Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Μεγάλη Παρασκευή, 2008



209-γ

Η μέρα είναι τόσο μεγάλη, όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Μακάρι να περνούσε μέσα απ’ το μυαλό μας ή έστω απ’ την καρδιά μας ή έστω και για ένα δευτερόλεπτο.

Εάν κάποιος ξένος περνούσε χριστιανοί μου την αξέχαστη εκείνη μεγάλη μέρα, της Μεγάλης Παρασκευής πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, έξω απ’ τα Ιεροσόλυμα, και μάλιστα έξω απ’ το λόφο του Γολγοθά, θα έβλεπε τρείς σταυρούς, και πάνω σ’ αυτούς καρφωμένους τρείς καταδίκους.
Με έκπληξη όμως θα παρατηρούσε ένα πολύ μεγάλο πλήθος, το οποίον πλήθος παρόλον που ούρλιαζε, δεν έδινε σημασία στους δύο σταυρούς που ήταν ακριανοί, αλλά μόνον στο μεσαίο.
Σ’ αυτόν τον Σταυρό μπροστά ήσαν συγκεντρωμένοι, οι πρεσβύτεροι, γραμματείς, Φαρισαίοι, αρχιερείς, όχλος πολύς και Ρωμαίοι στρατιώτες. Και όλοι τους είχαν εχθρικές διαθέσεις. Πολλοί κορόιδευαν. Άλλοι έβριζαν. Φώναζαν και βλασφημούσαν. Και πολλοί γελούσαν ειρωνικά, -ακούσατε στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα, τι ειρωνείες εξεστόμισαν.
Και αυτός ο ξένος, ο περαστικός, ασφαλώς θα είχε και μια απορία. Μα ποιος είναι αυτός ο Σταυρωμένος, που συγκεντρώνει την προσοχή τόσων και τόσων ανθρώπων; Που συγκεντρώνει την προσοχή με τόσες βρισιές και με τόσες κατάρες και αναθεματισμούς;
Δεν θα δυσκολευόταν βέβαια να το μάθει, γιατί κάποιοι είχαν φροντίσει να καρφώσουν πάνω στο Σταυρό, όπως μας πληροφόρησε το Ευαγγέλιον του Ευαγγελιστού Ιωάννου, να καρφώσουν με εντολή του Πιλάτου μια πινακίδα, στο πιο ψηλό σημείο του Σταυρού, που έδειχνε σε τρείς γλώσσες το όνομα και τον τίτλο του Εσταυρωμένου, «Ιησούς Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων». Κοροϊδευτικά βέβαια το έβαλαν αυτό, αλλά εν τούτοις όμως παρέμεινε από τότε μέχρι και σήμερα.

Εμείς όμως οι πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί, που σήμερα πιστεύω ότι το δέκα τοις εκατό έχει κατακλίσει τους ιερούς ναούς, σε όλους τους ναούς της χώρας μας, και στα χωριά και στα νησιά, γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος είναι ο Εσταυρωμένος ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κακούργους.
Είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου, δι’ ού τα πάντα εγένετο. Είναι αυτός που ως ομοούσιος και αχώριστος από τον Θεόν Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε όχι μόνον ολόκληρον τον κόσμον καλά λίαν, αλλά και αυτόν τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα αυτού και καθ’ ομοίωσιν. Είναι ο εν ύδασι την γην κρεμάσας και ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις. Είναι ο Βασιλεύς των αγγέλων, αυτός τον οποίον υμνούν και δοξολογούν ακαταπαύστοις στόμασιν και ασιγήτοις δοξολογίαις οι ουράνιες δυνάμεις των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ με τον ύμνον, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ».
Είναι ο ενανθρωπίσας Υιός και Λόγος του Θεού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Είναι ο Υιός του Θεού! Είναι και Υιός του ανθρώπου. Υιός της Παναγίας. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός. Είναι Βασιλεύς! Όχι όμως αυτού του κόσμου, αλλά της Βασιλείας των Ουρανών, της οποίας Βασιλείας ουκ έσται τέλος, δεν υπάρχει (τέλος).

