Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Βιωματικές εμπειρίες τής εν Χριστώ ζωής



Επειδή είναι Αναστάσιμη περίοδος, μερικές ημέρες ή με μία ιστορία και θα πω πολλές, γιατί αυτές και μένουν. Είναι τα βιώματα και οι πράξεις της ζωής. Τα λόγια εύκολα λέγονται, έρχονται και παρέρχονται, τα βιώματα όμως μένουν. Μένει η ζωή.

Σας είχα διηγηθεί για κάποιον πατέρα πολύ παλαιότερα, τον οποίον βέβαια και έχω περάσει και στα βιβλία, ότι μια βραδιά που εγένετο η τελετή της Αναστάσεως, είπε ο ηγούμενος πατέρα Θεοδώρητο, έναν απλούστατο και υπέργηρο κληρικό, αφού ψάλανε τρείς τέσσερεις φορές το «Χριστός Ανέστη» λέγοντας και τους απαραίτητους στίχους, να πάει στο οστεοφυλάκιο και να πει στα οστά των κεκοιμημένων αδελφών, μοναχών, ιερέων, το «Χριστός Ανέστη». Και πράγματι εκείνος πήγε, - θα το θυμάστε πιστεύω όλοι σας, - και λέει, είπε ο γέροντας «Χριστός Ανέστη», και αμέσως όλα τα οστά σηκώθηκαν στον αέρα ένα μέτρο και έπεσαν κάτω.

Εδώ στα Αθωνικά αναγνώσματα διαβάζουμε ένα παρόμοιο που εγένετο στη Μονή του Αγίου Παύλου, το Πάσχα του 1936. Και αναφέρεται σε κάποιον ευλαβέστατο αρχάριο μοναχό, το λεγόμενο Θωμά. Σύγχρονοι Αγιοπαυλίτες που ζουν ακόμα από την περίοδο εκείνη, πρέπει να είναι βέβαια πολύ μεγαλύτεροι από 70 ετών, διηγούνται το εξαίσιο γεγονός το οποίον βέβαια και θα σας αναφέρω πιο κάτω.
Ήταν λοιπόν το πρώτο Πάσχα του 1936, του νεόκουρου τότε Θωμά στη Μονή, και δεν εγνώριζε ακόμα την τάξη που υπήρχε στο μοναστήρι, το βράδυ εκείνο όπου εγένετο η τελετή της Αναστάσεως, έξω, στο προαύλιον του ναού. Τότε οι δόκιμοι και οι αρχάριοι ήσαν υποχρεωμένοι, μάλιστα ο νεώτερος των αρχαρίων, να πηγαίνει στο οστεοφυλάκιο, κατόπιν και στα νεκροταφεία και να λέει το «Χριστός Ανέστη». Είτε να το φωνάζει, είτε και να το ψάλλει. Η πίστις μας αυτή είναι. Η πίστις μας βασίζεται στην Ανάσταση των νεκρών, και πρωτότοκος εκ των νεκρών εγένετο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, «θανάτω, θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος».
Τον βλέπει ο Άγιος καθηγούμενος, του λέει «έλα εδώ, δεν πήγες ακόμα στο οστεοφυλάκιον»;
Λέει, «ευλόγησον», λέει, «δεν κατάλαβα», εφόσον δεν κατάλαβε τέλος πάντων, παίρνει την αναμμένη λαμπάδα του και πηγαίνει στο κοιμητήριο να μεταφέρει το φως της Αναστάσεως στους νεκρούς και να τους πει «Χριστός Ανέστη».
«Πότε γέροντα, δεν θυμάμαι, δεν τόξερα» και τα λοιπά, δικαιολογήθηκε, τέλος πάντων, «αυτό είναι το χρέος» λέει «του πρώτου δοκίμου, και πρέπει να πας και συ να πεις το Χριστός Ανέστη»,
«Νάναι ευλογημένο». Κάνει κανένα δεκάλεπτο, δεν είναι πολύ μακριά το κοιμητήρι, και ξαναφάνηκε στην είσοδο του Συνοδικού. Ο χαιρετισμός δεν είχε τελειώσει ακόμα, προχώρησε σεμνά και αθόρυβα, προσετέθηκε στην χορεία των υπολοίπων πατέρων. Όταν τελείωσαν όλοι και τον είδε ηγούμενος μπροστά του, δίνοντάς του το κόκκινο αυγό, τον ρώτησε με χαρούμενο ύφος «πήγες στο κοιμητήρι»;
«Ναι γέροντα, πήγα».
«Είπες το Χριστός Ανέστη στους πεθαμένους»;
«Το είπα γέροντα».
«Σού είπαν εκείνοι τίποτα»;
«Και βεβαίως μου είπαν»!
Άστραψαν τα μάτια του γέροντος σ’ αυτά που άκουσε,
«Τι σου είπαν, πάτερ Θωμά»; ξαναρώτησε βεβιασμένα ο ηγούμενος νοιώθοντας και ανατριχίλα συγχρόνως στο κορμί του και συγκίνηση να κατακυριεύει την ψυχούλα του.
«Τι μου είπαν; Αληθώς Ανέστη ο Κύριος»!
Και τάλεγε αυτά ο ευλογημένος ο πατήρ Θωμάς με τέτοια φυσικότητα και γαλήνη, και όμως η συγκίνησις του ηγουμένου ήταν τόσο πολύ μεγάλη, που τον ξαναρώτησε
«Το άκουσες καλά αυτό παιδί μου; Μήπως ήταν φαντασία σου»;
«Όχι γέροντα, με ξεκούφαναν, διότι όλοι μαζί φώναξαν οι κεκοιμημένοι και απ’ το οστεοφυλάκιο και από τους τάφους, Αληθώς Ανέστη ο Κύριος»!

