Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Η πίστις τού ληστού χωρίς αποδείξεις



215-γ
Μ.Παρασκευή, 2009

«Κατάβηθι από του Σταυρού ίνα πιστέψομεν».
Ο Χριστός καρφωμένος στο Σταυρό, πάνω στο λόφο του Γολγοθά.
Και δω ακριβώς χριστιανοί μου συναντάμε ταυτόχρονα δύο πράγματα. Αφενός μεν την πιο μεγάλη αγάπη, και μακροθυμία του Θεού, προς τους αμαρτωλούς ανθρώπους, που εκφράζεται και με την κραυγή πάνω από το Σταυρό «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», και από την άλλη το πιο σκοτεινό μίσος, την πιο αποκρουστική αχαριστία και πρόκληση του λαού και των αρχόντων.
Άρχοντες και λαός συναγωνίζονται στο ποιος θα δείξει την πιο μεγάλη κακία. Και γιατί όχι; Ο λαός συνήθως είναι το κατ’ εικόνα των αρχόντων του ή όπως λέει η λαϊκή παροιμία «κατά τον λαόν και οι άρχοντες». Από τον λαόν εξέρχονται οι άρχοντες και ο λαός είναι αυτός που τους ψηφίζει και τους εκλέγει. Γι’ αυτό και είναι και άξιος της τύχης του.
Συμπίπτουν λοιπόν, αυτή τη μεγάλη ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, που άρχισε από τα μεσάνυχτα της Μεγάλης Πέμπτης, ηθική εξαχρείωσις, ο ξεπεσμός κάθε ανθρωπιάς, και από τον αχάριστον λαόν, τον όχλον, και από τους άρχοντες. Οι μεν παραπορευόμενοι εκ του όχλου, βλασφημούντες και κινούντες τα κεφαλάς αυτών λέγοντες «κατάβηθι από του Σταυρού».
Ομοίως, τονίζεται η λέξις «ομοίως», ομοίως δε και οι αρχιερείς μετά των γραμματέων και των πρεσβυτέρων και των Φαρισαίων εμπαίζοντες έλεγον. «Καταβάτω νυν από του Σταυρού και πιστεύομεν επ’ αυτώ». «Ομοίως», «ομοίως», δηλαδή κατά παρόμοιο τρόπο Τον κοροϊδεύουν Τον περιπαίζουν και Τον προκαλούν να κατέβει από το Σταυρό και να τους δείξει τη δύναμή Του.
Έτσι μιλάνε πάντα οι ένοχοι, οι θεομπαίχτες, οι θρασύδειλοι. Και σήμερα ακόμα προκαλούν μετά θρασύτητος, κι ενώ βλέπουν τα τόσα θαυμάσια του Θεού γύρω τους, δε θέλουν να τα δούνε. Κι ενώ ακούν από αυτόπτες μάρτυρες για κάποιο θαύμα θεραπείας ας πούμε ενός όγκου από καρκίνο, κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Θέλουν να το δουν με τα μάτια τους, να το ακούσουν με τα αυτιά τους, και να το ψηλαφίσουν με τα χέρια τους.
Έτσι είναι όλοι εκείνοι, που δεν θέλουν να πιστέψουν. Έτσι και ο λαός των Ιουδαίων μαζί με τους άρχοντες την ίδια απαίτηση έχουν. «Κατάβηθι από του Σταυρού». Κατέβα απ’ το Σταυρό. Κατέβα για να δούμε. Κατέβα για να πιστέψουμε. Και όμως αυτό είναι ένα ψέμα, είναι κοροϊδία, είναι εμπαιγμός, γιατί; μήπως λίγα ήταν αυτά που είδαν και έβλεπαν επί τρία ολόκληρα χρόνια;
Είδαν τυφλούς να βλέπουν το φως της ημέρας, και μάλιστα ο ένας ήταν τυφλός εκ γενετής.
Είδαν λεπρούς να καθαρίζονται και παράλυτοι να περπατούν. Και όμως, δεν επίστεψαν.
Είδαν βουφούς να ομιλούν και κουφοί να ακούνε. Κι όμως πάλι δεν επίστεψαν.
Είδαν δαιμόνια να εκβάλλονται, ακόμα και νεκροί να ανασταίνονται. Και ιδιαιτέρως ο από τετραημέρου νεκρός Λάζαρος. Κι όμως δεν επίστεψαν.
Το «καταβάτω από του Σταυρού ίνα πιστέψουμε», είναι σκέτη κοροϊδία, είναι ασέβεια. Είναι χλευασμός. Είναι αθεοφοβία.
Αυτοί που πριν από λίγες μέρες αποτελούσαν ένα μεγάλο πλήθος που ζητωκραύγαζε φωνάζοντας «Ωσαννά, Ωσαννά, ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σήμερα Μεγάλη Παρασκευή απαιτούν το «Σταύρωσον, Σταύρωσον Αυτόν».
Και μόλις υψώθηκε καρφωμένος πάνω στο Σταυρό φώναζαν κοροϊδευτικά «κατάβηθι από του Σταυρού, και πιστεύσωμεν επ’ αυτώ».
Και όμως ήσαν αυτοί οι ίδιοι που πολλές φορές ομολόγησαν, ακούγοντας με τ’ αυτιά τους την πρωτοφανή υψηλή θεολογική διδασκαλία της αγάπης, ότι «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτως ο άνθρωπος». Είναι λοιπόν ψεύτες και συκοφάντες, θεομπαίχτες και θεομάχοι.
Όχι, δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά να χλευάσουν θέλουν. Και να κοροϊδέψουν θέλουν.

