότι αν την τιμήσεις όπως πρέπει, η επιμέλειά σου θα γίνει πνευματική και σωματική εργασία για την σωτηρία σου. Και όσοι μπορέσατε και τηρήσατε την νηστείαν κατά δύναμιν, και όσοι δεν μπορέσατε να την τηρήσετε, γιατί είχατε λόγους υγείας, και τόσοι είναι πολλοί οι λόγοι υγείας, γιατί είσασταν ανήμποροι στα γεράματα, και για πολλούς άλλους λόγους, όλοι σας όμως πρέπει σήμερα να ευφρανθείτε. Όχι να καλοφάγομε το μεσημέρι, και να τρώτε μέχρι και την Μεγάλη Παρασκευή σικώτια και κρέατα και να ’ρθούμε το Μεγάλο Σάββατο, όχι… εδώ μιλάει και για την νηστεία εκείνη τη συνειδητή. Μιλάει και γι’ αυτή. Για προσέξτε λιγάκι…

Πάντως Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Η τράπεζα είναι γεμάτη από τα Τίμια Δώρα όπως ήταν και προηγουμένως. «Πίετε εξ αυτού πάντες», φώναξε η Εκκλησία, «πάντες», Ετοιμάζεσθε ή να ετοιμαζόμαστε, για να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων.

Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν.
Ο Κύριος που εθυσιάσθη για τις αμαρτίες μας είναι ο μόσχος. Είναι ο αμνός, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Είναι το εσφαγμένον αρνίον. Είναι και άνθρωπος, είναι και ανεξάντλητος. Κανείς λοιπόν δεν επιτρέπεται να φεύγει από το ναό πεινασμένος. Χωρίς να χορταίνει από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Να χορταίνει όμως, και αυτόν τον χορτασμόν, αυτή την εσωτερική πνευματική πλησμονή να την αισθάνεται μόλις κοινωνήσει, και όταν θα βγει έξω, αυτόν τον χορτασμό να μπορεί να τον μεταδώσει και στον άλλον, και αν δεν μπορεί να το βγάλει απ’ το στόμα του, γιατί κυκλοφορεί πλέον, σε ολόκληρο το ψυχοσωματικό του είναι, δώστο με το λόγο σου, δώστο με την συμπεριφορά σου, δώστο με τον τρόπο σου, δώστο με το χαμόγελό σου, δώστο τέλος πάντων με κάτι, με ό,τι έχεις και μπορείς.

Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.
Όλοι λοιπόν απολαύστε το πνευματικό συμπόσιο που γίνεται για τους πιστεύοντες Ορθοδόξους χριστιανούς και όλοι να απολαύστε τα πλούσια δώρα τα οποία χαρίζει η αγαθότητά Του.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν•ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία.
Κανένας σας να μην θρηνεί για την φτώχεια του, την πνευματική του φτώχεια. Διότι παρουσιάστηκε εμφανώς δια της Αναστάσεως του Χριστού η Βασιλεία του Θεού, που ανήκει εξ ίσου εις όλους, αυτό μας λέγει ο Άγιος Φιλόθεος. Άρα λοιπόν, παρά την πτωχεία μας, με το Χριστό μέσα μας γινόμαστε πλούσιοι. Και θα γίνουμε και πάμπλουτοι στη Βασιλεία των Ουρανών, διότι θα γίνουμε κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.

Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα• συγγνώμην γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε.
Κανένας να μην δύρεται, κανένας να μην χτυπιέται, κανένας να μην απελπίζεται για τα πταίσματά του, για τις αμαρτίες του τις μεγάλες ή τις μικρές, διότι από τον τάφο ανέτειλε η συγγνώμη. Η συγγνώμη υπάρχει στο πετραχήλι του πνευματικού, ενώ αυτός είναι ο τάφος, να αυτός εδώ που βλέπετε, (δηλ. η Αγία Τράπεζα), αυτός είναι ο τάφος, απ’ αυτόν βγαίνει η συγγνώμη, λελυμένος και συγκεχωρημένος, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Άρα λοιπόν κάτω απ’ αυτή την πλάκα πρέπει να σκύψουμε όλοι μας το κεφάλι για να απολαύσουμε εν αισθήσει ζωής, το «εκ του τάφου η συγγνώμη ανέτειλε».

Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος.