Τι λέτε τώρα εσείς γι’ αυτά; Και μείς οι άνθρωποι του εικοστού αιώνος, τι λέμε; Αλλά τα θαύματα αυτά όμως, συμβαίνουν για εκείνους που έχουν απλότητα, έχουν ταπείνωση, έχουν το πνεύμα της υπακοής, και προς τον πνευματικό τους και γενικά προς τον Θεόν. Είναι εκείνοι που βλέπουν το θαύμα ή που ακούν το θαύμα, εκείνοι που αιχμαλωτίζουν παν νόημα στην υπακοή του Χριστού, αυτοί, και όχι εμείς. Εμείς είμαστε ακόμα λογοκρατούμενοι, είμαστε γεμάτοι από πάθη και από αδυναμίες, έχομε ιδιοτροπίες, έχουμε κακότητες, έχουμε πονηριές, έχουμε μύρια άλλα τόσα κακά μέσα μας. Και βλέπετε, δεν ανταποκρίνεται πολλές φορές το αίτημα της ψυχής μας, προς τον Πανάγιο Θεό, διότι ο Θεός βλέπει τις καρδιές μας, δεν βλέπει τα εξωτερικά φερσίματά μας, τα οποία τις περισσότερες φορές μπορεί νάναι υποκριτικά. Ή να έχουν την χρειά του πολιτισμένου ανθρώπου.
Πολιτισμένοι πρέπει να είμαστε, και ευγενικούς τρόπους πρέπει νάχουμε ασφαλώς, αλλά αυτά όμως πρέπει να είναι πηγαία, να βγαίνουν μέσα από την πράξη της τηρήσεως των Ευαγγελικών εντολών, και τις καλλιεργείας των θειοτάτων αρετών, διαφορετικά, δεν αποδίδουν, και δεν πείθουν.
Όταν μιλάμε και όταν προσευχόμεθα, πρέπει να προσεύχεται μαζί μας και το Άγιον Πνεύμα, κυρίως αυτό δια μέσου ημών να προσεύχεται. Και όταν στενάζουμε για τις αμαρτίες μας, να νοιώθουμε ότι στενάζει το Άγιον Πνεύμα, με στεναγμούς αλαλήτους όπως το ίδιο το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον μας πληροφορεί. Διότι ουδείς δύναται ειπείν «Κύριον Ιησούν» παρά μόνον «εν Πνεύματι Αγίω». Καμιά φορά δεν μπορούμε να πούμε ούτε «Χριστέ μου ελέησέ με». Δεν μπορούμε να πούμε «Παναγία μου, σώσε με», ή «βοήθησέ με». Δεν μπορούμε ούτε αυτό να το πούμε. Και το βλέπομε ειδικότερα ότι δεν έχουμε αντίδραση, ειδική αντίδραση, κατά την διάρκεια του ύπνου, όταν μας προσβάλλει ο πειρασμός. Εκεί φαίνεται η αδυναμία ή μάλλον το πλήθος των αδυναμιών. Δεν μπορέσαμε ακόμα θεληματικά και εκούσια, μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια και τις εντολές του Θεού, και ειδικότερα της αγάπης να καθυποτάξομε και αυτό το υποσυνείδητό μας. Και να λειτουργεί ως αντίδρασις και κατά τη διάρκεια της νυκτός εναντίον των δαιμόνων. Και κάθε άλλη εσωτερικής κρυφής ροπής μέσα μας.

Θα δούμε εδώ για μια κυρία, η οποία ονομάζετο Αθηνά Σγούρου, η οποία γεννήθηκε το 1879 στο χωριό Κουραμάδες της Κερκύρας, από γονείς πτωχούς, πολύ τίμιους και πιστούς. Ο πατέρας της ονομαζότανε Χριστόδουλος, και ήτανε απόγονος των παλιών Βυζαντινών οικογενειών.
Αυτή η Αθηνά Σγούρου, τα πρώτα χρόνια τα έζησε με μεγάλη πτώχεια και στέρηση, και γνώρισε πολύ γρήγορα γύρω της το θάνατο. Από τα δώδεκα παιδιά που έφεραν στον κόσμο οι γονείς της, έμειναν μόνον τα πέντε. Και το ένα εξ αυτών ήτο ανάπηρο σωματικά, και το άλλο ανάπηρο διανοητικά. Τίποτα δεν είχανε εκτός από δυό καμαρούλες. Και κείνες ποιος ξέρει πως τις είχαν φτιάξει. Καλλιεργούσαν κάποια κτήματα τα οποία όμως δεν ήταν δικά τους, και έπαιρναν ένα μικρό μερτικό για να μπορέσουν να ζήσουν. Είχαν όμως μεγάλη πίστη και ελπίδα στο Θεό και δεν έλειπαν από την εκκλησία. Απ’ τον πατέρα δεν ακούστηκε ποτέ βλάσφημος λόγος, πίκρα, ή παράπονο ή γογγυσμός, είτε κατά του Θεού είτε κατά των αφεντικών τους, ας το πούμε έτσι, είτε κατά του πλησίον. Ευχαριστούσε τον Πανάγιο Θεό που του πήρε τα επτά παιδιά, και τον αξίωσε να έχει επτά παιδιά αγγέλους. Αλλά και τα υπόλοιπα ο ίδιος θα τα προστατεύει. Ξενοδούλευε η μάνα. Στην ηλικία των επτά ετών, πήγε και αυτή με τη μάνα της στην τρυφερότατη αυτή ηλικία, να δουλεύει και αυτή για να βγει το ψωμάκι. Ποιος ξέρει πως έμεινε. Αλλά κάθε βράδυ όμως, όταν μαζευόντουσαν στο σπίτι, διάβαζαν τα παλιά συναξάρια και τους βίους των αγίων, όσα υπήρχαν εκείνη την εποχή. Την «Αμαρτωλών Σωτηρία», - εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι χρώμα έχει το βιβλίο, - και μ’ αυτά συντηρούνταν. Βέβαια με τον εκκλησιασμό, και ίσως κανένα πτωχό λόγο αν έβγαζε ο παππούλης εκεί της ενορίας τους.
Την πάντρεψε, αλλά δυστύχησε όμως, στεναχώρια και κακή μεταχείριση, πολύ κακή μεταχείριση από τον άντρα της, και έτσι και τα πρώτα της παιδιά τα απέβαλε. Σε ένα από αυτά βυθίστηκε σε κώμα, αλλά βρέθηκε όμως στον Παράδεισο. Αυτός που την συνόδευε, της είπε ότι «εδώ είμαστε στον Παράδεισο». Και της έδειξε ένα πλήθος από ψυχές, που στη ζωή είχαν αγάπη, είχαν πολλή υπομονή, έκαμαν έργα, και προπαντός την κρυφή ελεημοσύνη. Αυτοί είχαν αυτή την αρετή, οι άλλοι κάποιες άλλες αρετές, και διηγείτο ότι όσο πιο πολύ προχωρούσαμε, τόσο πιο πολύ φως, - σας το λέω αυτό, και σας διηγούμαι, γιατί έχει κάποια σχέση, και θα το πούμε ύστερα για να το καταλάβετε. –
«Όλες οι ψυχές των ανθρώπων», λέει, ρώτησα τον συνοδό μου, αυτόν, έναν λαμπρότατο νέο, που με συνόδευε, «όλες οι ψυχές των ανθρώπων, όταν φεύγανε απ’ τον κόσμο, έρχονται εδώ όλοι»;
«δεν έρχονται όλοι εδώ. Υπάρχουν και άλλες που βυθίζονται σ’ ένα τρομακτικό σκοτάδι, που στην Αγία Γραφή λέγεται Κόλασις».
«Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού», αυτός είναι αυτός ο τόπος. Άλλοι να βογγάνε, άλλοι να κλαίνε, άλλοι να δέρνονται μέσα σε μία βρωμιά και σε ένα σκοτάδι που δεν άντεχαν. Και άλλοι να καίγονται από μια παράξενη φωτιά, να πονούν και να φωνάζουν χωρίς να καίγονται. Τι είναι αυτά βέβαια, είναι ανθρωποπαθείς εκφράσεις και εικόνες, αλλά μαρτυρούν πολλά και πολλοί μας έχουν πει τα ίδια.

