4.12.2000 Αγ. Βαρβάρας
165 - α
Αλήθεια αδελφοί μου, πώς τιμάται ένας Άγιος της Εκκλησίας μας; Ή μάλλον πώς πρέπει να τιμούμε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, την Μεγαλομάρτυρα Αγία Βαρβάρα; Και μάλιστα εμείς που εκκλησιαζόμαστε στον Ιερό Ναό της;
Πολλές φορές έχουμε πει ότι τους Αγίους τους τιμάμε όταν μιμούμεθα το φρόνημά τους. Όταν ακολουθούμε τον τρόπον της ζωής τους. Όταν καλλιεργούμε τις δικές τους αρετές και ειδικά την έμπρακτη πίστη τους, που έφτανε μέχρι την ομολογία και το μαρτύριο.
Την βοήθεια για την μίμηση των Αγίων, μας την προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία με τα σωστικά της Μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση, καθώς επίσης και με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.
Οι Πατέρες λένε ότι στους εσχάτους καιρούς που τα αγιασμένα παραδείγματα θα λείπουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων, και θα βασιλεύει και θα επικρατεί τότε η υλοκρατία, η ειδωλολατρία, ο πανσεξουαλισμός και ο σατανισμός ή η σατανολατρεία, τότε οι ολίγοι σωζόμενοι χριστιανοί, το μικρό ποίμνιον, θα λάβουν δόξα και τιμή μαρτύρων.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αδελφοί μου, απευθυνόμενος στους μάρτυρας, λέγει τα εξής:
-Σεις οι άγιοι μάρτυρες, ανεδείχθητε το μέγιστο παράδειγμα υπομονής, υπομονής μέχρι θανάτου. Σεις οι άγιοι μάρτυρες, νέοι και νέες, παρακινείτε όλους ημάς τους ολογιψύχους, τους ραθύμους και αμελείς προς μίμησιν του μαρτυρίου σας. Σεις όλοι οι άγιοι μάρτυρες, από τα νήπια της Βηθλεέμ και του τριετούς Αγίου Κηρύκου, μέχρι και τους πλέον γεροντοτέρους μάρτυρας και ιερομάρτυρας, όπως ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος, πάνω από εκατό ετών, σεις λοιπόν που αναπληρώσατε κατά τον Απόστολο Παύλο τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί ημών και εγεννήθητε θέατρον τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, εις μεν τους αιρετικούς και απίστους κατέστητε ντροπή και λύπη και ατιμία και έλεγχος δριμύς. Εις τους δε ευσεβείς χριστιανούς, τιμή και καύχημα και δόξα και χαρά.
Και συνεχίζοντας ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης βεβαιώνει τα εξής:
-Όπως στα πονηρά πνεύματα, στους δαίμονας δηλαδή, το Άγιον και σωστικόν μαρτύριόν σας έγινε πόνος και φρίκη και αθυμία ανυπόφορος, έτσι και στους αγγέλους, στα μακάρια αυτά ουράνια πνεύματα, το μαρτύριό σας έγινε χαρά ανέκφραστος. Αγαλλίασις ανεκλάλητος και ευφροσύνη αιώνιος.
Ναι αδελφοί μου, τα αγγελικά λειτουργικά πνεύματα και τάγματα όντως χαίρονται και συναγάλλονται στο άκουσμα μαρτυρίου και σταυρωμένης ομολογίας. Γι’ αυτό και επιθυμούν να σκύβουν στη θεωρία αυτή των μαρτυρικών θανάτων των μαρτύρων βοηθώντας και ενισχύοντας αυτούς.
Ο δε Άγιος Κυπριανός μας λέγει περίπου τα εξής:
-Όσον αγάλλονται και δοξάζονται οι ουράνιες ταξιαρχίες των ασωμάτων δυνάμεων, από την μακαρία θέα της τρισηλίου ακτίστου δόξης του εν Τριάδι Θεού, άλλο και τόσον μακαρίζονται και χαίρονται διότι βλέπουν και απολαμβάνουν τους αγίους μάρτυρας ανάμεσα στα δια Χριστόν και Κύριον μακάρια πάθη και μαρτύρια.
Εδώ δηλαδή ο Άγιος Κυπριανός, ταυτίζει την δόξα και την μακαριότητα των αγγέλων με τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων με το πάθος και το μαρτύριον που γίνεται δια τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Και συνεχίζει τονίζοντας κάτι πολύ σημαντικό:
-Αν, αν λέγει, μπορούσαν να ζηλέψουν οι άγγελοι, εκείνο που θα ζήλευαν θα ήταν το μαρτύριο των Αγίων μαρτύρων. Βέβαια τέτοιο πράγμα δε γίνεται γιατί οι άγγελοι είναι απαθείς, αλλά έτσι τονίζεται όμως από τον Άγιο Κυπριανό επίσκοπο Κύπρου, το ανυπέρβλητο μεγαλείο των Αγίων μας μαρτύρων.
Πολλοί εκ των Αγίων μαρτύρων είναι θαυματουργοί, είναι μυροβλήτες, είναι τροπαιοφόροι, είναι ιατροί και ιαματικοί, οι δε άγιοι μάρτυρες διακρίνονται στις εξής κατηγορίες.
Στους μεγαλομάρτυρες,
στους καλλινίκους μάρτυρες,
στους ιερομάρτυρες,
στους οσιομάρτυρες,
στους οσιοπαρθενομάρτυρες,
στους νεομάρτυρες και
στους εθνομάρτυρες.
Όλοι τους όμως υπήρξαν φωστήρες της οικουμένης, ματωμένοι πύργοι της ευσεβείας, φύλακες ομολογηταί της Εκκλησίας, αιματοβαμμένα ρόδα του Ουρανού.
Χριστιανοί μου, η Αγία Βαρβάρα, υπέστη μαρτυρικό διωγμό και θάνατο από τα χέρια του πατέρα της. Μήπως το ίδιο δε συμβαίνει κατά κάποιον τρόπον και σήμερα όταν νέοι και νέες στρέφονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού και μάλιστα όταν επιθυμούν να ενδυθούν το τιμιότατον ράσο;
Πόλεμοι, διωγμοί, πιέσεις, απειλές, κοροϊδίες, ειρωνίες, ακόμα και εκβιασμοί από το οικείον περιβάλλον, δημιουργούν μια αφόρητη κατάσταση σε όλους εκείνους, μικρούς και μεγάλους, νέους και νέες, εγγάμους και αγάμους, που αποφασίζουν να βρουν τον προορισμό τους και την σωτηρία τους κοντά στο Χριστό, στην Εκκλησία Του και στα Μυστήριά της, στο Ευαγγέλιο και στις θείες του εντολές.
Βλέποντας και θαυμάζοντας την Αγία Βαρβάρα, τη μικρή αυτή παρθένο κόρη και μεγαλομάρτυρα, ας προσέλθουμε όλοι μας σιωπηλά, και σήμερα το βράδυ και αύριο ολόκληρη την ημέρα, και με ευλάβεια πολλή ας ασπασθούμε στην Αγία της εικόνα το ιερό μαρτυρικό πρόσωπό της που ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός το στεφάνωσε με δόξα και τιμή πολλή. Ας μας επιτραπεί ακόμα να τολμήσουμε να πούμε όπως λέγει ένας άγιος να ασπαστούμε και τα χείλη της Αγίας με τα οποία ομολόγησε φωνάζοντας: «Είμαι χριστιανή πατέρα!» Και έπεσε κάτω σφαγμένη από τον σκληρόκαρδο και δήμιο εκείνον πατροκτόνον.
Είναι όντως μέγιστο και εξαίσιο το θαύμα της Ορθοδόξου μας πίστεως αδελφοί μου. Και αν γυρίσουμε πίσω στα χρόνια των μαρτύρων και μαζί εκεί με τις ουράνιες αρχαγγελικές δυνάμεις, νοερά θα παρακολουθήσουμε ένα εξαίσιο θαύμα : τους αθλητάς της πίστεως να συμπλέκονται μέσα στο μαρτύριο με τους αντιπάλους της αμαρτίας, παρακολουθούμενοι και ενισχυόμενοι από τους αγγέλους.
Χριστιανοί μου, πολλά και ποικίλα τα κατορθώματα των Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Είναι αυτά που έθρεψαν γενεές γενεών πιστών χριστιανών. Γενεές πιστών μέσα από τα συναξάρια και τα γεροντικά, που οι πατέρες έλεγαν στα παιδιά τους, οι μητέρες στις θυγατέρες τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Είναι αυτά που τρέφουν και τροφοδοτούν όσους από μας σήμερα το θέλουν και το επιθυμούν.
Έχουμε όμως και σήμερα ανάγκη από νέο αίμα μαρτύρων. Αίμα και ιδρώτα αγίων. Στην εποχή μας, την άγονη εποχή μας, την άγονη από ήθος αληθινό, τη στείρα εποχή μας, τη στείρα από την πίστη, την ολιγόψυχη και μοιχαλίδα αυτή εποχή μας, στην εποχή μας αυτή λέω, μας λείπουν όχι τα αγαθά, όχι οι γνώσεις, όχι οι επιστήμες, όχι οι ευκολίες της ζωής, όχι οι απολαύσεις, αλλά μας λείπουν οι ιεραπόστολοι, οι όσιοι, οι ομολογηταί και οι μάρτυρες. Ναι, μας λείπουν και οι άγιοι χριστιανοί. Από τέτοιους έχουμε σήμερα ανάγκη. Από κανέναν άλλον. Μόνον από αγίους χριστιανούς. Από αποστόλους και ομολογητάς και μάρτυρας και οσίους έχει ανάγκη η εποχή μας, η πατρίδα μας, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, την οποίαν θέλουν να αποχριστιανοποιήσουν οι κρατούντες σήμερα, και έχοντες στα χέρια τους το χρήμα και τον πλούτο.
Και θέλουν να διώξουν την πίστη μας από την πατρίδα μας, απ’ την κοινωνία μας, απ’ τις εργασίες μας, απ’ τα σπίτια μας, και το καταφέρνουν σιγά σιγά μέσω της τηλεοράσεως. Διά τούτο λοιπόν, γι’ αυτό και εμείς, ας μου επιτρέψετε να κάνουμε μια προσευχή και να κλείσουμε μ’ αυτήν:
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρας Βαρβάρας,
στείλε μας Αγίους για να μας διδάξουν,
στείλε μας αγίους για να μας φωτίσουν,
στείλε μας αγίους για να τους ακολουθήσουμε,
στείλε μας αγίους για να τους μιμηθούμε,
στείλε μας Κύριε αγίους διότι ο θερισμός πολύς και οι εργάται ολίγοι.
Στείλε μας Κύριε και αγίους ιερείς, και όχι σαν και μένα, για να ποιμάνουν μετά συνέσεως και ορθοφρόνως τα λογικά Σου πρόβατα. Ναι Κύριε,
στείλε μας αγίους και μάρτυρας και αποστόλους και εργάτας του Ευαγγελίου,
στείλε μας αγίους χριστιανούς,
στείλε μας αγίους ιερείς,
Αμήν.
Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2000
Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2000
Ο πνευματικός και πρακτικός τρόπος συμμετοχής του χριστιανού στη γιορτή ενός Αγίου
164 α
Αγρυπνία Αγίου Δημητρίου 2000
Σήμερα αδελφοί μου γιορτάζουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές, τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη και πολιούχο της Θεσσαλονίκης.
Κάθε γιορτή έχει πλούσιες πνευματικές προσφορές που είναι ανάλογες με τους τρόπους που συμμετέχουμε σ’ αυτή.
- Ο πρώτος τρόπος είναι λειτουργικός, δηλαδή με τον εκκλησιασμό και την Θεία Κοινωνία.
- Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην πνευματική προετοιμασία που κάνουμε με την νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, την εγκράτεια και την Ιερά Εξομολόγηση. Αυτός ο τρόπος είναι καθαρά προσωπικός, και βασίζεται στις προσπάθειες που κάνει ο πιστός χριστιανός, για να μιμηθεί το κατά δύναμιν, όσο δηλαδή μπορεί, τον Άγιο που τιμά, αγαπά, ευλαβείται και γιορτάζει. Άλλωστε «μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου».
Και όταν όλες οι προσπάθειές του με το έλεος και τη χάρη του Θεού πετύχουν το στόχο τους, τότε ολόκληρος ο άνθρωπος μεταμορφώνεται και θεώνεται. Οι προσπάθειες όμως του πιστού χριστιανού περνάνε από την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών. Αυτό σημαίνει κόπους, πόνους, θλίψεις, στεναχώριες, πιέσεις, διωγμούς, ακόμα και μαρτύριο που τις περισσότερες φορές είναι αφόρητα ψυχικό.
Γι’ αυτό και ένας νεώτερος Άγιος συμβουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση τα εξής :
- Τι λέγει ο Θεός; τι παρακαλεί; Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν; Και αγαπάτε αλλήλους. Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς. Ευλογείτε και μη καταράσθε. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να αποστρεφόμαστε και να περιφρονούμε τον κάθε συνάνθρωπό μας για τον οποίον σταυρώθηκε ο Χριστός, και να μη φθονούμε ποτέ εκείνους που προοδεύουν στην ζωή τους.
Μια συμβουλή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις δάκρυον. Δηλαδή μην ατιμάσεις και περιφρονήσεις τον πλησίον σου, τον αδελφόν σου, τον συνάνθρωπό σου, που είναι πονεμένος, δυστυχισμένος, ανάπηρος, αγαθούλης, αγράμματος και πτωχός.
Να μην καλλιεργούμε κακούς λογισμούς για τον πλησίον μας, όσες και αν μας δίνει αφορμές. Αντιθέτως μάλιστα να έχουμε και να φτιάχνουμε καλούς λογισμούς για τον κάθε άνθρωπο. Και αυτό πολύ περισσότερο, για όλους εκείνους τους χριστιανούς τους οποίους ο Θεός έχει προικίσει με πλήθος αρετών και χαρισμάτων. Αυτοί για κανέναν λόγο δεν πρέπει να αποστρέφονται τον αμαρτωλό που χρειάζεται βοήθεια, είτε αυτή είναι υλική είτε αυτή είναι ηθική.
Και κάτι άλλο που τονίζουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις ξένον, χάριν του οποίου ξενίτευσε ο Χριστός, αφού η Αγιογραφική εντολή είναι «φιλόξενοι εις αλλήλους, άνευ γογγυσμών».
Και στρεφόμενοι οι πατέρες προς τους εμπόρους αλλά και στον κάθε χριστιανόν, λένε: «Μη πλουτίζετε από τον ιδρώτα των φτωχών, και πολύ περισσότερο μην θησαυρίζετε κλέβοντας, απατώντας, αδικώντας, και ψευδόμενοι συνεχώς και ασυστόλως.
Τρίτη προτροπή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μη θαυμάζεις ό διαρρέει κρατούμενον, δηλαδή μη θαυμάζεις τον πλούτον, τη δόξα, την εξουσία, την ηδονή, την κοσμική γνώση, το κάλλος της νιότης και τόσα άλλα, διότι τίποτε από αυτά δεν είναι μόνιμον, τα πάντα έρχονται και παρέρχονται. Τότε τι πρέπει να κάνεις; Θαύμασον την αρετήν, και μίσησον κακίαν, πονηρίαν και διάβολον. Και τι άλλο να κάνεις χριστιανέ μου; Να υπομένεις αγόγγυστα, να μακροθυμείς προς όλους, να συγχωρείς τους πάντες, γιατί συ πρώτος συγχωρέθηκες από τον Θεό. Να προσεύχεσαι πρωί μεσημέρι βράδυ, κάθε μέρα, όλη μέρα, κατά το «αδιαλλείπτως προσεύχεσθαι», και ειδικότερα με την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Να δείχνεις την πίστη σου προς τον Χριστόν και την Εκκλησία, με τα καλά σου έργα, την καθημερινή σου ομολογία και τη συμμετοχή σου στα σωστικά μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας. «Μνήμη Αγίου – Μίμησις Αγίου». Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό; Ομολογία, μαρτύριο ψυχικό, συντριβή, ταπείνωσις, μετάνοια.
Έτσι, αν σε ξέχασαν δεν πειράζει.
Σε αδίκησαν, ξέχασέ το.
Σε περιφρόνησαν, να χαίρεσαι.
Σε βλαστημάνε; Να προσεύχεσαι.
Σε κατηγορούν; Μην αντιλογείς.
Σου αφαιρούν το λόγο; Μη λυπάσαι.
Σε κοροϊδεύουν; Μην απαντάς!
Σου βρίζουν τα Θεία; Διαμαρτυρήσου προσευχόμενος.
Σε κακολογούν; Μην αντιμάχεσαι.
Θυμώνουν μαζί σου; Να παραμείνεις ήρεμος.
Σου βρίζουν την πίστη σου; Δώσε την καλήν ομολογίαν.
Σε συκοφαντούν και ειρωνεύονται; Να μακροθυμείς.
Δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά; Πέσε στα γόνατα.
Έφταιξες; Ζήτησε συγγνώμη.
Ταραχή και εκνευρισμός ανάμεσά μας; Και ιδιαίτερα μέσα στην οικογένεια; Δές που έφταιξες εσύ και όχι ο άλλος.
Έχεις υγεία; Δόξαζε τον Θεόν.
Ταλαιπωρείσαι από αρρώστιες; Δόξαζε και πάλιν τον Θεόν.
Ανεργία, φτώχεια και γκρίνια μέσα στο σπίτι και στην οικογένεια; Νήστεψε. Αγρύπνησε, κάνε προσευχή πολλή.
Έπεσες στην αμαρτία; Σήκω με την μετάνοια;
Ξανάπεσες στην αμαρτία; Πάλι σήκω!.
Ξαναέπεσες για εκατοστή φορά; Ελεηνολόγησε τον εαυτόν σου. Φτήστον. Στέναξε βαθειά. Κλάψε. Χτύπησε το στήθος σου και φώναξε δυνατά: «Ο Θεός μου ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αγαπάς τον Θεό, την Παναγία, τους Αγίους; Τήρησον τας εντολάς. Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε, προτρέπει και βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος.
Αγαπάς αληθινά τον πλησίον σου; Να το αποδείξεις με τις θυσίες σου.
Ιδού αδελφοί μου, μερικές πρακτικές συμβουλές, που μας δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και που όλες μαζί τείνουν στην μίμηση του Αγίου που γιορτάζουμε κάθε φορά ξεχωριστά.
Μόνον με αυτές τις εφαρμογές – ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλες πάρα πολλές – γίνεται η προσωπική μας ζωή πολιτεία αγίων και οδός Χριστού, αλλά και Σταυρός Χριστού και Ανάστασις Χριστού και Μεταμόρφωσις Χριστού, δηλαδή μίμησις και θέωσις.
Είθε χριστιανοί μου αυτόν τον δρόμον του Χριστού να ακολουθήσουμε όλοι μας, για να καταστούμε, να γίνουμε δηλαδή διά του Αγίου Πνεύματος και της Θείας Χάριτος, μιμητές Αγίων, μιμητές Ιησού Χριστού,
Αμήν.
Αγρυπνία Αγίου Δημητρίου 2000
Σήμερα αδελφοί μου γιορτάζουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές, τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη και πολιούχο της Θεσσαλονίκης.
Κάθε γιορτή έχει πλούσιες πνευματικές προσφορές που είναι ανάλογες με τους τρόπους που συμμετέχουμε σ’ αυτή.
- Ο πρώτος τρόπος είναι λειτουργικός, δηλαδή με τον εκκλησιασμό και την Θεία Κοινωνία.
- Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην πνευματική προετοιμασία που κάνουμε με την νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, την εγκράτεια και την Ιερά Εξομολόγηση. Αυτός ο τρόπος είναι καθαρά προσωπικός, και βασίζεται στις προσπάθειες που κάνει ο πιστός χριστιανός, για να μιμηθεί το κατά δύναμιν, όσο δηλαδή μπορεί, τον Άγιο που τιμά, αγαπά, ευλαβείται και γιορτάζει. Άλλωστε «μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου».
Και όταν όλες οι προσπάθειές του με το έλεος και τη χάρη του Θεού πετύχουν το στόχο τους, τότε ολόκληρος ο άνθρωπος μεταμορφώνεται και θεώνεται. Οι προσπάθειες όμως του πιστού χριστιανού περνάνε από την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών. Αυτό σημαίνει κόπους, πόνους, θλίψεις, στεναχώριες, πιέσεις, διωγμούς, ακόμα και μαρτύριο που τις περισσότερες φορές είναι αφόρητα ψυχικό.
Γι’ αυτό και ένας νεώτερος Άγιος συμβουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση τα εξής :
- Τι λέγει ο Θεός; τι παρακαλεί; Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν; Και αγαπάτε αλλήλους. Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς. Ευλογείτε και μη καταράσθε. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να αποστρεφόμαστε και να περιφρονούμε τον κάθε συνάνθρωπό μας για τον οποίον σταυρώθηκε ο Χριστός, και να μη φθονούμε ποτέ εκείνους που προοδεύουν στην ζωή τους.
Μια συμβουλή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις δάκρυον. Δηλαδή μην ατιμάσεις και περιφρονήσεις τον πλησίον σου, τον αδελφόν σου, τον συνάνθρωπό σου, που είναι πονεμένος, δυστυχισμένος, ανάπηρος, αγαθούλης, αγράμματος και πτωχός.
Να μην καλλιεργούμε κακούς λογισμούς για τον πλησίον μας, όσες και αν μας δίνει αφορμές. Αντιθέτως μάλιστα να έχουμε και να φτιάχνουμε καλούς λογισμούς για τον κάθε άνθρωπο. Και αυτό πολύ περισσότερο, για όλους εκείνους τους χριστιανούς τους οποίους ο Θεός έχει προικίσει με πλήθος αρετών και χαρισμάτων. Αυτοί για κανέναν λόγο δεν πρέπει να αποστρέφονται τον αμαρτωλό που χρειάζεται βοήθεια, είτε αυτή είναι υλική είτε αυτή είναι ηθική.
Και κάτι άλλο που τονίζουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις ξένον, χάριν του οποίου ξενίτευσε ο Χριστός, αφού η Αγιογραφική εντολή είναι «φιλόξενοι εις αλλήλους, άνευ γογγυσμών».
Και στρεφόμενοι οι πατέρες προς τους εμπόρους αλλά και στον κάθε χριστιανόν, λένε: «Μη πλουτίζετε από τον ιδρώτα των φτωχών, και πολύ περισσότερο μην θησαυρίζετε κλέβοντας, απατώντας, αδικώντας, και ψευδόμενοι συνεχώς και ασυστόλως.