Ποιος θα φοβάται το θάνατο; Έσχατος εχθρός του ανθρώπου λέει η Γραφή ο θάνατος. Λοιπόν η Ανάσταση καταργεί και αυτόν τον θάνατον, θα τον καταργήσει και σε μας. Με την πίστη μας στο Χριστό δεν τον φοβούμεθα πλέον, τον περιμένουμε. Εμοί το ζειν Χριστός και το αποθανείν κέρδος, λέγει ο Απόστολος Παύλος. Λοιπόν, τι άλλο να πούμε; Θα περιμένουμε το θάνατο σαν το μεγαλύτερο κέρδος της ζωής μας. Όμως μας πιάνει φόβος. Φόβος και τρόμος. Γιατί; Γιατί είμαστε αμαρτωλοί, γιατί όταν πηγαίνουμε στον πνευματικό, δεν ξέρουμε να εξομολογούμεθα… Μόνο μας λέει, μας φταίει η πεθερά μας, μας φταίει η νύφη μας, μας φταίει ο γείτονας, μας φταίει εκείνος, μας φταίει αυτός, μας φταίει ο άλλος, ποτέ εμείς δε φταίμε. Βρε αμαρτωλοί είμαστε! Αμαρτωλοί είμαστε, αμαρτωλοί, πάρτε το είδηση. Μέχρι την τελευταία στιγμή που θα φεύγει η πνοή της ψυχής μας από το σώμα μας, θα είμεθα αμαρτωλοί και θα ζητάμε έλεος. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", χωρίς φόβον όμως για το θάνατο.

Ἐσκύλευσε τόν Ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν Ἅδην.
Ο Κύριος που κατήλθε στον Άδη, τον νίκησε πλέον. Τον ελαφυραγώγησε. Του πήρε όλα τα λάφυρα, όλη την εξουσία. Επίκρανεν ο Κύριος τον Άδη, όταν ο Άδης εγεύθη την θεανθρώπινη σάρκα Του. Έτσι. Έτσι έγινε. Γι’ αυτό προλαβών ο Ησαΐας εβόησε λέει «Ὁ Ἅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω», και όλοι μαζί φωνάζετε «Επικράνθη». Κι αυτό το γεγονός που το προείδε ο προφήτης Ησαΐας και εκραύγασε προς τον Χριστό, τι του είπε; Ο Άδης επικράνθη όταν σε συνάντησε Χριστέ κάτω στα σκοτεινά βασίλειά του. Επικράνθηκε διότι κατεργήθηκε, επικράνθηκε διότι περιεγελάστηκε. Επικράνθη διότι ενεκρώθη, εθανατώθη. Επικράνθη διότι έχασε την εξουσία του. Επικράνθη διότι ο ίδιος έγινε πλέον δεσμώτης.

Έλαβε σώμα ο Άδης, έλαβε σώμα θνητό, το Σώμα του Χριστού, και ευρέθηκε ενώπιον του Θεού, διότι ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος απλός, αλλά ο Θεός ενανθρωπίσας, ο Θεάνθρωπος Κύριος.

Έλαβεν γήν ο Άδης και συνάντησεν ουρανό.
Έλαβε τη γη, δηλαδή το σώμα, αλλά και συνάντησε όμως τον εξ ουρανού Θεόν.

Ἐλαβεν ὅπερ ἔβλεπεν καί πέπτωκεν, ὁθεν οὐκ ἔβλεπε.
Έλαβε αυτό που έβλεπε, το γήινο σώμα δηλαδή, και κατέπεσε νικημένος εξ αιτίας της θεότητος που δεν έβλεπε.

Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Πού σου, Ἅδη, τό νίκος;
Πού είναι λοιπόν θάνατε το δηλητηριώδης κεντρί σου; Πού είναι Άδη η νίκη σου;

Ἀνέστη Χριστός, καί συ καταβέβλησαι.
Ανεστήθηκε ο Χριστός και συ κατανικήθηκες.
Ανεστήθηκε ο Χριστός και οι δαίμονες που νόμισαν ότι εθριάμβευσαν με την αποστασία των Πρωτοπλάστων, όπως και θριαμβεύουν κάθε φορά που πέφτουμε εμείς στην αμαρτία, και έχει τώρα στις τελευταίες ημέρες με τις μεγάλες θανάσιμες αμαρτίες των φοβερών εκτρώσεων, και του ηθικού εκτροχιασμού και δεν ξέρω πόσα άλλα, να μην τα πω με το όνομά τους, νομίζει λοιπόν ότι θριαμβεύει. Και όμως νικιέται από την Ανάσταση του Κυρίου!

Ανεστήθηκε ο Χριστός και χαίρονται οι άγγελοι. Ανεστήθηκε ο Χριστός και κανένας μέσα στο μνήμα διότι πάντες θα αναστηθούν κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσίαν.

Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Ο Χριστός που εγέρθη εκ νεκρών, έγινε η αρχή, η απαρχή της Αναστάσεως εκείνων που έχουν κοιμηθεί τον ύπνον του θανάτου.

Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.