Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Ιστορίες από τα βραδυνά κηρύγματα, κασέτες 51-62

--

51Α Ο Αρτος του Αγίου Ονουφρίου

Υπάρχει, χριστιανοί μου, ένα ανέκδοτο γεγονός στη ζωή του Αγίου
Ονουφρίου πουτον γιορτάζει η Εκκλησία μας όπως είναι γνωστό στις
12 Ιουνίου. Οταν ήτο πολύ μικρός, μόλις 5-6 ετών μπήκε σε ένα
κοινόβιο, άγνωστο πώς. Μεγάλος είχε αναχωρήσει για την έρημο
όπου είχε ζήσει 60 χρόνια χωρίς να δει ποτέ άνθρωπο. Ηταν γυμνός
αλλά καλύπτετο ολόκληρο το σώμα του από την μακριά γενειάδα του
που έφτανε μέχρι το έδαφος, τα μαλλιά του και τις μεγάλες τρίχες
του όλου σώματος. Τον μεγάλο αυτόν άγιον τον ανακάλυψε ο Οσιος
Παφνούτιος στον οποίο διηγήθη τα της οσιακής και ερημικής ζωής
του. Πάμε λοιπόν στο τότε που ήταν μικρός μόλις 5-6 ετών και
που τον πρωτοβλέπουμε να ζει σε ένα κοινόβιο της ερήμου. Σαν
μικρός που ήτο έτρωγε τακτικότερα, μικρός ήταν, των άλλων βέβαια
πατέρων. Οταν πεινούσε έτρεχε εις τον τραπεζάρη και του ζητούσε
ψωμί, ελιές, φρούτα, λαχανικά κ.α. Κάποτε όμως ο τραπεζάρης
πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν. - Κάποιο
ζωάκι θα ταϊζει, σκέφθηκε, είπε με το λογισμό του. Αυτό
συνεχίστηκε για καμμιά εβδομάδα. - Ας πάω να δω, είπε μέσα του
ο τραπεζάρης, πού το πηγαίνει αυτό το ψωμί και παίρνει άλλο.
Πράγματι λοιπόν το παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο
Καθολικό της μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. Τρέχει
γρήγορα στο παράθυρο και από αυτό που είδε γούρλωσαν τα μάτια
του. Τι είδε; Ο μικρός κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησούς που
ευρίσκετο στην αγκαλιά της Υπεραγίας Θεοτόκου, στην εικόνα που
είναι στο Τέμπλο. - Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στο
Χριστούλη, μια και δεν σε ταϊζει κανένας, ούτε και η μαμά σου.
Και άπλωσε το χεράκι του, όπως ήταν μικρούλης, και του έδωσε μια
φέτα ψωμί. Και ο μικρός Χριστός, μικρό παιδάκι όπως ήτο στην
ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι και πήρε το ψωμάκι. Και όπως
μάζεψε το χεράκι Του μαζί με το ψωμάκι εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα
στην εικόνα. Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης με την ψυχή γεμάτη
έκπληξη και δέος τρέχει στον Ηγούμενο και του διηγείται το τι
συνέβη. Τότε ο Ηγούμενος του δίνει εντολή να μην του δώσουν
καθόλου ψωμί αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε θα πρέπει να του
πούνε ότι "να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί εκείνος τον
οποίο μέχρι χθες εσύ τάιζες". Την επομένη ημέρα βλέποντας ο
μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίνουν ψωμί και τον στέλνουν να
ζητήσει από εκείνον που μέχρι τώρα έτρεφε, τρέχει αμέσως στην
Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα λέγει στον
Χριστούλη: - Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν
να σου πω να μου δώσεις από το δικό σου. Τώρα πού θα το βρεις
εσύ δεν ξέρω. Και ω του θαύματος, απλώνει το μικρό Του χεράκι
το βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του και του
δίνει ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε να το
σηκώσει. Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ που το ουράνιο αυτό άρωμα
απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, βγήκε από τον Ναό και απλώθηκε
σε ολόκληρο το μοναστήρι και κατόπιν σε όλη τη Σκήτη και την
έρημο. Εκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα
βλέπουν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο
έξω μετά πολλού πολλού και μεγάλου κόπου. Τρέχουν αμέσως δύο
μοναχοί, τον βοηθούν αλλά ο άρτος ήτο πολύ βαρύς. Για πολλές
ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν αλλά ο ουρόνιος
εκείνος άρτος παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό που λέει
βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη Θεία Λειτουργία: "Ο πάντοτε
εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος". Από τότε ευλαβούντο πολύ
τον μικρό Ονούφριο διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της
ηλικίας του θα ηυξάνετο και η αγαθότης του, θα εγίνετο ένας
μεγάλος Αγιος όπως και έγινε. Από έναν τέτοιον όμοιο ουράνιον
άρτο ετρέφετο ο Αγιος Ονούφριος όταν για 60 ολόκληρα χρόνια
ζούσε στην έρημο. Εμείς όμως εδώ στις ομιλίες μας αυτές δεν
κάνουμε λόγο για το μάννα που έριχνε ο Θεός από τον ουρανό για
να θρέψει τους Ιουδαίους στην έρημο ούτε για ουρανίους άρτους με
τους οποίους ο Κύριος συντηρούσε τους Αγίους Του στις ερημιές,
στις σπηλιές και στις οπές της γης αλλά για τον Πανάγιον Αρτον
Χριστόν, δηλαδή για το Τίμιον Σώμα και Αίμα Του, για τη Θεία
Λατρεία, όπου μέσα από αυτήν προσφέρεται Σώμα και Αίμα Χριστού
εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.

****************************************************

51Α Ο Διάκονος που κατήχησε τον γεωργό και την οικογένειά του.

Κοντά στους Καλούς Λιμένας ζούσε ένας γεωργός έξυπνος και
καλλιεργημένος αλλά γενημένος όμως και μεγαλωμένος στις τότε
γνωστές αιρέσεις. Μέσα του όμως είχε ανησυχία και κάθε τόσο
αναρωτιόταν: - Είμαι στο σωστό δρόμο ή κάνω λάθος και πνίγομαι
κι εγώ και η γυναίκα μου και τα παιδιά μου; Αχ, Θεέ μου, δεν μου
στέλνεις κανέναν Αγγελο να μου δείξει το σωστό δρόμο; Και πάλι
"Αχ, Θεέ μου", και πάλι "Αχ, Θεέ μου" και αυτό εγίνετο για
χρόνια. Κάποτε πέρασε ένας Ορθόδοξος Διάκονος έξω από το χωράφι
του και τον αμπελώνα του. Τον πλησίασε, τον καλησπέρισε και
άρχισε μια συζήτηση μαζί του με πολλές ερωτοαποκρίσεις. Ο
γεωργός αιχμαλωτίστηκε από τη συζήτηση, πέρασε η ώρα, ήρθε το
βράδυ και τότε εκείνος του λέει: - Δεν έρχεσαι στο σπίτι μου να
φάμε, να ξεκουραστείς κτλ; Δέχτηκε ο Διάκονος και πήγε στο
σπίτι, τον υποδέχτηκε η οικογένεια κι εκείνος άρχισε να τους
ομιλεί. Ξέχασαν και το φαί, τα ξέχασαν όλα, κρεμάστηκαν από τα
χείλη του και όλη τη νύχτα τους ομιλούσε για τον Κύριο, για την
ορθόδοξη πίστη, για τη Λατρεία, για τα Μυστήρια, για το θάνατο,
για τη Βασιλεία των Ουρανών, για την Κρίση του Θεού και για τα
όσα άλλα που έχει το δόγμα μας και η πίστις μας. Κυριολεκτικώς
σκλαβώθηκαν, η καρδιά τους ζεστάθηκε, ο πόθος για την αληθινή
πίστη άναψε μέσα τους, τα μάτια τους άνοιξαν, φωτίστηκαν από το
φως αυτό της ορθοδόξου πίστεως. Το πρωί ήθελαν όλοι μαζί,
εκείνην την ώρα αν ήταν δυνατόν, να βαπτιστούν. Δεν χάνει καιρό
ο Διάκονος, παίρνει μαζί του τον αμπελουργό και πηγαίνουν στον
τοπικό Επίσκοπο. Ο Επίσκοπος τους δέχτηκε και ρωτά τον Διάκονο
ποιος είναι, από πού ήλθε, πού πηγαίνει, ποιος ο σκοπός της
επισκέψεως του εδώ. Ο κληρικός σηκώθηκε όρθιος και είπε: -
Ερχομαι από τα Ιεροσόλυμα, είμαι Αρχιδιάκονος του Μεγάλου
Αρχιερέως και πηγαίνω στην Αθήνα για υποθέσεις εκκλησιαστικές,
του Μεγάλου Αρχιερέως υποθέσεις αλλά επειδή επεκράτησαν άνεμοι
και τρικυμία δυνατή λιμενιστήκαμε εδώ στο λιμάνι των Καλών
Λιμένων και έρχομαι σήμερα προς εσάς, τον Επίσκοπο, τον
Μητροπολίτη τον τοπικό, για να βαπτίσετε αυτόν τον άνθρωπο και
την οικογένειά του, της οποία όλα τα μέλη κατήχησα καταλλήλως
δι'όλης της νυχτός στα νάματα της ορθοδόξου πίστεως. Ακούγοντας
βέβαια ο Επίσκοπος ότι ήτο Διάκονος της Μεγάλης του Χριστού
Εκκλησίας, του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων δεν τον ρώτησε
τίποτα άλλο. Μόνο του είπε να παραμείνει φιλοξενούμενος μέχρις
ότου αλλάξει ο καιρός και την επομένη όπου ήτο Παρασκευή τον
παρακάλεσε να λάβει μέρος στην Λειτουργία των Προηγιασμένων
Δώρων, διότι ήτο Μεγάλη Σαρακοστή. Τον διαβεβαίωσε συγχρόνως ότι
θα συνεχίζετο η κατήχησις για λίγες ημέρες ακόμα και το Πάσχα θα
βάπτιζε τον γεωργό, τον αμπελουργόν αυτό, και την οικογένειά
του. Τον φιλοξένησε τη νύχτα κάπου. Την άλλη μέρα ξημέρωσε η
μέρα της Παρασκευής και πήγαν στον Ναό για να τελέσουν την
Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Στην Μεγάλη Είσοδο εδόθη
εις τον Διάκονο να κρατήσει και μεταφέρει σιωπηλά τον Αγιο Δίσκο
με το Πανάγιον Σώμα του Κυρίου. Το παρέλαβε ο ξένος Αρχιδιάκονος
αλλά έτρεμε πολύ, όπως βγήκε σιωπηλά. Σχεδόν κλονιζόμενος έκανε
την μεταφορά και με πολλή βία, τρεμούλα και φόβο κατάφερε να
μπει μέσα στο Αγιον Βήμα. Αυτό το πρόσεξαν όλοι και τους έκανε
εντύπωση. Και ο Επίσκοπος, και οι Ιερείς και το πλήθος των
χριστιανών είπαν κι αισθάνθηκαν ότι αυτός ο φόβος του Διακόνου,
του ξένου αυτού Διακόνου, δεν ήταν συνηθισμένος φόβος. Ηταν
κάτι άλλο. Αυτή η εξωκόσμιος και μυστηριώδης συμπεριφορά υπήρχε
και στη Θεία Κοινωνία. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας
ρώτησε τον Αρχιδιάκονο ο Επίσκοπος μήπως ήταν άρρωστος. - Οχι,
δεν είμαι, λέει. Του λέει ύστερα: - Μήπως έχεις καμμία παράξενη
ασθένεια; Και η απάντησις του Αρχιδιακόνου: - Οντως, Αγιε
Δέσποτα, κατέχομαι από ασθένειαν την οποία όμως κανείς δεν
μπορεί να θεραπεύσει. Οσες φορές διακονώ στη Θεία και φρικτή
μυσταγωγία και πάρω στα χέρια μου το Τίμιον και Πανάγιον Σώμα
του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού αισθάνομαι
ότι δεν επαρκούν οι δυνάμεις μου σε τόσο μεγάλο βάρος γι'αυτό
και αδυνατώ να βαδίσω ελεύθερα και ακλινώς, χωρίς να κλονίζομαι
δηλαδή από τον τρόμο. Και επί λέξει: - Και τις δύναται, Αγιε
Δέσποτα, εκ των γνων συνεχόντων της υποθέσεως της Θείας
Μυσταγωγίας να δύναται να κρατήσει εν ταις χερσίν αυτού τον τοις
πάσι Αχώρητον; Ποιος μπορεί από αυτούς που έχουν γνώση για το τι
συμβαίνει στη Θεία Λειτουργία μπορεί να κρατήσει στα χέρια του
αυτόν που δεν χωράει πουθενά; Το τονίζει και η Εκκλησία μας τα
Χριστούγεννα: "Ο αχώρητος παντί πώς εχωρέθη εν γαστρί;". Η
συγκατάβασις του Χριστού ενισχύει βέβαια την ασθένειά μας,
συνεχίζει ο Αγιος Διάκονος, και κάνει τα ογκώδη ελαφρά, τα
αδύνατα δυνατά. Μακάριος είναι εκείνος ο οποίος αξιώνεται να
υπηρετεί το μέγα αυτό Μυστήριον στο οποίο οι εν ουρανοίς Αγγελοι
και όλες οι Δυνάμεις της Ουρανίου δόξης παρίστανται μετά φόβου
και τρόμου. Οταν τα είπε αυτά εταράχθη ο Αγιος Διάκος και
ολόκληρο το Αγιο Βήμα άστραψε από φως. Αστραψε και ο
Αρχιδιάκονος. Και ακούν μία φωνή αλλιώτικη πλέον, παράξενη,
ουράνια να τους λέει: - Εγώ ειμί εις εκ των Λειτουργικών
πνευμάτων τα οποία στέλλονται εις διακονία προς τους μέλλοντας
κληρονομείν σωτηρίαν. Εγώ ειμί ο Αγγελος ο αποσταλείς εις τον
εκατόνταρχον Κορνήλιον, τον ευσεβήν και φοβούμενον τον Θεόν συν
παντί τω οίκω αυτού όστις εδέετο διά παντός ποιών ελεημοσύνας
πολλάς. Είμαι ένας Αγγελος από το αγγελικό εκείνο τάγμα που
προσφέρει τις προσευχές των θελόντων σωθείναι στον ουράνιον
θρόνον του Σωτήρος Χριστού. Οταν προσηύχετο συνεχώς αυτός ο
γεωργός τον οποίο σας παρέδωκα εχθές για να βαπτισθεί και αυτός
και η οικογένειά του εζητούσε από τον Θεόν να του δειχθεί, να
του υποδειχθεί η αληθής θρησκεία για να προσκυνήσει εν γνώσει
τον Θεόν και εγώ ήμουν αυτός που προσέφερα τις προσευχές του
ενώπιον του Τριαδικού Θεού. Οταν τα άκουσε αυτά ο Αρχιερεύς και
οι Ιερείς εταράχθησαν τόσο πολύ ώστε έπεσαν με το πρόσωπο κάτω
στο έδαφος του Ιερού Βήματος. Ο Αγιος όμως τους είπε: - Μη
φοβείσθε. Τον Θεόν να ευλογείτε και Αυτόν να προσκυνείτε εις
πάντας τους αιώνας. Φανερώθηκα σε σας αλλά ούτε έφαγα ούτε ήπια.
Μόνον εσείς έτσι το βλέπατε. Αλλά δεν έγινε τίποτα από αυτά.
Τώρα εξομολογείσθε εν Κυρίω τω Θεώ διότι αναβαίνω προς τον
αποστείλαντά με. Σηκώθηκαν και δεν είδαν κανέναν και επανήλθαν
τα πάντα όπως ήταν πριν. Εδόξασαν τον Θεόν διά τα θαυμαστά του
Θεού και διότι σε αυτούς τους αναξίους εφανερώθη Αγγελος Κυρίου.
Τώρα τι γίνεται με τον γεωργό; Ελα που πήγε και αυτός το πρωί
στην Εκκλησία και παρακολουθούσε τα τελούμενα της Προηγιασμένης
Λατρείας έξω από το Ναό από ένα ανοιχτό παράθυρο! Και κατά
παράδοξο και ανερμήνευτο τρόπο ήκουσε και είδε όσα έγιναν και
ειπώθησαν από τον Αγγελο Κυρίου, με το πρόσωπο του Αρχιδιακόνου!
Και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: - Νυν είδα αληθώς ότι
εξαπέστειλε Κύριος ο Θεός τον άγγελον Αυτού και εξείλετό μοι εκ
του σκότους της αγνωσίας. Δόξα Σοι Βασιλεύ Παντοκράτωρ και
φιλάνθρωπε ότι με την παρουσία του αγγέλου με ηξίωσας τον
αμαρτωλό και αιρετικόν να αναστηθώ εκ του θανάτου της αμαρτίας
και εγώ και η οικογένειά μου. Και τώρα Κύριε φώτισόν μου τον
νουν και την καρδίαν ίνα Σε υμνώ πάσας τας ημέρας της ζωής μου
κράζων ως οι εν ουρανοίς Αγγελοι Σου: Αγιος, Αγιος, Αγιος Συ ο
Θεός. Ο γεωργός όταν βαπτίσθηκε ονομάσθηκε Σέργιος. Η διήγησις
αυτή, αδελφοί μου, είναι παρμένη από το περιοδικό "Αγιορείτικη
Βιβλιοθήκη" του έτους 1960.

****************************************************

52Α Περί απροσεξίας Ιερέα κατά τη Θεία Κοινωνία στην Κεφαλονιά

Πήρα μια επιστολή, αδελφοί μου, από την Ιθάκη, η οποία γράφει τα
εξής: Στις αρχές του αιώνα μας, στην Κεφαλονιά, κάποιος Ιερέας
όχι με τόσο θερμή πίστη σε κάποια Θεία Λειτουργία, όταν
συνέστειλε τα Αγια και έριξε όλες τις μερίδες από το Αγιον
Δισκάριον μέσα στο Αγιον Ποτήριον αφηρημένα λίγο και αδιάφορα
σκούπισε τα χέρια του κατόπιν μπροστά του πάνω στο φελόνι.
Είναι γνωστό ότι κανονικά ο Ιερεύς πρέπει να σκουπίζει πολύ καλά
και προσεκτικά τα χέρια του, κατόπιν να τα πλένει στο χωνευτήρι
και εν συνεχεία να ακολουθεί η Θεία Κοινωνία των πιστών. Οταν
πήρε λοιπόν στα χέρια του ο Ιερεύς εκείνος το Αγιον Ποτήριον και
γύρισε στον κόσμο να πει "Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης
προσέλθετε" όλοι έντρομοι είδαν πάνω στο φελόνι του αίματα
πολλά, εκεί ακριβώς που είχε σκουπίσει τα χέρια του. Θάμαξε ο
κόσμος έκπληκτος. Εκείνος βέβαια είδε τι είχε, γύρισε πίσω,
έβαλε έντρομος το Αγιο Ποτήριο πάνω στην Αγία Τράπεζα και σαν
χαμένος δεν ήξερε τι να κάνει. Εβγαλε το φελόνι και το κρέμασε
κάπου μέσα στο Αγιο Βήμα. Για πολλές μέρες τα αίματα ήταν πάνω
στο φελόνι αδιάψευστος μάρτυρας του φοβερού μυστηρίου και της
φρικτής θυσίας του Γολγοθά. Αίμα άλικο, αληθινό, πηκτό ζωντανού,
ζωντανό. Αίμα Χριστού. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή και
ευλάβεια την ώρα της συστολής από εμάς τους Ιερείς ώστε ούτε καν
το παραμικρό να μη μείνει απ'έξω, πολύ δε περισσότερο να μην
πέσει κάτω. Κύριε ελέησέ μας. Ετσι υπογράφει ο πατήρ Θεόδωρος
την επιστολή του αυτή. Και βέβαια η προσοχή πρέπει να είναι
ασφαλώς πολύ μεγαλυτέρα όταν κοινωνούν οι χριστιανοί. Φόβος και
τρόμος γιατί είναι μεγάλο το κρίμα αν πέσει κάτω ένας πολύτιμος
μαργαρίτης ή μια σταγόνα του πολύτιμου Αίματός Του. Ο Θεός να
μας συγχωρέσει γιατί είμαστε πολύ απρόσεκτοι.

*************************************

52Α Οι τρείς κατηγορίες Αγγέλων.

Να πούμε κάτι αληθινό που το είδε ένας Αγιος. Είδε λοιπόν
κατηγορίες Αγγέλων. Μια φορά προσευχόμενος είδε ομάδες Αγγέλων
να ανεβαίνουν στον ουρανό και να κρατούν στα χέρια τους τις
προσευχές των χριστιανών. Μια κατηγορία ήταν πάρα πολύ γρήγορη
στο να ανεβοκατεβαίνει από τη γη στον ουρανό και ήσαν οι πιο
πολλοί. Κατέβαιναν με μεγάλη ταχύτητα και ανέβαιναν. Και μάλιστα
θα μπορούσαμε να πούμε ανθρώπινα ότι ίδρωναν κιόλας από την
πολλή εργασία που είχαν στο να ανεβοκατεβάζουν τις προσευχές των
ανθρώπων, των χριστιανών στον ουρανό. Αλλη μια κατηγορία πολύ
πιο μικρή ανέβαινε αργά αργά αυτού του είδους τις προσευχές εις
τον ουρανό. Υπήρχε και μια μικρή, πολύ μικρή τρίτη κατηγορία. Η
πρώτη είναι η κατηγορία των Αγγέλων εκείνων που ανεβάζουν τις
αιτήσεις μας, τις παρακλήσεις μας, τις δεήσεις μας και είναι οι
περισσότερες. Και τις κάνουμε κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το
βράδυ και από το βράδυ μέχρι το πρωί. Ζητάμε κι όλο ζητάμε και
συνέχεια ζητάμε από τον Πανάγιον Θεόν και δεν κουράζονται οι
Αγγελοι και αυτές τις αιτήσεις μας με τις οποίες ζητάμε τα τόσα
αγαθά που ζητάμε από τα υλικά, τα ηθικά, τα πνευματικά- συνήθως
τα περισσότερα είναι υλικά- να τα ανεβάζουν στο θρόνο του Αγίου
Θεού. Οι άλλοι που ανέβαιναν πού και πού και αργά αργά και ήσαν
και λίγοι ήσαν αυτοί που ανεβάζουν τις ευχαριστίες μας. Ποιος
ευχαριστεί τον Θεό; Ποιος Τον δοξάζει; Ποιος τον δοξολογεί; Μας
θυμίζει αυτό που έγινε με τους δέκα λεπρούς όταν τους εθεράπευσε
ο Κύριος. Είπε "Πηγαίνετε δείξτε τους εαυτούς σας στους Ιερείς
για να πάρετε το πιστοιποιητικό της υγείας" αφού καθαρίστηκαν.
Και επέστρεψε ο ένας να ευχαριστήσει και αυτός ήταν Σαμαρείτης.
Και είπε ο Κύριος με παράπονο: "Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν. Οι
δε εννέα πού;". Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία Αγγέλων.
Και καμμιά φορά αυτήν την κατηγορία των Αγγέλων θα τη λάβει πιο
πολύ υπόψη του ο Θεός από τις άλλες. Ποια είναι αυτή η
κατηγορία; Είναι η δικαία αγανάκτησις των χριστιανών για το
άπλωμα του κακού. Η διάδοση του κακού είναι τόσο πολύ μεγάλη που
λένε οι χριστιανοί: "Ως πότε, Θεέ μου, θα κυριαρχεί; Ως πότε,
Θεέ μου, το κακό; Τα παιδιά μας εγκλωβίζονται κάθε μέρα,
χάνονται, πνίγονται μέσα στο κακό, στην ηθική σαπίλα και βρωμιά
που κυριαρχεί κάθε μέρα;". Και αγανακτισμένοι οι άνθρωποι
αναπέμπουν το παράπονο στο Θεό και το ερωτηματικό τους και Του
λένε: "Ως πότε, Θεέ μου; Ως πότε;".