Τα ίδια περίπου, σας το είχα διηγηθεί, μου διηγήθηκε και μια άλλη ψυχή από την Πάτρα, ονόματι Αγάθα. Ένα χρόνο πριν κοιμηθεί. Ευρέθηκε και αυτή σ’ αυτόν τον τόπο. Όπου είδε τα αγαθά του Παραδείσου και τα φοβερά της Κολάσεως. Και μάλιστα ο συνοδός όταν την πήγε στην κόλαση και άκουγε τις αγωνίες και τον φρικτό πόνο και τα βάσανα αυτών των ανθρώπων, πούσαν μέσα σε κείνο το φρικτό σκοτάδι, της είπε ο συνοδός, «ρώτησέ τους όλους αυτούς, βγάλε μια φωνή δυνατή, και ρώτησέ τους, ‘μετανοείτε’»; Και τους ρώτησε, πράγματι, «μετανοείτε»; Και με μια φωνή όλοι απάντησαν «Όχιιιι»! Νομίζω ότι σας τόπα αυτό! Αν δεν σας τόπα συγγνώμη. Αγάθη λοιπόν, είχε καρκίνο στα … πως ξεκίνησε, από τον οστό, κατέβηκε κατόπιν στα σπλάχνα, από τα σπλάχνα σε ολόκληρο το σώμα και εκοιμήθη έτσι οσιακώς, μέχρι τελευταία στιγμή, κοινωνώντας των Αχράντων Μυστηρίων.
Αυτή έζησε ακριβώς, αυτά τα πράγματα, όπως σας περιέγραψα για την κυρία Αθηνά Σγούρου. Τα ίδια ακριβώς περίπου λέει. Τα ίδια.

Λοιπόν, «άπαξ εναπόκειται τω ανθρώπω αποθανείν». Ας φροντίσουμε τουλάχιστον, αν δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, να ζητάμε το έλεος του Θεού, αυτό να μας συγχωρέσει, και να λέμε «Θεέ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλή, συγχώρεσέ με». Δεν κάνουμε πολλά πράγματα. Προσευχή δεν κάνουμε, ελεημοσύνη δεν κάνουμε, αγάπη δεν έχουμε, με την πεθερά μου δεν συμφωνώ, με τη νύφη μου δεν συμφωνώ, με τα παιδιά μου είμαι έτσι, εδώ ζήλεια, εκεί φθόνος, εκεί κακία, απ’ την άλλη πονηριά. Λοιπόν είμαι αμαρτωλός, ελέησέ με τουλάχιστον, δώσμου τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου, να είναι εν μετανοία. «Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία», παρακαλούμε, παρακαλείτε όλοι σας, δι’ ημών των ιερέων, και «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, και καλήν απολογίαν», να μας ενδιαφέρει αυτή, κυρίως αυτή, η καλή απολογία. Πως θα την δώσουμε αυτήν; Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή είμεθα αμαρτωλοί, και ένοχοι πάντων, «άπαντες γαρ πταίομεν», και αν όλα τα τηρήσουμε, όσα μας λέει το Ευαγγέλιο, το λέει ο Κύριος στο Κατά Ματθαίον, όλα να τα τηρήσουμε, θα λέτε ότι είστε αχρείοι δούλοι. Μην αισθανόμεθα ότι τον εαυτό μας ότι είμεθα δεδικαιωμένοι απέναντι στον πλησίον. Καμιά φορά τις δικές μας αμαρτίες τις βλέπουμε στα παιδιά μας, τις βλέπουμε στα εγγόνια μας, τις δικές μας αμαρτίες τις βλέπουμε στον διπλανό μας, αν δεν θέλουμε εμείς οι ίδιοι να καθρεφτιστούμε και να σταθούμε μπροστά στον εαυτόν μας, ενώπιοι ενωπίον, τουλάχιστον ας βλέπουμε τους διπλανούς μας, όχι για να τους κατακρίνουμε, αλλά να πούμε ότι αυτά τα λάθη που έχει αυτός, αυτή, και τα λοιπά, τα έχω εγώ πρώτα. Και γω τα έχω όλα.