Τρίτη προτροπή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μη θαυμάζεις ό διαρρέει κρατούμενον, δηλαδή μη θαυμάζεις τον πλούτον, τη δόξα, την εξουσία, την ηδονή, την κοσμική γνώση, το κάλλος της νιότης και τόσα άλλα, διότι τίποτε από αυτά δεν είναι μόνιμον, τα πάντα έρχονται και παρέρχονται. Τότε τι πρέπει να κάνεις; Θαύμασον την αρετήν, και μίσησον κακίαν, πονηρίαν και διάβολον. Και τι άλλο να κάνεις χριστιανέ μου; Να υπομένεις αγόγγυστα, να μακροθυμείς προς όλους, να συγχωρείς τους πάντες, γιατί συ πρώτος συγχωρέθηκες από τον Θεό. Να προσεύχεσαι πρωί μεσημέρι βράδυ, κάθε μέρα, όλη μέρα, κατά το «αδιαλλείπτως προσεύχεσθαι», και ειδικότερα με την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Να δείχνεις την πίστη σου προς τον Χριστόν και την Εκκλησία, με τα καλά σου έργα, την καθημερινή σου ομολογία και τη συμμετοχή σου στα σωστικά μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας. «Μνήμη Αγίου – Μίμησις Αγίου». Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό; Ομολογία, μαρτύριο ψυχικό, συντριβή, ταπείνωσις, μετάνοια.
Έτσι, αν σε ξέχασαν δεν πειράζει.
Σε αδίκησαν, ξέχασέ το.
Σε περιφρόνησαν, να χαίρεσαι.
Σε βλαστημάνε; Να προσεύχεσαι.
Σε κατηγορούν; Μην αντιλογείς.
Σου αφαιρούν το λόγο; Μη λυπάσαι.
Σε κοροϊδεύουν; Μην απαντάς!
Σου βρίζουν τα Θεία; Διαμαρτυρήσου προσευχόμενος.
Σε κακολογούν; Μην αντιμάχεσαι.
Θυμώνουν μαζί σου; Να παραμείνεις ήρεμος.
Σου βρίζουν την πίστη σου; Δώσε την καλήν ομολογίαν.
Σε συκοφαντούν και ειρωνεύονται; Να μακροθυμείς.
Δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά; Πέσε στα γόνατα.
Έφταιξες; Ζήτησε συγγνώμη.
Ταραχή και εκνευρισμός ανάμεσά μας; Και ιδιαίτερα μέσα στην οικογένεια; Δές που έφταιξες εσύ και όχι ο άλλος.
Έχεις υγεία; Δόξαζε τον Θεόν.
Ταλαιπωρείσαι από αρρώστιες; Δόξαζε και πάλιν τον Θεόν.
Ανεργία, φτώχεια και γκρίνια μέσα στο σπίτι και στην οικογένεια; Νήστεψε. Αγρύπνησε, κάνε προσευχή πολλή.
Έπεσες στην αμαρτία; Σήκω με την μετάνοια;
Ξανάπεσες στην αμαρτία; Πάλι σήκω!.
Ξαναέπεσες για εκατοστή φορά; Ελεηνολόγησε τον εαυτόν σου. Φτήστον. Στέναξε βαθειά. Κλάψε. Χτύπησε το στήθος σου και φώναξε δυνατά: «Ο Θεός μου ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αγαπάς τον Θεό, την Παναγία, τους Αγίους; Τήρησον τας εντολάς. Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε, προτρέπει και βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος.
Αγαπάς αληθινά τον πλησίον σου; Να το αποδείξεις με τις θυσίες σου.
Ιδού αδελφοί μου, μερικές πρακτικές συμβουλές, που μας δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και που όλες μαζί τείνουν στην μίμηση του Αγίου που γιορτάζουμε κάθε φορά ξεχωριστά.
Μόνον με αυτές τις εφαρμογές – ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλες πάρα πολλές – γίνεται η προσωπική μας ζωή πολιτεία αγίων και οδός Χριστού, αλλά και Σταυρός Χριστού και Ανάστασις Χριστού και Μεταμόρφωσις Χριστού, δηλαδή μίμησις και θέωσις.
Είθε χριστιανοί μου αυτόν τον δρόμον του Χριστού να ακολουθήσουμε όλοι μας, για να καταστούμε, να γίνουμε δηλαδή διά του Αγίου Πνεύματος και της Θείας Χάριτος, μιμητές Αγίων, μιμητές Ιησού Χριστού,
Αμήν.
Κυριακή 5 Μαρτίου 2000
Η πύλη της μετάνοιας και η αποδοχή της αμαρτωλότητός μας και μιά συγκλονιστική εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι
161 β
Κυρ. ΑΠΟΚΡΕΩ 2000
Της μετανοίας άνοιξόν μοι, πύλας Ζωοδότα.
Το πρωί της Κυριακής αδελφοί μου στον όρθρο, και μετά το Εωθινόν Ευαγγέλιο λέγεται χύμα το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι».
Στη συνέχεια ψάλλεται εμμελώς ο Πεντηκοστός Ψαλμός, και εξέρχεται το Ευαγγέλιο και το προσκυνάει ο λαός. Μετά όμως τον πεντηκοστό ψαλμό, ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, τρία κατανυκτικά τροπάρια τα οποία σηματοδοτούν το Τριώδιο και τη Μεγάλη Σαρακοστή.
«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου προς ναόν τον Άγιόν Σου», το οποίον και επανέλαβε προηγουμένως ο ιεροψάλτης μας. Παρακαλούμε δηλαδή τον Θεόν να μας ανοίξει την πόρτα της μετανοίας.
Για να μπούμε στο ναό μας, μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε στο σπίτι μας μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε σε μια αίθουσα, σε ένα γραφείο, μπαίνουμε από την πόρτα. Έτσι για να μπούμε στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών, πρέπει να μπούμε από την πόρτα. Και αυτή η πόρτα, η θύρα, η πύλη, λέγεται μετάνοια. Αληθινή μετάνοια. Η μετάνοια όμως έχει ένα φόρεμα. Μια στολή, ένα ένδυμα, και αυτό είναι η ταπείνωσις. Της μετανοίας λοιπόν, προηγείται η πλήρης συναίσθησις της αμαρτωλότητός μας, που θα φέρει την συντριβή, τα δάκρυα και την ταπείνωση. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, με πολλή πολλή σοφία έβαλε στην πρώτη Κυριακή του Τριωδίου την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, για να τονιστεί αυτή η συναίσθησις της αθλιότητός μας και δι’ αυτής η ταπείνωσις. Στη συνέχεια έβαλε στη δευτέρα Κυριακή την παραβολή του ασώτου υιού για να προβάλλει δύο πράγματα:
Αφενός μεν τα σωτηριώδη αποτελέσματα της αληθινής μετάνοιας,
και αφετέρου το άπειρον έλεος και την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού προς το πεσμένο του πλάσμα που επιστρέφει μετανοημένο και τεταπεινωμένο στην ολάνοιχτη πατρική, θεϊκή αγκαλιά.
Κατόπιν η Εκκλησία στην τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, δηλαδή στη σημερινή Κυριακή, βάζει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Δικαίας Κρίσεως για να μας δείξει ότι η αληθινή μετάνοια και συντριβή παράγει καρπούς δια των οποίων καρπών σώζεται ο άνθρωπος και τάσσεται εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός, εις τους ευλογημένους.
«Δεύτε οι ευλογημένοι κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν Βασιλεία».
Ποιοι είναι αυτοί οι καρποί της μετανοίας; Είναι τα έργα της πίστεως, είναι τα έργα της αγάπης, που μας τόνισε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, είναι τα έργα της πράξεως, είναι η πράξις από την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Είναι η ακριβής πορεία μας στο δρόμο του Θεού, που οδηγεί στη σωτηρία. Στο τέρμα αυτού του δρόμου, υπάρχει μια πόρτα, μια θύρα. Είναι η πόρτα της μετανοίας. Όταν αυτή ανοίξει, και την ανοίγει η αληθινή μετάνοια, τότε μπαίνουμε στον Παράδεισο.
Τι ψάλαμε όμως μετά το «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα»; Ψάλαμε στο τέλος, θα το αναλύσουμε αργότερα, «τα πλήθη των πεπραγμένων μου δεινών εννοώ ο τάλας, τρέμων την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως». Άρα τι μας χρειάζεται πιο πολύ και πάνω απ’ όλα για να μην τρέμω, αυτήν την φοβερή ημέρα της Κρίσεως της φοβεράς του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Μας χρειάζεται και μου χρειάζεται η αληθινή μετάνοια.
Να λοιπόν τι μας δείχνει η Εκκλησία μας, με τα κατανυκτικά αυτά τρία τροπάρια. Μας δείχνει με ποιο τρόπο μπαίνουμε στο ναό για να λειτουργηθούμε. Τι λένε όμως οι περισσότεροι από τους χριστιανούς;
- Ε, ας πάμε και στην Εκκλησία.
Και μπαίνουμε μέσα στους ναούς κάποιες Κυριακές, και κάποιες μεγάλες γιορτές με την εντύπωση ότι δήθεν είμαστε καλοί χριστιανοί και ότι κάναμε το καθήκον μας και τίποτα περισσότερο.
Ευτυχώς που υπάρχουν εξαιρέσεις και μάλιστα επαινετές, από χριστιανούς που εκκλησιάζονται για να πάρουν την χάρη της Θείας Λειτουργίας, για να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, και πάντοτε όταν βέβαια αυτό τους το επιτρέπει η Εκκλησία, και πάντοτε με πνεύμα συντριβής και μετανοίας και με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητός των. Γι’ αυτό και ικετεύουν το Ζωοδότη Κύριο, να τους ανοίξει τις πύλες της μετανοίας και τίποτε άλλο. Διότι μετάνοια, όπως είπαμε και άλλοτε, δεν είναι μόνον ο προθάλαμος του Παραδείσου, αλλά και το κλειδί του.
Αν όμως αδελφοί μου ο Θεός δε δεί μέσα στις καρδιές μας, γιατί τις καρδιές μας τις διαβάζει μόνον ο Θεός, ακόμη καλά καλά ούτε εμείς δεν μπορούμε να τις διαβάσουμε, - γιατί επίτηδες σχηματίσουμε άλλη εικόνα για τον εαυτό μας,- αν λοιπόν ο Θεός μέσα στις καρδιές μας, δεν δει πόθο για μετάνοια, δεν δει λαχτάρα για ταπείνωση, δεν δεί καημό, καημό, πώς να σου το πω, καημό για να ελεηθούμε, δεν δει αγωνία για την σωτηρία μας, αν αυτά δεν τα δεί ο Θεός, τότε πως θα μας ανοίξει τις πύλες της μετανοίας;
Γι’ αυτό και ερχόμαστε πρωί πρωί στον ναόν του Θεού και πριν από το Εωθινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, για να ακούσουμε αυτό το τροπάριο και να ελεηθούμε. Για να μας ανοιχτούν δηλαδή οι πύλες της μετανοίας, αφού το ψάλουμε και μείς μαζί με τους ιεροψάλτες, αυτοί μας αντιπροσωπεύουν. Είμαστε όλοι λαός του Θεού που φωνάζουμε «της μετανοίας άνοιξον πύλας Ζωοδότα».
Άρα η μετάνοια είναι ένα ειδικό χάρισμα του Θεού που μας κάνει να νοιώθουμε το βάρος της αμαρτίας και το μέγεθος της αθλιότητός μας. Να πούμε ότι το έχουμε αυτό το χάρισμα; Λυπάμαι αλλά δεν το έχουμε. Ή αν το έχουμε είναι σε πολύ μικρό βαθμό και ασήμαντο. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας διά μέσου αυτών των τροπαρίων, μας προτρέπει να εκκλησιαζόμεθα με αυτό το πνεύμα. Με το πνεύμα της ανάγκης για μετάνοια, για συντριβή, για δάκρυα, για ταπείνωση, διότι κακά τα ψέματα αληθινή μετάνοια δεν έχουμε.