*********************************************

52Α Το τέλος του πατρός Νικολάου, υποτακτικού του πατρός
Αρσενίου

Οπως θα ενθυμείστε σας είχα μιλήσει για ένα θαυμάσιο ζευγάρι
γερόντων, Ρώσων στην καταγωγή, που ασκήτευαν στη σκήτη του
Τιμίου Προδρόμου. Σας είχα πει ακόμα για τις προσωπικές
μαρτυρίες ενός μοναχού ονόματι Παρθενίου ο οποίος μας περιέγραφε
τις ακατάληπτες, τις δακρύβρεκτες και συνάμα μεγαλοπρεπείς Θείες
Λειτουργίες στις οποίες παρευρίσκετο. Ο πατήρ Αρσένιος, είχαμε
πει, ήταν ο Γέροντας και συγχρόνως Ιερεύς, λειτουργός, ο δε
πατήρ Νικόλαος υποτακτικός και ψάλτης. Για αυτούς τους δυο θα
πούμε τώρα, στη συνέχεια κάτι. Ο πατήρ Νικόλαος είχε μια
Αποκάλυψη, μια πληροφορία, ένα χρόνο προ της κοιμήσεώς του.
Πάντοτε αυτά κατά τις περιγραφές από το ημερολόγιο του πατρός
Παρθενίου. Είδε σαν σε όραμα να διαπλέει μια ταραγμένη και
φουρτουνιασμένη Θάλασσα. Τότε άκουσε μια γλυκειά φωνή να του
λέει: - Για δες. Και ωσότου δει είχε φτάσει σε ένα ήσυχο,
κρυστάλλινο λιμάνι όλο φως και δόξα. Κάτι ανάλογο όμως έζησε το
ίδιο βράδυ και ο Γέροντάς του, πατήρ Αρσένιος. Είδε τον εαυτό
του οδοιπόρο, πολύ ταλαιπωρημένο και καταπονεμένο. Και όμως σε
λίγο φάνηκε μπροστά του μια ωραιοτάτη πόλις, γεμάτη από
εκκλησίες που πανηγύριζαν με τυμπανοκρουσίες, μια πόλις
ανεκφράστου ωραιότητος και ομορφιάς και κάλλους. "Τελειώνει ο
δρόμος. Μην ανησυχείτε. Μόνον ελπίζετε.", ακούστηκε να του λέει
μια γλυκύτατη φωνούλα. Οταν αλληλοείπαν τις εκστάσεις τους
αυτές κατάλαβαν ότι πλησίαζε το τέλος τους. Πρόσθεσαν τότε
νηστεία στη νηστεία και δάκρυα στα δάκρυα και άρχισαν να
ετοιμάζονται για την έξοδό τους. Μισό χρόνο προ της κοιμήσεώς
του ο Νικόλαος στερείται και το φως των σωματικών του οφθαλμών.
Εγινε τυφλός. Αλλά με τα πνευματικά του μάτια έβλεπε τέλεια τα
πάντα. Διότι ο Θεός του απεκάλυψε παρ'όλο που ήτο τυφλός όλους
τους εκλεκτούς του που ζούσαν στο Αγιον Ορος, γιατί έχει και
τους εκλεκτούς Του ανάμεσα στους εκλεκτούς. Αυτή του την
αποκάλυψη την είπε αμέσως στον Γέροντά του, πατέρα Αρσένιο,
φοβούμενος μήπως πέσει σε δαιμονική πλάνη. Ο πατήρ Αρσένιος που
ήταν πολύ προσεκτικός και πολύ διακριτικός του συνέστησε να μην
πιστεύει στα οράματα αλλά μόνον να πενθεί ενώπιον του Θεού και
να Τον παρακαλεί για την συγχώρεση των αμαρτιών του. "Συγγνώμην
και άφεσιν των αμαρτιών και των πλημμελημάτων ημών παρά του
Κυρίου αιτησόμεθα ημέρας και νυκτός", υπενθύμισε ταπεινά ο
Γέροντας στον τυφλό υποτακτικό του. Εκτός όμως της σωματικής
τυφλώσεως έπεσε και σε άλλες αρρώστιες πολλές ο πατήρ Νικόλαος
που τον βασάνιζαν και τον κατατυραννούσαν. Δεν μπορούσε πλέον να
πηγαίνει στην Εκκλησία αλλά θρηνούσε καθιστός ή ξαπλωμένος στο
κελλάκι του βασανιζόμενος από φρικτούς πόνους. Ετσι λιγόστεψαν
οι Λειτουργίες. Εγίνετο πλέον μία την εβδομάδα και πολύ σπάνια
δύο. Ψάλτης και αναγνώστης ήταν ο άρρωστος και τυφλός
υποτακτικός για τον οποίο δεν υπήρχε η έννοια της απραξίας.
Πάντοτε ήταν έτοιμος για υπακοή. Το Σάββατο των Απόκρεω
λειτούργησαν σε αυτήν την κατάσταση. Κατόπιν ο πατήρ Νικόλαος
απεσύρθη στο κελλί του και ο Πνευματικός στο δικό του. Μετά από
λίγο ο πατήρ Νικόλαος έρχεται στο κελλί του Πνευματικού και
Γέροντος και πέφτει στα πόδια του και του λέγει: - Συγχώρεσέ με,
Αγιε Πάτερ, που ήρθα σε ακατάλληλη ώρα αλλά έχω κάτι να σου πω.
Ο Πνευματικός του είπε: - Θεός συγχωρέσοι και πες μου τι έχεις.
Ο πατήρ Νικόλαος τότε όλος δάκρυα άρχισε να του λέγει: - Πάτερ
Αγιε, μετά τη Λειτουργία πήγα στο κελλάκι μου και κάθισα στο
κρεββάτι. Και τότε ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια μου και είδα
ολοκάθαρα όλα τα πάντα γύρω μου, και το κελλάκι, και το
κρεββατάκι, και το σκαμνάκι, και τις εικονίτσες. Και αφού τα
είδα όλα αυτά και απορούσα για τον εαυτό μου άνοιξα ξαφνικά η
πόρτα του κελλιού μου και όλο το κελλί γέμισε από φως. Μπήκαν
τρεις άνθρωποι μέσα, δύο νέοι με λαμπάδες και στο μέσο τους ένας
άλλος με αστραφτερή ενδυμασία η οποία εξέπεμπε ανέκφραστο φως.
Με πλησίασε εκείνος που ήταν στη μέση, με ρώτησε: - Με
γνωρίζεις; Εγώ χαμογέλασα ειρηνικά και του απάντησα: - Βέβαια σε
γνωρίζω. Είσαι ο Ανίκητος, ο φίλος και συνοδοιπόρος μας εκεί στα
Ιεροσόλυμα που ήθελες να γίνεις ερημίτης και ασκητής στο Σινά.
Και μάλιστα έχω πληροφορηθεί ότι εδώ και τρία χρόνια έχεις
πεθάνει. Εκείνος τότε του είπε: - Μάλιστα, πάτερ Νικόλαε, εγώ
είμαι ο Ανίκητος. Είδες με ποία δόξα και λαμπρότητα με περιέβαλε
ο Βασιλεύς των Ουρανών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, για τη
λίγη μετάνοια και την ελαχιστοτάτη άσκηση που έκαμα; Ε, έτσι και
εσένα θα σε ανταμείψει. Αλλά και μείζων τούτων όψει. Σε τέσσερις
ημέρες θα ελευθερωθείς από όλες τις θλίψεις, τα βάσανα και τις
ασθένειες. Με έστειλε ο Κύριος να σε παρηγορήσω. Αμέσως βγήκαν
από το κελλί και έμεινα μόνος τότε ξανάκλεισαν πάλι τα μάτια
μου. Ομως η καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά. Αφού τα άκουσε
όλα αυτά ο Πνευματικός του είπε: - Πρόσεχε, πάτερ Νικόλαε, μην
πλανηθείς και μην πιστεύεις σε όλα αυτά αλλά ατένιζε μόνο προς
τον Θεόν και ζήτα το έλεός Του, τη χάρη Του, την άφεσιν των
αμαρτιών σου και την καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού Βήματος
του φιλανθρώπου αλλά και δικαίου Κριτού. Αυτά τα είπε προς
ταπείνωσιν και φυλακήν της ψυχής γιατί δεν παύουν τα πεπυρωμένα
βέλη του πονηρού να ρίπτονται ακόμα και λίγο πριν από το θάνατό
μας. Τότε ο πατήρ Νικόλαος είπε: - Πάτερ Αγιε, συγχώρεσέ με. Ας
γίνει το θέλημα του Κυρίου. Πάντως η καρδιά μου γέμισε από
ανέκφραστη ειρήνη και χαρά. Σε παρακαλώ, Πάτερ, από σήμερα να
λειτουργείς κάθε μέρα και εγώ θα ετοιμάζομαι για τη Μετάληψη των
Παναχράντων Μυστηρίων. Εγινε Λειτουργία την Κυριακή, την
Δευτέρα και την Τρίτη και ο πατήρ Νικόλαος μεταλάμβανε των
Αχράντων Μυστηρίων και αισθανόταν καλύτερα. Την Τετάρτη της
Τυροφάγου δεν γίνεται Λειτουργία, έγιναν οι Ωρες, αλλά την
Πέμπτη έκαναν πάλι Λειτουργία. Τότε ο Πνευματικός, κατά τη
συνήθειά του, του πρόσφερε ό,τι πρόσφορο υπόλοιπο υπήρχε αλλά
εκείνος δεν το πήρε, μόνο ένα κομματάκι αντίδωρο. Και του λέει:
- Σε παρακαλώ, έλα Γέροντά μου, στο κελλάκι μου. Ο Πνευματικός
πήγε μαζί του. Ο πατήρ Νικόλαος κάθισε στο κρεββάτι του,
ακούμπισε στον τοίχο. Το πρόσωπό του άρχισε να αλλοιώνεται, να
αστράφτει και αυτός σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό ήρθε σε
κάποια μορφή εκστάσεως. Ο τόπος γέμισε από ευωδία. Κατόπιν
συνήλθε και άρχισε να λέει: - Σε ευχαριστώ, Πάτερ, που έκανες
υπομονή στις αδυναμίες μου μέχρι το τέλος και με τις οδηγίες σου
με οδήγησες στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Πνευματικός και
Γέροντας, πατήρ Αρσένιος, τότε τον ρώτησε: - Βλέπεις, πάτερ
Νικόλαε, τίποτα; - Βλέπω, Γέροντα, ότι ήρθαν για μένα και
έσχισαν το χειρόγραφο των αμαρτιών μου. Και τώρα, Γέροντά μου,
ευλόγησον. Και έσκυψε το κεφάλι του. Και ο Γέροντας είπε: - Ο
Θεός να σε ευλογήσει. Και εκείνος του είπε: - Οχι, ευλόγησέ με
με το χέρι σου. Ο Πνευματικός τον ευλόγησε με το χέρι του.
Εκείνος πήρε το χεράκι του Γέροντός του, το κατεφίλησε θερμά και
πριν ακόμα το αφήσει σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και
πρόφερε, είπε ήρεμα: - Κύριε, δέξου το πνεύμα μου. Και την ίδια
στιγμή παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο τον οποίο εκ νεότητος
εδούλεψε, υπηρέτησε με πίστη, αυταπάρνηση, υπακοή και αγάπη.
Πραγματικά τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού.
Εκοιμήθη στις 6 Φεβρουαρίου του 1841, την Πέμπτη της Τυροφάγου.
Εμείς τότε ήμασταν στο Ρωσικό μοναστήρι, γράφει ο Πατήρ
Παρθένιος στις ημερολογιακές σημειώσεις του. Η είδησις έφτασε το
Σάββατο το βράδυ και εμείς πήγαμε την Κυριακή. Πέμπτη εκοιμήθη
και εκείνοι πήγαν την Κυριακή, δηλαδή την τετάρτη ημέρα από την
κοίμησή του. Κατά την κηδεία του ήταν πολλοί από τους Ρώσους
αδελφούς, μαθητές του Γέροντος Αρσενίου. Και όλοι εξεπλήσσοντο.
Ο πατήρ Νικόλαος ξαπλωμένος σαν ζωντανός. Το πρόσωπό του καθόλου
αλλοιωμένο, τα χέρια του και τα πόδια του σαν ζωντανά, ουδεμία
ακαμψία και θερμά. Οι αρθρώσεις του και τα μέλη του μαλακά. Και
το πλέον καταπληκτικό από όλα - δύο φορές το έχω ακούσει - από
τα χείλη του έβγαινε ευχάριστη ευωδία. Ολοι εχάρησαν, όλοι
δόξαζαν τον Θεόν και τον έθαψαν Κυριακή της Τυροφάγου. Πώς να
μην θαυμάσεις το μεγαλείο της πίστεώς μας, πώς να μην είσαι
έτοιμος να πεθάνεις για αυτή, πώς να μην κάνεις θυσίες για να
κληρονομήσεις τοιούτον Βασιλέαν που είναι ο Κύριος και Θεός σου,
ο λυτρωτής σου, ο σωτήρας σου;

**************************************************

53Α Η κλήση του Οσίου Ανδρέα του διά Χριστόν σαλού

Κάποτε, χριστιανοί μου, ο Αγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός, και
ασφαλώς πολύ πριν αρχίσει την παράξενη αποστολή του στον κόσμο,
μια βραδιά που προσηύχετο καθ'όλην τη διάρκεια της νυχτός, ήρθε
σε έκσταση και βρέθηκε στα βασιλικά παλάτια του ουρανού. Εκεί
τον καλεί ο ουράνιος βασιλεύς και του λέγει: - Θέλεις να με
υπηρετήσεις ολόψυχα και να σε κάνω έναν από τους στρατηγούς του
παλατιού μου; - Υπάρχει κανείς, Δέσποτα, που να μη θέλει το καλό
του; αποκρίθηκε. Εγώ, πάντως, το επιθυμώ πολύ. - Αν το
επιθυμείς λοιπόν δοκίμασε τη γεύση της βασιλείας μου. Συγχρόνως
του πρόσφερε να πιει κάτι. Εμοιαζε με χιόνι και ήταν τόσο γλυκό
και νόστιμο που δεν μπορούσε ο άνθρωπος να το φανταστεί. Μόλις
το ήπιε είπε: - Δος μου και άλλο, σε παρακαλώ, γιατί μόλις το
ήπια ένιωσα να ευωδιάζει σαν θεϊκό μύρο. Εκείνος του έδωσε και
δεύτερο που έμοιαζε στην όψη με κυδώνι. Αυτό όμως ήταν ξινό,
πικρό σαν φαρμάκι, σαν την αψιθιά. Οταν το ήπιε απογοητεύθηκε,
καταπικράθηκε και ξέχασε την προηγουμένη θαυμάσια γεύση που
είχε. Βλέποντας τον λοιπόν λυπημένο ο Βασιλεύς τον ρώτησε: -
Είδες που δεν μπορείς να υποφέρεις την πικράδα του ποτού αυτού ή
του φαγητού; Σου έδωσα να νιώσεις τον τελειώτερο τρόπο με τον
οποίο μπορεί κάποιος να με υπηρετεί. Αυτή είναι ακριβώς η στενή
και τεθλιμμένη οδός, η απάγουσα εις την ζωήν, εις την Βασιλείαν
των Ουρανών. - Μου φαίνεται πικρό το πράγμα, Δέσποτα. Ποιος
μπορεί να σε υπηρετεί τρώγοντας ή και πίνοντας αυτό το φαρμάκι;
- Το πικρό το θυμάσαι, αποκρίθηκε ο Βασιλιάς, το γλυκό το
ξέχασες; Πριν από το πικρό δεν σου έδωσε το γλυκό; - Ναί,
Δέσποτα, αλλά μου είπες ότι η οδός μοιάζει με το πικρό. - Οχι,
δεν σου είπα αυτό, κάτι άλλο. Η οδός αυτή βρίσκεται ανάμεσα στο
πικρό και στο γλυκό. Το πικρό είναι οι κόποι και οι αγώνες και
οι ιδρώτες για την αρετή ενώ το γλυκό και το νόστιμο είναι η
δροσιά, είναι η ανάπαυσις και η παρηγοριά που προσφέρει η
αγαθότητά μου σε όσους θλίβονται και υποφέρουν και μαρτυρούν για
το χατήρι μου. Δεν προσφέρω λοιπόν το πικρόν μόνον, ούτε πάλιν
μόνον το γλυκό αλλά πότε το ένα και πότε το άλλο. Το ένα
διαδέχεται το άλλο. Αν θέλεις λοιπόν να με υπηρετήσεις πες μου
να το ξέρω από τώρα. - Δος μου και πάλι, λέει, να τα δοκιμάσω
και θα σου απαντήσω αποκρίθηκε ο μακάριος και Οσιος Ανδρέας.
Εκείνος του έδωσε πρώτα το πικρό και ο Ανδρέας καταπικραμένος
του είπε: - Δεν μπορώ να σε υπηρετώ και να τρώω από αυτό το
φαρμάκι, είναι πικρό και ανυπόφορο. Ο Βασιλιάς χαμογέλασε και
βγάζοντας από τον κόρφο του κάτι πύρινο και ανθηρό που
μοσχοβολούσε του είπε: - Πάρε και φάγε για να ξεχάσεις όλα.
Πήρε πραγματικά και έφαγε. Για πολλή ώρα ένιωθε τόση ηδονή, τόση
γλυκύτητα και χαρά, τόση ευφροσύνη, τόση μακαριότητα ώστε
βρισκόταν εκτός εαυτού. Νόμιζε ότι ζούσε μέσα σε υπερβολικά
ευωδία, δόξα, λαμπρότητα, θεία τερπνότητα. Οταν συνήλθε έπεσε
στα πόδια εκείνου του μεγάλου, ουρανίου Βασιλέως και τον
παρακαλούσε: - Ελέησέ με, Πανάγαθε Δέσποτα, και δέξε με να σε
υπηρετώ γιατί κατάλαβα πραγματικά πως η υπηρεσία σου είναι πολύ
ευχάριστη. - Πίστεψέ με, του λέει εκείνος, ότι από τα πλούτη
μου, αυτό είναι το πιο ασήμαντο. Ασφαλώς τώρα θα γυρίσεις πίσω.
Στον υπόλοιπο χρόνο της ζωής σου αν με υπηρετήσεις σωστά και με
αυταπάρνηση τότε όσα έχω θα γίνουν δικά σου, θα γίνεις
κληρονόμος της Βασιλείας μου. Τα εμά πάντα σα εστί. Ετσι μίλησε
ο Βασιλιάς και τον άφησε να φύγει. Ευθύς αμέσως ο Αγιος Ανδρέας
συνήλθε και με το κύλημα του χρόνου, με τις μέρες, τους μήνες
και τα χρόνια που έφευγαν κατάλαβε πολύ καλά το νόημα της θείας
κλήσεως και αποκαλύψεως. Και τώρα σας ρωτώ: Μήπως το ίδιο
πράγμα δεν ισχύει και για μας; Γι' αυτό οφείλουμε να κάνουμε
καλή χρήση από τον χρόνον της ζωής που μας μένει.

*******************************************

53Α Ο ειρηνικός άνθρωπος

Γνωρίζω κάποιον που είναι φτωχός, βιοπαλαιστής, πολύτεκνος με 7
παιδιά, σύζυγο και ανάπηρη μητέρα στο κρεββάτι. Ακακο αρνί,
αγαθός, ειρηνικός, πράος, ήσυχος, γλυκύς, δίκαιος. Πρωί βράδυ
προσευχή. Ολη την ημέρα την ευχούλα. Η εργασία εργασία και η
δουλειά δουλειά. Και στα Αχραντα Μυστήρια τακτικά όλη η
οικογένεια. Ευτυχισμένος. Ναι, είναι ευτυχισμένος, έστω και αν
τον δέρνουν οι θλίψεις και οι πειρασμοί που είναι φυσικό να
υπάρχουν και γι' αυτόν όπως και για όλους μας. Και όμως
αισθάνεται τόση ευτυχία και τόση ειρήνη μέσα του που δεν την
έχει ένας πλούσιος, ένας εκατομμυριούχος που τον βαραίνουν οι
αδικίες, οι απάτες, οι βλαστήμιες, οι ασέλγειες, οι
αισχροκέρδειες, οι ψεύτικοι όρκοι πάνω στο Ευαγγέλιο, οι
εκτρώσεις, οι βιασμοί, οι μαγείες και ένα πλήθος από αδικήματα
και παραβάσεις των εντολών του Αγίου Θεού. Αυτός αν και
απολαμβάνει όλα τα αγαθά, όλα τα αγαθά της γης πλούσια και δεν
του λείπει τίποτα, μέσα του όμως φωνάζει η φωνή της συνειδήσεως,
χτυπάει, τον ελέγχει συνεχώς, δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Και η
ζωή του είναι μια μικρή κόλασις, ένα προοίμιο της κολάσεως. Και
αυτή ακριβώς τη διαμαρτυρία προσπαθεί να την σκεπάσει με την
κρεπάλη, την μέθη, την ασωτία. Λοιπόν για αυτό πρέπει να
φωνάζουμε "Θεέ μου, δος μου ειρήνη, την ειρήνη της συνειδήσεως,
την ειρήνη της ψυχής".