Παραταύτα όμως, όταν βέβαια συνήλθε, βλέποντας το τρομακτικό και αυτό γεγονός, αλλά και από την αγωγή που πήρε κυρίως από το σπίτι της, απ’ τον πατέρα της, απέκτησε ένα ισόβιο ενδιαφέρον για ελεημοσύνη. Για ελεημοσύνη, ποιος; Αυτή η φτωχοτάτη! Η οποία και μάλιστα η ζωή της ήτανε πολύ σκληρή από τον σύζυγό της. Γι’ αυτό και της άρεσε, ήθελε να μιλάει με τις φιλενάδες της, - τώρα εδώ που τα λέμε, όταν μαζευόμαστε, φιλενάδες, ε, τι θα πούμε τώρα, ποιος ξέρει, λοιπόν – αυτή της άρεσε να μιλάει για τους αγγέλους, για τους βίους των αγίων. Θα λέγαμε σήμερα να συζητήσουμε κάτι για το γεροντικό, κάτι που διαβάσαμε, κάτι που ακούσαμε, κάτι που μας είπαν, κάτι που είδαμε, κάτι που πληροφορηθήκαμε, καλό για να το μιμηθούμε, κακό για να απομακρυνθούμε από αυτό. Κακό να το μισήσουμε. Με σιγουριά και ελπίδα, γιατί φρόντιζε παρά τις τεράστιες υποχρεώσεις και τη φτώχεια, και παρά το ξύλο που έτρωγε, φρόντιζε να ακούει το πρωί το Εωθινόν Ευαγγέλιο, της Κυριακής. Γι’ αυτό τονώθηκε πολύ στην πίστη της για την Ανάσταση των νεκρών. Από το φοβερό όραμα που έζησε, μετά την αποβολή που είχε υποστεί, και είδε όσα είδε, και άκουσε όσα άκουσε, και ποιος ξέρει τι άλλα άρρητα ρήματα άκουσε, ποιος μπορεί να τα καταλάβει αυτά, και ποιος μπορεί να τα διηγηθεί, ούτε η ίδια δεν μπορούσε, ήθελε να ακούει το Εωθινόν Ευαγγέλιον.
Και αν δεν μπορείτε να το ακούσετε και δεν έρχεστε πρωί, να το διαβάζετε στο σπίτι σας. Ποιο είναι, θα το μάθετε! Θα σας το λέμε εμείς, την επομένη Κυριακή έχουμε αυτό το Εωθινόν Ευαγγέλιον. Να το ανακοινώνουμε, μια Κυριακή για την επομένη, όταν δεν μπορείτε να το διαβάσετε.
Δεν μπορούσε να χορτάσει αν ήξερε ότι κάποιος δίπλα της πεινάει. Ούτε να κοιμηθεί, αν ήξερε ότι κάποιος δεν είχε κρεβάτι να μείνει. Μέσα στην πολυμελή οικογένειά της, ήταν ταυτόχρονα και σκάνδαλο και ευλογία. Ό,τι μπορούσε να μαζέψει, το σκόρπιζε χωρίς να λογαριάζει την γκρίνια και το ξύλο του ανδρός της. Ποτέ όμως δεν τους έλειψαν τα απαραίτητα και παρά την φτώχεια και όσα ακολούθησαν σε ολόκληρη την ζωή της. Στο σπίτι τους φιλοξενούσε τους πάντες, όποιοι και αν περνούσαν, και λέει μέσα, Σέρβοι, Εβραίοι, Ιταλοί πρόσφυγες, ζητιάνοι, γυρολόγοι, πλανόδιοι, έμποροι, μοναχοί, παπάδες, τσιγγάνοι, ταχυδακτυλουργοί, ακόμα και ψυχοπαθείς. Τους πάντες τους έβαζε στο σπίτι.
Που να βάλομε εμείς τώρα έναν. Αν βάλουμε κανένα Αλβανό θα μας σφάξει όλους. Σε τι χρόνια φτάσαμε, αλλά και τι πίστη είχε αυτή γυναίκα. Αθηνά Σγούρου. Να την βάζετε στα ψυχοχάρτια σας.
Η καρδιά της δεν έκανε διάκριση. Έβλεπε τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού που έχει ανάγκη. Έκανε ψυχικό χωρίς να αποβλέπει σε ανταμοιβή. Δε φοβήθηκε ποτέ μήπως κινδυνέψει από το κάθε είδους ανθρώπους που φιλοξενούσε. Σκεφτόταν απλά και πίστευε στην πρόνοια του Αγίου Θεού. Έχει ο Θεός, έλεγε πάντοτε, και η αγάπη τα πάντα οικονομεί.
Τι τους έδωνε τώρα όλους αυτούς; Για να δούμε τι τους έδωνε. Θα απορέσετε. Καλαμποκίσιο αλεύρι! Για μια κουλούρα στην χόβολη, λέει, με λίγο ρύζι και λίγο δυόσμο και λίγο χορτάρι, και ό,τι έβρισκε στη γη, τα ανακάτευε όλα μαζί, τα έβραζε, τα στέγνωνε, και τάδωνε για τους περαστικούς. Αυτά είχε, αυτά έδωνε. Η μόνη της λαχτάρα ήταν να μπορεί να κάμει συνεχώς ελεημοσύνες. Και όταν λοιπόν δεν είχε τίποτα να προσφέρει μια μέρα, έβγαινε έξω, και έλεγε «Χριστούλη μου, στείλε μου τουλάχιστον μερικά ζωάκια». Και μαζεύονταν λαγοί, ορτύκια, και διάφορα ειδών πουλιά.
Κάποτε ένα βράδυ που έκανε προσευχή, σε μια στιγμή άστραψε στον ουρανό ένα μεγάλο φως, τόσο πολύ, που έφεξε όλος ο κάμπος σα να ήταν μέρα. Το φως αυτό όπως διηγείτο, προερχόταν από κάτι που έβλεπε στον ουρανό, και έμοιαζε σαν ολόφωτο άρμα σε σχήμα πολυελαίου. Καθώς περνούσε πάνω απ’ το κεφάλι της έμεινε έκθαμβη απ’ την ομορφιά του. Τα παρακολουθούσε μέχρι που χάθηκε στις πλαγιές ενός λόφου. Κανείς άλλος απ’ τη γύρω περιοχή δεν το αντελήφθηκε, εκτός από ένα κοριτσάκι, οχτώ χρονών, που έβοσκε τα πρόβατα, για να συμμαρτυρήσει την αλήθεια του γεγονότος. Ότι δεν έλεγε ψέματα. Ότι δεν ήταν της φαντασίας της. Διότι το είδε και μια μικρή βοσκοπούλα. Σταυροκοπήθηκε βέβαια όπως ήταν επόμενο, γιατί δεν μπορούσε να το εξηγήσει, και είδε ότι αυτό το φως χάθηκε σε ένα ερημοκκλήσι του Άγι-Γιώργη, που οι άνθρωποι το είχαν εγκαταλήψει και έμενε χρόνια αλειτούργητο.
Με τον άνδρα της τώρα. Παθαίνει δύο ατυχήματα! Το ένα είναι ότι τυφλώθηκε, και τον υπηρετούσε τυφλό, κι ύστερα από λίγα χρόνια έμεινε και παράλυτος. Και δω μέχρι το τέλος της ζωής της και της ζωής του, τον υπηρετούσε με όλη της την καρδιά. Βέβαια και η ίδια δεν ήταν τετράγερη, όπως καταλαβαίνετε! Υπέφερε από πλήθος ασθενειών.
Πάντοτε προσηύχετο. Ώρες ατέλειωτες. Και έχαιρε μετά των χαιρόνταν, και έκλαιγε μετά των κλαιόντων. Προσεύχονταν για όλο τον κόσμο, κάθε βράδυ. Για γνωστούς και αγνώστους, για εχθρούς και φίλους.
Τα τελευταία της χρόνια στενοχωρείτο πολύ που δεν μπορούσε να κάνει ελεημοσύνη, άλλαξαν βέβαια βλέπετε οι μέρες, ήλθαν καλύτερα χρόνια, και έτσι λοιπόν παρακαλούσε τον Θεόν να τους στέλνει ζητιάνους. Και ο Θεός μαζί με τους ζητιάνους, όπως είπα προηγουμένως, της έστελνε και διαφόρων ειδών πουλιά, τα οποία έπαιρναν και ταΐζονταν από τα χεράκια της. Κοίταζε λέει και στα πόδια της, μήπως υπάρχουν μυρμήγκια, για να τα ταΐσει και αυτά, και χαίρονταν τόσο πολύ, που τα έδωνε ψιχουλάκια, τα μυρμηγκάκια, όσο χαιρόταν η Εύα στον Παράδεισο πριν πέσει στην παρακοή.
Τα τέλη της βέβαια ήταν ειρηνικά, αλλά μέσα στον πόνο της αρρώστιας. Την τελευταία μέρα που εκοιμήθη ήταν η 11 Φεβρουαρίου του 1976, εορτή της Αγίας Θεοδώρας και του Αγίου Βλασίου. Είχε πολλούς πόνους αλλά γαλήνια χαρωπή προσμονή. Από το πρωί άρχισε να παραγγέλνει όλα όσα χρειάζονται για την κηδεία της. Τι ρούχα θα της φορέσουν, ποιοι θα την έντυναν, πως θα την χτένιζαν, ποιοι ιερείς θα ήρχοντο στην ακολουθία της… Κάλεσε κατόπιν όλες τις γειτόνισσες, τις νύφες και τα λοιπά, εγγόνια και συγγενείς, και από όλους ζητούσε συγγνώμην φιλώντας τα χέρια τους.
Και το βράδυ κατά τις δύο η ώρα εκοιμήθη. Όπως ένας μεγάλος ασκητής έλεγε, βγήκε έξω και έλεγε: «Τι ομορφιά είναι αυτή, τι ομορφιά! Τι όμορφα, τι παράδεισος, τι λουλούδια, τι χαρά»! Με τις ίδιες λέξεις, οσιακών γερόντων, όπως μας διηγείται και το αυθεντικόν γεροντικόν του πατρός Ιωννικίου. Το ίδιο τέλος είχε και η Αθηνά Σγούρου.