Έτσι και οι περισσότεροι από μας, τους Νεοέλληνες Χριστιανούς, Θεόν θέλουμε θέαμα, και όχι θαύμα αληθινόν. Και κάθε θαύμα του Θεού, κάθε πνευματικό μικρό μας κατόρθωμα, κάθε πράξις ταπεινού φρονήματος, κάθε μορφή ασκητικού αγώνος, έστω με λίγη νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, ηθική σωφροσύνη, υπομονή και μετάνοια, είναι για τους πολλούς ευκαιρία για να χλευάσουν, να κοροϊδέψουν, και να προβάλλουν χίλιες δυο δικαιολογίες, για να μεταβάλλουν μετά μανίας το φως του Θεού σε σκότος, δηλαδή σε σκοτάδι της Κολάσεως.
Πιστεύεις; Εσύ χριστιανέ μου, και συ και συ …
Συγχωρείς τους εχθρούς σου;
Εκκλησιάζεσαι όσο μπορείς τακτικά;
Νηστεύεις το κατά δύναμιν;
Κοινωνείς των Αχράντων Μυστηρίων;
Προσεύχεσαι πρωί βράδυ;
Ε τότε ο πολύς λαός, ακόμα και οι δικοί σου μέσα από το σπίτι, από το ίδιο σου το σπίτι θα σε κοροϊδεύουν. Κατά κάποιον τρόπον περνάς και συ το δικό σου μαρτύριο, σηκώνεις το δικό σου Σταυρό.

Χριστιανοί μου, δεν ήταν μόνον το «κατάβηθι από του Σταυρού». Υπήρχαν πολλών ειδών προκλήσεις. Και μία από αυτές ήταν το «άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι», βεβαιωτικά το λένε. Και δω ειπώθηκε και λέχτηκε μια μεγάλη αλήθεια, όσο κι αν σας φανεί παράξενο. Ότι ο Θεάνθρωπος Κύριος ως παντοδύναμος Θεός μπορούσε να κατέβει από τον Σταυρό και να κατατροπώσει τους πάντες. Το είπε και στη σύλληψη « δεν μπορώ να φέρω λεγεώνας εδώ αγγέλων;». Όχι «δεν μπορούσε», αλλά δεν ήθελε.
Ο Χριστός δεν άφησε τη γη να καταπιεί τους σταυρωτές Του, είπε χθές το βράδυ η εκκλησιαστική μας υμνολογία. Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό δεν ήταν καρφωμένος από τα καρφιά των σταυρωτώς Του, αλλά από την άπειρη αγάπη για την σωτηρία όλων των ανθρώπων όλων των αιώνων. Γι’ αυτό και και δεν θέλησε να κατέβει από τον Σταυρό, ενώ μπορούσε.
Άλλωστε γι’ αυτό και υπέστη εκουσίως τα πάθη και τον Σταυρόν ως κακούργος. Για να σώσει τον αμαρτωλόν άνθρωπον. Εσταυρώθη υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, προσφέροντας τον εαυτόν Του λύτρον αντί πολλών.
Και το παράδοξο. Άλλο ένα παράδοξο: Έρχεται ένας άνθρωπος, ένας ληστής, ένας κακούργος, καρφωμένος κι αυτός σ’ ένα σταυρό για τα εγκλήματά του όμως, πλάι στο Χριστό, εκ δεξιών ήτο. Σε τελεία αντίθεση με τον αχάριστο λαό και την σκληρότητα των αρχόντων, αυτός πιστεύει.
Ναι, πιστεύει στην Θεότητα του Ιησού Χριστού και στην Βασιλεία Του.
Πιστεύει στην αθωότητά Του. Και παρόλο που δεν είδε, νεκρούς να ανασταίνονται, λεπρούς να καθαρίζονται, δαίμονες να φυγαδεύονται, δεν είδε παράλυτους να περπατούν, τυφλοί να βλέπουν, ψωμιά να πολλαπλασιάζονται, πτωχοί να ευαγγελίζονται, θάλασσα να γαληνεύει. Και τον Κύριο δεν Τον είδε να μεταμορφώνεται όλος Δόξα και Χάρη και μεγαλοπρέπεια στο Όρος Θαβώρ. Κι όμως αυτός, χωρίς να δει ποτέ τίποτα στη ζωή του, γίνεται ο πρώτος πολίτης της Βασιλείας του Θεού, γιατί πίστευψε. Κι αυτό που βλέπει, δεν βλέπει έναν Βασιλέα της Δόξης. Βλέπει έναν Σταυρωμένο, έναν καταματωμένο απ’ τις πληγές, απ’ τα καρφιά, από το ακάνθινο στεφάνι. Βλέπει έναν άνθρωπο που συνεχώς Τον εμπαίζουν και Τον χλευάζουν, λαός και άρχοντες. Και παρά ταύτα αυτός πίστεψε!
Ο ληστής εκ δεξιών ανήκει στους μακαρίους φίλους του Θεού, για τους οποίους είπεν ο ίδιος ο Κύριος «μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες». «Μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες».