*******************************************

53A Μνήμη θανάτου του βασιλέως Φιλίππου

Εμείς οι χριστιανοί οφείλουμε να έχουμε μνήμη θανάτου. Για
σκεφθείτε όμως ότι την είχε αυτή τη μνήμη θανάτου και ένας
ειδωλολάτρης βασιλεύς, ο βασιλεύς Φίλιππος της Μακεδονίας. Είχε
δώσει σε έναν στρατιώτη εντολή το πρωί μόλις σηκωνόταν, το
μεσημέρι που καθόταν να φάγει και το βράδυ πριν κοιμηθεί να του
θυμίζει: -Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει. Φίλιππε, να θυμάσαι
ότι είσαι θνητός, θα πεθάνεις. Εμείς γιατί δεν το κάνουμε;

***************************************************

53Α Τα τέλη του Πατρός Αρσενίου

Στις 4 Ιουλίου 1845 ο Γέρων Αρσένιος απεφάσισε να πάει στο
πανηγύρι του Οσίου Αθανασίου στη Λαύρα. Μόλις τελείωσε τη
Λειτουργία του, την πρωινή δική του Λειτουργία, ξεκίνησε, πήρε
το δρόμο που πηγαίνει γύρω από τον Αθωνα και έφθασε στη Λαύρα
λίγο πριν την αγρυπνία. Στη Λαύρα στεκόταν όρθιος καθ'όλη τη
διάρκεια της αγρυπνίας και της Λειτουργίας που και τα δυο μαζί
κράτησαν 16 ώρες. Υπάρχει κάποιος μοναχός εδώ, μπορεί να μας το
επιβεβαιώσει αυτό. Στην τράπεζα δεν πήγε, παρά μόνο πήρε ψωμί
και ξεκίνησε για την επιστροφή. Γύρω στο Απόδειπνο ήταν πάλι στο
κελλί του. Ολοι απόρησαν με τούτο. Ενας νέος μοναχός θα
χρειαζόταν τρεις ημέρες πήγαινε-έλα και αυτός 70 χρονών γέρος με
άρρωστα πόδια στάθηκε 16 ώρες και έκανε τόσο δρόμο σε μιάμισι
ημέρα. Αργότερα τον ρώτησαν: - Πάτερ μου, Γέροντα, πώς μπορέσατε
και επιστρέψατε τόσο γρήγορα αφού ο δρόμος διασχίζει βουνά και
έχει τόσες αιχμηρές πέτρες, βράχια και σκληρά μονοπάτια; Εκείνος
απάντησε: - Ανακαινίσθη ως αετού η νεότης μου όχι γιατί εγώ
μπορώ αλλά με τη βοήθεια του Αγίου Θεού. Στις αρχές του 1846
φάνηκε πως πλησιάζει ο θάνατος του Γέροντος Αρσενίου. Τα πόδια
του χειροτέρεψαν ώστε πλέον δεν μπορούσε ούτε να δουλεύει, ούτε
και να βαδίζει. Ομως λειτουργούσε 4 φορές την εβδομάδα: Κυριακή,
Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο αν και με πολύ κόπο. Το Σάββατο
της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών διαδόθηκε σε ολόκληρο το Αγιο
Ορος πως ο Γέροντας ήταν άρρωστος. Την Κυριακή το πρωί στις 24
Μαρτίου συγκεντρώθηκαν τα πνευματικά του τέκνα για να πάρουν την
ευχή του. Τον ρώτησαν λοιπόν: - Αλήθεια, Πάτερ, δεν φοβάσαι το
ποτήρι του θανάτου, δεν φρίττεις και δεν τρέμεις για την
απολογία σου μπροστά στον δίκαιο Κριτή; Ησουν 30 χρόνια
Πνευματικός, δεν φοβάσαι; Ο Γέροντας τους κοίταξε με χαρούμενο
πρόσωπο και είπε: - Φόβο και τρόμο δεν νιώθω αλλά μια χαρά
απέραντη έχει πλημμυρίσει την καρδιά μου και ελπίζω στον Κύριό
μας και τον Σωτήρα μας Χριστό ότι κατά το έλεός Του δεν θα με
αφήσει αν και δεν έχω έργα αγαθά. Τι έχω για να καυχηθώ παρά τις
αδυναμίες μου. Με τη θέλησή μου κανένα καλό μέχρι τώρα δεν έχω
πράξει και ό,τι καλό έκαμα το έκαμα με τη βοήθεια του Κυρίου μου
και γιατί ήταν θέλημα Θεού. Πορεύομαι λοιπόν προς την ανατολή
της αιωνίου ημέρας και η χαρά μου είναι μεγάλη. Εχω μέσα μου
ειρήνη και βασιλεύει σε όλα μου τα μέλη ανάπαυσις και θεία
ευφροσύνη. Περιμένω σε λίγο τους Αγγέλους μου. Κατόπιν έδωσε
εντολή να περάσουν όλα του τα πνευματικά τέκνα ένας ένας από
μπροστά του. Ελαβε και έδωσε συγχώρεση. Εδωσε τις τελευταίες του
ευλογίες και οδηγίες στον καθένα χωριστά για το πού και το πώς
θα ζήσει και κατόπιν τους παρακάλεσε να απομακρυνθούν. Αυτός
άρχισε να προσεύχεται ξαπλωμένος αλλά δεν ήταν βέβαια δυνατόν να
ακουστεί τι έλεγε. Τρεις φορές σήκωσε έτσι τα χέρια του στον
ουρανό. Ο τόπος άστραψε και οι Πατέρες γονάτισαν,
σταυροκοπήθηκαν και κοίταζαν με δέος. Μια γλυκυτάτη ευωδία
άρχισε να απλώνεται παντού. Ο Γέροντας κατέβασε τα χέρια του,
έκαμε το σημείο του Σταυρού και ύστερα τα σταύρωσε και απλώθηκε
γύρω του μια παράξενη ησυχία, μια ανέκφραστη γαλήνη. Πλησίασαν
οι μοναχοί δειλά δειλά και είδαν το πρόσωπο του Γέροντος
Αρσενίου να λάμπει αλλά η αγία του ψυχή είχε παραδοθεί στα χέρια
του Κυρίου του που τόσον ηγάπησε από μικρό παιδί και για χατήρι
του οποίου είχε καταξηράνει το σώμα του. Να, αδελφοί μου,
χριστιανά τα τέλη της ζωής ενός αθλητού της πίστεως, ανώδυνα,
ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Τέτοια να είναι και τα δικά μας τέλη.
Κατόπιν άρχισαν να τον ετοιμάζουν προς ενταφιασμό. Οταν του
ξεσκέπασαν τα πόδια φάνηκε μπροστά τους μια φοβερή εικόνα. Και
τα δυο του τα πόδια από τα γόνατα και κάτω είχαν μείνει μόνο τα
κόκκαλα. Η σάρκα είχε εξαφανιστεί από τη συνεχή στάση και τις
μακροχρόνιες πληγές. Ολοι απορούσαν πώς μπορούσε και στεκόταν
τόσο σακατεμένος και πώς βάδιζε τόσο γρήγορα! Ποτέ δεν είπε ότι
του πόνεσαν τα πόδια ενώ σαν πουλάκι διέσχιζε όλο το Αγιον Ορος.
Παρά ταύτα τα μέλη του ήσαν μαλακά, ζεστά και παραδόξως λαμπερά.
Από τις σαπισμένες πληγές των ποδιών και των άλλων μερών του
σώματός του εξήρχετο μια ευχάριστη ευωδία θυμιάματος. Τον έθαψαν
πίσω από το Ιερό του κελλίου της Αγίας Τριάδος στις 25 Μαρτίου
του 1846. Επί δεκαετίες ήταν το στήριγμα και ο διδάσκαλος όχι
μόνον για τους Ρώσους αλλά και για τους Ελληνες και πολλούς
Αγιορείτες. Για πολλά χρόνια έλεγαν για αυτόν: ο μεγάλος
Γέροντας Αρσένιος. Κατά την Αγιορείτικη βέβαια συνήθεια μετά
τρία χρόνια έκαναν ανακομιδή των οστών του όπως και του Πατρός
Νικολάου του υποτακτικού, τα οποία φανερώθηκαν κίτρινα σαν το
κερί, σαν το κεχριμπάρι, σκορπίζοντας γύρω τους θαυμαστή ευωδία.
Ολες αυτές οι αξιοθαύμαστες, αληθινές ιστορίες γύρω από τον
πατέρα Νικόλαο τον υποτακτικό και τον Γέροντά του Αρσένιο βγήκαν
από τις ημερολογιακές σημειώσεις του μοναχού Πατρός Παρθενίου.
Αυτοί είναι οι θάνατοι των αγίων ανθρώπων και του δικαίου Ιώβ.

************************************

53Β Προσευχή για τους κεκοιμημένους

Κάποτε, ο Αγιος Σιλουανός, ο νέος Αγιος της Εκκλησίας μας,
συνάντησε έναν Αγιορείτη ασκητή που είχε το χάρισμα της
κατανύξεως και των συνεχών δακρύων. Οποτε τον έβλεπαν τον
αντίκρυζαν δακρυσμένο. Σιωπηλά δάκρυα κυλούσαν στα αποστεωμένα
μάγουλά του. Κυρίως αυτά τα της Θείας Χάριτος δάκρυα κυλούσαν
καθ'όλην τη διάρκεια της Θείας Λατρείας. Αλλά και όταν
προσηύχετο, και όταν ενθυμείτο τα σεπτά πάθη του Κυρίου και τη
Σταύρωσή Του, όταν ενθυμείτο την Υπεραγία Θεοτόκο και τους
Αγγέλους, τη Βασιλεία των Ουρανών και τη χαρά των Αγίων. Τον
πλησίασε ο Αγιος Σιλουανός και τον ρώτησε επίτηδες για να τον
ψαρέψει, όπως θα λέγαμε στη γλώσσα μας: - Είναι καλό, Πάτερ, να
προσεύχομαι για τους νεκρούς; Εκείνος αναστέναξε και μέσα από τα
δάκρυά του είπε: - Εαν μου ήτο δυνατόν θα έβγαζα όλες τις ψυχές
από τον Αδη που τόσο υποφέρουν και βασανίζονται από το
απαράκλητον της κολάσεως και του ψηλαφητού σκότους. Θα τις
έβγαζα. Ναι, θα τις έβγαζα. Και με όλη μου την καρδιά θα τις
έβγαζα. Γιατί τότε μόνον θα ανεπαύετο και θα εχαίρετο η ψυχή
μου. Και έκανε μια μικρή κίνηση με τα χέρια του σαν να μάζευε
στάχυα από σιτάρι και άρχισε πάλι να κλαίει. Να, χριστιανοί
μου, ανθρώπινα σπλάγχνα ικτιρμών. Ποιος ξέρει τι ασκητικούς
αγώνες έκαμε ο ανώνυμος αυτός ασκητής για να παρηγορούνται οι
κεκοιμημένοι, οι νεκροί μέσα στον Αδη! Δεν μας μένει τίποτε άλλο
παρά να τον μιμηθούμε.

*******************************************

54Α Τρεις ώρες κόλαση ή ένα χρόνο βάσανα στη γη;

Ο Χατζηγεώργης ο Αθωνίτης, ένας αδικημένος Αγιος της εποχής μας,
πολλές φορές θυμόταν έναν συγγενή του, έναν προπάππου, που
υπέφερε από φρικτούς πόνους, βασανιζόμενος από μια άγνωστη
αρρώστια για την εποχή του. Χάνοντας κάποτε την υπομονή του ο
άρρωστος παρακάλεσε τον Θεό να τον πάρει από τη ζωή γιατί δεν
μπορούσε άλλο να υποφέρει. Παρ'όλο που ήτο ευσεβής λύγισε. Του
παρουσιάζεται τότε ένας Αγγελος και του λέει: - Δοκιμάζεσαι με
βάσανα εδώ πάνω στη γη για να καθαρισθείς και να λάμψεις ως ο
ήλιος, όπως το χρυσάφι καθαρίζεται μέσα στη φωτιά. Πρέπει λοιπόν
να δοκιμαστείς άλλον ένα χρόνο. Και σε ρωτώ : Τι προτιμάς; Ενα
χρόνο βάσανα και πόνους ή τρεις ώρες στην κόλαση; Για να δεις
πού πηγαίνουν οι αμετανόητοι αμαρτωλοί και πώς θα βασανίζονται
εις τους αιώνες. Ο άρρωστος παππούς σκέφτηκε από εδώ, σκέφτηκε
από εκεί. Λέει: - Ενα χρόνο ακόμα βάσανα και πόνους φρικτούς σε
αυτό εδώ το κρεββάτι; Ε, είναι πάρα πολλές. Καλύτερα να κάνω
υπομονή τρεις ώρες, έστω και μέσα στην κόλαση. Απάντησε λοιπόν
στον Αγγελο ότι δέχεται τις τρείς ώρες. Ο Αγγελος ευθύς αμέσως
τον παίρνει απαλά απαλά και τον μεταφέρει στον Αδη.
Απομακρυνόμενος ο Αγγελος του λέει: - Μετά από τρεις ώρες θα
επιστρέψω. Παντού επικρατούσε ένα αφόρητο ψηλαφητό σκοτάδι,
ένας απέραντος αβάσταχτος πόνος. Τόπος απαράκλητος. Πουθενά φως.
Πουθενά λίγες λέξεις παρηγοριάς. Κάποιος να σου χαϊδέψει το
κεφαλάκι. Κάποιος να σου πει: "Τι έχεις, άνθρωπέ μου, πονάς,
υποφέρεις; Κάνε λίγη υπομονή". Πουθενά συμπάθεια, πουθενά
ελπίδα. Το παντοτινό σκοτάδι που κυριαρχούσε εκεί, το στρίμωγμα,
οι φωνές οι πονεμένες των κολασμένων που έφταναν στα αυτιά του,
η άγρια όψις, η δυστυχία που έβλεπε, προξενούσαν και σε αυτόν
φοβερό πόνο και λύπη και τρόμο μαζί. Παντού έβλεπε και άκουγε
βάσανα. Παντού, όπου και αν έστρεφε το βλέμμα του, αντίκρυζε την
απελπισία, το φόβο, τη φρίκη της κολάσεως. Πουθενά φωνή χαράς
μέσα σε αυτή την απέραντη άβυσσο της κολάσεως. Πουθενά. Μόνο τα
φλογισμένα μάτια των δαιμόνων φαίνονταν. Αρχισε να τρέμει ο
ταλαίπωρος και να φωνάζει: - Βοήθεια, βγάλτε με από εδώ. Αλλά
στις φωνές και στις κραυγές του απαντούσε μόνον η άβυσσος. Του
φαινόταν πως ολόκληροι αιώνες βάσανα και πόνων είχαν περάσει και
από στιγμή σε στιγμή περίμενε να έρθει σε αυτόν ο Αγγελος αλλά
αυτός δεν φαινόταν. Τελικά απελπισμένος που δεν έβλεπε φως, που
νόμιζε ότι δεν θα βγει ποτέ από εκεί μέσα άρχισε να βογγάει και
να κλαίει. Αλλά κανένας δεν νοιαζόταν για αυτόν. Οι αμετανόητοι
αμαρτωλοί στην κόλαση σκέφτονται μόνον τον εαυτόν τους, το δικό
τους βάσανο και τον δικό τους αφόρητο πόνο. Εκείνοι που
χαίρονταν ήταν μόνον οι δαίμονες. Αλλά να που όμως η γλυκειά
λάμψις του Αγγέλου φαίνεται στην Αβυσσο. Και με εκείνο το
γλυκύτατο χαμόγελο, το παραδεισένιο, που έχουν οι Αγγελοι,
στέκεται πάνω από αυτόν τον βασανισμένο και ταλαίπωρο εκείνον
παππού και τον ρωτάει: - Πώς είσαι, άνθρωπε; - Δεν πίστευα,
λέει, πως και οι Αγγελοι λένε ψέματα. - Τι θα πει αυτό; ρώτησε
ο Αγγελος. - Πώς τι θα πει; Υποσχέθηκες ότι θα με πάρεις από
εδώ μετά από τρεις ώρες και πέρασαν χιλιάδες χρόνια, ολόκληροι
αιώνες μέσα σε αυτά τα αφόρητα βάσανα. Δεν με λυπήθηκες καθόλου.
Είπες ψέματα. - Ευλογημένε, του λέει, τι χρόνια και αιώνες
πέρασαν; Μόνο μια ώρα πέρασε. Και πρέπει να περάσεις άλλες δυο.
Ετσι δεν διάλεξες; - Δυο ώρες; Α, πα, πα. Δυο ώρες; Δεν αντέχω
άλλο. Πάρε με από εδώ γρήγορα. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω. Χίλες
φορές τα βάσανα της γης και τόσα που έχω και άλλα τόσα και άλλα
τόσα μέχρι την τελευταία μου πνοή. Μόνο βγάλε με από αυτή τη
φρίκη της κολάσεως. Λυπήσου με. Αλλά όχι άλλες δυο ώρες. Φώναζε
και βογγούσε ο βασανισμένος υψώνοντας παρακλητικά τα χέρια του
στον Αγγελο. - Καλά, απάντησε ο Αγγελος. Ο Πανάγαθος Θεός, ο
φιλάνθρωπος και φιλεύσπλαχνος θα σε ελεήσει. Δόξαζε τη
φιλανθρωπία του Θεού και μη γογγύζεις ποτέ από τώρα και στο
εξής. Και με τα λόγια αυτά τον παίρνει ευθύς αμέσως και εκείνος
βρίσκεται στο κρεββάτι του πόνου και πάλι δοξάζονται και
ευχαριστώντας τον Θεό για τις αρρώστιες και τους πόνους του
μέχρι την ημέρα που εκοιμήθη.

*********************************************************

54Α Οι νεομάρτυρες της Ρωσίας

Τον Ιούλιο του 1933 μια επιστημονική ομάδα σταμάτησε για λίγες
μέρες κοντά σε ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως στην πόλη Ιρκούτσκ
της Σιβηρίας. Δεν υπήρχαν κάτοικοι σε αυτήν την πόλη μόνο
κρατούμενοι που δούλευαν σε καταναγκαστικά έργα κάποιας
κατασκευής εκεί. Οι περισσότεροι ήσαν Ιερείς, Διάκονοι, Μοναχοί
και λίγοι Επίσκοποι. Ενας Ιερεύς από αυτούς που σώθηκε μου έχει
διηγηθεί πολλά. Στους καταυλισμούς αυτούς κυριαρχούσε μια
ανήκουστη βαρβαρότητα. Χωρίς κανένα λόγο μαστίγωναν, χτυπούσαν
βάναυσα και πυροβολούσαν τους αιχμαλώτους, σπάζοντας τα κόκκαλά
τους έτσι για διασκέδαση. Οι συνθήκες διαβιώσεως ήσαν φρικτές.
Οι πιο πολλοί πέθαιναν από το φοβερό κρύο και την πείνα. Ο
καιρός εκείνον τον Ιούλιο του 1933 ήταν ευχάριστος. Μετά το
δείπνο μας, λέγει αυτός που περιγράφει το γεγονός, καθήσαμε
μέχρι αργά το βράδυ κοντά στη φωτιά συζητώντας μεταξύ μας. Κάθε
τόσο ακούγαμε κραυγές και δυνατά βογγητά από το παρακείμενο
στρατόπεδο. Ηταν μια ξάστερη και ήσυχη νύχτα. Οσο όμως ζω δεν θα
ξεχάσω εκείνη την κοιλάδα της Σιβηρίας. Θα την θυμάμαι
παντοτεινά. Ο γλυκός πρωινός μας ύπνος διακόπηκε ξαφνικά από ένα
πένθιμο ανθρώπινο βογγητό. Σηκωθήκαμε γρήγορα. Ο επικεφαλής της
ομάδας μας, ντόπιος από το Ιρκούτσκ, πήρε γρήγορα ένα ζευγάρι
κυάλια και οι άλλοι στήσαμε δυο τοπογραφικά όργανα και
ασχολούμασταν δήθεν με την εργασία μας όταν παρατηρήσαμε να
έρχεται ένα πλήθος προς την κατεύθυνσή μας. Εξαιτίας των θάμνων
ήταν δύσκολα να καταλάβουμε αμέσως τι συνέβαινε. Οταν πλησίασαν
διαπιστώσαμε ότι ήσαν 60 κρατούμενοι. Τους βλέπαμε τώρα πλέον
καθαρότερα. Ηταν όλοι τους εξαντλημένοι, σκελετωμένοι από την
πείνα, την πολλή δουλειά και την κακομεταχείριση, την άσπλαχνη
συμπεριφορά. Τι έβλεπαν όμως τα έκπληκτα μάτια μας ακόμα! Ολοι
τους κρατούσαν ένα σχοινί στους ώμους τους και με αυτό
τραβούσαν, έσερναν ένα έλκυθρο. Μάλιστα ένα έλκυθρο μέσα στον
Ιούλιο μήνα. Πάνω στο έλκυθρο υπήρχε ένα βαρέλι γεμάτο από
ανθρώπινες ακαθαρσίες, περιττώματα. Οι φρουροί που τους
συνόδευαν προφανώς βέβαια δεν γνώριζαν ότι εκεί υπήρχε μια
επιστημονική αποστολή κοντά στην περιοχή του στρατοπέδου και
όταν μας είδαν ακούσαμε τις λέξεις της διαταγής των φρουρών :
"Ξαπλώστε κάτω και μην κινείστε". Ενας φρουρός έτρεξε πίσω στο
στρατόπεδο. Προφανώς βέβαια μας είχαν θεωρήσει υπόπτους. Κάποιος
από την ομάδα μας εκτίμησε κάπως γρήγορα την κατάσταση των
κρατουμένων και είπε : "Παρατείναμε τη ζωή τους για λίγα λεπτά".
Τίποτε άλλο. Κατ' αρχάς δεν καταλάβαμε αυτά του τα λόγια. Σε 15
όμως 20 λεπτά είχαμε περικυκλωθεί από μια διμοιρία φρουρών του
στρατοπέδου που μας πλησίασαν κρατώντας τα τουφέκια έτοιμα για
μάχη σαν να πρόκειται να μας επιτεθούν με τις ξιφολόγχες. Ο
επικεφαλής της διμοιρίας και ο πολιτικός κομισάριος μας
πλησίασαν και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Οταν τα εξέτασαν μας
εξήγησαν πως αυτοί οι 60 άνδρες είχαν καταδικαστεί να
εκτελεστούν ως στοιχείο αλλότριο και εχθρικό προς τη Σοβιετική
Σοσιαλιστική εξουσία του Στάλιν. Ενα τεράστιο χαντάκι είχε ήδη
ετοιμαστεί για τους 60. Ο πολιτικός κομισάριος μας ζήτησε να
μπούμε στις σκηνές μας, πράγμα που το κάναμε. Οι 60 μάρτυρες
ήσαν όλοι τους Ιερείς. Στο ήσυχο εκείνο πρωινό του Ιουλίου οι
αδύναμες φωνές πολλών Ιερέων ακουγόταν ξεκάθαρα. Ανοίγοντας
τρύπες στα αντίσκηνά μας είδαμε, ακούσαμε και ζήσαμε την πρώτη
Εκκλησία των αγίων Μαρτύρων. Οι Ιερείς ησπάζοντο ο ένας τον άλλο
με φίλημα άγιον. Ο ένας από αυτούς σήκωσε τα χέρια ψηλά και
φώναξε δυνατά: "Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι πιούσι. Θεέ
μου, συγχώρεσέ τους. Δεν ξέρουν τι κάνουν". Αποτέλεσμα: έφαγε
μια κλωτσιά και έπεσε κάτω. Κατόπιν τους έσπρωξαν όλους κοντά
στο χαντάκι. Ενας από τους δημίους ρωτούσε έναν έναν τους Ιερείς
που στέκονταν κοντά στο χαντάκι : "Είναι η τελευταία σου πνοή.
Πες μας. Υπάρχει Θεός ή όχι;". Η απάντησις των Αγίων Μαρτύρων
Ιερέων ήταν σταθερή και σίγουρη και ίδια : "Ναι, υπάρχει Θεός".
Και ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Καθόμασταν και βλέπαμε μέσα
από τις τρύπες των σκηνών και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια μας. Ενας δεύτερος
πυροβολισμός αντήχησε, ένας τρίτος και μετά περισσότεροι. Οι
Ιερείς οδηγούντο ο ένας μετά τον άλλο μπροστά στο χαντάκι και οι
δήμιοι εκεί στο χείλος της λακκούβας ρωτούσαν κάθε Ιερέα :
"Υπάρχει Θεός;". Και η απάντησις ήταν ίδια:"Ναι, υπάρχει". Και
μερικοί πρόσθεταν και μερικά άλλα λόγια : "Ναί, υπάρχει Θεός,
όπως υπάρχει και ο Υιός του Θεού, ο Χριστός, ο Σωτήρας του
κόσμου". Και άλλοι πρόσθεταν : "Ναι, υπάρχει, και η Παναγιά μας
υπάρχει, και οι Αγιοι υπάρχουν". Και άλλοι : "Ναι, υπάρχει και
Αυτός σας συγχωρεί όπως και εμείς". Αλλά πριν προλάβουν να
τελειώσουν τις λέξεις ακουγόταν ο πυροβολισμός. Είμασταν
αυτόπτες μάρτυρες, είδαμε με τα μάτια μας και ακούσαμε με τα
αυτιά μας τους 60 Λειτουργούς Ιερείς του Χριστού μπροστά στο
θάνατο να δίδουν το άγιο φίλημα και τον ασπασμόν της αγάπης, να
μακροθυμούν και να συγχωρούν, να προσεύχονται για τους δημίους
των και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό και τέλος να ομολογούν με
τόσο θάρρος την πίστη τους στο Θεό. Ισως περάσουν ακόμα χρόνια
και δεκαετίες πολλές όμως αυτός ο τάφος πάνω σε αυτόν το δρόμο -
και αναφέρει τις περιοχές Κατσούγκ, Ισνια και Οντίσνικα - πρέπει
να βρεθεί. Κανείς Ορθόδοξος χριστιανός πουθενά δεν πρέπει να
ξεχάσει αυτούς τους αγίους Μάρτυρες που έδωσαν τη ζωή τους για
την Ορθόδοξη πίστη τους τον Ιούλιο του 1933 κοντά στην
ακατοίκητη πόλη Ιρκούτσκ. Εδώ τελειώνει η διήγησις. Πρόκειται
για αυθεντική μαρτυρία από αυτόπτες μάρτυρες που γράφτηκε στο
βιβλίο του Ρώσσου Ιερέως Μιχαήλ Πόλτσκι "Οι νεομάρτυρες της
Ρωσίας" και εξεδόθη στη Νέα Υόρκη και μεταφρασμένο ένα κομμάτι
υπάρχει στο περιοδικό "Αγιορείτικη μαρτυρία".