Λοιπόν επομένως, βλέπετε ότι δεν μας εμποδίζει η φτώχεια να είμαστε εκείνοι που πρέπει να είμαστε. Και να μη λέμε ότι δεν έχουμε. Αν δεν έχουμε, έχουμε τον καλό το λόγο. Μπορούμε και αυτόν να τον πούμε. Αν δεν έχουμε μπορούμε να κάνουμε πνευματική ελεημοσύνη. Δηλαδή να κάνουμε προσευχή. Και όλα αυτά πηγάζουν από την αγάπη. Εάν δεν έχουμε αγάπη, δεν έχουμε απολύτως τίποτα.
Λέει ο Απόστολος Παύλος στο δέκατο τρίτον κεφάλαιον της Πρώτης προς Κορινθίους Επιστολής, αναφέρεται εκεί στον ύμνον της αγάπης, και πιστεύω πως όλοι και όλες σας, όλοι μας δηλαδή, θα τον έχουμε ακούσει αρκετές φορές και θα τον έχουμε διαβάσει.
«Εάν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Ξεγάνωτος ντενεκές δηλαδή. Που απλώς μόνον κτυπάει και κάνει θόρυβο.
«Και αν έχω προφητείαν και ιδώ τα μυστήρια πάντα, και αν έχω όλη την γνώση και αν έχω όλη την πίστη ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί», τίποτα δεν είμαι.
«Και αν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και τα διανείμω δηλαδή χωρίς αγάπη», και με ένα πνεύμα κενοδοξίας, διότι, ας μην ξεχνάμε, το «ιλαρόν δε δότην αγαπά ο Θεός». Το κάνομε καμιά φορά, άντε πάρτο να σε ξεφορτωθώ. Δεν πιάνει αυτή η ελεημοσύνη. Διότι δεν έχουμε καρδιά. Δεν έχουμε μέσα μας αγάπη. Δεν έχουμε τίποτα. Κενοδοξία έχουμε, υπερηφάνεια έχουμε, απ’ όλα έχουμε, μερικοί νομίζουν ότι παραδίδονται στο θάνατο απ’ την πίστη, αλλά καμιά φορά και αυτό γίνεται από μία Εωσφορική εσωτερική κατάσταση μέσα στον άνθρωπο, και υπάρχει και το πνεύμα της πλάνης, που μας παρασέρνει πότε από δω και πότε από κει, ειδικότερα όταν μας χτυπήσει από δεξιά, και μας φανατίζει κατά τέτοιον τρόπον, ώστε αντί να κάνουμε καλό στην ψυχή μας και στις ψυχές των άλλων, κάνουμε ζημιά και κακό. Άλλωστε πάντοτε ο φανατισμός έβλαψε και ουδέποτε ωφέλησε.
Γι’ αυτό λέει ότι «η αγάπη μακροθυμεί», ε; «η αγάπη χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλεί». Α! Η αγάπη ού ζηλεί, ε; Δεν ζηλεύει! Για κοιτάξτε πόσες φορές μέσα μας έχουμε ζήλεια η μία απέναντι στην άλλη. Και ο ένας απέναντι στον άλλον! Και μείς οι παπάδες εδώ που τα λέμε, ο ένας ζηλεύει τον άλλον. Γιατί λέει αυτός να έχει πέντε πρόβατα; Όχι, εκατόν πέντε, και γω νάχω πέντε; Εμ’ αφού ο Θεός του έδωσε εκατόν πέντε, έχει και περισσότερη ευθύνη για να τα φυλάξει. Να δούμε, θα τα φυλάξει καλά; Μας έδωσε πέντε. Ας τα κοιτάξουμε τουλάχιστον να τα βάλουμε στο μαντρί, να βάλουμε και τον εαυτό μας μέσα, και έτσι να σωθούμε και οι έξι.
Η μακροθυμία λοιπόν είναι το πρώτο πράγμα που ζητάει, ο Απόστολος Παύλος σαν στοιχείο από την αγάπη. Διότι δεν μπορούμε να λέμε ότι αγαπάμε τον άλλον, αν δεν είμαστε μακρόθυμοι απέναντί του! Αν δεν ξέρουμε να συγχωρούμε! Και δυστυχώς δεν ξέρουμε να συγχωρούμε! Το «χρηστεύεται» σημαίνει ότι φέρουμε μέσα μας τον Χριστόν. Τα χρηστά ήθη. Φλεγόμεθα δηλαδή από έντονη επιθυμία, να πράττουμε το αγαθό, να πράττουμε το καλό, ειδικότερα απέναντι στον άλλον. Κύριο γνώρισμα της αγάπης είναι λοιπόν ότι «ουδέποτε ζηλεύει, αλλά πάντοτε αγαπά».
«Δεν υπερηφανεύεται».
«Δεν ασχημονεί».
«Δεν ζητεί τα εαυτής», δεν ζητάει ποτέ τα δικά μας, αλλά του άλλου. Ξεκινάμε από τον άλλον και όχι από τον εαυτόν μας, έτσι μας λέει ο Παύλος.
«Ου παροξύνεται», δεν ερεθίζεται! Όποιοι αγαπούν δεν συναρπάζονται, δεν εξάπτονται, όταν προσβάλλονται. Αλλά φέρονται με αγάπη, δεν είναι θυμώδεις, δεν είναι όργιλοι, δεν ταράζονται εύκολα. Δεν λογίζονται το κακόν. Δεν σκέπτονται το κακόν για κανέναν. Πάντοτε το καλό, και κάνουν και καλούς λογισμούς. Εμείς συνήθως όταν βλέπομε μία πράξη, ή όταν βλέπομε ένα γεγονός, ή ακούμε κάτι, δεν κάνουμε αγαθό λογισμό, συνήθως τον κακό λογισμό κάνουμε.
Δεν χαιρόμεθα όταν κάποιος αδικείται. Χαιρόμεθα όμως όταν επικρατεί η αλήθεια, και το πνεύμα αυτό της αγάπης. Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε και… γι’ αυτό λέει, «αγάπη δεν έχω, ουδέν ωφελούμαι».
«Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει», λέει «πάντα υπομένει», εγώ θα έλεγα τα πάντα υπομένει, θα έβαζα και ένα άρθρο. Η αγάπη τα πάντα υπομένει.
Και «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει». Γι’ αυτό κύριο χαρακτηριστικό της αγάπης, είναι η προσφορά της. Και η προσφορά της είπαμε με ποιο τρόπο. Το δείξαμε με το παράδειγμα αυτής της γυναίκας, έχουμε και άλλα, έχουμε και άλλα. Αλλά μένουμε προς το παρόν με αυτά. Και ο Κύριος βέβαια να μας ευλογεί συνεχώς.