Τα ψευτοδάκρυα, οι συναισθηματισμοί, οι μεταμέλειες, και οι δήθεν στεναχώριες και λύπες μας για τις πτώσεις μας, και άλλα τέτοια τερτίπια, αυτά ΔΕΝ είναι μετάνοια. Θιγμένος εγωισμός είναι, ναι, βέβαια, θιγμένος εγωισμός είναι, μετάνοια όμως δεν είναι.
Και αν τυχόν μας διακρίνουν τέτοιες ψευτοκαταστάσεις, να το πιστέψουμε, είναι ένα τίποτα, διότι μετάνοια δεν είναι. Γι’ αυτό μπαίνοντας μέσα στο ναό, και νοιώθοντας ότι δεν έχουμε την αληθινή μετάνοια, γι’ αυτό και παρακαλούμε θερμά τον Άγιο Θεό, να μας ανοίξει αυτές τις πύλες της μετανοίας, φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούμε, αλλά από μέσα μας, «Θεέ μου η μοναδική πόρτα που οδηγεί στη σωτηρία είναι η μετάνοια, δόσ’ μου μετάνοια, μετάνοια αληθινή διότι ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Και κάθε στιγμή αμαρτάνω».
Και τι άλλο μας λέγει στη συνέχεια ο υμνογράφος; «Ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον Άγιόν Σου». Τι θα πεί ορθρίζει; Ήλθα πρωί πρωί, στο ναό σου, γι’ αυτό το λόγο. Για να μου δόσεις μετάνοια, μετάνοια αληθινή. Έτσι φανερώνουμε τον καημό μας και τη δυστυχία μας, φανερώνουμε τη γύμνια μας και δε γίνεται αλλιώς. Είμαστε γυμνοί και τετραχειλισμένοι. Όσα καλά λόγια και αν λέμε στο Θεό, και όσα ψευτοέργα κάναμε και δήθεν προσευχές και νηστείες, - τα τόνισε σήμερα η υμνολογία μας στον όρθρο, δεν ξέρω πόσοι τα ακούσατε. - Αν δεν έχουμε επαναλαμβάνω πόθο για ταπείνωση, πόθο για συντριβή, πόθο για να ελεηθεί η ψυχή μας, αν δεν τα δει αυτά ο Θεός δυστυχώς μπορεί να μην μας ανοίξει.
Δεν δυσκολεύεται και δεν καθυστερεί καθόλου να πει και να ομολογήσει ο συντετριμμένος χριστιανός ότι ήλθα στο ναό σου και έφερα τον ναόν του σώματός μου, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σώμα μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, αυτόν τον ναόν τον έφερα όλον εσπιλωμένον, δηλαδή βρώμικον, τρισάθλιον και αισχρόν. Δε δυσκολεύεται αυτός που έχει αληθινή μετάνοια και ταπείνωση και όχι ταπεινοσχημία, να δείξει τις βρωμιές της ψυχής του. Να ομολογήσει τα λάθη του.
Η ψυχή που επιστρέφει στο Θεό, με συντριβή και δάκρυα δεν έχει ντροπές και ψευτοσυστολές. Τα ομολογεί όλα ευθύς αμέσως. Ούτε δυσκολεύεται να αναλάβει η ψυχή τις ευθύνες της και να πάρει τον κανόνα της. Όχι να τον τρέμει, να τον ζητάει! Δεν έχει τσιγκουνιές στην ομολογία του ο μετανοημένος χριστιανός. Αυτός ο ναός, ο ναός του σώματός μου, είναι πέρα για πέρα αμαρτωλός. Και είναι αλήθεια διότι το είπε η Εκκλησία. Και η Εκκλησία δεν λέγει ψέματα. Δεν λέει ούτε ψέματα, ούτε υπερβολές ο υμνογράφος που αντιπροσωπεύει όλους εμάς τους χριστιανούς και τον καθέναν μας χωριστά. Ναι, μας λέγει η Εκκλησία δια του Αγίου υμνογράφου, ναι, όλος ο ναός χριστιανέ μου είναι εσπιλωμένος. Είναι δηλαδή βρώμικος, είναι αμαρτωλός διότι άμα πέσει επάνω σου μια ακτίνα από το φως του Θεού, θα φωτιστείς και θα δεις ότι ολόκληρη η ύπαρξίς σου είναι μέσα στην αμαρτία.
Στη συνέχεια όμως, αυτό το ευλογημένο τροπάριο, το πρώτο, έχει ένα «αλλά». Αλλά σωτήριο. Αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον ευσπλάχνως Σου ελέει. Ναι, έτσι είμαι εγώ, είμαι αμαρτωλός, είμαι τρισάθλιος, είμαι και βρώμικος, πέρα για πέρα. Εσπιλωμένος, αισχρος και πληγωμένος πέρα για πέρα. Θα το ομολογείτε μέσα σας, και θα το ομολογώ μέσα μου. Αλλ’ όμως, Σύ είσαι ο Πανάγαθος Θεός, Σύ είσαι εύσπλαχνος Θεός, Σύ είσαι Οικτίρμων Θεός. Σύ είσαι ο Φιλάνθρωπος Θεός και καθάρισέ με, με το σπλαχνικό Σου έλεος.
Γι’ αυτό όταν γράφουμε ονόματα ζωντανών, για να τα μνημονεύσει ο ιερεύς στην πρόθεση, καλόν είναι να ζητάμε πρώτα γι’ αυτούς μετάνοια, φωτισμό, σωτηρία, κι ύστερα για υγεία και για όλα τα άλλα τα αιτήματα και τα οποία βέβαια και αυτά μας είναι πολύ απαραίτητα στη ζωή μας. Γιατί πρέπει να καλυφθούν ένα πλήθος από ανάγκες, αφού δεν είμαστε μόνον ψυχή, δεν είμαστε μόνο πνεύμα, είμαστε και σώμα, και έχουμε και σπίτι και οικογένεια και παιδιά και φροντίδες. Αλλά προηγείται όμως στη μνημόνευση των ζωντανών, ο φωτισμός και η μετάνοια.
Να σας πω μια ιστορία αληθινή;
Είναι Κυριακή σε ένα ναό της επαρχίας λειτουργούν τρείς ιερείς. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, και αφού μοιράστηκε το αντίδωρο, ο ένας ιερεύς εξ αυτών, έκανε κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, δηλαδή έφαγε όλο το υπόλοιπο μαζί με τις μερίδες της Παναγίας και των Αγίων, καθώς και με όλα τα ψιχουλάκια που αντιπροσώπευαν τις ψυχές των ζωντανών και των πεθαμένων. Όλα αυτά μαζί, ήσανε ποτισμένα και ζυμωμένα με το Αίμα του Ιησού Χριστού. Έτσι θα κάνω και γω σε λίγο, αφού μοιράσουμε όλο το αντίδωρο. Τελειώνοντας ο ιερεύς αυτός, σκούπισε κατάχλωμος με το μάκτρο το Άγιο Ποτήριο, έπλυνε τα χέρια του τρέμωντας, και σε μια κατάσταση εκτός εαυτού, σωριάστηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα σχεδόν λιπόθυμος. Εφαίνετο πως δεν άντεχε άλλο. Κούρασις να ήταν άραγε;
Οι άλλοι όμως ιερείς τον χλεύασαν και τον κορόιδεψαν. Μάλιστα δε ό ένας εξ αυτών, -τι να πω-, κάλεσε το γιό του που ήταν έξω στο ψαλτήρι και του είπε:
- Έλα βρε, έλα βρε, να δείς εδώ την κατάντια του πατέρα σου…
Ύστερα από καμιά ώρα, ο ιερεύς αυτός που συνήλθε, τον ρώτησε ο γιός του:
- Τι έπαθες πατέρα; Τι σου συνέβη;
Και κείνος του απάντησε:
- Παιδί μου, κατά την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, συνέβη μέσα στα στήθη μου, στο βάθος της καρδιάς μου, ένα συγκλονιστικό γεγονός. Σα να εγίνετο ένα δικαστήριο. Μια μεγάλη και φοβερή δίκη.
- Τι δικαστήριο; ρώτησε το παιδί. Δεν καταλαβαίνω…
- Να παιδί μου, οι ψυχές των πεθαμένων, που μνημονεύσαμε στην Αγία Πρόθεση, εκλιπαρούσαν για έλεος και σωτηρία. Οι δε ψυχές των ζωντανών, ζητούσαν τρόπον τινά την εκπλήρωση των αιτημάτων του. Αυτό με έλειωσε και δεν το άντεξα. Γι’ αυτό και ξάπλωσα τελείως εξαντλημένος.
Αυτά είπε στο παιδί του.
Σε μένα όμως προσωπικά, και στην ερώτησή μου, πώς ένοιωθε αυτό το δικαστήριο, τι ήταν αυτό, απάντησε:
- Ήταν φοβερά συγκλονιστικό να βλέπεις και να αισθάνεσαι εν Αγίω Πνεύματι, μέσα σου, τις ψυχές των πεθαμένων να απλώνουν τα χέρια τους και να φωνάζουν ικετευτικά και παρακλητικά «Έλεος, έλεος, ΕΛΕΟΣ». Αλλά και οι ψυχές των ζωντανών, με πολύ πόνο να παρακαλούν για διάφορα αιτήματά τους, άλλοι για θεραπεία και ανάρωση των αρρώστων τους, άλλοι για την λύσιν των οικογενειακών δραμάτων, άλλοι για τα απειλούμενα διαζύγια και ομόνοια στο σπίτι, άλλοι για τον φωτισμόν των παιδιών τους, ή για την πρόοδό τους, ή για την αποκατάστασή τους, ή για λύτρωση από τα ναρκωτικά και άλλα πολλά, και πολλοί λίγοι ζητούσαν την μετάνοια.
Όπως γνωρίζουμε βέβαια και καταλαβαίνουμε, τα αιτήματα των χριστιανών μας είναι πολλά. Αλλά δεν είναι μόνον υλικά και αναγκαία για αυτή την παρούσα ζωή. Αλλά είναι και πνευματικά που αφορούν και την αιώνια ζωή. Μόνο ο Θεός γνωρίζει, τι πόνο και τι λαχτάρα, κρύβει το κάθε χαρτάκι με τα ονόματα όταν αυτά γράφονται και δίδονται με συναίσθηση.
Υπήρχε και μια άλλη αίσθηση. Ότι ένα πλήθος από ιερείς, τρέχοντας πότε στους μεν και πότε στους δε, έπαιρναν τα διάφορα αιτήματα και τα προσεκόμιζαν στο θρόνο της χάριτος, στο θρόνο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού για λύση. Αυτό το πλήθος των ιερέων, αντιπροσωπεύει το πλήθος των Ορθοδόξων κληρικών, που εκείνη την ημέρα λειτούργησαν και μνημόνευσαν κατά χιλιάδες τα ονόματα.
- Καλά, ξαναρώτησα. Όμως εγώ δεν έχω καταλάβει που βρίσκεται η αίσθησις του δικαστηρίου.
Και μου απάντησε ως εξής:
- Στη διάχυτη παρουσία του Θεού, που άλλοτε εξέφραζε την άπειρη φιλανθρωπία Του, και άλλοτε την μέλλουσα όμως, όχι την τωρινή, την μέλλουσα και φοβερά Δικαία Του Κρίση, που θα πραγματοποιηθεί κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν. Αυτό ήταν που μου έδινε την αίσθηση της δίκης και του δικαστηρίου. Και ήταν ζωντανή η αίσθησις, και το βίωμα αυτό που με διέλυσε. Με έλειωσε σαν το κερί. Και έπεσα κάτω σχεδόν λιπόθυμος.
Και ο παππούλης δάκρυσε.