********************************************

54B Ο ερημίτης μοναχός και ο κλέφτης.

Κάποτε ένας αγαθότατος ερημίτης γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη
μοναχό - υπάρχουν και τέτοιοι - που βαριόταν να δουλέψει και για
να ζήσει πήγαινε κρυφά στην καλύβα του γείτονά του του ασκητού,
του ερημίτου, και του έκλεβε τα πράγματα. Του έκλεβε τα
τρόφιμα, το λίγο παξιμαδάκι, τα δυο κουκιά που είχε ο άνθρωπος.
Ο ερημίτης το κατάλαβε αλλά ποτέ δεν έκανε λόγο. Δεν πήγε ποτέ
να παραπονεθεί. Τι έλεγε μέσα του; - Για να κάνει μια τέτοια
πράξη θα έχει ο καημένος πολλή ανάγκη. Δεν πειράζει. Ας τα
πάρει. Δούλευε όμως σκληρά γιατί έπρεπε να ζήσε και τον εαυτόν
του και τον τεμπέλη. Γιατί ο κλέφτης παίρνοντας για κουταμάρα τη
σιωπή του είχε αποθρασυνθεί και δεν του άφηνε τίποτε.
Πηγαίνοντας τα πρωινά να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων
περνούσε από το κελλάκι του κλέφτη και του έλεγε : - Συγχώρεσέ
με, αδελφέ μου, αν σε λύπησα. - Πάει, το κορόιδο, έλεγε αυτός
από μέσα του. Και πηγαίνοντας ο ερημίτης για την Εκκλησία για
να ενωθεί με τον Πανάγιον Θεόν, τον Θεό της αγάπης, αυτός
έμπαινε και άρπαζε ό,τι έβρισκε, από ψωμί, από λαχανικά, από
κουκιά, από σύκα ξηρά. Πολλές φορές ακόμα και το νερό του
έπαιρνε γιατί βαριόταν να πάει να φέρει από το πηγάδι της Σκήτης
γιατί ήταν λίγο μακριά και πότε πότε του άρπαζε και κανένα
ψάθινο εργόχειρο. Τον έκλεβε και ο ερημίτης υπέμενε αγόγγυστα.
Τον άφηνε νηστικό και εκείνος υπέφερε αδιαμαρτύρητα. Του
στερούσε και το νερό και εκείνος συγχωρούσε. Του άρπαζε τα
τρόφιμα, τον λίγο φτωχικό ρουχισμό και το εργόχειρό του και ο
αγαθός ερημίτης εξασκούσε την αγάπη, τη μακροθυμία, την
ανεξικακία και ζητούσε και συγγνώμη. Τον κατάκλεβε, τον
κορόιδευε και εκείνος είχε αγάπη στην καρδιά, είχε ειρήνη στην
ψυχή. Εφτασε η ώρα να κοιμηθεί. Ο ερημίτης αρρώστησε βαριά.
Ηταν η τελευταία του μέρα. Μαζεύτηκαν οι αδερφοί της Σκήτης γύρω
του για να πάρουν την ευχή του. Ηξεραν πόσο αγαθός ήτο. Ανάμεσά
τους έτρεξε στον ετοιμοθάνατο και εκείνος που τον έκλεβε. Τον
είδε. Τον αναγνώρισε. Του φώναξε να πάει κοντά του. - Ελα,
Πατέρα, του λέει. Και εκείνος πλησίασε. Πήρε τα χέρια του μέσα
στα δικά του και άρχισε να τα φιλάει με δάκρυα. - Ευχαριστώ
αυτά τα χέρια, του είπε, γιατί έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον
Παράδεισο και να γευτώ τη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών. Σε
ευχαριστώ, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ. Και τούτο ειπών
εκοιμήθη. Αδελφοί μου, χριστιανοί μου, αγαπήσωμεν αλλήλους. Τη
φιλαδελφία αγαπήσωμεν. Αμήν.

*****************************************************

55Α Αρπαγή κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας

Κάποτε, χριστιανοί μου, μια ψυχή προσευχομένη με το
κομποσχοινάκι στη Θεία Λειτουργία, ήταν δαχτυλιδάκι και δεν
εφαίνετο από τους άλλους εκκλησιαζομένους, σε μια στιγμή ένιωσε
σαν να μην ευρίσκετο μέσα στο Ναό και όμως και άκουγε και έβλεπε
τα τελούμενα. Και με τα μάτια της ψυχής της βλέπει πάνω στην
Αγία Τράπεζα μια μεγάλη καρδιά που την τρυπούσε μια λόγχη, μια
πολύ μεγάλη λόγχη, η οποία άρχισε να βγάζει αίμα, αίμα πολύ,
αίμα άλικο, πανάγιο, το οποίο άρχισε με έναν πολύ περίεργο τρόπο
να πιτσιλίζει. Πώς τρυπάμε ξαφνικά έναν ασκό και πετάγεται το
νερό με ορμή; Κάπως έτσι. Και άρχισε να την διαποτίζει και να
διαποτίζει όλα τα μέλη του σώματός της, την καρδιά, τον νου, τις
αισθήσεις της ψυχής και του σώματος. Ολόκληρη λούστηκε μέσα στο
αίμα. Πώς; Δεν ξέρει. Από τα μάτια άρχισαν να κυλούν ποτάμια τα
δάκρυα βουβά. Η καρδιά θερμαίνεται, ο νους φωτίζεται, οι
λογισμοί λαμπρύνονται, η ψυχή δοξάζεται, οι αισθήσεις
αγάλλονται, το σώμα σε πλήρη και ολοκληρωμένη πνευματική
ευφροσύνη. Παντού βασίλευε η ειρήνη και μέσα της και γύρω της.
Και να που σε λίγο ο Λειτουργός Ιερεύς καλεί και αυτήν και τους
άλλους να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. Μετά φόβου Θεού,
πίστεως και αγάπης προσέλθετε. Και το Πανάγιον Αίμα του αγίου
Ποτηρίου ενώνεται με αυτό που πριν, από πόση ώρα δεν εγνώριζε,
που το έλαβε πνευματικά να γίνεται ένα και το αυτό. Η μήπως ήταν
το ίδιο; Ποιος ξέρει; Και θεία ευφροσύνη ως αίσθηση ψυχής και
σώματος της συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Δάκρυα, πολλά δάκρυα.
Δόξα στο όνομά Σου, Θεέ μου.

***************************************************

55A Εδειρε το διάβολο και είδε την Αγία Κοινωνία κομμάτι κρέας
και αίμα

Αυτή η θεία επίσκεψη μου θύμισε έναν γέροντα ησυχαστή, τον
Πατέρα Αυγουστίνο, που ηγωνίζοντο μόνος ερημικά και ασκητικά σε
ένα κελλί της μονής Φιλοθέου στο Αγιον Ορος, που το κελλάκι
ονομάζεται τα Εισόδια της Θεοτόκου. Κάποτε όπως διηγείται ο
ίδιος, ενώ έκανε ένα βράδυ συνέχεια μετάνοιες και σταυρωτά
κομποσχοίνια, του παρουσιάζεται ο διάβολος μέσα στο φτωχικό του
κελλάκι σαν σκύλος φοβερός που πετούσε φωτιές από το στόμα του.
Και όρμησε πάνω στο γέροντα για να τον πνίξει ουρλιάζοντας και
λέγοντας ότι καιγόταν από τις προσευχές και τα κομποσχοίνια του.
Μην τρομάζετε, σε εμάς δεν έρχεται. Ο γέροντας Αυγουστίνος τον
άρπαξε και τον πέταξε πάνω στον τοίχο και του είπε: - Κακέ
διάβολε, γιατί πολεμάς με τόση μανία και τόση κακία και τόση
σκληρότητα τα πλάσματα του Θεού; Οπότε αμέσως λυσσασμένος ο
διάβολος από την ντροπή του εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του
καπνό, βρωμιά και δυσωδία. Και ο πατήρ Αυγουστίνος συνέχισε να
διηγείται: Ο διάβολος πολύ δυνατός αλλά κι εγώ με τη βοήθεια του
Θεού μπαμπάτσικος, τον πέταξα και τον κόλλησα στον τοίχο.
Μπαμπάτσικος σημαίνει πολύ πολύ γερός. Υστερα, όμως, συνέχισε ο
γέροντας, άρχισα να λυπάμαι και να ελέγχομαι από τη συνείδηση
γιατί χτύπησα το διάβολο. Σκεφτείτε λεπτότητα ψυχής. Περίμενα με
αγωνία πότε να φωτίσει να τρέξω να πάω στον Πνευματικό μου να
εξομολογηθώ που χτύπησα το διάβολο. Οταν ξημέρωσε λοιπόν πήγα
στην Προβάτα,- από το κελλάκι του μέχρι την Προβάτα είναι
μιάμισι ώρα δρόμο με τα πόδια - βρήκα τον Πνευματικό μου και
εξομολογήθηκα τι έγινε στην προσευχή και πώς χτύπησα το διάβολο.
Ο Πνευματικός μου όμως ήταν πολύ συγκαταβατικός και δεν μου
έβαλε καθόλου κανόνα αλλά μου είπε να κοινωνήσω το άλλο το πρωί.
Εγώ από τη χαρά μου πετούσα. Ολη τη μέρα δουλειά και όλη τη
νύχτα άγρυπνος με κομποσχοίνια και μετάνοιες. Το πρωί κατά τις 5
πήγα στη Θεία Λειτουργία για να κοινωνήσω. Οταν ο Ιερεύς έβαζε
την Αγία Λαβίδα στο στόμα μου, είδα την Αγία Κοινωνία ένα μεγάλο
κομμάτι κρέας και αίμα και το μασούσα και μασούσα και τη μασούσα
για να την καταπιώ. Τι ευφροσύνη ήταν αυτή! Ηταν τόσο μεγάλη η
ακατάληπτη αγαλλίασις που δεν μπορούσα να την αντέξω. Από τα
μάτια μου ποτάμια έτρεχαν τα δάκρυα μου. Καρδιά και σώμα
εδονούντο από ανέκφραστη ευτυχία. Και το κεφάλι μου φώτιζε σαν
λάμπα.. Εφυγα γρήγορα γρήγορα για να μη με δουν οι Πατέρες, οι
μοναχοί, για να μην δουν τις θεϊκές αλλοιώσεις που είχα υποστεί
αναξίως από τον Θεόν. Ολα αυτά τα απεκάλυψε ο ίδιος στον πατέρα
Παϊσιο, το γνωστό μοναχό και ασκητή από το Αγιον Ορος.

***********************************************

55A Αρπαγή

Κάποτε, χριστιανοί μου, ένας ευσεβής χριστιανός, απλός
χριστιανός, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, είδε με τα
μάτια της ψυχής του, διά της νοεράς δηλαδή αισθήσεως, εν
εκστάσει και θεωρία πνευματική, όραμα φοβερόν. Μετά την
εκφώνηση "Τας θύρας, τας θύρας" και ενώ απαγγέλεται το Σύμβολο
της Πίστεως, ο Λειτουργός σηκώνει ψηλά τον Αέρα που σκεπάζει τα
Τίμια Δώρα και τον κινεί πάνω από αυτά ρυθμικά. Τι είδε αυτός ο
ευσεβής χριστιανός; Είδε εν εκστάσει τον Αέρα αυτόν να τον
κρατάνε δεκάδες αγγελικά χέρια μαζί με τα χέρια του Ιερέως και
να τον κινούν και αυτοί μαζί του. Και των Αγγέλων εκείνων τα
χέρια σε κάποια στιγμή άρχισαν να διπλώνουν τον Αέρα με
ιεροπρέπεια και ευλάβεια πολλή. Η κίνησις αυτή του Αέρως
αναφέρεται συμβολικά στο θρίαμβο της πίστεως. Και τη στιγμή που
εδιπλώνετο το κάλλυμα αυτό το ιερό του Αέρως, εφάνη αόρατος
λίθος να κυλίεται εκ θύρας μνημείου ενώ από τα χείλη των Αγγέλων
ηκούετο ουράνιος, μελίρρυτος ψαλμωδία που έψελε το "Κύριε
ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον". Το Αγιον Βήμα και ο
τρούλος του Ναού πλημμύρισε από την παρουσία χιλιάδων Χερουβείμ
και Σεραφείμ τον επινίκιο ύμνο άδοντα και ψάλλοντα : "Αγιος,
Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ" ενώ από πλήθος άλλων αγγελικών
τάξεων ηκούετο χαρμόσυνα και πανηγυρικά το "Δόξα εν υψίστοις
Θεώ" ή το Αλληλούια ή άλλοι ακατάληπτοι ύμνοι. Δόξα τη
μακροθυμία Σου, Κύριε, που αποκαλύπτεις τα ουράνια μυστήρια της
Θείας Λατρείας, της Λατρείας του Ουρανού και σε εμάς τους
αμαρτωλούς και αναξίους.

****************************************************

55Β Λοιπόν ποιον να θυμιάσω;

Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς κάποτε όταν θύμιαζε το Ναό πέρασε
μπροστά από μια χριστιανή και δεν τη θύμιασε και στο διπλανό
στασίδι που ήταν άδειο το θύμιαζε και το ξαναθύμιαζε και το
ξαναθύμιαζε. Και εκείνη στο τέλος παραπονέθηκε. Λέει: - Εμένα
δεν με θύμιασες και το διπλανό που ήταν άδειο το θύμιασες. -
Εσύ ήσουνα μέσα στο Ναό αλλά ήσουν απ' έξω. Και αυτή που έλειπε
από εδώ και άρρωστη στο κρεββάτι στο σπίτι της ήταν μέσα στο
Ναό. Λοιπόν ποιον να θυμιάσω; Αυτόν που ήταν μέσα ή αυτόν που
ήταν έξω κατά την ψυχή;

******************************************************

55Β Ο παπα-Ματθαίος, ο εξόριστος στη Σιβηρία

Γνώρισα ευσεβή κληρικό, τον Πατέρα Ματθαίο, που έζησε ύστερα από
20 χρόνια εξορίας στην παγωμένη Σιβηρία ύστερα από αφάνταστες
κακουχίες και βασανιστήρια. Από τους 1200 ιερωμένους Επισκόπους,
Ιερείς, Διακόνου, και Μοναχούς επέζησαν μόνον 100, ανάμεσα στους
οποίους και ο Πατήρ Ματθαίος με την οικογένειά του διότι ήτο
έγγαμος Ιερεύς. Για φελόνια είχε ένα τσουβάλι και για Πετραχείλι
κομμάτια από χαρτόνι και λειτουργούσε μέσα στους πάγους,
χρησιμοποιώντας για πρόσφορα ένα κομμάτι ψωμί και για Αγιο
Ποτήριο ένα κοινό ποτήρι, ένα κύπελλο. Και λειτουργούσε κάτω από
τέτοιες συνθήκες 20 με 30 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Οι
διηγήσεις του προκαλούν δέος.

*******************************************************

55Β Η σαύρα

Κάποτε, χριστιανοί μου, σε ένα χωριό λειτουργούσε ένας ευλαβής
Ιερεύς σε ένα παλιό εξωκλήσι πολύ χαμηλοτάβανο. Είπε λοιπόν "Τας
θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν", πήρε στα χέρια του το ιερό
κάλλυμα, το σήκωσε και άρχισε να το κινεί ρυθμικά πάνω από τα
Τίμια Δώρα ενώ απ' έξω ο ψάλτης έλεγε το "Πιστεύω εις έναν Θεόν,
Πατέρα Παντοκράτορα". Οι χριστιανοί ήσαν τρεις, τέσσερις εκείνοι
που έκαμαν την ιδιωτική Λειτουργία. Ξαφνικά από το ταβάνι του
θόλου του Ιερού Βήματος που ήτο πολύ χαμηλό πέφτει μια σαύρα.
Και πού έπεσε λέτε; Μέσα στο Αγιον Ποτήριο. Η σαύρα ψοφάει. Δεν
είχαν καθαγιαστεί ακόμη τα Τίμια Δώρα. Αν ήθελε ο Ιερεύς
μπορούσε να τη βγάλει. Ατάραχος όμως αυτός ο παππούλης συνέχισε
τη Θεία Λειτουργία σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Κοινώνησε αυτός,
κοινώνησε και τους δυο τρεις χριστιανούς, οι οποίοι τελούσαν
είπαμε τη Θεία Λειτουργία σε εκείνο το εκκλησάκι και στο τέλος
δόξα στο όνομά Σου, δόξα στην πίστη εκείνου του ανωνύμου Ιερέως
κατέλυσε τη Θεία Κοινωνία τρώγοντας και τη σαύρα. Μάλιστα έφαγε
τη σαύρα που είχε ποτιστεί όμως με το Αίμα του Θεανθρώπου Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού. Πώς να μη θαυμάσεις τέτοιου είδους πίστη!
Και ύστερα μας λέν ότι μεταδίδονται δήθεν μικρόβια. Πώς να μην
υποκλιθείς μπροστά στην ευλάβεια και την πίστη ενός τοιούτου
Λειτουργού Ιερέως. Ολοζώντανο αυτό το θαύμα. Πώς να μη
γονατίσεις και να ασπαστείς τα πόδια αυτού του αγνώστου Ιερέως
που ομολόγησε τόσο άφοβα και με τόση ζωντανή πράξη την πίστη του
προς τον Χριστό κατά την φρικτή κατάλυση της Θείας Κοινωνίας
εκείνης της αξέχαστης για αυτόν Θείας Λειτουργίας! Αυτό το
γεγονός το διηγήθηκε ο αείμνηστος Πατήρ Γερβάσιος
Παρασκευόπουλος, Πνευματικός πατέρας της πόλεως των Πατρών και
πιστεύω και Αγιος. Μάλιστα λέγει ότι ήτο αυτόπτης μάρτυς αυτού
του γεγονότος. Αυτό δίνει βέβαια μια υποψία πως μάλλον ήτο ο
ίδιος. Αλλά βέβαια το απέκρυψε με αυτόν τον τρόπο.