Έχουμε εδώ το βιβλίο του πνευματικού μου, του πατρός Εφραίμ, που πιστεύω ότι όλοι σας το έχετε πάρει, λέγεται «Τέχνη Σωτηρίας». Και μας συνιστά εκείνο που λέγει η Αγία Γραφή, «όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος, και το σπέρμα αυτού εις ευλογίαν έστε». Δηλαδή ο άνθρωπος που ελεεί και δανείζει συνεχώς, θάχει την ευλογίαν του Θεού και ο ίδιος και οι απόγονοί του. Διότι όταν ελεεί, δανείζεις τον Θεόν. Και ο Θεός που δανείζεται, θα το αποδώσει αυτό το δάνειο που εγγυήθηκε. Και σ’ αυτή τη ζωή εκατονταπλασίονα, δηλαδή εκατό φορές περισσότερο, και στην άλλη ζωή θα τον αξιώσει της Βασιλείας των Ουρανών. Βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ότι ο Χριστός κάθισε στην εκκλησία και παρατηρούσε τους ανθρώπους, που έμπαιναν μέσα, και τι έβαζαν στο γαζοφυλάκιον, δηλαδή στο ταμείο των πτωχών, υπάρχουν κουτιά, αυτά που βλέπετε σε όλες τις εκκλησίες, έχουμε και μείς ένα εκεί, και βλέπει ο καθένας τι ρίχνει. Και λέει το Ευαγγέλιο ότι μια πτωχή χήρα, έριξε ένα δίλεπτο. Και πολλοί άλλοι έριχναν διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία βέβαια μπορεί να ήσαν και αρκετά σοβαρά. Ο Θεός όμως επήνεσε την χήραν, διότι είπε ότι έβαλε ολόκληρη την περιουσία της. Διότι ολόκληρη η περιουσία της ήταν ένας οβολός. Μια δεκάρα, μια πεντάρα, δεν ξέρω τι, ένα ευρώ. Τόβαλε ολόκληρο. Αυτό είχε αυτό έβαλε. Εγώ έβαλα δέκα, αλλά είχα άλλα ενενήντα στην τσέπη μου. Επομένως λοιπόν έβαλα απ’ το περίσσευμα. Εκείνη έβαλε απ’ το υστέρημα, ολόκληρη την περιουσία της.