«Κατάβηθι από του Σταυρού», αλλά ο Χριστός όμως δεν τους κάνει το χατίρι. Δεν θα υποκύψει στον εκβιασμό και τον εμπαιγμό των αρχόντων και του λαού. Θα πιεί το πικρό ποτήρι της Σταυρικής Θυσίας μέχρι το τέλος. Μέχρι που να ακουστεί κι η τελευταία Του λέξη, βγαίνοντας και η τελευταία Του πνοή «τετέλεσται».
Και βλέποντες τα γενόμενα που ακολουθούν, ο εκατόνταρχος ομολόγησε και διακήρυξε την πιο μεγάλην αλήθεια. «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος». Τα δε γενόμενα που γέμισαν φόβο και στις καρδιές όλων, ήσαν όχι μόνον ο ήλιος εσκοτίσθη από ώρας έκτης έως ώρας ενάτης, όχι, αλλά κυρίως όταν το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο, από άνωθεν έως κάτω, ότι και η γη εσείσθη, αι πέτραι εσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν, και τότε πάντες οι συμπαραγενόμενοι όχλοι, θεωρούντες τα γενόμενα, τίπτωντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον, δηλαδή όλα αυτά τα πλήθη του όχλου, που ήλθαν να παρακολουθήσουν το θέαμα της Σταυρώσεως, και για να εμπαίξουν ακόμη, όταν είδαν όσα φοβερά ακολούθησαν μετά το «τετέλεσται», γύρισαν πίσω στην πόλη, κτυπώντας τα στήθια τους, πιθανόν για να εκπληρώσουν μια μετάνοια για το μεγάλο κακό που έκαμαν, πιθανόν. Αυτό φαίνεται στη συνέχεια της ιστορίας.
Κατέβηκε ο Χριστός απ’ το Σταυρό μετά το «τετέλεσται», αλλά κατέβηκε στον Άδη, για να φέρει κι εκεί το φως, της ελπίδος και της σωτηρίας. Κι όταν ανέβηκε, ανέβη ως νικητής του θανάτου, προσφέροντας στην ανθρωπότητα, την λύτρωση από τα δεσμά της αμαρτίας, του διαβόλου και του θανάτου. Αυτός είναι και ο δικός μας δρόμος! Στο δρόμο του Χριστού που βαδίζουμε και θα βαδίζουμε, θα μας βρίζουν, θα μας ειρωνεύονται, θα μας συκοφαντούν, θα μας καταδιώκουν, θα μας περιφρονούν, θα γελούν μαζί μας. Αυτός είναι ο κλήρος όλων των πιστών Ορθοδόξων χριστιανών, που θυσιάζονται από αγάπη, και για τον Χριστό και για τους άλλους.
Και παρόλον που θα καταδιώκονται και θα τους βρίζουν, αυτοί είναι οι αληθινοί χριστιανοί, που μαζί με τον Χριστόν, δεν θα κατεβαίνουν από τον Σταυρό τους. Θα υπομένουν μέχρι το τέλος όλες τις δοκιμασίες με υπομονή και αγάπη. Με υπομονή και αγάπη.
Και όταν θα έλθει ο καιρός της δικαιώσεως, θα τους κατεβάσει ο Θεός από τον σταυρό, θα άρει δηλαδή τον σταυρόν. Ο ίδιος ο Χριστός θα τους χαρίσει θριαμβευτικά τότε, την Ανάστασιν.
Διότι Αυτήν ποθούμε, Αυτήν περιμένουμε, και Αυτήν την Ανάσταση είθε να μας την χαρίσει ο Χριστός, ο Αναστάς εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και ζωήν χαρισάμενος,
Αμήν.