**************************************************

56Α Φωτιές από το Αγιο Ποτήριο

Το 1950 ή 51 δεν θυμάμαι ακριβώς, πήγαμε με τα κατηχητικά
σχολεία της Δράμας στο Μπράβι Καβάλας, τη σημερινή
Ελευθερούπολη, επί τη λήξη των κατηχητικών σχολείων. Το
απογευματάκι κάναμε μια εκδήλωση εκεί με τραγούδια, τοπικούς
χορούς, με χριστιανικά σκετς και άλλα πολλά. Εγώ δεν ελάμβανα
μέρος και κάθισα εκεί κάπου κοντά μαζί με κάτι παππούληδες. Με
τραβούσε το ράσο λιγάκι και κάθισα κοντά τους. Παρακολουθούσαν
εκεί όλο το χωριό τις εκδηλώσεις. Και σε μια στιγμή λέει ο
Ιερεύς γυρίζοντας σε μένα: - Δεν θα ήταν πιο καλύτερα να
μαζεύαμε όλους αυτούς τους νέους και είστε τόσοι πολλοί - και
πράγματι ήμασταν πολλοί, μπορεί να ήμασταν και 500, όλα νέα
παιδιά - και να λέγαμε κάτι από τη Θεία Λειτουργία; Γιατί
συμβαίνουν τόσα φοβερά εκεί μέσα και οι χριστιανοί μας και οι
πιστοί μας δεν τα γνωρίζουν. - Εχεις δίκιο, λέω, παππούλη,
γιατί τέτοια πράγματα λέει και ο γέροντας από τη Σίψα. - Α, μου
λέει, τον ξέρεις; - Τον ξέρω. Για πες μου τίποτα από αυτά και
άστους αυτούς να τραγουδούν. Πού είσαι εδώ στο Μπράβι; - Οχι,
είμαι στη Νικίσιανη. Το βρήκα γραμμένο πριν από τις γιορτές και
είπα να σας το πω σήμερα αυτό. Κάποτε, λέει, έβλεπα μέσα σε
όλες τις Ακολουθίες και ειδικότερα στη Θεία Μετάληψη και στη
Θεία Λειτουργία, στις ευχές ότι ο Θεός είναι πυρ καταναλίσκον
και αλοίμονο σε αυτούς που κοινωνούν αναξίως. Καταφλέγει τους
πάντας. Ενώ στον άξιο καίει την αμαρτία και καταφλέγει το
διάβολο. Και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο Θεός
να είναι φωτιά και τον μεν άξιο να φωτίζει, να χαϊδεύει, τον δε
ανάξιο να κατακαίει. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό και το
είχα για πολύν καιρό απορία. Σε μια Λειτουργία, μετά τον
καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων - τώρα πέρασαν και χρόνια δεν
θυμάμαι πώς ακριβώς μου τα έλεγε και με τον δικό του τρόπο τον
απλό, πατήρ Ιωάννης, έτσι λεγόταν, έχει κοιμηθεί τώρα - βλέπω,
λέει, ξαφνικά, όταν σηκώθηκα γιατί ήταν καθημερινή από το Αγιο
Ποτήριον να βγαίνουν φωτιές, μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων. Τρόμαξα, λέει και εγώ, γούρλωσα τα μάτια μου, και έλεγα:
"Θεέ μου, πάρτο τώρα αυτό από εδώ γιατί πώς θα κοινωνήσω
ύστερα;". Και σταμάτησα τη Θεία Λειτουργία και δεν είπα τίποτε
άλλο παρακάτω μέχρι που να φύγει αυτό. Και τελικά εδέησε ο καλός
Θεός να το πάρει. Από τότε λέει τι να πω; Δεν θα ήταν πιο
ωφέλιμη αυτή η ιστορία από όλα όσα γίνονται εδώ; Εσείς τι λέτε
δεν θα ήταν πιο ωφέλιμα από τα τραγουδάκια και τα σκετσάκια;

**********************************************

56A Φλόγα μέσα από το Αγιον Ποτήριο

Ενα παρόμοιο γεγονός το διηγείται ο στάρετς Σαμψών της Ρωσίας,
που εκοιμήθη μάλιστα οσιακώς πρόσφατα το 1979. Κάποτε κάποιος
απλός Ιερομόναχος λειτουργούσε, γράφει. Και στο "Πρόσχωμεν τα
Αγια τοις Αγίοις", καθ' ω χρόνο σήκωσε τον Αμνό, το Σώμα του
Κυρίου ψηλά και σταυροειδώς πάνω από το Αγιον Δισκάριο, βλέπει
ξαφνικά να αναπηδά από το Αγιον Ποτήριο μια φλόγα, φλόγα λευκής
φωτιάς. Δεν κατέβηκε η φλόγα από πάνω προς τα κάτω αλλά
αναπήδησε μέσα από το Αγιον Ποτήριο. Ηταν τόση η έκπληξη, ο
θαυμασμός και το δέος που τον κατέλαβε ώστε δεν μπορούσε να
κάνει την ένωση, δηλαδή να βάλει το Σώμα μέσα στο Αγιον Ποτήριο.
Το παρακολουθούσε βουβός από το δέος με αίσθημα πλήρους
ταπεινώσεως και συντριβής μέχρι που αυτό εξαλείφθηκε. Μάλιστα,
λέει, ο στάρετς Σαμψών, αυτό συνέβη στις πονηρές ημέρες μας,
στην εποχή της αποστασίας, σε έναν απλό και τυχαίο Λειτουργό της
Ορθοδόξου Εκκλησίας.

**********************************************

56A Φλόγα όταν η Θεία Κοινωνία έπεσε κάτω

Εγώ όμως έχω να προσθέσω και ένα τρίτο γεγονός, σχεδόν παρόμοιο,
που συνέβη το Δεκέμβριο που μας πέρασε. Σε ένα Ναό του Αγίου
Νικολάου που πανηγύριζε σε μια γειτονική μας Μητρόπολη, στις
6-12-1993, εκκλησιάστηκε κάποιος χριστιανός. Πολύς ο κόσμος, οι
άγιοι επίτροποι : "Περάστε μπροστά, περάστε μπροστά", βρέθηκε
λοιπόν εδώ μπροστά, στο σολέα. Μετά το κήρυγμα βγήκε ο
Αρχιερεύς, είπε "Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε"
και ένας Ιερεύς μαζί με έναν Διάκονο άρχισαν να κοινωνούν τους
πιστούς. Αλλά ο συνωστισμός πολύς, αταξία μεγάλη και μέσα στα
σπρωξίματα φαίνεται κάποιος χτύπησε το χέρι του Ιερέως και έπεσε
η Θεία Μετάληψις κάτω. Απομάκρυναν λοιπόν αμέσως τον κόσμο και ο
χριστιανός είδε. Τι είδε ο χριστιανός αυτός; Είδε ακριβώς εδώ
στο σολέα, όπου έπεσε η Θεία Κοινωνία να αναπηδά μια λευκή
φλόγα, όχι λέει σαν τις φλόγες που ξέρουμε. Αυτή ήταν άσπρη και
κυματιστή. Ετσι κινείται και η φλόγα. Ηθελα να του πω μήπως
έριξαν οινόπνευμα. Μου λέει "Στάσου, μη βιάζεσαι, άσε με να
τελειώσω". Και μπαίνει μέσα ο Ιερεύς και ο Διάκονος, αφήνουν το
Αγιο Ποτήριο πάνω στην Αγία Τράπεζα, έρχεται ο Ιερεύς έξω και
γονατίζει και σκύβει και άρχισε λέει να ρουφά - αυτό έβλεπε - τη
φλόγα. Αφού την κατάπιε ολόκληρη εξαφανίστηκε. Υστερα έρχεται
λέει ο Διάκος και ρίχνει με ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα και με
σπίρτα, ρίχνει επάνω στο τσιμέντο, στο πλακάκι, τι ήταν εκεί,
οινόπνευμα, άναψε και ένα σπίρτο και άρχισε να καίγεται. Αυτή η
φλόγα όμως ήταν διαφορετική από την άλλη. Συγκλονίστηκε από αυτό
το γεγονός που είδε, από το πρώτο, όχι το δεύτερο, το δεύτερο
ήταν κάτι υλικό και πραγματικό. Μέρα νύχτα εβασανίζετο από αυτό
που αντίκρυσαν τα μάτια του, μέρα νύχτα. Μέσα του έγινε ένας
πραγματικός σεισμός. Και από εκείνη τη στιγμή και ύστερα είπε
πρέπει να πάω να εξομολογηθώ. Ουδέποτε είχε πάει σε Πνευματικό
και σε εξομολόγηση. Και είχε 40 χρόνια να κοινωνήσει. Ετσι μια
εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα βρέθηκε μπροστά στο Πετραχείλι και
όπως μου το διηγήθηκε σας το ανέφερα, βέβαια με την άδειά του
και ανώνυμα.

*******************************************

56Β Ο Αγιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυς

Γύρω στο 1520, χριστιανοί μου, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας
έμπορος ονόματι Ιάκωβος. Ηταν χριστιανός αλλά η πόρτα της
Εκκλησίας δεν τον ήξερε. Την περνούσε μόνο δυο τρεις φορές το
χρόνο και πώς να θυμόταν η πόρτα της Εκκλησίας ποιος ήταν ο
Ιάκωβος. Οσο δε για την πόρτα του Πνευματικού αυτή δεν την είχε
δει ποτέ. Σήμερα θα λέγαμε χριστιανός της ταυτότητας ΧΟ. Κάποια
μέρα λοιπόν ξαφνιάστηκε όταν άκουσε έναν φίλο του Τούρκο να
θαυμάζει την πίστη των χριστιανών. Τι του είπε; - Είχα τη
γυναίκα μου άρρωστη. Και αφού δεν είδα κανένα καλό από όλους
τους δικούς μας γιατρούς πήγα να τη διαβάσει ο δικός σας ο
Πατριάρχης ο Νήφων. Τελείωνε εκείνο το πρωινό η Εκκλησία σας
και φώναξα εκεί στην πόρτα και λίγο πιο μέσα τον Πατριάρχη. Ηρθε
ντυμένος όπως ήταν, με τα παράξενα εκείνα ρούχα που φορούσε,
εννοούσε βέβαια τα άμφια, και άρχισε να διαβάζει την άρρωστη
γυναίκα μου. Μόλις άρχισε το διάβασμα ο Πατριάρχης ξαφνικά
άνοιξε ο τρούλος της Εκκλησιάς σας και ξεχύθηκε ένα φως πολύ
δυνατό από τον ουρανό προς τα κάτω. Και δεν το είδα μόνον εγώ
αλλά το είδαν και οι σκλάβοι μου, οι υπηρέτες μου και τρόμαξαν.
Αυτό το ουράνιο φως σκέπασε τον Πατριάρχη και τη γυναίκα μου τη
Φατμέ, φωτίζοντας συγχρόνως πολύ παράξενα και όλη την Εκκλησία.
Και η γυναίκα μου η Φατμέ σηκώθηκε, έγινε καλά. Γι' αυτό σου λέω
ότι έχετε σπουδαία πίστη σεις οι Ρωμιοί, οι χριστιανοί. Τα
λόγια αυτά συγκλόνισαν τον Ιάκωβο, ένιωσε σαν να ξυπνάει από
όνειρο. Μαχαίρια του τρύπησαν την καρδιά. Ανοιξε ο νους του,
φωτίστηκε. Κατάλαβε πολύ καλά τι πολύτιμος θησαυρός ήτο η
ορθόδοξος πίστις του. Κατενύχθη, δάκρυσε, ντράπηκε. Και ντράπηκε
που ένας Τούρκος είχε εκτιμήσει πολύ περισσότερο από αυτόν τη
χριστιανική του πίστη. Ντράπηκε πάρα πολύ. Οι πολλές δουλειές
και η πλεονεξία του τον κοίμιζαν ή μάλλον τον τύφλωναν και δεν
τον άφηναν να δει την ομορφιά, την αλήθεια και τη δύναμη της
χριστιανικής πίστεως. Η επομένη μέρα ήτο Κυριακή. Πηγαίνει
λοιπόν από τα χαράματα στην Εκκλησία, παρακολουθεί κλαίγοντας
τον Πατριάρχη Νήφωνα, τον μετέπειτα Αγιο της Εκκλησίας μας, τον
Αγιο Νήφωνα, να τελεί την αναίμακτη θυσία της Θείας Λειτουργίας.
Κι έφτασε η στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Μετά το "Στώμεν καλώς"
του Διακόνου ακολουθεί η τριαδική ευλογία υπό του Πατριάρχου.
Και από τα χέρια του Αγίου Νήφωνος, όπως ευλογούσε τον λαό,
βλέπει να ξεπετάγονται ακτίνες και αστραπές θείου φωτός που
χτυπάνε τα στήθη των εκκλησιαζομένων χριστιανών. Μια ακτίνα
αυτού του ακαταλήπτου, φαντάζομαι ακτίστου, φωτός χτύπησε και τα
στήθη του Ιακώβου. Και τότε πλημμύρισε από ευτυχία, από
μακαριότητα, από θεία ευφροσύνη, από ανέκφραστη μέσα του γαλήνη.
Ούτε κατάλαβε πότε τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Ηταν μόνος του
εκεί, είχαν φύγει όλοι και αυτός είχε μείνει μόνος του. Το ίδιο
απόγεμα ζήτησε τον Πατριάρχη και εξομολογήθηκε με πολλή συντριβή
και ειλικρίνεια. Τόσα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και δεν είχε
πάρει είδηση ότι είχε δίπλα του έναν άγιο κληρικό, έναν έμπιστο
και σοφό θησαυροφύλακα του πλούτου της αγάπης του Θεού, έναν
πιστό αληθινό οικονόμο της θείας χάριτος. Μέχρι τώρα
εμπιστευόταν μονάχα τα λεφτά του. Μέσα σε μια μέρα όμως άλλαξε ο
Ιάκωβος. Μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς,
300.000 χρυσά νομίσματα. Για την εποχή μας ξέρετε τι θα λέγαμε;
2 δισεκατομμύρια. Και έγινε μοναχός, καλόγηρος. Η δράσις του
κατόπιν, τα κηρύγματά του ήσαν φλογερά σαλπίσματα για να
ξυπνήσει το σκλαβωμένο γένος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Αυτό δεν
άρεσε βέβαια στους κατακτητές, στους Τούρκους, τον συνέλαβαν και
ύστερα από μαρτύρια φρικτά τον απεκεφάλισαν. Ετσι ο Αγιος
Ιάκωβος ο Νεομάρτυς μαρτύρησε για τη δόξα του Χριστού από ένα
γεγονός που συνέβη σε έναν αλλόθρησκο, σε έναν αλλόπιστο, σε
έναν Τούρκο, το Νοέμβριο του 1520.

*****************************************


57Α Σκούπισμα του ναού κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας

Κάποτε, αδελφοί μου, σε κάποιο ανδρικό ρωσικό μοναστήρι, όπως
μας διηγείται ο στάρετς Σαμψών, κατά τη διάρκεια της Θείας
Λειτουργίας κάποιος μοναχός θυμήθηκε ότι του είχαν δώσει εντολή
να σκουπίσει καλά την πόρτα του Καθολικού, του κυρίου δηλαδή
Ναού, και αυτός το είχε λησμονήσει. - Ας το κάμω τώρα, είπε με
το λογισμό του, αφού αυτή τη στιγμή δεν είναι σπουδαίο το μέρος
αυτό της Θείας Λειτουργίας. Ησαν τα Πληρωτικά μετά την Μεγάλη
Είσοδο. Στη Θεία Λειτουργία όμως, έχουμε τονίσει αυτό
επανειλλημένες φορές, δεν υπάρχουν μεγάλες και μικρές στιγμές.
Ολες οι στιγμές είναι σπουδαίες. Και αυτό φαίνεται από την
ανάλυση που κάνουμε. Κάθε λόγος και ευλογία και κάθε κίνησις και
θέσις του Λειτουργού Ιερέως μέσα στη Θεία Λατρεία έχει την
ανυπέρβλητη σπουδαιότητά της. Η αξία της κάθε στιγμής της Θείας
Λειτουργίας είναι ειδική και ουράνια. Πήγε λοιπόν ο μοναχός,
πήρε τη σκούπα και άρχισε να σκουπίζει εκείνη την ώρα. Από μέσα
του νοερά έλεγε την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με",
και με τα μάτια του παρακολουθούσε πότε πότε τις εκφωνήσεις των
ειρηνικών. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και όπως έστρεψε το βλέμμα
του ψηλά βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν οι τρούλοι της Εκκλησίας
όπως είναι οι ρωσικοί Ναοί και να παρουσιάζεται μπροστά του η
θριαμβεύουσα Εκκλησία σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Φοβερή ήταν
όντως η εικόνα. Στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη τράπεζα όσο και ο
ουρανός και μπροστά από αυτήν τρεις Αρχιερείς ήσαν γονατιστοί.
Αυτούς τους τρεις Αρχιερείς τους περιέβαλλαν και άλλοι και άλλοι
και άλλοι και αυτούς πλήθος Ιερέων και Διακόνων. Δεξιά και
αριστερά ίσταντο αγγελικές χωρωδίες με απερίγραπτη απαστράπτουσα
ομορφιά. Η δόξα και το φως ανέκφραστα. Οι μελίρρυτες και
ακατάληπτες μελωδίες των παρισταμένων Ταξιαρχιών τον γέμισαν από
θεία μακαριότητα και ευφροσύνη. Ετελείτο τροπον τινά η ουράνιος
Θεία Λατρεία σε μια όμως παράξενη μορφή που έμοιαζε με την
επίγεια Θεία Λειτουργία και ετελείτο ολόκληρη. Την τελούσαν
άγιοι Ιεράρχες, Ιεράρχες σαν τον Μέγα Βασίλειο, τον Αγιο
Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, - τρεις -
σαν τον Μέγα Αθανάσιο, τον Μέγα Φώτιο και τον Αγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά, - τρεις - σαν τον Αγιο Νικόλαο, τον Αγιο Σπυρίδωνα, τον
Αγιο Νεκτάριο, - τρεις -. Εστάθη ο μοναχός ακίνητος,
μαρμαρωμένος σαν κολώνα μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία.
Αλλά και εκεί στον ουράνιο Ναό της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της
Ανω Ιερουσαλήμ, και εκεί κοινώνησαν και κοινωνούν. Κοινωνούν
αδιαλείπτως από τη δόξα και το άκτιστον τριαδικό φως, από την
αμβροσία της θείας μακαριότητος, από το ποτήριον των απορρήτων
Μυστηρίων. Φεύγοντας οι μοναχοί από την Εκκλησία τον είδαν
ακίνητο και μαρμαρωμένο το μοναχό. Ηταν σα στήλη άλατος,
μουσκεμένος από τα δάκρυα, κυριολεκτικά μουσκεμένος. Ολα τα ράσα
του, τα πάντα ήταν μούσκεμα σαν να είχε βγει από βροχή.
Στράγγιζαν τα ράσα του λέει από τους ποταμούς των δακρύων. Τον
πήραν λοιπόν με πολλή προσοχή και τον μετέφεραν απαλά απαλά στο
κελλάκι του. Και εκεί μέσα έμεινε ώρες πολλές σα χαμένος,
τελείως εκστατικός, θαμπωμένος από τη θεία αποκάλυψη. Οταν
συνήλθε ήρθε και ο Πνευματικός του. Τον συνέφερε από τα δάκρυα
και κατόπιν πήγαν μαζί στον Ηγούμενο της μονής, όπου και
διηγήθηκε με δέος και ταπείνωση πολλή το εξαίσιον και θείον
όραμά του. Ισως να ήταν ο Αγιος Σαμψών ο στάρετς όταν πρωτομπήκε
φαίνεται νεαρός δόκιμος μοναχός στο μοναστήρι. Πιθανόν, δεν το
λέει αλλά τέτοια υποψία υπάρχει.

****************************************

57A Περιστέρι πάνω από τα Τίμια Δώρα

Από τις σημειώσεις που βρήκα τώρα τελευταία μου διηγείτο ο
παπα-Κυριάκος από το Τσατσιφλίκ της Δράμας ότι προ του 1920 είχε
γνωρίσει ένα Ιερέα ο οποίος δεν έκαμε τον καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων εάν προηγουμένως δεν ήρχετο ένα λευκότατο αστραφτερό
περιστέρι λουσμένο μέσα σε άπλετο λευκό φως να στέκεται ακίνητο
πάνω σε αυτά, τα Τίμια Δώρα. Και μετά τον καθαγιασμό για λίγες
στιγμές να αστράφτει ολόκληρο το Αγιον Βήμα και το περιστέρι να
εξαφανίζεται. Κάποτε δεν ήλθε το περιστέρι. Και εκείνος
περίμενε. Και μαζί του περίμενε όλο το χωριό, 1920 μιλάμε, γιατί
ήταν Χριστούγεννα. Η ώρα περνούσε και ο ευλαβής εκείνος Ιερεύς
δεν έλεγε να κάμει τη μεταβολή, διότι δεν ήξερε άλλον τρόπο.
Αυτό γνώριζε, αυτό ζούσε. Κάθε φορά που ήταν να γίνει η μεταβολή
και ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων ήρχετο το πανάλευκο αυτό
περιστέρι. Και άρχισε να κλαίει. Την ευχή του να έχουμε από τους
Ουρανούς και τις πρεσβείες του. Τότε βγαίνει λοιπόν στο
εκκλησίασμα και τους λέει: - Το Αγιον Πνεύμα δεν κατεβαίνει. Το
περιστέρι δεν ήρθε. Συγχωρέστε με, συγχωριανοί μου, είμαι
αμαρτωλός. Συγχωρέστε με, συγχωρέστε με. Εγώ θα καθήσω εδώ να
περιμένω μέχρι που να έρθει. Εσείς τι θα κάνετε; Τι θα κάνει το
χωριό, θα 'φευγε; Εκατσε και εκείνο και περίμενε. Αλλά μόλις
τελείωσε βλέπει ξαφνικά το περιστέρι να κατεβαίνει σαν αστραπή
από τον τρούλο της Εκκλησίας και να στέκεται όπως πάντα πάνω από
τα Τίμια Δώρα, όλο φως και όλο δόξα. Και εκείνος ο παππούλης
είπε: - Ηρθε. Και γύρισε απλά και έκαμε τον καθαγιασμό και
συνέχισε τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.