Πολλά λέγονται για τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα. Και ονομάστηκε Άγιος Ιωάννης Ελεήμων διότι ήτο άνθρωπος όντως, ιερεύς, αρχιερεύς και πατριάρχης, άνθρωπος της πολλής ελεημοσύνης. Βέβαια η καλλιέργεια των αρετών, και η τήρησις των εντολών, η ευλάβεια, ο φόβος Θεού, η αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, δίδουν μέσα στον άνθρωπο αυτήν την έφεση να μπορεί να ελεεί.
Αλλά αυτός όμως είχε και ένα όραμα ωραιότατο που ίσως πιθανόν να μην το έχετε ακούσει. Όταν ήταν, λέει, λαϊκός νέος, κάποια νύχτα είδε στον ύπνο του τα εξής. Μια κόρη πάρα πολύ όμορφη. Βασιλικά ντυμένη, που έλαμπε περισσότερο από τον ήλιο. Με στεφάνι από κλάδο ελιάς στο κεφάλι. Στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι του και τον ξύπνησε. Αυτός απόρησε πως αυτή τόλμησε να πάει στο σπίτι του, και να τον ξυπνήσει, διότι ήτο αγιασμένο και αγνό παιδί, και ο σκοπός του ήταν να γίνει μοναχός. Πώς τόλμησε λοιπόν, με τέτοιο θράσος και πως μπήκε μέσ’ στο σπίτι του και μάλιστα στο δωμάτιό του.
Και του λέει «εγώ είμαι η κόρη του Μεγάλου Βασιλέως. Εάν φιλιωθείς με εμένα και με κάνεις σύντροφό σου, θα σε οδηγήσω μπροστά στον Βασιλιά. Και θα σ’ αγαπήσει τόσο πολύ ώστε θα γίνεις μεγάλος και τρανός. Διότι κανένας άλλος δεν έχει τόση παρρησία μπροστά του, όπως εγώ, η οποία τον ανάγκασα να κατεβεί από τους Ουρανούς στη γη, για να λυτρώσει τον άνθρωπο». - Δεν ξέρω που πάει το μυαλό σας…
Της λέει ο Άγιος, «Ποια είσαι, και πως σε λένε»;
«Εγώ λέγομαι Ελεημοσύνη». Και χάθηκε από μπροστά του. Πέρασαν χρόνια από τότε, Η αγιότητά του διαδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Και η Σύνοδος τον ανέβασε στο επισκοπικό αξίωμα, και στην συνέχεια τον ανέδειξε και Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ήτο ο άνθρωπος της ελεημοσύνης. Της αδιάκριτης ελεημοσύνης. Έδινε χωρίς να διακρίνει. Γιατί εφήρμοζε αυτό που λέει ο Θεός, ότι «ο Θεός βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Και «ανατέλλει τον ήλιον σε αγαθούς και πονηρούς». Επομένως λοιπόν το χέρι της αγάπης θα δίδεται σε όλους. Αμαρτωλούς και μη. Πονηρούς και δικαίους. Καλούς και κακούς. Όλοι όσοι έχουν ανάγκη, ή ζητούν την προστασία μου, την βοήθειά μου, την ελεημοσύνη μου, εγώ θα δίνω. Αυτό ετήρησε στη ζωή του.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη θέση και άποψις, και είναι και αγιογραφική, που λέει ότι πρέπει να ιδρώνει στην παλάμη μας ο οβολός, πριν τον δώσουμε, όχι από τσιγκουνιά, αλλά από διάκριση. Για να πηγαίνει εκεί όπου υπάρχει η πραγματική ανάγκη. Έτσι λοιπόν η ελεημοσύνη και η αγάπη έχει αυτές τις δύο όψεις. Η μια πλευρά να δίδεται μετά διακρίσεως και η άλλη να δίδεται αδιακρίτως. Αν έχουμε μέσα μας αγάπη, δεν έχει σημασία ποιόν δρόμο θα ακολουθήσουμε. Θα μας οδηγεί η καρδιά η οποία θα είναι και είναι δωσμένη στον Πανάγιον Θεόν. Αφού αυτός άδειασε τους Ουρανούς, και κατέβηκε στη γη, και προσφέρθηκε από πολλή αγάπη για την σωτηρία των ανθρώπων, «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον άνθρωπον, ώστε τον Μονογενήν Υιόν αυτού έδωκεν» και «ο Υιός εγένετο υπήκοος θανάτου, θανάτου δε σταυρού», από την πολλή αγάπη. Για σένα, για σένα, για μένα, για όλους μας.