Αλλά γιατί όμως αυτός ο Παντοκράτορας και παντοδύναμος Θεός, ο Δημιουργός πάσης Κτίσεως, ο Βασιλεύς των αγγέλων και των ανθρώπων, καρφώνεται πάνω στο Σταυρό;
Οι άρχοντες του λαού, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι και οι Αρχιερείς, που κινούνται γύρω από τον Σταυρόν, είναι ανήσυχοι, παρόλον που βλασφημούν και βρίζουν τον Εσταυρωμένον, αυτοί θα μας απαντήσουν ότι είναι λαοπλάνος, είναι επαναστάτης, είναι αντάρτης, είναι εχθρός του έθνους και του Καίσαρος. Ο δε αχάριστος λαός θα φωνάξει και πάλι και πάλι και πάλι, όπως το κάνει και μέχρι σήμερα, σε αντιπροσώπους του Αγίου Θεού, αξίους και παναξίους, «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν».
Για να αρχίσω να σας προσβάλω… Για να αρχίσω να σας βρίζω, να δείτε, τι θα μου σύρετε από πίσω. Είναι ο ίδιος ο λαός, που θα τολμήσει και θα το πληρώσει βέβαια, να πει «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών». Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν και ακόμα ταλαιπωρούνται.
Οι πιστοί όμως Ορθόδοξοι χριστιανοί, που ήταν σήμερα στους ναούς, καθώς αντικρύζουν εδώ τον Σωτήρα μας Χριστό, καρφωμένο στο Σταυρό, θυμούνται τα λόγια του προφήτου που μόλις προηγουμένως ακούσαμε. «Ούτος τα αμαρτίας ημών φέρει, και περί ημών οδυνάται». Τις δικές μας αμαρτίες σηκώνει ο αναμάρτητος, και για μας υποφέρει και πονά. Αλλ’ αυτός ο παντοδύναμος Θεός, ο πολυύμνητος βασιλεύς των Ουρανών, ο Πανάγιος και Πάναγνος και Αμόλυντος Κύριος, γίνεται άνθρωπος για να προσηλώσει πάνω στο Σταυρό, τις δικές μας αμαρτίες, -δικές Του δεν είχε… «Ουδέ ευρέθη δόλος αυτού», μας είπε πάλι η προφητεία, το είδαμε και στη ζωή Του, που υπήρξεν αναμάρτητη. Και μάλιστα το δήλωσε και ο ίδιος, προκαλώντας τους πάντας, «Τίς ελέγχει με περί αμαρτίας, τίς ελέγχει με περί αμαρτίας»; Τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων, φορτώθηκε πάνω στο Σταυρό ο Κύριός μας.

Και για τη δική μας καθολική αθλιότητα, κακία και πονηριά, αυτός ο Θεάνθρωπος Κύριος οδυνάται, πονάει και υποφέρει. Έγινε εκείνος ο Πλάστης στο πρόσωπο του Εσταυρωμένου Χριστού κατάρα. Για να πάρουμε όσοι πιστέψουμε από αυτό την ευλογία και την λυτρωτική χάρη της Σταυρικής Του Θυσίας.
Πέθανε Εκείνος πάνω στο Σταυρό, για να πάρουμε εμείς όλοι μας ζωή πνευματική, ζωή αιωνία. Γι’ αυτό και πρέπει να φωνάζουμε όχι μόνον «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε, γιατί συγχώρεσες και μένα». «Εσταυρώθης δι’ εμέ», ψάλουμε, έψαλαν οι ψαλτάδες μας, κατανυχτικότατα, «ίνα εμοί πηγάσεις την άβυσσον, εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνού ζωής αναβλύσεις με».
Εμείς φταίξαμε, εμείς εξακολουθούμε να αμαρτάνουμε, εμείς φταίμε! Άρα και ο καθένας από μας, έπρεπε να πληρώσει και να πληρώνει τις δικές του αμαρτίες.
Η αγάπη όμως του Θεού δεν θέλησε έτσι. Θέλησε να πληρώσει Εκείνος τις δικές μας αμαρτίες, με θάνατο φρικτό και ατιμωτικό πάνω στο Σταυρό.
Άρα ποια θα πρέπει να είναι η στάσις η δική μας σε μια τέτοια Θεανθρώπινη Θυσία; Που φορτώθηκε τις αμαρτίες μου! Λέω ότι σκότωσα, και μου λέει συγχώρεσέ με.
Βρώμισα ολόκληρος από πάνω μου, έλα εδώ παιδάκι μου, έλα εδώ, θα σε πλένω γω, θα σε καθαρίσω. Θα σου βάλλω λευκή στολή, απ’ την αρχή σαν και κείνη που πήρες στο Άγιο Βάπτισμα. Θα σου βάλλω σανδάλια εις τους πόδας. Το δαχτυλίδι των αρραβώνων ότι είσαι ξανά παιδί μου και κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Και θα σου σφάξω τον μόσχον τον σιτευτόν, γι’ αυτό και φωνάζει «η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες», δόξα τη μακροθυμία σου Κύριε.

Και χθες το βράδυ, κάποια ψυχή, ήταν περασμένες δύο, φωνάζοντας το «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε», ένοιωσε σαν να το φώναζε κι ο πεθαμένος πατέρας του. Και η πεθαμένη μάνα του. Και οι πεθαμένοι συγγενείς του. Κι όλοι εκείνοι οι κεκοιμημένοι οι κατά χιλιάδες, χιλιάδες, που μνημόνευε επί πενήντα χρόνια πάνω στο Άγιο Δισκάριο. Και όλες μαζί οι φωνές αυτές ενώθηκαν και φώναζαν και διαλαλούσαν «Δόξα, δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε. Σε ευχαριστούμε για το Αίμα που έχυσες, διότι μέσα σ’ αυτό το Αίμα ξεπλένονται οι ψυχές μας». Η ψυχή σου, και η δική σου ψυχή, και η δική μου, και των γονέων, και των συγγενών, και των φίλων, και των εχθρών.. Όλοι μέσα στο ίδιο Άγιον Ποτήριον, ολόκληρη η ανθρωπότητα, και μαζί μ’ αυτούς και συ και γω..
Ποια πρέπει να είναι η στάση μας, ποια, ποια;

Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε,
Αμήν