*******************************************

57Β Ο παπα-Δανιήλ

Χριστιανοί μου, πολλές δωρεές, πολλές ευλογίες και πλούσια
Τριαδικά χαρίσματα ελάμβανε κάθε μέρα, στην καθημερινή του Θεία
Λειτουργία, ο παπα-Δανιήλ ο ησυχαστής στο Αγιον Ορος. Αυτός
λειτουργούσε κάθε μέρα ακόμα και τη Μεγάλη Σαρακοστή επί 60
ολόκληρα χρόνια. Πολλά είχα ακούσει για αυτόν τον ασκητή
Λειτουργόν του Υψίστου. Ητο επίγειος Αγγελος και αγγελικά μαζί
με τους Αγγέλους λειτουργούσε. Ο Πνευματικός μου παππούς, γέρων
Ιωσήφ ο Σπηλιώτης και ησυχαστής, μαζί με τον παραδελφό του,
Γέροντα Αρσένιο, οδοιπορούσαν επί ώρες για να τον βλέπουν και να
τον απολαμβάνουν λειτουργούντα. Τίποτα άλλο δεν ήθελαν, μόνον να
τον βλέπουν λειτουργούντα. Ησύχαζε και λειτουργούσε στη σπηλιά
του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου. Για αυτόν γράφουν και λένε οι
Πνευματικοί Πατέρες οι Αγιορείτες ότι ήτο λειτουργικόν πνεύμα
και μια πυρός φλοξ, σύμφωνα με το ψαλμικόν: "Ο ποιών τους
Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους Λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα",
από τον 103 Ψαλμό. Οσοι είχαν παρακολουθήσει έστω και μία Θεία
Λειτουργία του παπα-Δανιήλ ομολογούσαν ότι ήταν πραγματική
μυσταγωγία, μια κατάβασις της ουράνιας λατρείας κάτω στη γη εκεί
στη σπηλιά όπου λειτουργούσε ο παπα-Δανιήλ αλλά συγχρόνως και
μια πραγματική ανάβασις του επι γης θυσιαστηρίου στην ουράνια
λατρεία, στο ουράνιον θυσιαστήριον της Ανω Ιερουσαλήμ. Και για
να έχει η Λειτουργία του μεγαλύτερο μάκρος τελούσε κάθε μέρα τη
Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που ως γνωστόν την τελούμε
μόνον 10 φορές το χρόνο. Εδιάβαζε τις Ευχές αργά αργά και με
νόημα, με πολλή κατάνυξη. Δεν εβιάζετο καθόλου. Από ποιον να
βιαστεί και γιατί; Ολη νύχτα και κάθε νύχτα ήταν δική του.
Ησυχαστής ήταν. Ποιες θα ήταν οι εργασίες του τη μέρα; Μόνον
προσευχή και Λειτουργία. Με την κατάνυξη ήρχοντο άφθονα, ήρεμα
και γλυκύτατα δάκρυα, τα γλυκύρροα όπως τα λένε οι νηπτικοί
Πατέρες. Από την ευφροσύνη της κατανύξεως και των πολλών δακρύων
σταματούσε τις εκφωνήσεις και το διάβασμα των Ευχών. Τόση δε
ήταν η κατάνυξίς του ώστε δεν έλεγε "Δι' ευχών" εάν δεν εγίνετο
το χωματένιο δάπεδο της θεόκτιστης σπηλιάς λάσπη από τα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε κάθε μέρα αδιαλείπτως χωρίς
κανένα κενό, ούτε ένα. Μετά το πέρας της τελευταίας Θείας
Λειτουργίας, όταν απεσύρθη για να ησυχάσει - είχε αυτή την αγία
συνήθεια να αποσύρεται για μια-δυο ώρες και να απολαμβάνει το
μεγαλείο των θείων δωρεών που ελάμβανε στη Θεία Λειτουργία -
εκοιμήθη. Κάθε του Θεία Λειτουργία διαρκούσε ώρες πολλές.
Μακάριες οι στιγμές και οι ώρες που ηρπάζετο ο νους του
παπα-Δανιήλ στην ουράνια λατρεία και εκεί με τις δεήσεις του και
με τις παρακλήσεις του τις γεμάτες κλαυθμούς και δάκρυα γέμιζε
την κτίσιν του Θεού - τι λένε οι Πατέρες για αυτόν - με
παραδεισένια ομορφιά αλλά και τους κλονισμένους χριστιανούς στον
κόσμο στερέωνε, τους αδυνάτους δυνάμωνε, τους εσκοτισμένους
φώτιζε, τους θλιμμένους και πονεμένους παρηγορούσε, τους
μοναχούς προστάτευε, τους αγωνιζομένους πιστούς θωράκιζε. Και
με το πλήθος αυτό των καθημερινών του δακρύων και κλαυθμών
άνοιγε δρόμους σωτηρίας για μας τους αμαρτωλούς. Ηταν ένας από
εκείνους τους λίγους της κάθε γενιάς που αγγελομόρφωνε τον
κόσμο. Είναι φράσεις των Πατέρων για τον παπα-Δανιήλ. Η χάρις
του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός
και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είοι με τα πάντων ημών.
Πιστεύω όταν θα το 'λεγε αυτό όλη η ευλογία η τριαδική αυτή του
Θεού θα περνούσε από τα χέρια του σε όλον τον κόσμο.

************************************************

58Α Ελεημοσύνη εν σχέσει με τη Θεία Κοινωνία

Διηγείται ο πατήρ Παϊσιος, ο γνωστός μοναχός, στο τρίτο του
βιβλίο που έχει εκδώσει, ότι στη μεγάλη πείνα του 1917 οι
μοναχοί της μονής Ιβήρων στο Αγιον Ορος βλέποντας τις αποθήκες
της μονής να αδειάζουν είχαν ελαττώσει κατά πολύ την φιλοξενία.
Μάλιστα ένας προϊστάμενος ήταν τόσο τσιγκούνης που επέμενε πάρα
πολύ και την έκοψαν τελείως την φιλοξενία. Επόμενο ήταν και ο
Χριστός να σταματήσει τις ευλογίες του στο μοναστήρι. Αρχισαν να
πεινάνε οι Πατέρες και να παραπονούνται στον Κύριο, στην
Υπεραγία Θεοτόκο πως δεν φρόντιζε πλέον για το μοναστήρι τους.
Δυστυχώς δεν είχαν καταλάβει το μεγάλο λάθος που είχαν κάνει.
Μια μέρα λοιπόν παρουσιάζεται στην πόρτα της μονής ένας φτωχός,
ρακένδυτος άνθρωπος και ζητάει από τον πορτάρι λίγο ψωμί.
Εκείνος λυπημένος του λέει: - Δεν έχουμε, αδελφέ μου, δεν
έχουμε. Τίποτα δεν έχουμε. Γι' αυτό κόψαμε και την φιλοξενία.
Αλλά περίμενε, όμως, σε λυπάμαι, να σου φέρω λίγο από το
κομματάκι, το ψωμάκι που έχω στο κελλί μου για τον εαυτό μου να
στο φέρω. Πήγε λοιπόν στο κελλάκι του γρήγορα γρήγορα και έφερε
το ψωμί που είχε για τον εαυτό του και του το έδωσε. Εβλεπε όμως
ότι το πρόσωπο του φτωχού, του ρακένδυτου εκείνου ανθρώπου
άρχισε σιγά σιγά να λάμπει. Οταν πήρε λοιπόν ο φτωχός το ψωμί
λέει στον πορτάρη: - Ξέρεις γιατί ήρθε αυτή η δυστυχία στο
μοναστήρι; Επειδή διώξατε από το μοναστήρι δυο. - Ποιους
διώξαμε; ρωτάει ο πορτάρης. Και απαντάει ο φτωχός: - Τον δότε
και τον δοθήσεται. Μετά από αυτά τα λόγια έγινε άφαντος,
σκορπίζοντας μια θεϊκή λάμψη που θάμπωσε τον πορτάρη. Τα 'χασε
αυτός ο καημένος και φοβισμένος όπως ήταν τρέχει στους
προϊσταμένους της μονής, γιατί ήταν ιδιόρρυθμο, και διηγήθηκε το
γεγονός. Οι Πατέρες άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους για να
θυμηθούν ποιοι ήταν αυτοί που έδιωξαν. - Δότε και Δοθήσεται; Τι
ονόματα πάλι είναι αυτά; Επειτα όμως κατάλαβαν ότι αυτά τα λόγια
είναι ευαγγελικά. Αρα λοιπόν αυτός που ήρθε και εξαφανίστηκε
πρέπει να ήταν ο Κύριος. Πρέπει να ήταν ο Χριστός. Κάποια
συμπληρωματικά πράγματα για αυτό το ίδιο γεγονός είχα ακούσει κι
εγώ το 1959 όταν για πρώτη φορά είχα επισκεφτεί το Αγιο Ορος,
από έναν μοναχό εκεί, νομίζω ερημίτης ήταν στις Καρυές του Αγίου
Ορους. Μου μιλούσε τότε για την αξία της ελεημοσύνης, της
πρακτικής ελεημοσύνης, της πνευματικής ελεημοσύνης εν σχέσει με
την Θεία Κοινωνία. - Οσο περισσότερο θα ελεείς από το υστέρημά
σου, μου έλεγε αυτός ο ανώνυμος - δεν θυμάμαι και το όνομά του -
τόσο και περισσότερο θα λαμβάνεις υλικά χαρίσματα. Θα λαμβάνεις
χαρίσματα και υλικά και πνευματικά. Ειδικά μάλιστα όταν θα
λειτουργείς και θα κοινωνείς αξίως των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό
συνέβη και με τον πορτάρη της μονής Ιβήρων το 1917. Οταν
κοινώνησε την άλλη μέρα έγινε όλο φως, ολόλαμπρος και
ολοφώτεινος. Ενιωσε μέσα του και το αισθάνθηκε αυτό η Θεία
Κοινωνία να σκορπάει, να απλώνεται τρόπον τινά σε ολόκληρο το
είναι του μια ευφροσύνη πολύ μεγάλη, λάμψις θείας μακαριότητος.
Τον κατέλαβε συγχρόνως και πολύ ταπείνωσις, συντριβή, δάκρυα.
Εκλαιγε και δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Και ύστερα άρχισε να
ντρέπεται. Εντρέπετο τον Σωτήρα του Χριστό και Κύριον του που
καταδέχτηκε να τον γεμίσει με τόσες ακατάληπτες δωρεές. Και
τελείωσε ο ερημίτης. Αυτά είναι που μου είπε εμένα. - Δοκίμασε
το, Διάκο - Διάκος ήμουν τότε - και θα το δεις και στην πράξη.
Η συνέχεια μετά από αυτό το γεγονός είναι γνωστή. Το γράφει και
ο πατήρ Παϊσιος. Οι Πατέρες μετανόησαν για το σφάλμα τους και
μόλις άρχισαν να δίνουν από το υστέρημά τους στους φτωχούς
μοναχούς και στους κοσμικούς κατέφθασαν και οι πλούσιες δωρεές
του Αγίου Θεού. Αυτό το γεγονός το ανέφερα όχι μόνον για το ότι
δεν πρέπει να είμεθα αφιλόξενοι αλλά ελεούντες τους πάντες και
τα πάντα έστω και για λίγο, αλλά επειδή εκείνος ο ερημίτης το
είχε συνδυάσει την ελεημοσύνη, την προσφορά προς τον πλησίον με
την πνευματική ελεημοσύνη εν σχέσει με την Θεία Κοινωνία και
εμείς βέβαια εδώ αναλύουμε την Θεία Λειτουργία.

*****************************************************

58Β Πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης

Κάποτε σε μια μου επίσκεψη στο μοναστήρι του Αγίου Δαυίδ μου
εδιηγείτο ιδιαιτέρως ο Πατήρ Ιάκωβος ο μακαριστός, Ηγούμενος της
μονής του Αγίου Δαυίδ στην Εύβοια - την ευχή του να έχουμε. Ο
Αγιος αυτός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου μου είπε τα εξής:
- Οι χριστιανοί μας, Πάτερ μου, είναι δυστυχώς τυφλοί πνευματικά
και δεν βλέπουν τα πόσα γίνονται μέσα στη Θεία Λειτουργία. Μια
φορά λοιπόν που λειτουργούσα δεν μπορούσα να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Στο Χερουβεικό καθηλώθηκα έτσι ακίνητος μπροστά στην
Αγία Τράπεζα από αυτά που έβλεπα. Τα μάτια τα δικά μου όπως
καταλαβαίνετε άνοιξαν τόσα. - Τι έβλεπες, Πατέρα μου; τον
ρώτησα εκστατικός. Εκείνος δεν μου απάντησε και συνέχισε. - Ο
ψάλτης συνεχώς επαναλάμβανε : "Ως τον Βασιλέα των όλων
υποδεξάμενος, Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξάμενοι". Οπότε
ξαφνικά νιώθω ότι κάποιος με σπρώχνει από τον ώμο και με οδηγεί
στην Αγία Πρόθεση. Σαν να μου έλεγε : "Αντε, πήγαινε να κάνεις
την Αγία Πρόθεση. Τι περιμένεις;". Νόμισα λοιπόν πως ήταν ο
ψάλτης και είπα μέσα μου : "Ο ευλογημένος τόση ασέβεια έχει;
Μπήκε από την Ωραία Πύλη και με σπρώχνει;". Οπότε και γυρίζω και
βλέπω μια τεράστια φτερούγα που μου την είχε περάσει ο
Αρχάγγελος από τον ώμο μου και με οδηγούσε να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Το τι γίνεται εδώ μέσα, Πάτερ μου, στο Ιερό κατά τη
διάρκεια της Θείας Λειτουργίας δε λέγεται. Αυτά περίπου μου
είπε. Στο καινούριο βιβλίο όμως που εξεδόθη από τους Πατέρες
της μονής του Αγίου Δαυίδ και στη σελίδα 81 περιγράφει όπως και
άλλα πολλά που είχαμε ακούσει εμείς την ίδια λειτουργική θεωρία
και προσθέτει μερικά άλλα τα οποία σε εμένα δεν τα έχει πει. -
Πολλές φορές δεν μπορώ να αντέξω από αυτά που βλέπω και κάθομαι
στην καρέκλα. Οπότε όταν λειτουργώ με άλλους ορισμένοι
συλλειτουργοί μου νομίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία
μου και ανησυχούν. Αλλά δεν ξέρουν τι βλέπω και τι ακούω. Τι
φτερούγισμα, παιδί μου, οι Αγγελοι, τι φτερούγισμα. Μόλις ο
Ιερέας πει το "Δι' ευχών" στο τέλος φεύγουν οι ουράνιες δυνάμεις
και μέσα στο Ιερό πλέον έχουμε απόλυτη ησυχία. Αυτά από τον
Πατέρα Ιάκωβο.

************************************************

59Α Ο πατέρας Προκόπιος που ήθελε να μάθει να ψάλλει

Το 1960 είχα επισκεφθεί το Αγιον Ορος για δεύτερη φορά σε ένα
κελλί στην Αγία Αννα στον παπα-Σεραφείμ, δεν ζει τώρα. Μου έλεγε
για κάποιον χαρισματούχο γέροντα, εργάτη της νοεράς προσευχής,
τον οποίο έλεγαν Προκόπιο. Ο γέροντας αυτός είχε έναν πόθο πολύ
μεγάλο. Ηθελε να υμνεί και να δοξάζει τον Χριστό, την Υπεραγία
Θεοτόκο, τους Αγίους, τους Αγγέλους αλλά δεν μπορούσε. Εστερείτο
παντελώς μουσικών γνώσεων. Ηθελε να ψάλλει αλλά δεν τα
κατάφερνε. Ηταν τελείως φάλτσος. Από μουσικό αυτί μηδέν. Σαν το
δικό μου. Αντί για πρώτο ήχο, αυτοί που ξέρουν να ψάλλουν
ξέρουν, έψελνε πλάγιο του ογδόου. Κάποια μεγάλη γιορτή λοιπόν
επέστρεψε ολόλαμπρος και μακάριος στο κελλάκι του. Η Θεία
Μετάληψις και Κοινωνία τον έκανε να ακτινοβολεί από ευφροσύνη.
Ευχαριστούσε τον Κύριό του συνεχώς αλλά του έκανε πάλι ένα απλό
γλυκό παράπονο που δεν μπόρεσε πάλι να τον δοξολογήσει ψαλτικά.
Ο διάβολος εκμεταλλευόμενος ακόμη και αυτό το αθώο παραπονάκι
παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του με παράξενη φορεσιά σαν
άριστος διδάσκαλος της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής. -
Εγώ, του λέει, είμαι δάσκαλος του Ουρανού και ήρθα να σε διδάξω
ουράνια μαθήματα εκκλησιαστικής μουσικής και μουσικής των
Αγγέλων. Μόνο που θέλω αμοιβή. - Τι αμοιβή; ρωτάει ο πατήρ
Προκόπιος. - Να, να πετάξεις αυτό που κρατάς στο χέρι σου. Και
του έδειξε το κομποσχοίνι με το οποίο επικαλούνταν αδιαλείπτως
το φοβερόν όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. - Α, του λέει ο
Προκόπιος, εσύ δεν είσαι καλός δάσκαλος, δαίμονας είσαι. Και
αμέσως τον σταυρώνει και με το κομποσχοίνι του. Οπότε σκάει ο
διάβολος αφήνοντας πίσω του δυσοσμία και καπνιά. Βλέποντας ο
γέροντας μοναχός το φοβερό αυτό φαινόμενο φεύγει από το κελλάκι
του και τρέχει αμέσως στο εκκλησάκι του και πέφτει στα γόνατα
δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Θεό που τον έσωσε από τη
φονική μανία και την πλάνη των δαιμόνων. Και τότε μυριάδες φωνές
Αγγέλων και Αρχαγγέλων άρχισαν να ψάλλουν μελίρρυτα και
γλυκόφθογγα. Ηταν τόση η ωραιότης των ψαλμών, τόση η ευφροσύνη
και η μακαριότης που τον πλημμύρισε που δεν άντεξε και
λιποθύμησε.

*************************************

59Α Μεταφορά από τη Δάφνη με βάρκα

Από τον Πατέρα Σεραφείμ τον Κάρσονα είχα ακούσει δυο διηγήσεις
την πρώτη με τον Πατέρα Προκόπιο και τη δεύτερη που θα σας πω
τώρα. Πρόκειται για έναν γέροντα μοναχό του οποίου το όνομα δεν
θυμάμαι. Σε πολύ γεροντική ηλικία πήρε τα εργόχειρά του και πήγε
στις Καρυές. Τα διέθεσε και με τα λεφτά που πήρε αγόρασε τα
απαραίτητα γι' αυτόν τρόφιμα ή άλλα είδη για τις ανάγκες του. Το
πρωί εκκλησιάστηκε στο Ναό του Πρωτάτου, κοινώνησε των Αχράντων
Μυστηρίων και ξεκίνησε για το δρόμο της επιστροφής. Στο δρόμο
ήταν όλος χαρά. Η ψυχή του από την πολλή προσευχή και από την
πρωινή Θεία Κοινωνία πετούσε στα ουράνια. Αλλά ήταν όμως πολύ
πολύ γεροντάκι και σήκωνε και ένα φορτίο σαράντα οκάδες. Και
έτσι πάρα πολύ σιγά όπως περπατούσε άργησε να φτάσει έγκαιρα στη
Δάφνη και έχασε τη βάρκα που έκανε δρομολόγιο μια φορά το μήνα.
Μια φορά το μήνα πήγαινε και ερχότανε. Στενοχωρέθηκε πάρα πολύ
και κάθησε σε μια ακρούλα στον ταρσανά κλαίγοντας. Πότε έκλαιγε
και πότε έκανε προσευχή. - Και τώρα, Παναγία μου, Πανάχραντος
Μητέρα, τι θα γίνει; Μόνος κατάμονος. Πρώτα πρώτα ήταν
γεροντάκι. Δεύτερον είχε μεγάλο φορτίο. Οι αποστάσεις μεγάλες.
Ερημιά γύρω. Υπήρχε όμως και ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος ο
οποίος προήρχετο από τους φανατικούς Τούρκους χωρωφύλακες που
εκείνη την εποχή σκότωναν τους μοναχούς όταν τους έβρισκαν
μόνους. Και είχαν μάλιστα σκοτώσει αρκετούς. Ετσι λοιπόν στην
κατάσταση αυτή που ευρίσκετο περίμενε ποιος ξέρει δυο τρεις
πέντε ώρες. Ενώ βρισκόταν λοιπόν έτσι βλέπει ξαφνικά να
πλησιάζει μια βάρκα με δυο νέους. Βγήκαν από τη βάρκα, πήγαν
κοντά του και τον ρώτησαν γιατί ήταν πολύ στενοχωρημένος και
γιατί σχεδόν έκλαιγε. Αυτός τους είπε τι συνέβη. Αμέσως οι δυο
νέοι του λένε: - Ελα να σε πάμε εμείς στη σκήτη της Αγίας Αννης.
Τον βάλαν στη βαρκούλα, φόρτωσαν και τα πράγματα και ξεκίνησαν.
Η βαρκούλα όμως έφευγε πολύ γρήγορα παρά τα φαινομενικά κουπιά
όπως πηγαίναν. Ο παππούλης αυτός παραδόθηκε στην προσευχή και
έχασε κάθε αίσθηση και του χρόνου και του χώρου. Συνέβη κάτι που
συνήθως μας λένε οι νηπτικοί Πατέρες : "Οστις σάρκα ενίκησε την
φύσιν ενίκησε. Οστις την φύσιν ενίκησε υπέρ φύσιν γέγονεν. Οστις
υπέρ φύσιν γέγονεν όμοιος τω υπέρ φύσιν Δημιουργώ εγένετο.
Γίνεται όμοιος με τον Θεό, τον Δημιουργό του και Πλάστη του.
Αυτός πελάγη πορευτά. Δηλαδή αυτός σχίζει με μεγάλη ευκολία τα
πελάγη. Και αποστάσεις ευπέραστοι. Και αποστάσεις
εκμηδενίζονται". Ενωμένος λοιπόν με τον Κύριον του δεν κατάλαβε
απολύτως τίποτα. Οταν έφτασαν στην παραλία τον βοήθησαν να
αποβιβαστεί, του έδωσαν και το σάκκο του που ήταν όπως είπαμε
πάρα πολύ βαρύς. Τους ευχαρίστησε θερμά και άρχισε ο καημένος να
ψάχνεται για να τους πληρώσει ή να τους δώσει καμμιά ευλογία,
κανένα κομποσχοινάκι, κάτι να τους δώσει αφού τον έφεραν από
τόσο δρόμο. Αλλά εξαφανίστηκαν! Και η βάρκα μαζί και όλα
αφήνοντας πίσω τους μια άρρητη ευωδία και γεμίζοντας το γέροντα
εκείνο μοναχό, τον υπέργηρο, με δέος και έκσταση. Και ξαφνικά
βλέπει από μακριά να έρχεται το καϊκάκι της συγκοινωνίας με
ανοιχτά τα πανάκια από μακριά μακριά. Ποιοι ήσαν οι δύο νέοι;
Το ρώτησα κι εγώ. - Ποιοι ήσαν , Πάτερ μου; Ο Αγγελος φύλακας
και ο Αγγελος του Σχήματος. Δόξασε τον Θεό αλλά είχε να κάνει
και έναν ανήφορο πεντακόσια μέτρα, εφτακόσια. - Τώρα, λέει, με
φέρατε μέχρι εδώ άντε βοηθήστε με. Και ξαφνικά μαζί με το βάρος
των σαράντα οκάδων βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του κελλιού του.
Ο γέροντας αυτός έζησε οσιακή ζωή μέχρι που πέθανε σε βαθιά
γεράματα πάνω από εκατό χρονών στο 1850 στο καλυβάκι του.
Χαρακτηριστικό του ήταν να ζει τη Θεία Λατρεία σε έκσταση χωρίς
αίσθηση του χρόνου, του χώρου, των αποστάσεων.