Και εδώ τελείωσε η ιστορία.
Είναι αληθινή και δεν αφορά εμένα.
Αν θέλουμε να σωθούμε αδελφοί μου, έχουμε ανάγκη από φωτισμό, από συντριβή, από ταπείνωση, από μετάνοια. Μετάνοια όμως αληθινή. Διότι μόνον η μετάνοια θα μπορέσει να μας βάλει και να μας τοποθετήσει δια του ελέους του φιλανθρώπου Θεού εις τα Δεξιά Του, για να ακούσουμε τον Λόγον Του:
«Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την εμήν Βασιλείαν, την ητοιμασμένην από καταβολής κόσμου, και η οποία θα είναι για σας, κληρονομιά εις τους αιώνας των αιώνων»,
Αμήν.
Κυρ. ΑΠΟΚΡΕΩ 2000
Της μετανοίας άνοιξόν μοι, πύλας Ζωοδότα.Το πρωί της Κυριακής αδελφοί μου στον όρθρο, και μετά το Εωθινόν Ευαγγέλιο λέγεται χύμα το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι».
Στη συνέχεια ψάλλεται εμμελώς ο Πεντηκοστός Ψαλμός, και εξέρχεται το Ευαγγέλιο και το προσκυνάει ο λαός. Μετά όμως τον πεντηκοστό ψαλμό, ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, τρία κατανυκτικά τροπάρια τα οποία σηματοδοτούν το Τριώδιο και τη Μεγάλη Σαρακοστή.
«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου προς ναόν τον Άγιόν Σου», το οποίον και επανέλαβε προηγουμένως ο ιεροψάλτης μας. Παρακαλούμε δηλαδή τον Θεόν να μας ανοίξει την πόρτα της μετανοίας.
Για να μπούμε στο ναό μας, μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε στο σπίτι μας μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε σε μια αίθουσα, σε ένα γραφείο, μπαίνουμε από την πόρτα. Έτσι για να μπούμε στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών, πρέπει να μπούμε από την πόρτα. Και αυτή η πόρτα, η θύρα, η πύλη, λέγεται μετάνοια. Αληθινή μετάνοια. Η μετάνοια όμως έχει ένα φόρεμα. Μια στολή, ένα ένδυμα, και αυτό είναι η ταπείνωσις. Της μετανοίας λοιπόν, προηγείται η πλήρης συναίσθησις της αμαρτωλότητός μας, που θα φέρει την συντριβή, τα δάκρυα και την ταπείνωση. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, με πολλή πολλή σοφία έβαλε στην πρώτη Κυριακή του Τριωδίου την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, για να τονιστεί αυτή η συναίσθησις της αθλιότητός μας και δι’ αυτής η ταπείνωσις. Στη συνέχεια έβαλε στη δευτέρα Κυριακή την παραβολή του ασώτου υιού για να προβάλλει δύο πράγματα:
Αφενός μεν τα σωτηριώδη αποτελέσματα της αληθινής μετάνοιας,
και αφετέρου το άπειρον έλεος και την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού προς το πεσμένο του πλάσμα που επιστρέφει μετανοημένο και τεταπεινωμένο στην ολάνοιχτη πατρική, θεϊκή αγκαλιά.
Κατόπιν η Εκκλησία στην τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, δηλαδή στη σημερινή Κυριακή, βάζει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Δικαίας Κρίσεως για να μας δείξει ότι η αληθινή μετάνοια και συντριβή παράγει καρπούς δια των οποίων καρπών σώζεται ο άνθρωπος και τάσσεται εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός, εις τους ευλογημένους.
«Δεύτε οι ευλογημένοι κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν Βασιλεία».
Ποιοι είναι αυτοί οι καρποί της μετανοίας; Είναι τα έργα της πίστεως, είναι τα έργα της αγάπης, που μας τόνισε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, είναι τα έργα της πράξεως, είναι η πράξις από την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Είναι η ακριβής πορεία μας στο δρόμο του Θεού, που οδηγεί στη σωτηρία. Στο τέρμα αυτού του δρόμου, υπάρχει μια πόρτα, μια θύρα. Είναι η πόρτα της μετανοίας. Όταν αυτή ανοίξει, και την ανοίγει η αληθινή μετάνοια, τότε μπαίνουμε στον Παράδεισο.
Τι ψάλαμε όμως μετά το «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα»; Ψάλαμε στο τέλος, θα το αναλύσουμε αργότερα, «τα πλήθη των πεπραγμένων μου δεινών εννοώ ο τάλας, τρέμων την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως». Άρα τι μας χρειάζεται πιο πολύ και πάνω απ’ όλα για να μην τρέμω, αυτήν την φοβερή ημέρα της Κρίσεως της φοβεράς του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Μας χρειάζεται και μου χρειάζεται η αληθινή μετάνοια.
Να λοιπόν τι μας δείχνει η Εκκλησία μας, με τα κατανυκτικά αυτά τρία τροπάρια. Μας δείχνει με ποιο τρόπο μπαίνουμε στο ναό για να λειτουργηθούμε. Τι λένε όμως οι περισσότεροι από τους χριστιανούς;
- Ε, ας πάμε και στην Εκκλησία.
Και μπαίνουμε μέσα στους ναούς κάποιες Κυριακές, και κάποιες μεγάλες γιορτές με την εντύπωση ότι δήθεν είμαστε καλοί χριστιανοί και ότι κάναμε το καθήκον μας και τίποτα περισσότερο.
Ευτυχώς που υπάρχουν εξαιρέσεις και μάλιστα επαινετές, από χριστιανούς που εκκλησιάζονται για να πάρουν την χάρη της Θείας Λειτουργίας, για να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, και πάντοτε όταν βέβαια αυτό τους το επιτρέπει η Εκκλησία, και πάντοτε με πνεύμα συντριβής και μετανοίας και με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητός των. Γι’ αυτό και ικετεύουν το Ζωοδότη Κύριο, να τους ανοίξει τις πύλες της μετανοίας και τίποτε άλλο. Διότι μετάνοια, όπως είπαμε και άλλοτε, δεν είναι μόνον ο προθάλαμος του Παραδείσου, αλλά και το κλειδί του.
Αν όμως αδελφοί μου ο Θεός δε δεί μέσα στις καρδιές μας, γιατί τις καρδιές μας τις διαβάζει μόνον ο Θεός, ακόμη καλά καλά ούτε εμείς δεν μπορούμε να τις διαβάσουμε, - γιατί επίτηδες σχηματίσουμε άλλη εικόνα για τον εαυτό μας,- αν λοιπόν ο Θεός μέσα στις καρδιές μας, δεν δει πόθο για μετάνοια, δεν δει λαχτάρα για ταπείνωση, δεν δεί καημό, καημό, πώς να σου το πω, καημό για να ελεηθούμε, δεν δει αγωνία για την σωτηρία μας, αν αυτά δεν τα δεί ο Θεός, τότε πως θα μας ανοίξει τις πύλες της μετανοίας;
Γι’ αυτό και ερχόμαστε πρωί πρωί στον ναόν του Θεού και πριν από το Εωθινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, για να ακούσουμε αυτό το τροπάριο και να ελεηθούμε. Για να μας ανοιχτούν δηλαδή οι πύλες της μετανοίας, αφού το ψάλουμε και μείς μαζί με τους ιεροψάλτες, αυτοί μας αντιπροσωπεύουν. Είμαστε όλοι λαός του Θεού που φωνάζουμε «της μετανοίας άνοιξον πύλας Ζωοδότα».
Άρα η μετάνοια είναι ένα ειδικό χάρισμα του Θεού που μας κάνει να νοιώθουμε το βάρος της αμαρτίας και το μέγεθος της αθλιότητός μας. Να πούμε ότι το έχουμε αυτό το χάρισμα; Λυπάμαι αλλά δεν το έχουμε. Ή αν το έχουμε είναι σε πολύ μικρό βαθμό και ασήμαντο. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας διά μέσου αυτών των τροπαρίων, μας προτρέπει να εκκλησιαζόμεθα με αυτό το πνεύμα. Με το πνεύμα της ανάγκης για μετάνοια, για συντριβή, για δάκρυα, για ταπείνωση, διότι κακά τα ψέματα αληθινή μετάνοια δεν έχουμε.
Τα ψευτοδάκρυα, οι συναισθηματισμοί, οι μεταμέλειες, και οι δήθεν στεναχώριες και λύπες μας για τις πτώσεις μας, και άλλα τέτοια τερτίπια, αυτά ΔΕΝ είναι μετάνοια. Θιγμένος εγωισμός είναι, ναι, βέβαια, θιγμένος εγωισμός είναι, μετάνοια όμως δεν είναι.
Και αν τυχόν μας διακρίνουν τέτοιες ψευτοκαταστάσεις, να το πιστέψουμε, είναι ένα τίποτα, διότι μετάνοια δεν είναι. Γι’ αυτό μπαίνοντας μέσα στο ναό, και νοιώθοντας ότι δεν έχουμε την αληθινή μετάνοια, γι’ αυτό και παρακαλούμε θερμά τον Άγιο Θεό, να μας ανοίξει αυτές τις πύλες της μετανοίας, φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούμε, αλλά από μέσα μας, «Θεέ μου η μοναδική πόρτα που οδηγεί στη σωτηρία είναι η μετάνοια, δόσ’ μου μετάνοια, μετάνοια αληθινή διότι ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Και κάθε στιγμή αμαρτάνω».
Και τι άλλο μας λέγει στη συνέχεια ο υμνογράφος; «Ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον Άγιόν Σου». Τι θα πεί ορθρίζει; Ήλθα πρωί πρωί, στο ναό σου, γι’ αυτό το λόγο. Για να μου δόσεις μετάνοια, μετάνοια αληθινή. Έτσι φανερώνουμε τον καημό μας και τη δυστυχία μας, φανερώνουμε τη γύμνια μας και δε γίνεται αλλιώς. Είμαστε γυμνοί και τετραχειλισμένοι. Όσα καλά λόγια και αν λέμε στο Θεό, και όσα ψευτοέργα κάναμε και δήθεν προσευχές και νηστείες, - τα τόνισε σήμερα η υμνολογία μας στον όρθρο, δεν ξέρω πόσοι τα ακούσατε. - Αν δεν έχουμε επαναλαμβάνω πόθο για ταπείνωση, πόθο για συντριβή, πόθο για να ελεηθεί η ψυχή μας, αν δεν τα δει αυτά ο Θεός δυστυχώς μπορεί να μην μας ανοίξει.
Δεν δυσκολεύεται και δεν καθυστερεί καθόλου να πει και να ομολογήσει ο συντετριμμένος χριστιανός ότι ήλθα στο ναό σου και έφερα τον ναόν του σώματός μου, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σώμα μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, αυτόν τον ναόν τον έφερα όλον εσπιλωμένον, δηλαδή βρώμικον, τρισάθλιον και αισχρόν. Δε δυσκολεύεται αυτός που έχει αληθινή μετάνοια και ταπείνωση και όχι ταπεινοσχημία, να δείξει τις βρωμιές της ψυχής του. Να ομολογήσει τα λάθη του.