Η ώρα όμως πέρασε. Καλόν είναι αυτά τα λίγα να τα μασήξουμε, να τα χωνέψουμε και να τα κάνουμε πράξη στη ζωή μας. Μέσα απ’ αυτά τα μικρά παραδείγματα που αναφέραμε, και τα οποία εκφράζουν μια ζωή ολόκληρη, η οποία θα μας οδηγήσει εάν την εφαρμόσουμε έτσι, όπως τη ζητάει ο Θεός και το Άγιο και Ιερόν Ευαγγέλιον, θα μας βάλλει στη Βασιλεία των Ουρανών.
Εμείς βέβαια σαν κληρικοί έχουμε ασυγκρίτως πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις, και θα κριθούμε και ανάλογα. Διότι βρισκόμαστε στην κατηγορία που λέγει ο Κύριος, «ο γνούς και μη ποιήσας δαρήσεται πολλάς». Λοιπόν και ο διδάσκαλος κρίνεται εκατό φορές περισσότερον από τον διδασκόμενον. Βέβαια ο διδάσκαλος διδάσκεται και δυο φορές και τρείς φορές και πέντε. Και θα κριθεί από τον λόγον του. Είναι και αγιογραφικό αυτό. «Ο λόγος σου θα σε κρίνει». Και πολύ περισσότερο θα κρίνει και μας, και μένα. Γι’ αυτό σας παρακαλώ πάρα πολύ, στις προσευχές σας να μην ξεχνάτε τους λειτουργούς του Υψίστου, τους ιερείς. Έχουν και αυτοί τις αδυναμίες τους, κάνουν και αυτοί τα λάθη τους, είναι άνθρωποι κι αυτοί. Ο αγιασμός έρχεται με το πέρασμα των ετών, με την πολλή την πείρα, με την προσπάθεια και τον αγώνα, παρά ταύτα όμως ο Θεός επιτρέπει πολλές φορές να κάνουμε λάθη για να έρχεται και η πρέπουσα ταπείνωσις. Έτσι καλλιεργείται η ταπείνωσις και η πραότητα σε μας. Μέσα από τα λάθη μας. Διότι λέγει Κύριος, «επι τίνα επιβλέψω, επί τον πράον και τον ταπεινόν, τον ακούων και τον ησύχιον, τον ακούοντα τους λόγους μου». Ο Θεός χαρίζει, την χάρη Του τη χαρίζει στους ταπεινούς, ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν, και ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται. Και πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται. Και ο ταπεινών εαυτόν, υψωθήσεται. Λοιπόν έχομε την ανάγκη των προσευχών σας. Και όπως είστε υποχρεωμένοι να προσεύχεστε για τους δικούς σας, τους γονείς σας, τα αδέλφια σας, τα παιδιά σας, τους οικείους σας, έτσι λοιπόν έχετε υποχρέωση να προσεύχεστε για τον πνευματικό σας πατέρα αλλά και για όλον τον Ελληνικό Ορθόδοξο κλήρο. Όλους τους ιερείς.

Να βαστάξουμε την πίστη μας. Διότι έρχονται ημέρες που θα κλονιστεί και αυτή. Και τότε πολλοί θα περάσουμε από το κόσκινο αυτής της δοκιμασίας, και δεν ξέρω πόσοι θα αντέξουν. Γι’ αυτό και πρέπει να προσευχόμεθα. Και να έχομε όσο το δυνατόν περισσότερη συνέπεια στη ζωή μας, όσο το δυνατόν περισσότερο.
Κι όταν θα πέφτουμε να κοιμηθούμε και βλέπουμε ότι σήμερα δεν ανταποκριθήκαμε σ’ αυτά που όρισε ο Θεός, ας αναστενάξουμε. Και τον αναστεναγμό μας αυτόν, θα τον πάρει ο Θεός, θα τον ακούσει και θα τον κάνει ελπίδα σωτηρίας. Μπορεί εκείνο το βράδυ, σήμερα το βράδυ, να είναι η τελευταία μας βραδιά, ποιος το ξέρει αυτό; Ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει ότι εγώ αύριο το πρωί θα ζώ; Κανένας! Αν όμως στενάξω, μπορεί να συμβεί αυτό που είπαμε όταν αναλύσαμε τον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την Κυριακή, ότι να δεχτεί τον έσχατον όπως και τον πρώτον. Νάμαστε εμείς της εντεκάτης ώρας. Να είμαστε οι άνθρωποι, δηλαδή εκείνοι, που μετανοούμε ειλικρινά, στενάζουμε και δακρύζουμε και ζητούμε το έλεος του Αγίου Θεού, λίγο πριν αποχωρήσουμε απ’ αυτόν τον κόσμον. Και αυτό να το κάνουμε, κάθε βράδυ. Διότι δεν γνωρίζουμε αν θα μας αξιώσει ο Θεός να δούμε τον φυσικόν ήλιον της επομένης ημέρας. Να μας αξιώσει όμως ο Θεός, να τον δούμε ως φως, ως δόξα και ως τιμή και ως αγάπη, εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτή θα μας τρέφει!
Οι άλλοι, να μην βρεθούμε ποτέ ανάμεσα σε αυτούς, την κατηγορία των αμετανοήτων και θεομάχων, οι άλλοι θα βλέπουν φως, αλλά γι’ αυτούς θα είναι «πυρ καταναλίσκον». Για μας θα είναι τροφή και δόξα επαναλαμβάνω και τιμή. Το ίδιο φως.
Η αγάπη απ’ τη μια πλευρά, εμάς τους σεσωσμένους, - μακάρι να είμεθα ανάμεσα στους σεσωσμένους, - θα μας τρέφει, και οι άλλοι θα βλέπουν την αγάπη και θα την μισούν.
Εγώ άκουσα άνθρωπο με τα αυτιά μου να λέει σε διπλανό του ότι «δεν θέλω να μ’ αγαπάς. Δεν θέλω»! «Γιατί», τον ρώτησα; «Διότι αν πάψει να μ’ αγαπά, θα βρω ευκαιρία να τον μισήσω περισσότερο. Να του κάνω κακό. Το ότι μ’ αγαπάει και το δείχνει, με εμποδίζει να του κάνω κακό». «Δεν θέλω να μ’ αγαπάς»! Αυτό θα λένε και οι άλλοι. Αυτό που φώναξε η αγάπη. Μετανοείτε; Όχιιι! Και θα λένε και αυτοί στο Θεό, «δεν θέλουμε να μας αγαπάς!. Σε μισούμε, όπως ο διάβολος μισεί τον Θεόν»!

Η αγάπη του Θεού νάναι πάντοτε μαζί σας,
να σας ευλογεί όλους,
να ευλογεί τα σπίτια σας, τα παιδιά σας,
Και να αξιωθούμε όλοι μας εν χωρώ,
να βρεθούμε στην τρυφή του Παραδείσου.
Να υμνούμε και μείς μαζί με τους αγγέλους την αγάπη και την δόξα,
την αναστάσιμη δόξα του Αγίου Θεού.

Αμήν.