******************************************

59B Θαύμα στην κορυφή του όρους Σινά

Σε ένα αρχαίο Γεροντικό αναφέρεται το εξής περιστατικό: Στην
αγία κορυφή του όρους Σινά υπήρχε συνήθεια στα πολύ παλιά χρόνια
να τελείται Θεία Λειτουργία την ημέρα της Πεντηκοστής. Εμαζεύετο
πλήθος μοναχών από τις γύρω Σκήτες και τα ερημητήρια. Ενα
φοβερό γεγονός έγινε κάποια φορά μια χρονιά κατά τη διάρκεια της
Θείας Λειτουργίας. Αλλά αυτό βέβαια πριν μιανθεί η αγία κορυφή
και ο τόπος από τις ορδές των απίστων και των βαρβάρων. Τι έγινε
λοιπόν; Οταν ο Ιερεύς έκανε την πρώτη εκφώνηση της αγίας
Αναφοράς και είπε: "Τον Επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα και
κραγότα και λέγοντα" - εκείνα τα χρόνια βέβαια η εκφώνηση
ελέγετο ως εξής: "Τον Επινίκιον ύμνον της μεγαλοπρεπής Σου δόξης
λαμπρά τη φωνή άδοντα, βοώντα, δοξολογούντα και κραγότα και
λέγοντα" - ακούστηκε ένα φοβερό βουητό από όλα τα γύρω βουνά
μαζί που έμοιαζε με αντίλαλο και είχε ήχο φωνής. Και γεμάτη φόβο
και δέος μαζί αυτή η βοή απάντησε στην εκφώνηση του Λειτουργού
Ιερέως: "Αγιος, Αγιος, Αγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και
η γη της δόξης Σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις ευλογημένος ο
ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου". Αυτή η ακατάληπτη ομιλούσα βοή
επαναλάμβανε συνεχώς τον ύμνο μέχρι που τελείωσε η Θεία
Λειτουργία. Είναι αυτό που έλεγε ο Πατήρ Ιάκωβος. Μόλις πούμε το
Δι'ευχών τα πάντα ησυχάζουν από τις φωνές και τους ύμνους των
Αγγέλων. Από τους παρευρισκομένους μοναχούς και ασκητάς άκουσαν
αρκετοί αυτό το παράξενο και υπερκόσμιο βοητό αλλά όχι όλοι,
μόνον εκείνοι που είχαν κατάλληλα αυτιά για να ακούνε τους
ουράνιους ύμνους των Αγγέλων. Αυτό μας το λέει και μας το
διασώζει το Λειμωνάριον. Το γεγονός όμως αυτό επαναλαμβάνεται σε
άπειρες παραλλαγές κάθε φορά που τελείται το φρικτόν Μυστήριον
της Θείας Λειτουργίας.

******************************************

60Α Η λειτουργική ζωή του πατρός Ιλαρίωνος

Ο πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης διασώζει πολλά για τους μεγάλους
γεροντάδες του Αγίου Ορους. Μεταξύ αυτών αναφέρει και τον
παπα-Ιλαρίωνα, τον οποίο πολλές φορές είδε να τελεί το Μυστήριο
της Αγίας Λειτουργίας. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει τις ουράνιες
και ανεκλάλητες καταστάσεις του μέσα στη Θεία Λατρεία. Και πώς
να μην είχε αγγελικές επισκέψεις αφού ήτο υποτακτικός του
περίφημου γέροντος του παπα-Σάββα του Πνευματικού. Ο παπα-Σάββας
ήταν γίγαντας στο πνευματικό του ανάστημα και ουρανοβάμων στη
Θεία Λειτουργία. Υπάρχει μία σειρά γύρω από τις αγιορείτικες
μορφές του πατρός Χερουβείμ, όποιος θέλει μπορεί να τις πάρει να
τις διαβάσει. Και γράφει λοιπόν ο πατήρ Ιωακείμ: Οταν
λειτουργούσε ο παπα-Ιλαρίων είτε μόνος του είτε μετά του
γέροντός του, του πατρός Σάββα, μετά την εκφώνηση "Τον επινίκιον
ύμνο άδοντα βοόντα και κραγότα και λέγοντα", καθόν χρόνον οι
ψάλτες μοναχοί έψελναν το "Αγιος Αγιος Αγιος Κύριος Σαβαώθ",
χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με λυγμούς. Ποιος ξέρει τι να
έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια της ψυχής του! Οι Αγιορείτες
Πατέρες μας λένε ότι θα έπρεπε να βλέπει τις ουράνιες
Αρχαγγελικές δυνάμεις να λειτουργούν με δέος μπροστά στο
αιμόφυρτο και εσφαγμένο Αρνίον. Φαίνεται πως οι ουράνιες σκηνές
της άνωθεν Λατρείας και δόξης του Εσφαγμένου Αρνίου θα ήσαν τόσο
δυσπερίγραπτες ώστε μπροστά στην ιερή φρίκη που ζούσε δεν του
απέμενε τίποτε άλλο παρά να χτυπά το στήθος του και να
πλημμυρίζει από δάκρυα και κλαυθμούς. Μαζί με τις Αγγελικές
δυνάμεις εδονείτο ο παπα-Ιλαρίων από παραδεισένια λειτουργικά
ζωή και μεταμόρφωση. Απιαστα όλα αυτά για τα δικά μας φτωχά και
κοσμικά μυαλά που τα πάντα τα μετράμε με τη λογική μας. Σε αυτά
τα πλαίσια, γράφει ο πατήρ Χερουβείμ στις Αγιορείτικες μορφές,
εκινείτο η λειτουργική ζωή όχι μόνον του παπα-Σάββα του
Πνευματικού αλλά και του υποτακτικού του πατρός Ιλαρίωνος αλλά
και πολλών άλλων αγιορειτών Ιερέων, ζωή γεμάτη δάκρυα,
συγκλονισμούς, αγγελικά σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές.
"Αξιον εστί" έψαλλε μαζί με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και τα
πολυόμματα Χερουβείμ "το Αρνίον το Εσφαγμένον, λαβείν την
δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και
ευλογίαν", από το 5ο κεφ. της Αποκαλύψεως. Ο Εσταυρωμένος
Κύριος έτρεφε και τρέφει καθημερινά τους αξίους Λειτουργούς Του
με το Πανάγιον Σώμα Του και το Τίμιον Αίμα Του καθιστώντας τον
καθένα από αυτούς, όπως τονίζει ο Αγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος,
στους περίφημους Λόγους του, τον καθένα από αυτούς και ημάς όταν
κοινωνούμε οικοδόμον και γεωργόν, παράδεισον και ξύλον ζωής,
μαργαρίτην και στέφανον, παθητόν και απαθή, άνθρωπο και θεοειδή,
οίνον και ύδωρ ζον, πρόβατον και νυμφίον, πολεμιστήν και όπλον.
Αυτώ η δόξα και το κράτος και η τιμή εις τους αιώνας των αιώνων.

************************************************

60Α Ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός

Πριν 80 περίπου χρόνια στη Σκήτη της μικράς Αγίας Αννης
λειτουργούσε ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός ως προεξάρχων ανάμεσα
σε πολλούς συλλειτουργούντας Ιερείς μιας κάποιας πανηγυρικής
Θείας Λειτουργίας. Τι να έβλεπαν άραγε οι συλλειτουργοί του
Ιερείς; Τι να έβλεπαν; Ποιο φοβερό θέαμα αντίκρυζαν τα μάτια
τους και είχαν γουρλώσει; Ποιος φωτεινός Αγγελος πρόβαλε μπροστά
τους; Το πρόσωπο του παπα-Ιγνατίου ήταν αλλοιωμένο, ολοφώτεινο,
λαμπερό, δοξασμένο από θεϊκή χάρη και αστραφτερό σαν το πρόσωπο
Αρχαγγέλου. Πλησίαζε η φρικτή στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Ολοι οι
Ιερείς και οι μοναχοί σε εκείνο το εκκλησάκι της ερήμου βίωσαν
κοντά στον λειτουργούντα και εξαστράπτοντα παπα-Ιγνάτιο τη δική
τους λειτουργική μεταμόρφωση με μπροστά τους είχαν έναν έμψυχο
ναό του αγίου Τριαδικού φωτός. Κάποτε άλλοτε ιδού τι συνέβη.
Κάποιος δόκιμος μοναχός τελειώνοντας τους Χαιρετισμούς μετά το
Απόδειπνο στράφηκε να πάρει την ευχή του Πατρός Ιγνατίου. Αλλά
τι ήταν αυτό που αντίκρυσε; Συγκλονίστηκε και άρχισε να τρέμει
μπροστά στην παράξενη λάμψη. Δονίστηκε από το ρίγος της
μεταμορφώσεως. Το πρόσωπο του Πατρός Ιγνατίου είχε καταυγαστεί
από Θαβώρειο δόξα στο Απόδειπνο. Αστραφτε και ελαμπροφορείτο σαν
πρόσωπο ουρανίου Αγγέλου. Τόσο πολύ ήταν το φως. Ποιος ξέρει
όμως πόσες και πόσες φορές ακόμη θα είχε αστράψει από υπερκόσμια
δόξα το πρόσωπο του αγίου Πνευματικού όταν τελούσε τη Θεία
Ευχαριστία! Τα δύο αυτά περιστατικά είναι παρμένα από τις
"Αγιορείτικες μορφές".

******************************************

60B Μωρό πάνω στην Αγία Τράπεζα

Το 1960 έκανε φοβερό κρύο. Τόσο φοβερό κρύο, όπως μου έλεγε ένας
Ιερεύς, που λειτούργησε με το παλτό του. Ηταν Σάββατο. Επρόκειτο
να γίνει κάποιο Μνημόσυνο αλλά λόγω της φοβερής παγωνιάς δεν
ήρθαν. Ο Ιερεύς ήταν μόνος του μαζί με τον καντηλανάφτη που
έκανε τον ψάλτη. Σε αυτές τις φοβερές στιγμές που αναλύουμε και
όταν θέλησε να πει "Τα σα εκ των σων", πριν από αυτό και με την
εκφώνηση "Πίετε εξ αυτού πάντες" έπρεπε ο ψάλτης να πει "Αμήν".
Δεν το είπε το "Αμήν". Είπε την ευχή που θα αναλύσουμε κατόπιν
και γύρισε να του πει να πει "Αμήν". Τον είδε που είχε έτσι
γύρει και το είπε εκείνος "Αμήν" και γύρισε προς το μέρος της
Αγίας Τραπέζης. Και τι βλέπει επάνω στην Αγία Τράπεζα; Ενα μωρό,
ένα βρέφος από την πλευρά του οποίου έτρεχε αίμα, αίμα, αίμα...
Μες στην παγωνιά ο παππούλης έγινε φούρνος από το δέος, από το
πυρ που ανέβλυζε μέσα του, από τη φωτιά που όλα γύρω του είχαν
πάρει. Και γονάτισε και δεν μπορούσε να ξαναατενίσει μέχρι που
να ξαναγίνουν τα Τίμια Δώρα σε αυτό που έχουν την εμφάνισή τους.
Είναι ο Χριστός, είναι ο Δεσπότης Κύριος, είναι ο Δεσπότης
Κύριος. Τον συνάντησα αυτόν τον παππούλη φέτος στο Αγιον Ορος.
Δεν μπορεί να ξεχάσει το γεγονός. Πέρασαν 30 τόσα χρόνια. Δεν
μπορεί να το ξεχάσει. Ζει και τρέμει και φοβάται και ξέρει ότι
μπροστά, αυτό που βλέπει, δεν είναι ψωμί, δεν είναι ψωμί. Μακάρι
να μπορούσαμε να το καταλάβουμε όλοι μας.

********************************************

61Α Καταγραφή στο βιβλίο της ζωής του πατρός Αβερκίου

Μια από τις διηγήσεις που είχα ακούσει στη Νέα Σκήτη του Αγίου
Ορους την περίοδο 62-65 είναι η εξής περίπου: Μεταξύ του 1900
και 1934 ζούσε ένας ευλαβής μοναχός εκεί στη Νέα Σκήτη ο Πατήρ
Αβέρκιος. Ηταν ασκητικός μοναχός, ελεήμων, εργατικός, απέριττος,
πράος, ειρηνικός. Στις αγρυπνίες, όταν γινόταν οι ολονύκτιες
στις μεγάλες γιορτές και τις Κυριακές, εκκλησιαζόταν πάντοτε στο
Κυριακόν, έτσι λέγεται ο κεντρικός Ναός μιας Σκήτης. Εστέκετο δε
κατά τη συνήθεια του στο πίσω μέρος του Ναού, εκεί στο Νάρθηκα,
στο τέλος, με πολύ πολύ ευλάβεια. Κάποτε σε μια αγρυπνία κάποιας
μεγάλης γιορτής, είχε τελειώσει η μεγάλη δοξολογία, διακόπτουν
εκεί μετά τη δοξολογία και διαβάζεται χύμα η 1η ώρα. Μετά την 1η
ώρα γίνεται Απόλυσις και εν συνεχεία ο Πρωτοπρεσβύτερος ή ο
Ηγούμενος της μονής βάζει "Ευλογημένη η Βασιλεία". Βλέπουν
λοιπόν ξαφνικά οι Πατέρες τον πατέρα Αβέρκιο να αφήνει το
στασίδι του από εκεί πίσω, να διασχίζει γρήγορα όλο το Ναό και
να φτάνει μπροστά στο Ιερό, να περνά έτσι μπροστά από την Ωραία
Πύλη όπως ήταν ανοιχτή και στάθηκε εκεί μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Μοναχός είπαμε ήταν, δεν ήταν Ιερεύς. Κατόπιν λοιπόν
τον βλέπουν να βάζει μια μετάνοια σε κάποιον που όμως αυτός δεν
εφαίνετο. Εβαζε σε κάποιον μετάνοια αλλά πού την έβαζε; Και
χαρούμενος να απαντάει: - Ναι, Δέσποτα, βλέπω, βλέπω. Αβέρκιος
μοναχός. Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Μετά κάνει πάλι μια βαθειά
βαθειά μετάνοια, μαζί με μια κίνηση ότι φιλάει το χέρι και
περνώντας πάλι μέσα από την Ωραία Πύλη γύρισε και πήγε στη θέση
του. Οσοι πρόσεξαν αυτή τη συμπεριφορά του πατρός Αβερκίου
νόμισαν ότι κάτι πήγε να πει στον εφημέριο. Ο εφημέριος ήτο στην
Πρόθεση εκείνη τη στιγμή, είδε τη στιγμή που περιγράψαμε
προηγουμένως και θεώρησε τον πατέρα επιπόλαιο και από δήθεν
σαλότητα έκανε μερικά καμώματα εκεί. Την άλλη μέρα όμως ο
εφημέριος δεν ησύχασε. Πηγαίνει και βρίσκει στο φτωχικό καλυβάκι
του τον πατέρα Αβέρκιο και τον ρώτησε: - Τι έγινε εχθές, Πάτερ
μου; Πώς τόλμησες και μπήκες από την Ωραία Πύλη; Και με ποιον
μιλούσες; Εκπληκτος λοιπόν ο πατήρ Αβέρκιος απάντησε με
απλότητα: - Καλά, εσύ παπά μου, δεν έβλεπες το Δεσπότη που
στεκόταν τόσην ώρα στην Ωραία Πύλη και με φώναξε να πάω κοντά
του; Ρώτησε το όνομά μου και του το είπα. Κατόπιν το έγραψε
αυτός σε μια πλάκα που είναι μέσα στο Αγιο Βήμα και δεξιά, από
εκείνη την πλευρά δηλαδή, και μάλιστα μου το έδειξε και εγώ το
διάβασα "Αβέρκιος μοναχός". Δεν είπε τίποτε ο Ιερεύς. Γρήγορα
όμως αυτό έγινε γνωστό και όλοι οι Πατέρες τον ρωτούσαν και τον
ξαναρωτούσαν πώς έγινε, τι του είπε ο Δεσπότης και όλα τα άλλα.
Και ο γέρων Αβέρκιος τα διηγείτο όλα με κάθε λεπτομέρεια και
πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Απορούσε όμως ο απλός
και άκακος αυτός γέρων μοναχός γιατί τον ρωτούσαν συνέχεια οι
αδελφοί αφού όλοι τους θα έπρεπε να είχαν δει, όπως πίστευε
άλλωστε, τη δική του εκστατική θεωρία. Επίστευσε τελικά ότι ήτο
θεία ενέργεια διότι πλάκα και μάλιστα μαρμάρινη δεν υπήρχε μέσα
στο Ιερό και ούτε βρέθηκε ποτέ. Τι να ήτο άραγε; Ητο το ουράνιο
βιβλίο της αιωνίου ζωής όπου ο φιλάνθρωπος Κύριος και Δεσπότης
καταγράφει τους καθαρούς τη καρδία, τους σεσωσμένους, τους
αγωνιζομένους χριστιανούς που πεθαίνουν εν μετανοία. Γράφει τους
μάρτυρες, τους ομολογητάς, τους δικαίους, τους οσίους, τους
αγίους, άνδρες και γυναίκες. Τι θαυμάσιον μυστήριον! θα
μπορούσαμε να αναφωνήσουμε όλοι μαζί, τι εξαίσια, τι θεία
μεγαλοπρέπεια, αν σε κάποια Θεία Λειτουργία ο Δεσπότης Χριστός,
ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας έβγαινε στην Ωραία Πύλη και μας
φώναζε τον καθένα από εμάς με το μικρό του όνομα και όταν θα
πλησιάζαμε κοντά Του, όχι για να γράψει το όνομά μας στα βιβλία
της αιωνίου ζωής, αλλά για να μας κλείσει στην αγκαλιά Του τη
θεία και να μας ανεβάσει μαζί Του κατόπιν στα υπερουράνια
σκηνώματα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Αλλά και τώρα όμως κάθε
φορά που τελούμε τη Θεία Ευχαριστία μας προσφέρεται ο ίδιος μέσα
από το Αγιον Ποτήριον, Σώμα και Αίμα, εις άφεσιν αμαρτιών και
εις ζωήν αιώνιον.

***********************************************

61A Καλύτερα εδώ κάτω παρά στα χέρια σου

Μου έλεγε ένας Ιερεύς την περασμένη εβδομάδα ότι είχε ακούσει το
εξής φρικτό γεγονός, φρικτότατο: Ενας Λειτουργός μετά το
"Πρόσχωμεν τα Αγια τοις Αγίοις" ύψωσε τον Αρτο και άρχισε να
τεμαχίζει τον Αμνόν του Θεού αλλά βιαστικά και απρόσεχτα. Οπως
λοιπόν τον τεμάχιζε με νευρικές κινήσεις γιατί έκανε και ο
κόσμος θόρυβο πετάχτηκε ένας μεγάλος μαργαρίτης από το Πανάγιον
Σώμα του Κυρίου μας και του έπεσε κάτω μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Εσκυψε λοιπόν και άρχισε να ψάχνει για να το βρει τον
μαργαρίτη. Τελικά τον είδε και άπλωσε το χέρι του για να τον
πιάσει και να τον βάλει επάνω στον Αγιο Δίσκο. Ξαφνικά έντρομος
τι βλέπει; Τι βλέπει; Το κεφάλι του Κυρίου. Μάλιστα. Και του
μίλησε. Μάλιστα του μίλησε. Και τι του είπε λέτε; - Καλύτερα
εδώ κάτω παρά στα χέρια σου. Κοκκάλωσε και ακόμα λέει να
συνέλθει. Φοβερόν για όλους, για όλους εμάς τους Λειτουργούς του
Υψίστου και για μένα τον αμαρτωλό.

***********************************************

61Α Το θαύμα του Προφήτη Ηλία

Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει το εξής παράδειγμα. Το παράδειγμα
το παίρνει από τον Προφήτη Ηλία. Ο Προφήτης Ηλίας λοιπόν για να
αποδείξει στους βασιλείς στον Αχαάβ και στην Ιεζάβελ καθώς και
στους ειδωλολάτρες ότι ο Θεός που λατρεύει ο ίδιος ο Προφήτης
είναι αληθινός Θεός, κάλεσε το λαό στην κορυφή του όρους
Καρμίλου. Εκεί χτίστηκε ένα πρόχειρο θυσιαστήριο και οι
ειδωλολάτρες έσφαξαν τα μοσχάρια τους και τα έβαλαν πάνω σε
αυτό. Τους είπε λοιπόν τότε ο Προφήτης - Ορίστε. Προσευχηθείτε
στους θεούς σας να ανάψει η φωτιά μόνη της για να γίνει η θυσία.
Αλλά μέχρι το απόγευμα προσεύχονταν, 10 ώρες, φώναζαν, τσίριζαν,
φωτιά δεν άναψε. Κατόπιν λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας πήρε το δικό
του το μοσχάρι, το 'βαλε πάνω στο θυσιαστήριο, το βρέχει με πολύ
νερό, βρέχει τις πέτρες, βρέχει το θυσιαστήριο, κάνει ένα αυλάκι
γύρω γύρω, το γεμίζει νερό το αυλάκι αυτό. Και ο λαός βέβαια
στεκόταν εκστατικός και περίμεναν να δουν τι θα γίνει. Γονατίζει
λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας και παρακαλά τον Θεό πολύ σύντομα, μια
πολύ μικρή προσευχή έκανε, να ρίξει ο Θεός φωτιά από τον ουρανό
και να καεί το σφάγιον για να γίνει η θυσία. Και αμέσως λοιπόν
πέφτει πυρ εξ ουρανού και καίγεται το σφάγιο. Και ήταν τόσο
δραστική η φωτιά ώστε έκαψε ακόμα και αυτές τις πέτρες που ήταν
γύρω και τα νερά σκορπίστηκαν. Ο λαός βέβαια είδε το θαύμα και
πίστεψε. Και είπε ότι ο Θεός που πιστεύει ο Προφήτης Ηλίας είναι
ο αληθινός Θεός. Αυτό το θαύμα περιγράφεται στο βιβλίο Γ'
Βασιλειών, στην Παλαιά Διαθήκη, στο 17ο κεφάλαιο. Παρά ταύτα
όμως λέγει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος το θαύμα αυτό είναι
μικρό αν το συγκρίνουμε με το θαύμα που τελεί ο Ιερεύς κάθε φορά
που γίνεται η Θεία Λειτουργία. Ο Ιερέας παρακαλεί να έρθει όχι
μια φωτιά σαν εκείνη τη φωτιά που ήρθε στο θυσιαστήριον του
Προφήτου Ηλία αλλά να έρθει το Αγιον Πνεύμα, να συντελεστεί η
θυσία πάνω στην Αγία Τράπεζα αλλά και μέσα στις καρδιές των
ανθρώπων να πυρπολήσει τα πάθη, να κάψει τις αμαρτωλές σκέψεις
και να φωτίσει με τη Θεία Χάρη το νου.