Η ψυχή που επιστρέφει στο Θεό, με συντριβή και δάκρυα δεν έχει ντροπές και ψευτοσυστολές. Τα ομολογεί όλα ευθύς αμέσως. Ούτε δυσκολεύεται να αναλάβει η ψυχή τις ευθύνες της και να πάρει τον κανόνα της. Όχι να τον τρέμει, να τον ζητάει! Δεν έχει τσιγκουνιές στην ομολογία του ο μετανοημένος χριστιανός. Αυτός ο ναός, ο ναός του σώματός μου, είναι πέρα για πέρα αμαρτωλός. Και είναι αλήθεια διότι το είπε η Εκκλησία. Και η Εκκλησία δεν λέγει ψέματα. Δεν λέει ούτε ψέματα, ούτε υπερβολές ο υμνογράφος που αντιπροσωπεύει όλους εμάς τους χριστιανούς και τον καθέναν μας χωριστά. Ναι, μας λέγει η Εκκλησία δια του Αγίου υμνογράφου, ναι, όλος ο ναός χριστιανέ μου είναι εσπιλωμένος. Είναι δηλαδή βρώμικος, είναι αμαρτωλός διότι άμα πέσει επάνω σου μια ακτίνα από το φως του Θεού, θα φωτιστείς και θα δεις ότι ολόκληρη η ύπαρξίς σου είναι μέσα στην αμαρτία.
Στη συνέχεια όμως, αυτό το ευλογημένο τροπάριο, το πρώτο, έχει ένα «αλλά». Αλλά σωτήριο. Αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον ευσπλάχνως Σου ελέει. Ναι, έτσι είμαι εγώ, είμαι αμαρτωλός, είμαι τρισάθλιος, είμαι και βρώμικος, πέρα για πέρα. Εσπιλωμένος, αισχρος και πληγωμένος πέρα για πέρα. Θα το ομολογείτε μέσα σας, και θα το ομολογώ μέσα μου. Αλλ’ όμως, Σύ είσαι ο Πανάγαθος Θεός, Σύ είσαι εύσπλαχνος Θεός, Σύ είσαι Οικτίρμων Θεός. Σύ είσαι ο Φιλάνθρωπος Θεός και καθάρισέ με, με το σπλαχνικό Σου έλεος.
Γι’ αυτό όταν γράφουμε ονόματα ζωντανών, για να τα μνημονεύσει ο ιερεύς στην πρόθεση, καλόν είναι να ζητάμε πρώτα γι’ αυτούς μετάνοια, φωτισμό, σωτηρία, κι ύστερα για υγεία και για όλα τα άλλα τα αιτήματα και τα οποία βέβαια και αυτά μας είναι πολύ απαραίτητα στη ζωή μας. Γιατί πρέπει να καλυφθούν ένα πλήθος από ανάγκες, αφού δεν είμαστε μόνον ψυχή, δεν είμαστε μόνο πνεύμα, είμαστε και σώμα, και έχουμε και σπίτι και οικογένεια και παιδιά και φροντίδες. Αλλά προηγείται όμως στη μνημόνευση των ζωντανών, ο φωτισμός και η μετάνοια.
Να σας πω μια ιστορία αληθινή;
Είναι Κυριακή σε ένα ναό της επαρχίας λειτουργούν τρείς ιερείς. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, και αφού μοιράστηκε το αντίδωρο, ο ένας ιερεύς εξ αυτών, έκανε κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, δηλαδή έφαγε όλο το υπόλοιπο μαζί με τις μερίδες της Παναγίας και των Αγίων, καθώς και με όλα τα ψιχουλάκια που αντιπροσώπευαν τις ψυχές των ζωντανών και των πεθαμένων. Όλα αυτά μαζί, ήσανε ποτισμένα και ζυμωμένα με το Αίμα του Ιησού Χριστού. Έτσι θα κάνω και γω σε λίγο, αφού μοιράσουμε όλο το αντίδωρο. Τελειώνοντας ο ιερεύς αυτός, σκούπισε κατάχλωμος με το μάκτρο το Άγιο Ποτήριο, έπλυνε τα χέρια του τρέμωντας, και σε μια κατάσταση εκτός εαυτού, σωριάστηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα σχεδόν λιπόθυμος. Εφαίνετο πως δεν άντεχε άλλο. Κούρασις να ήταν άραγε;
Οι άλλοι όμως ιερείς τον χλεύασαν και τον κορόιδεψαν. Μάλιστα δε ό ένας εξ αυτών, -τι να πω-, κάλεσε το γιό του που ήταν έξω στο ψαλτήρι και του είπε:
- Έλα βρε, έλα βρε, να δείς εδώ την κατάντια του πατέρα σου…
Ύστερα από καμιά ώρα, ο ιερεύς αυτός που συνήλθε, τον ρώτησε ο γιός του:
- Τι έπαθες πατέρα; Τι σου συνέβη;
Και κείνος του απάντησε:
- Παιδί μου, κατά την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, συνέβη μέσα στα στήθη μου, στο βάθος της καρδιάς μου, ένα συγκλονιστικό γεγονός. Σα να εγίνετο ένα δικαστήριο. Μια μεγάλη και φοβερή δίκη.
- Τι δικαστήριο; ρώτησε το παιδί. Δεν καταλαβαίνω…
- Να παιδί μου, οι ψυχές των πεθαμένων, που μνημονεύσαμε στην Αγία Πρόθεση, εκλιπαρούσαν για έλεος και σωτηρία. Οι δε ψυχές των ζωντανών, ζητούσαν τρόπον τινά την εκπλήρωση των αιτημάτων του. Αυτό με έλειωσε και δεν το άντεξα. Γι’ αυτό και ξάπλωσα τελείως εξαντλημένος.
Αυτά είπε στο παιδί του.
Σε μένα όμως προσωπικά, και στην ερώτησή μου, πώς ένοιωθε αυτό το δικαστήριο, τι ήταν αυτό, απάντησε:
- Ήταν φοβερά συγκλονιστικό να βλέπεις και να αισθάνεσαι εν Αγίω Πνεύματι, μέσα σου, τις ψυχές των πεθαμένων να απλώνουν τα χέρια τους και να φωνάζουν ικετευτικά και παρακλητικά «Έλεος, έλεος, ΕΛΕΟΣ». Αλλά και οι ψυχές των ζωντανών, με πολύ πόνο να παρακαλούν για διάφορα αιτήματά τους, άλλοι για θεραπεία και ανάρωση των αρρώστων τους, άλλοι για την λύσιν των οικογενειακών δραμάτων, άλλοι για τα απειλούμενα διαζύγια και ομόνοια στο σπίτι, άλλοι για τον φωτισμόν των παιδιών τους, ή για την πρόοδό τους, ή για την αποκατάστασή τους, ή για λύτρωση από τα ναρκωτικά και άλλα πολλά, και πολλοί λίγοι ζητούσαν την μετάνοια.
Όπως γνωρίζουμε βέβαια και καταλαβαίνουμε, τα αιτήματα των χριστιανών μας είναι πολλά. Αλλά δεν είναι μόνον υλικά και αναγκαία για αυτή την παρούσα ζωή. Αλλά είναι και πνευματικά που αφορούν και την αιώνια ζωή. Μόνο ο Θεός γνωρίζει, τι πόνο και τι λαχτάρα, κρύβει το κάθε χαρτάκι με τα ονόματα όταν αυτά γράφονται και δίδονται με συναίσθηση.
Υπήρχε και μια άλλη αίσθηση. Ότι ένα πλήθος από ιερείς, τρέχοντας πότε στους μεν και πότε στους δε, έπαιρναν τα διάφορα αιτήματα και τα προσεκόμιζαν στο θρόνο της χάριτος, στο θρόνο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού για λύση. Αυτό το πλήθος των ιερέων, αντιπροσωπεύει το πλήθος των Ορθοδόξων κληρικών, που εκείνη την ημέρα λειτούργησαν και μνημόνευσαν κατά χιλιάδες τα ονόματα.
- Καλά, ξαναρώτησα. Όμως εγώ δεν έχω καταλάβει που βρίσκεται η αίσθησις του δικαστηρίου.
Και μου απάντησε ως εξής:
- Στη διάχυτη παρουσία του Θεού, που άλλοτε εξέφραζε την άπειρη φιλανθρωπία Του, και άλλοτε την μέλλουσα όμως, όχι την τωρινή, την μέλλουσα και φοβερά Δικαία Του Κρίση, που θα πραγματοποιηθεί κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν. Αυτό ήταν που μου έδινε την αίσθηση της δίκης και του δικαστηρίου. Και ήταν ζωντανή η αίσθησις, και το βίωμα αυτό που με διέλυσε. Με έλειωσε σαν το κερί. Και έπεσα κάτω σχεδόν λιπόθυμος.
Και ο παππούλης δάκρυσε.
Και εδώ τελείωσε η ιστορία.
Είναι αληθινή και δεν αφορά εμένα.
Αν θέλουμε να σωθούμε αδελφοί μου, έχουμε ανάγκη από φωτισμό, από συντριβή, από ταπείνωση, από μετάνοια. Μετάνοια όμως αληθινή. Διότι μόνον η μετάνοια θα μπορέσει να μας βάλει και να μας τοποθετήσει δια του ελέους του φιλανθρώπου Θεού εις τα Δεξιά Του, για να ακούσουμε τον Λόγον Του:
«Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την εμήν Βασιλείαν, την ητοιμασμένην από καταβολής κόσμου, και η οποία θα είναι για σας, κληρονομιά εις τους αιώνας των αιώνων»,
Αμήν.
Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2000
Περι προσοχής
124 β
Συνήθως λέμε στο παιδί μας, «πρόσεξε παιδί μου εκεί που θα πάς, τα μάτια σου δεκατέσσερα».
«Πρόσεξε, πρόσεξε τ’ αυτοκίνητο γιατί θα σε πατήσει».
«Πρόσεξε, θα πέσεις».
«Πρόσεξε γιατί έχει εδώ μια λακούβα».
«Πρόσεξε, εδώ έχει μια επικίνδυνη στροφή».
«Πρόσεξε γιατί ο άλλος οδηγεί μεθυσμένος», λέμε στο δικό μας οδηγό.
«Πρόσεχε στο παιχνίδι σου».
«Πρόσεχε, μη κάνεις παρέα μ’ αυτά τα παιδιά διότι έχουν, δεν έχουν καλή ανατροφή».
«Πρόσεχε πώς διαβάζεις».
«Πρόσεχε πώς σκουπίζεις καημένε, σηκώνεις σκόνη».
«Καλά, όταν διδάσκει ο δάσκαλός σου, ο καθηγητής σου εσύ δεν προσέχεις; Που είναι το μυαλό σου»;
«Πρόσεξε, πρόσεξε». Να προσέχεις εδώ, να προσέχεις εκεί, πάντοτε να προσέχεις. Παντού και πάντοτε η προσοχή. Διαρκώς οι εντολές «να προσέχεις» και «πρόσεξε» βρίσκονται πάντοτε στα χείλη μας για τους άλλους. Καμιά φορά λέμε και το «σε παρακαλώ». «Σε παρακαλώ πολύ να προσέχεις». Επομένως λοιπόν, πρόσεχε πώς ντύνεσαι, πρόσεχε πώς περπατάς, πρόσεχε το πορτοφόλι σου.
Πρόσεχε πώς μιλάς.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις.
Πρόσεχε να μη λες ψέματα.
Πρόσεχε τους λογισμούς σου, τις σκέψεις σου.
Πρόσεχε τα μάτια σου.
Πρόσεχε τη γλώσσα σου.
Πρόσεχε σε αυτό, είναι η εντολή της Αγίας Γραφής.
Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Να προσέχεις μέσα σου, για να μη δημιουργηθεί ατόπημα.
Σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Πολύκαρπο, ιερομάρτυρα και επίσκοπο Σμύρνης. Γεννήθηκε εξήντα χρόνια περίπου μετά Χριστόν. Είναι δηλαδή αποστολικός Πατέρας της Εκκλησίας μας. Γύρω στα είκοσί του χρόνια έγινε χριστιανός. Ο Άγιος Πολύκαρπος ήτανε στολισμένος με πολλές αρετές. Με μεγάλη σωφροσύνη, πολύ αυστηρός στον εαυτόν του, με αγάπη και επιείκεια πολλή στον συνάνθρωπό του, και με ολόψυχη αφοσίωση στην διδασκαλία του Θείου Λόγου. Έτσι πρόκοψε στην αρετή. Θα μπορούσε όμως να προκόψει στην αρετή εάν δεν ήταν προσεκτικός στην καλλιέργεια των αρετών; Εάν δεν ήταν προσεκτικός στην ακρίβεια της τηρήσεως των θειοτάτων εντολών, των λόγων του Αγίου Θεού; Τα προτερήματά του αυτά, η προσεκτική και αγιασμένη ζωή του, επαναλαμβάνω τη λέξη «προσεκτική» και αγιασμένη ζωή του, τον έκαναν τόσο πολύ αγαπητό στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ώστε αργότερα να τον χειροτονήσει διάκονο, ιερέα, και επίσκοπο, επίσκοπο Σμύρνης.
Στο αξίωμά του αυτό, όπως μας λέγει ο βιογράφος, επιτελούσε τα καθήκοντά του με πολύ πολύ ζήλο. Αλλά και πολλή προσοχή. Και η προσοχή αυτή τον ανέδειξε ακέραιο φρουρό της ποίμνης του. Όταν άρχισαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών επί αυτοκράτορος Αντωνίου του Πίου, ο ανθύπατος τότε της Μικράς Ασίας Κωστάτιος Κοδράτος, μετά από μανιώδη απαίτηση του ειδωλολατρικού όχλου, συνέλαβε τον Άγιο Πολύκαρπο, και τον διέταξε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό και να Τον βλασφημήσει. Γέροντας ήταν ο επίσκοπος τότε, περίπου ογδόντα έξι χρονών. Λέει τόσα χρόνια, μέχρι τα ογδόντα έξι μου Τον υπηρετώ, και όχι μόνον δεν με αδίκησε αλλά με ευεργέτησε. Αν και υπήρξα αμαρτωλός, εν τούτοις όμως με στόλισε με πλήθος αρετών. Πώς λοιπόν τώρα θα Τον αρνηθώ; Αφού είναι και ο προσωπικός μου σωτήρας, και ο αληθινός Θεός; Τον έριξαν στη φωτιά για να καεί ζωντανός. Αλλά η φωτιά δεν τον άγγιξε, όπως και τους τρείς παίδας εν καμίνω. Τότε λοιπόν ένας δήμιος, διεταγμένος βέβαια από τον άρχοντα, με το μεγάλο ξίφος του τον αποκεφάλισε. Το μαρτύριό του έγινε στις εικοστρείς Φεβρουαρίου του εκατόν εξηντα εφτά μετά Χριστόν. Έτσι λοιπόν έγινε πιστός μέχρι θανάτου και έλαβε το στέφανον της ζωής. Το λέει και η Αγία Γραφή στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής».
Για να γίνομε όμως πιστοί μέχρι τον θάνατον, και να μη φοβόμαστε απολύτως τίποτα, θα πρέπει να είμαστε ασφαλώς και πολύ πολύ προσεκτικοί στη ζωή μας. Και έτσι λοιπόν να πούμε λίγα λόγια, περί προσοχής. Το κήρυγμα περί προσοχής το είχα κάνει πάρα πολύ παλιά, το είχα αρχίσει από το 1965, 64-65, το επανέλαβα εδώ διασκευασμένο το 1987, και ύστερα από 13 χρόνια, ξαναλέμε λίγα λόγια πάλι, περισσότερον αυτή τη φορά κατανοητά.
Τι μας λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τι είναι προσοχή; Θα το πούμε πρώτα, στην – όπως το έγραψε, όπως το είπε – στα Αρχαία Ελληνικά, και εν συνεχεία θα το μεταφράσουμε. «Προσοχικήν αρετήν πάση δυνάμει μέτελθε, ή εστίν ως φυλακή, νου τήρησις και τελείωσις καρδιακή γλυκείας ησυχίας, αφάνταστος μακαρία της ψυχής κατάστασις, πράγμα ουκ εν πολλοίς ευρισκόμενον». Δηλαδή αν θέλεις να είσαι πραγματικά ενωμένος με τον Θεόν, λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τότε να αναπτύξεις με όλες σου τις δυνάμεις την αρετή της προσοχής. Που είναι ασφαλής φύλαξη και τήρηση του νου, - η προσοχή ασφαλίζει και τηρεί τον νούν, εξασφαλίζοντας έτσι σε τελειότητα την καρδιακή γλυκειά ησυχία, μια μακαρία δηλαδή ψυχική κατάσταση, χωρίς φαντασίες, και την οποίαν δεν βρίσκομε σε πολλούς από τους αγωνιζομένους χριστιανούς.
Έτσι, κακά τα ψέματα, δεν έχουμε προσοχή. Αν είχαμε προσοχή, πρώτα πρώτα δεν θα πέφταμε. Δεν θα αμαρτάναμε με τόση ευκολία, όπως εγώ ο άθλιος. Μας λείπει η προσοχή. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, και προπαντός δε στην πορεία μας προς τον Θεόν. Νομίζουμε ότι βαδίζουμε προσεκτικά, στο δρόμο του Θεού, αλλά δεν είμαστε στο δρόμο, στον παράλληλο είμαστε, στο δρόμο δεν είμαστε. Νομίζουμε ότι πορευόμαστε σωστά, αλλά μη ξεγιελιόμαστε, είμαστε πολύ μακριά από το θέλημα του Παναγίου Θεού.
Γιατί μας τα λες αυτά πάτερ, για να μας απελπίσεις; Όχι. Απλώς να εντείνουμε την προσοχή μας, να την αυξήσουμε, να αυξήσουμε την προσευχή μας, να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, και έτσι εν μετανοία και συντριβή να ζητήσουμε το έλεος του Αγίου Θεού. Και ο Θεός δε θα μας γελάσει. Ο Θεός θα τηρήσει τον λόγον Του, όποιος προσέρχεται σ’ αυτόν με μετάνοια, ο Θεός τον σώζει, τον βάζει στα δεξιά Του κληρονόμο της Βασιλείας των Ουρανών.
Η προσοχή λέγει ο Άγιος Ησύχιος παρακάτω, σε έναν λόγο του προς τον Θεόδουλο, έχει σαν βοηθό τη νήψη και σαν μητέρα την προσευχή. Γι’ αυτό οι τρείς αρετές πάνε μαζί. Νήψις, προσοχή και προσευχή. Όλες αυτές μαζί, οι οποίες βοηθούν στο να καλλιεργούνται και το πλήθος των αρετών, λέει ο Άγιος Ησύχιος, εισέρχονται, στον χώρον της τελειότητος, της πλήρης καθαρότητος, ακόμα δε και της θείας ελλάμψεως, ο Άγιος τα λέει, όχι εγώ, για να τα λέει ο Άγιος, σημαίνει ότι έχει δίκιο, πέρασε απ’ αυτόν τον δρόμο, κατέκτησε αυτές τις κορυφές των θείων αρετών, και μας καλεί και μας να τις βαδίσουμε και μείς. Γιατί μας λέγει ότι τον συνδυασμό αυτών των τριών αρετών, όπως και τον σύνδεσμο, τον διακρίνουμε στα βιώματα όλων των αγίων της Εκκλησίας μας.
Πάμε παρακάτω, στον όσιο Φιλόθεο τον Σιναΐτη. Τι μας λέγει αυτός; Ότι η νήψις είναι εκείνη η οποία παρατηρεί το νου και βλέπει ποιοι λογισμοί έρχονται κάθε φορά μέσα στο μυαλό μας. Είμαστε στην Εκκλησία, και δεν υπάρχει χριστιανός που να μην παραπονείται ή να μην το ομολογεί σαν αμαρτία, ότι κατά την διάρκειαν που βρίσκεται μέσα στον χώρο της, της Εκκλησίας και παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία και τα τελούμενα εν αυτή, ή κάνει προσευχή, ή διαβάζει την Αγία Γραφή, ο νους του φεύγει. Όλοι οι χριστιανοί αυτό το ομολογείτε. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Άλλοτε οι λογισμοί είναι αδιάφοροι, υπάρχει απλός δηλαδή μετεωρισμός, πηγαίνει σε διάφορα πράγματα και σε βιοτικές μέριμνες, και άλλοτε οι λογισμοί είναι κακοί, είναι πονηροί, είναι αισχροί, είναι βλάσφημοι. Για τους βλασφήμους λογισμούς δεν έχουμε ευθύνη. Φανερώνει τον φθόνο του διαβόλου προς τον προσευχόμενο χριστιανό ή τον χριστιανό που μελετά τον Λόγον του Θεού. Τι κάνει λοιπόν η νήψις; Αντιλαμβάνεται αυτούς τους λογισμούς, τους παίρνει είδηση ότι έρχονται. Και τότε παίρνει τα μέτρα του. Ποιο είναι το πρώτο μέτρο; Να καλεί σε βοήθεια το Χριστό! Πώς Τον καλεί; Με το όνομά Του! Τι λέγει; «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ο νούς μου κακώς δαιμονίζεται.. Τι είπε η Χαναναία; Που μας έμαθε την προσευχή του Ιησού; «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Εμείς θα πούμε ότι «κακώς δαιμονίζεται ο νους μας. Ελέησόν με». Άρχισε να μας βομβαρδίζει ο διάβολος, με λογισμούς και σκέψεις κακές. Αφού φωνάξουμε και το όνομα του Ιησού Χριστού, η προσευχή μαζί με τη νήψη, εγείρουν λέει την προσοχή, η οποία στέκεται φρουρός, η προσοχή θα πάρει το μαστίγιο του ονόματος του Ιησού Χριστού, και θα αρχίσει να δέρνει ανελέητα στην πλάτη τον διάβολο. Να τον μαστιγώνει, να τον καίει, να τον ζεματάει. Να τον τρέπει σε φυγή. Και τον τρέπει σε φυγή με όλες τις κακίες του και με όλες τις πονηρές του φαντασιώσεις. Αυτά μας λέγει ο Όσιος Φιλόθεος. Ποτέ όμως δεν τα είπα έτσι αναλυτικά.
Για να δούμε τώρα τι μας λέει ο Άγιος Νικηφόρος. Ο Άγιος Νικηφόρος λέγει ότι η προσοχή είναι το γνώρισμα, το πλέον ακριβές γνώρισμα της μετανοίας. Δεν μπορεί να έχεις μετάνοια αν δεν έχεις προσοχή. Θα προσέξεις που αμάρτησες, πώς αμάρτησες, πόσο αμάρτησες, πόσο έβλαψες την ψυχή σου, πόσο πόνεσες τον πλησίον σου, πόσο τον πόνεσα εγώ τον πλησίον μου, πόσο λύπησα το Άγιον Πνεύμα, πόσο λύπησα τον άγγελόν μου, αυτά θα τα προσέξω, θα τα μελετήσω, αυτά θα μου φέρουν μετάνοια και συντριβή. Προσοχή είναι, μας λέγει ακόμα ο Άγιος Νικηφόρος, είναι μας λέει, είναι η άρνησις της αμαρτίας. Αφού έρθω σε μετάνοια, κατόπιν αρνούμαι την αμαρτία, τη σιχαίνομαι την αμαρτία. Από δω και πέρα πλέον την κάνω εμετό. Και δεν το ξανακάνω. Σ’ αυτό με βοηθάει η προσοχή.