********************************************

61Β Εκανε τη γυναίκα του να ξεράσει τη Θεία Κοινωνία

Στην αρχαία Τάδα της Κύπρου υπήρχε τα παλιά χρόνια, γύρω στον 6ο
αιώνα, ένα μοναστήρι ανδρικό. Εκεί μεταξύ των μοναχών υπήρχε και
κάποιος με το όνομα Ισίδωρος. Αυτός μέρα νύχτα έκλαιγε. Στη δε
Θεία Λειτουργία χτυπούσε διαρκώς το στήθος του. Τα αναφιλητά, οι
στεναγμοί, τα βογγητά και τα κλάμματά του ήσαν ασταμάτητα.
Κάποτε πέρασαν από το μοναστήρι δυο τρεις εκλεκτοί Ιερείς από τα
Ιεροσόλυμα. Βλέποντας την ακατανόητη γι' αυτούς συμπεριφορά του
θέλησαν να τον παρηγορήσουν, να μετριάσουν κάπως τη θλίψη του.
Αλλά εις μάτην. Εκείνος διαρκώς φώναζε: - Είμαι ένας καταραμένος
αμαρτωλός. Κανένας άνθρωπος από του Αδάμ μέχρι σήμερα δεν
αμάρτησε όσο και εγώ. Και οι Ιερείς του είπαν: - Δίκιο έχεις,
αββά, μοναχέ μου, Πατέρα μου, μα καθώς ξέρουμε όλοι μας ο μόνος
αναμάρτητος είναι ο Κύριος. Επομένως τι κάνεις έτσι; Εχει ο
Θεός. Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ελεήμων, εύσπλαχνος. Μην κάνεις
έτσι. Τίποτα εκείνος. - Εγώ είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Και
για να μη νομίσετε ότι άδικα αυτοκατηγορούμαι θα σας πω τη
φοβερή μου πτώση, την ανεπανόρθωτη αμαρτία. Στον κόσμο λοιπόν
ήμουν παντρεμένος αλλά χωρίς παιδιά. Δυστυχώς είχα παρασυρθεί
από τους αιρετικούς του Σεβήρου και δεν πίστευα στην θεανθρώπινη
φύση του Κυρίου μας και πολύ περισσότερο στη Θεία Κοινωνία. Ενα
πρωινό γύρισα ξαφνικά από την εργασία μου και στο σπίτι δεν
βρήκα τη γυναίκα μου. Σε λίγο λοιπόν έρχεται εκείνη
καταχαρούμενη. Ελαμπε ολόκληρη. Και αμέσως της φωνάζω: - Μήπως
κοινώνησες, μωρή; της λέω. Από τη στάση της κατάλαβα ότι είχε
κοινωνήσει διότι εκείνη δεν με ακολουθούσε στην πλάνη. Σα
μανιακός λοιπόν την άρπαξα από το λαιμό και άρχισα να τον πιέζω.
Οταν άνοιξε το στόμα της πάτησα και τη γλώσσα της και ύστερα με
το γόνατο την κοιλιά της μέχρι που έκανε εμετό. Και τότε, τότε
είδα τη Θεία Κοινωνία να ακτινοβολεί μέσα στα ξεράσματα σα
διαμάντι. Ενας μικρός ήλιος μπροστά μου. Και όμως εγώ δεν
συνήλθα, άρπαξα την Αγία μερίδα, το διαμάντι του ουρανού και το
πέταξα από το παράθυρο έξω στις λάσπες. Αφού πέρασαν δυο τρεις
ημέρες νά σου ξαφνικά εκεί παρουσιάζεται μπροστά μου ένας
απαίσιος και συγχρόνως αξιοθρήνητος αράπης, ντυμένος με κουρέλια
και μου λέει: - Εσύ κι εγώ, κακομοίρη μου, είμαστε για την ίδια
κόλαση. Εγώ τρομαγμένος τότε τον ρώτησα: - Και συ ποιος είσαι;
- Εγώ είμαι ο δούλος που ράπισα τον Χριστό μπροστά στους
Αρχιερείς των Ιουδαίων. Ο,τι εράπισα εγώ, εσύ το ξέρασες. Και
εξαφανίστηκε. Λιποθύμησα από την τρομάρα μου. Συνήλθα,
ομολόγησα την πράξη μου. Αρνήθηκα την αίρεση του Σεβήρου και
μαζί με τη γυναίκα μου γίναμε μοναχοί. Εγώ ήρθα εδώ και από τότε
κάθε μέρα, θρηνώ και οδύρομαι. Δεν μπορώ να σταματήσω τα
κλάμματά μου, δεν μπορώ. Είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Κάντε μου,
Πατέρες, λίγη προσευχή. Εδώ τελειώνει η διήγησις. Μάλιστα,
ό,τι εγώ ράπισα εσύ το ξέρασες. Δηλαδή το ίδιον δεσποτικόν Σώμα
του Κυρίου που ο αχάριστος εκείνος δούλος ράπισε, χαστούκισε, το
ίδιο αυτό Σώμα ξέρασε ο δυστυχισμένος αυτός μέσα από τα σπλάχνα
της γυναίκας του. Θυμάστε εκείνη τη βραδιά στο σπίτι του
Αρχιερέως. "Εάν κακώς ελάλησα μαρτύρησον περί του κακού. Ει δε
καλώς τι με δέρεις;". Τι με δέρεις; Μήπως και κάποιοι ορθόδοξοι
χριστιανοί με τις βλαστήμιες των Θείων ή με άλλες παραβάσεις των
αγίων ευαγγελικών εντολών μοιάζουν ή μιμούνται έναν από τους
δυο; Ο Θεός να φυλάξει. Αλλά και ο Θεός ως φιλάνθρωπος περιμένει
τη μετάνοια όλων μας.

***************************************

61Β Νεφέλη πάνω από τα κελλάκια των μοναχών

Και αυτό το μέγιστο θαύμα θαυμάτων της Αγίας Αναφοράς το έβλεπε
κατά τρόπον παράδοξον ο Πατήρ Αβέρκιος στη Νέα Σκήτη που
αναφέραμε προηγουμένως. Τι έβλεπε; Τις νύχτες ο Πατήρ Αβέρκιος
αγρυπνούσε προσευχόμενος με το κομποσχοινάκι του. Προς τα
ξημερώματα πολλές φορές έβλεπε να κατέρχεται από τον ουρανό μια
φωτεινή ακτινοβολούσα νεφέλη. Και σε όσα κελλάκια οι Πατέρες
λειτουργούσαν και πλησίαζε η Αγία Αναφορά η νεφέλη αυτή η
φωτεινή απλωνόταν αδιακρίτως σε όλους τους μικρούς και
απέριττους ναϊσκους και εκάθετο τρόπον τινά πάνω σε αυτούς. Και
τότε βέβαια ο Πατήρ Αβέρκιος εβυθίζετο περισσότερο στην
προσευχή.

*****************************************************

62Α Τα παιδιά που για παιχνίδι πήγαν να κάνουν Θεία Λειτουργία

Κάποτε, αδελφοί μου, πριν πολλά πολλά χρόνια, δυο παιδιά, όπως
μας διηγείται το Λειμωνάριον, από τον πόθο που είχαν να γίνουν
Ιερείς, είχαν μάθει από μνήμης όλα όσα λέγονται και γίνονται στη
Θεία Λειτουργία. Βοηθούσαν μέσα στο Αγιο Βήμα και πρόσεχαν τα
πάντα. Ετσι γνώριζαν και τα κατείχαν όλα. Τα δυο παιδιά ήσαν
ηλικίας 10 και 12 χρονών. Μια μέρα αποφάσισαν παίζοντας να
κάνουν τους παπάδες και να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία αφού έτσι
και αλλιώς την ήξεραν απέξω, από μνήμης. Πήραν λοιπόν ένα
καρβέλι ψωμί και κρασί και βγήκαν έξω από το χωριό τους, το
Δοξανό της Αφαμίας. Βρήκαν δυο μεγάλες πέτρες που ήσαν από το
ένα μέρος τους πλατειές, ίσιες σαν πλάκες. Την μια την
χρησιμοποίησαν για Ιερά Πρόθεση, Προσκομιδή και την άλλη για
Αγία Τράπεζα. Εκαναν από χαρτιά το Πετραχείλι τους και για
Φελόνι φόρεσαν τσουβάλια. Και έτσι άρχισαν κανονικά τη Θεία
Λειτουργία. Οπως την παρακολουθούμε και όπως ακριβώς τελείται
έτσι την έκαμαν γιατί την ήξεραν από μνήμης όπως είπαμε. Και
φθάνουν στο σημείο να επαναλάβουν τα λόγια της συστάσεως της
Θείας Ευχαριστίας : "Λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες". Και
λέγοντας τις φράσεις: "Το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον" ενώ
ο ουρανός ήταν καταγάλανος πέφτει ένα αστροπελέκι φοβερό, με
φοβερή βροντή και κατακαίει τα πάντα, κάνοντας τα μαύρη στάχτη
και τις δυο μεγάλες πέτρες και τα είδη που είχαν πάνω σε αυτές
και τον γύρω χώρο. Τα παιδιά παρέμειναν άθικτα. Καψάλισε και
έκαψε τα χάρτινα Πετραχείλια τους και τα δυο τσουβάλια από το
επάνω μέρος και όχι από κάτω για να αποδειχθεί η αλήθεια του
θαύματος. Από πάνω κάηκαν αυτά, όχι από κάτω. Τα δυο παιδιά από
τον τρόμο τους παρέλυσαν και βουβάθηκαν. Δεν μπορούσαν ούτε να
κουνηθούν, ούτε και να μιλήσουν. Πέρασε όλη η μέρα και τα παιδιά
δεν γύρισαν πίσω. Και στο σχολείο δεν είχαν πάει. Ετσι
ανησύχησαν οι γονείς και άρχισαν να ψάχνουν μαζί με άλλους
χωριανούς για να τους εύρουν. Τελικά τους βρήκαν στην κατάσταση
που είπαμε. Σιγά σιγά συνήλθαν τα παιδιά και διηγήθησαν με
λεπτομέρεια το όσα συνέβησαν. Οι γονείς κατόπιν τα γνωστοποίησαν
στον Ιερέα του Δοξάνου και εκείνος στον Επίσκοπο της επαρχίας
του. Ηρθε ο Επίσκοπος και μαζί με τα παιδιά και τον ευλαβή
εφημέριο του χωριού, τους γονείς και πολλούς άλλους χωριανούς
μετέβησαν στον τόπο όπου συνέβη το παράδοξον αυτό θαύμα. Ο
Επίσκοπος είδε και θαύμασε και επειδή ήτο αγιασμένος κληρικός
μέσα του πληροφορήθηκε ότι έτσι πράγματι συνέβησαν τα θαυμάσια
του Θεού. Εκεί στο ίδιο μέρος έχτισε στην αρχή έναν
μεγαλοπρεπέστατο Ναό και στο σημείο που έγινε το θαύμα και
κάηκαν οι δυο πέτρες τοποθέτησε την Αγία Τράπεζα. Αργότερο
οικοδομήθηκε μεγάλο μοναστήρι όπου τα δυο παιδιά, μεγάλα πια,
έγιναν μοναχοί και αργότερο καταξιωμένοι Λειτουργοί του Υψίστου.

***************************************************

62Α Μικρός τέλεσε Θεία Λειτουργία και γέμισαν το στόμα του
σάρκες

Στην πενταετία μεταξύ 1950 και 1955 είχε πεθάνει ένας μοναχός
στο Αγιο Ορος που τον θυμούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι
πάντα τραύλιζε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καλά. Είχε πάνω του κάτι
το φοβισμένο. Και όταν επρόκειτο να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία
πάντοτε τον κρατούσαν δεξιά και αριστερά δύο μοναχοί και μετά
φόβου και τρόμου κοινωνούσε. Γιατί άραγε; Οταν ήταν μικρός,
μέχρι περίπου 14 ετών αγαπούσε τόσο πολύ την Εκκλησία και τη
Θεία Λειτουργία ώστε απεφάσισε να την κάνει μόνος του. Είχε θείο
παπά σε μια μεγάλη κωμόπολη που ζούσαν και από αυτόν και από την
Εκκλησία πήρε κρυφά όσα χρειάζονται για τη Θεία Λειτουργία,
δηλαδή πήρε τον Αγιο Δίσκο, το Αγιο Ποτήριο, το Ευαγγέλιο,
πρόσφορο, κρασί και όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και άμφια. Βρήκε κάτι
παλιά μέσα στα συρτάρια, τα πήρε και αυτά. Κάποια μέρα λοιπόν
που ήταν μόνος του στο σπίτι του ετοιμάστηκε, ντύθηκε, έκαμε την
προσκομιδή και ύστερα τη "Θεία Λειτουργία", το βάζω σε
εισαγωγικά αυτό. Κατά το τυπικόν έφτασε η ώρα να "κοινωνήσει".
Μόλις έβαλε στο στόμα του το ψωμί έγινε ματωμένο κρέας, γούρλωσε
τα μάτια του από τον τρόμο του. Ο τρόμος βέβαια έγινε πανικός,
παγωμάρα όπως θα λέγαμε, όταν είδε ότι από το Αγιον Ποτήριον
άρχισε αυτό μέσα να βράζει. Εβραζε και δεν ήταν κρασί, ήταν αίμα
το οποίο άρχισε να χύνεται προς τα έξω. Μπροστά σε αυτό το θέαμα
και σε αυτό που είχε στο στόμα του λιποθύμησε. Γύρισαν οι δικοί
του στο σπίτι και τρομαγμένοι βρήκαν το γιο τους λιποθυμισμένο
και πάνω σε ένα μικρό τραπέζι τα σκεύη της Θείας Λειτουργίας με
όσα είχε τελέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φώναξαν βέβαια το
συγγενή τους τον Ιερέα, ο οποίος προσπάθησε πρώτα πρώτα να
συνεφέρει τον μικρό. Και κατόπιν να του μιλήσει γιατί ήταν πολύ
τρομαγμένος και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τελικά
τραυλίζοντας και με πολλή πολλή δυσκολία κατάφερε να διηγηθεί τι
συνέβη. Εκλήθη ο Αρχιερεύς της περιοχής, κάπου στην Πελοπόννησο
έγινε αυτό, ο οποίος μαζί με τους Ιερείς μετέφεραν τα τελούμενα
πάνω στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του μεγάλου αυτού χωριού,
της κωμοπόλεως, όπου υπηρετούσε ο θείος του παιδιού. Την άλλη
μέρα λειτούργησαν και αγίασαν αυτόν τον τεμαχισμένο άρτο και τον
οίνο γιατί τα βρήκαν ακριβώς όπως ήταν και όχι όπως τα είδε ο
μικρός. Και όπως ακριβώς γίνεται όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία αγίασε τα ήδη ο Αρχιερεύς. Αυτό το
έκανε όπως περίπου κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Το παιδί δεν μπόρεσε να συνέλθη
ποτέ. Εκεί στα 20 περίπου χρόνια του έγινε μοναχός στο Αγιον
Ορος αλλά πάντοτε φοβισμένο το παιδί κοινωνούσε. Αναστατώνετο
στην ιδέα ότι θα μπορούσε το στόμα του να ξαναγεμίσει από
σάρκες. Το γιατί το επέτρεψε ο Θεός δεν το ξέρουμε αυτό.

***********************************

62Α

Σε κάποια Σκήτη πριν από πολλά χρόνια ζούσε ο Πατήρ Ελπίδιος,
πράος, ειρηνικός, υπάκουος, άριστος υποτακτικός, εγκρατής,
ασκητικότατος, βιαστής των πνευματικών αγώνων και εργάτης της
νοεράς προσευχής. Σε μια του αγρυπνία με το κομποσχοινάκι,
καθήμενος έξω από το κελλάκι του και αγναντεύοντας πότε το
πέλαγος και τον ουρανό, τον έναστρο ουρανό, και πότε βυθιζόμενος
μέσα στον ουρανό της καρδιάς του, είδε, με τα μάτια του είδε
κάποια στιγμή το Κυριακό. Κυριακό είναι ο κεντρικός Ναός της
Σκήτης. Και είδε τον Ναόν αυτόν φωτισμένο. - Μπα, είπε με το
λογισμό του, φαίνεται πως οι Πατέρες έχουν αγρυπνία. Αλλά για
ποιον Αγιο; Ας πάω να δω. Ετσι ξεκίνησε και πήγε προς το
Κυριακό. Οι πόρτες ολάνοιχτες. Ο Ναός πολύ φωτισμένος και οι
ψαλμωδίες κατανυχτικές. Μόλις μπήκε μέσα είδε ότι ο Ναός ήταν
γεμάτος από Πατέρες, από μοναχούς. Ολοι τους όμως ήσαν σκυμμένοι
και εφαίνοντο πολύ συγκινημένοι. Τα κουκούλια σκέπαζαν τα
πρόσωπα. Η ατμόσφαιρα γλυκειά, ευώδης, κατανυχτική και συγχρόνως
όμως λαμπροφόρα. Και αυτό προήρχετο από αυτόν που λειτουργούσε.
Τον κοίταξε καλά. Ηταν ένας μεγαλοπρεπής Αρχιερεύς
περιστοιχισμένος από 12 Ιερείς. Ολοι τους ακτινοβολούσαν. Αλλά ο
Αρχιερεύς Δεσπότης άστραφτε σαν τον ήλιο. Αυτού η λαμπρότητα
φώτιζε και τον Ναό και έξω από το Ναό. Γεμάτος δέος και
αιχμαλωτισμένος από την απαστράπτουσα αυτή μεγαλοπρέπεια του
Δεσπότου δεν κατάλαβε πώς έφτασε στο τέλος, πότε έφτασε στο
σημείο να βγει ο Αρχιερεύς και να πει "Μετά φόβου Θεού, πίστεως
και αγάπης προσέλθετε". Και λέγει ο Αρχιερεύς κατόπιν: - Ελα,
Ελπίδιε, έλα. Και πήγε. Πήγε και κοινώνησε. Μα τι άρρητη ευωδία
ήταν αυτή! Μα τι θεία ευφροσύνη τον κατέλαβε! Με τι παραδείσους
πλημμύρισε το είναι του! Πού ζούσε; Στον ουρανό; Στη γή; Ηταν
μέσα του; Ηταν έξω από τον εαυτό του; Ηταν με το σώμα του; Ηταν
χωρίς το σώμα του; Ηταν ξύπνιος; Ονειρεύετο; Και ξαφνικά μια
τρομαγμένη και απορρημένη φωνή τον ρωτάει. Και με την ερώτηση
βέβαια συνέρχεται. Αυτός που τον ακούμπησε και τον ρώτησε ήταν ο
Δικαίος της Σκήτης, ο υπεύθυνος δηλαδή της Σκήτης που είχε την
ευθύνη να ανοίγει και τον Ναό. - Πώς μπήκες μέσα, Πάτερ
Ελπίδιε; Πώς βρέθηκες εδώ τέτοια ώρα; - Συγχώρεσέ με, Πάτερ,
απαντάει ο Πάτερ Ελπίδιος. Φαίνεται πως μετά τη Θεία Λειτουργία
με πήρε ο ύπνος. Συγχώρεσέ με. Ευλόγησον, ευλόγησον. - Μα για
ποια Θεία Λειτουργία μιλάς, ευλογημένε; - Μα για αυτή που
τελείωσε λίγο πριν μαζί με την αγρυπνία. Δεν απάντησε ο
Δικαίος. Είπε όμως τα συμβάντα στους Γέροντες της Σκήτης και
είπε και το εξής: - Οταν πήγα στο Ναό η πόρτα ήταν κλειδωμένη
και γύρισα το μεγάλο αυτό κλειδί δυο φορές για να ανοίξει η
πόρτα. Πώς βρέθηκε μέσα; Και τι είδους Λειτουργία ήταν αυτή που
είδε και συμμετείχε; Οι Πατέρες βέβαια και οι Γεροντάδες πίεσαν
τον Πατέρα Ελπίδιο και εκείνος με απλότητα διηγήθηκε τα όσα
συνέβησαν. Μετά όμως από αυτό το γεγονός όταν κατάλαβε ότι αυτό
δεν ήταν γήινο αλλά υπερουράνιο, υπερφυσικό, ότι βρέθηκε στη
Λειτουργία της Ανω Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας των Ουρανών, ότι το
υπερουράνιο θυσιαστήριο κατέβηκε κάτω στη γη και ποιος ξέρει
ποιοι ήσαν αυτοί οι δώδεκα - ισως οι Απόστολοι -

Αλλαγή πλευράς ?????

Καταλάβατε λοιπόν. Ο Πατήρ Ελπίδιος βρέθηκε στη Θριαμβεύουσα
Εκκλησία, στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, στη λατρεία της Βασιλείας
του Αγίου Θεού. Η άνωθεν λοιπόν θεία ακατάληπτος Λειτουργία
ετελείτο στη γη κατά τρόπον παράδοξον, τρόπον που δεν μπορούν να
συλλάβουν τα δικά μας φτωχά και κοσμικά μυαλά. Και ετελείτο από
τον Δεσπότη Χριστό, τον Κύριο του ουρανού και της γης, τον
Παντοκράτορα Θεόν. Και το απορίας άξιον: Τι εκοινώνησε ο Πατήρ
Ελπίδιος; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτήν την ιστορία μου τη
διηγήθηκε ο Πατήρ Φιλόθεος, ένας ερημίτης μοναχός το 1959, όταν
πρωτοπήγα στο Αγιον Ορος ως Διάκονος τότε ακόμα για να μου πει
ότι πρέπει να γίνω σαν τον Πάτερ Ελπίδιο ως Λειτουργός του
Υψίστου. Και αλίμονό μου δεν έγινα τίποτα.

***************************************************