Αφού λοιπόν δεν επαναλαμβάνω την αμαρτία, κατ’ ανάγκη θα αρχίσω να καλλιεργώ αρετές. Την αρετή της μετανοίας, την αρετή των δακρύων, την αρετή της πίστεως, της υπομονής, του πνευματικού αγώνος και τόσων άλλων πραγμάτων. Σε όλα αυτά θα μας βοηθήσει πολύ η προσοχή. Και φθάνει μάλιστα, όπως λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, η προσοχή να μας δημιουργήσει, επειδή ακριβώς προσέχουμε διαρκώς το νου μας, να μην αμαρτήσει πλέον, θεληματικά, εκουσίως. Προσέχουμε να μη λερωθεί η καρδιά μας. Να μη κατέβει δηλαδή το λέρωμα του νου, μέσα στην καρδιά – αυτό το επιτυγχάνει η προσοχή – τότε, η ψυχή, λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, παίρνει, απλανή πληροφορία ότι συγχωρήθηκε, συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες της. Βεβαίωσις και σφραγίδα αυτής της πληροφορίας είναι εν συνεχεία το πετραχήλι του πνευματικού, διότι πρέπει αυτή η πληροφορία να σφραγισθεί. Ένα έγγραφο για νάναι επίσημο θέλει σφραγίδα. Και η σφραγίδα είναι το πετραχήλι του πνευματικού. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο. Ανεβαίνει δηλαδή ο Άγιος Νικηφόρος, από αρετή σε αρετή και φτάνει σε μία τελειότητα. Μετά την πληροφορία περί συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών, και μετά την ένωση που έχουμε δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω της Θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον, έχουμε μία αποκάλυψη, έχουμε μία απλανή θεωρία μέσα στο νου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι η εμφάνισις του Θεού μέσα μας. Όπως εμφανίζεται κάποιο πρόσωπο σε καθαρό καθρέφτη. Και μάλιστα λέει ότι η προσοχή δημιουργεί την ανοικοδόμηση ενός υπέροχου παλατιού, μιας υπερουράνιας βίλας να το πούμε, μέσα στην οποίαν βίλα, την καρδιακή αυτή βίλα, έρχεται και ενθρονίζεται ο Τριαδικός Θεός, γι’ αυτό λέω ότι «προς Αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Το είπαμε και στην Αποκάλυψη, για τον θερμό χριστιανό, «Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Αν μου ανοίξεις, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί σου, θα συμφάγει μαζί μας ο Θεός, μέσα στην καρδιά μας, τι; τα φασόλια και το κρέας που τρώμε; όχι, θα συμφάγει μαζί μας την ουράνια δόξα! Την οποίαν αυτός προσφέρει, διότι Αυτός είναι η Ζωή, Αυτός είναι ο Άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς, είναι το ύδωρ το ζον, Αυτός μας προσφέρεται ολόκληρος, και αυτό το αισθανόμεθα, και αυτό το οφείλουμε στην προσοχή.
Σ’ ένα κοινόβιο του Αββά Σερίδου στην Παλαιστίνη, έζησε και ασκήθηκε πνευματικά ένας μεγάλος όσιος της Εκκλησίας μας, ο Αββάς Δωρόθεος. Μαθητής των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου. Οι διδασκαλίες του αποτελούν, γνώμονα, αποτελούν το σωστό οδηγό, μιας χριστιανικής πορείας, προς σωτηρία και αγιασμό του ανθρώπου, του χριστιανού. Σε μια απ’ αυτές αναφέρεται στην κατάκριση, γιατί η κατάκρισις είναι πολύ πολύ βαρύ αμάρτημα, γιατί μ’ αυτό σφετεριζόμαστε την κρίση και την δικαιοσύνη του Θεού, και η κρίσις και η δικαιοσύνη ανήκει μόνον στο Θεό.
Όταν ήτανε λέει νέος, έκανε τον πολύξερο, σήμερα χρησιμοποιείται μια έκφρασις που λέμε «αυτός είναι ο ξερόλας, που τα ξέρει όλα». Δεν ξέρουμε τίποτα. Τα μαλλιά μας γίνανε σαν χιόνια, και τα γένια μας το ίδιο, εν τούτοις δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε. Όλα τα καλά του Θεού, και μόνον τα κακά και τα στραβά και τα ανάποδα είναι δικά μας.
Είδε λοιπόν κάποτε, έναν άνθρωπο, να αμαρτάνει. Να πέφτει σε μια θανάσιμη βαριά αμαρτία. Σαρκική αμαρτία, βαριά.
-Βρε λέει τον παλιάνθρωπο, κοίταξε τι έκανε, είπε. Δεν ντράπηκε την ηλικία του και τα λοιπά.
Και ούτω κάθεξής. Δεν ξέρω τι άλλο είπε. Πάντως τον κατέκρινε. Δεν ξέρουμε τι συνέβη, την άλλη μέρα, αυτός ο άνθρωπος που κατέκρινε, ο αββάς, σκοτώθηκε. Έπεσε απ’ το γάιδαρο, χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα και σκοτώθηκε. Έρχονται και του το λένε, ότι ο τάδε, σκοτώθηκε. Πω πω, είπε. Κείνη τη στιγμή με το πωπω, εμφανίζονται και δυό άγγελοι μπροστά του, κρατώντας την ψυχή αυτουνού του ανθρώπου που χτες είχε πέσει σε αμαρτία. Και τον ρωτάνε:
«Λοιπόν, να ορίστε, ορίστε η ψυχή αυτουνού του ανθρώπου, που χθές εσύ κατέκρινες και τον καταδίκασες. Για πες μου λοιπόν τώρα, εγώ είμαι άγγελος Κυρίου και κρατώ τη ψυχή του. Που θέλεις να την βάλω; Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση;»
Με άλλα λόγια ήταν σαν να του έλεγε ο άγγελος τα εξής, επί λέξει όπως γράφεται και στο γεροντικό, και στον αββά Δωρόθεο τον ίδιον :
«Επειδή σύ είσαι ο Κριτής των δικαίων και των αμαρτωλών, πες μου τι προστάζεις γι’ αυτή την ψυχή. Της δίνεις χάρη, ή την καταδικάζεις;»
Στα λόγια αυτά ο άγιος γέροντας τρόμαξε. Πέφτει λέει αμέσως με το πρόσωπό του, στα πόδια του αγγέλου, και ζητάει συγχώρεση και συγγνώμην γιατί αμάρτησε. Και ο άγγελος του απάντησε:
«Να, ο Θεός σου έδειξε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι, το να κατακρίνεις έναν άνθρωπον που αμαρτάνει. Να μην το ξανακάνεις.»
Ο γέροντας αυτός πέρασε την υπόλοιπη ζωή του, με στεναγμούς και δάκρυα, με μετάνοια πολλή, προσέχοντας, το επαναλαμβάνω, προσέχοντας, να μη κατακρίνει ποτέ κανέναν άνθρωπο και για τίποτα. Να μην κατακρίνει κανένα γεγονός στη ζωή του. Την προσοχή αυτή, την ανέπτυξε σε υπέρτατο βαθμό, γι’ αυτό και αγίασε.
Τι είναι λοιπόν, η προσοχή; Τι είναι ακόμα; Μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος; Είναι ακόμα ένα ασφαλές ταμείο, των θλίψεων και των πειρασμών της ζωής. Είναι η πηγή από την οποίαν ξεπηδά το ύδωρ το ζόν της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης.
«Έχεις προσοχή;» λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, «θα αναπτύξεις αρετές. Δεν έχεις προσοχή, όχι μόνον θα μαραθούν αυτές, αντ’ αυτών θα βγούν τα αγκάθια και τα τριβόλια των αμαρτιών. Των παθών και των αδυναμιών».
Και μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος παρακάτω. «Εκείνος ο οποίος δεν καθίσταται ικανός να δεχθεί, χωρίς αντιλογία και μεμψιμοιρία, -δηλαδή αγόγγυστα,- τις θλίψεις και τους πειρασμούς αυτής της ζωής, ασφαλώς δεν είναι σε θέση να πει, προς τον Κύριον το ψαλμικό «Αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. Και αν μη τον Ύψιστον θύσει καταφυγήν, δεν δύνασθε, δεν μπορεί, να καταστεί, να γίνει, στενός φίλος, επιστήθιος φίλος, αγαπητός φίλος, ο πλέον αγαπητός και αγαπημένος, φίλος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. «Υμείς» είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, «φίλοι μου εστέ. Εγώ είρηκα υμάς φίλους. Εγώ σας έχω πεί και σας λέγω ότι είστε φίλοι μου. Και σαν φίλοι μου καρδιακοί που είστε, θα σας αποκαλύψω όσα μου αποκάλυψε ο Ουράνιος Πατήρ. Θα σας πω τα μυστικά του Ουρανού. Θα σας αποκαλύψω τα μυστήρια, και τα απόρρητα της Αγίας Τριάδος». Η προσοχή θα μας δώσει τη δύναμη, να αντιμετωπίσουμε και τα πράγματα στην παρούσα μας ζωή. Όσα και αν είναι αυτά. Και αυτό βέβαια είναι το πιο μεγάλο κατόρθωμα.
Ας δούμε όμως τι μας λέγει για την προσοχή, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Είδαμε τον Άγιος Ησύχιο, είδαμε τον Όσιο Φιλόθεο, ακούσαμε τον Άγιο Νικηφόρο, είδαμε το παράδειγμα και την ιστορία του αββά Δωροθέου, είπαμε λίγα για τη ζωή του Αγίου Πολυκάρπου του Ιερομάρτυρος, του οποίου την μνήμη εορτάσαμε σήμερα, ας δούμε τώρα τι μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για την προσοχή.
«Οφείλεις» λέγει «να φυλάγεις τον εαυτό σου πολύ καλά, και να μη του επιτρέπεις να παρασύρεται από το ρεύμα της φαντασίας. Το πλέον κακό πράγμα στον άνθρωπο, που αγωνίζεται, τον χριστιανό, είναι η φαντασία. Η φαντασία είναι η γέφυρα των δαιμόνων. Με την φαντασία ο διάβολος γίνεται μυρμηγκολέων. Ένα πράγμα που είναι μικρό, το κάνει να φαίνεται πάρα πολύ μεγάλο, φοβερό και τρανό, και αντιστρόφως κάτι πάλι που είναι πάρα πολύ μεγάλο να το εμφανίσει πολύ μικρό».
Έλα καημένε δε βαριέσαι σου λέει, κάντο αυτό τώρα, τι πειράζει; Ποιος σε βλέπει, ποιος σε ακούει τώρα; Και μόλις το κάνεις και πέσεις στην αμαρτία και πέσουμε, ύστερα μας το παρουσιάζει τρομακτικά μεγάλο για να μας φέρει απελπισία και απόγνωση, για να μας ρίξει στον γκρεμνό, ακόμα και της αυτοκτονίας.
«Η φαντασία έχει μεγάλη ευχέρεια, στο να μπορεί να τυπώνει κάθε σκέψη που μας προβάλλει μέσα μας ο διάβολος. Είναι δυνατόν δε», συνεχίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «οι σκέψεις αυτές, που προβάλλονται μέσα στο μυαλό μας, μέσα στο νου μας, από τον διάβολο δια της φαντασίας, να είναι τελείως, τελείως ανύπαρκτες. Γι αυτό και λέγονται και φανταστικές. Ο άνθρωπος όμως ο χριστιανός που καλλιεργεί την προσοχή, θα καλέσει αμέσως σε βοήθεια τον Χριστό, το οποίον το παμπόθητον όνομα, θα εκδιώξει και θα αφανίσει κάθε σκέψη και κάθε εικόνα βλαβερή. Αν στο πανίσχυρον αυτό όνομα του Ιησού Χριστού, κάμπτεται παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, από όσα μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή, πόσο μάλλον δε θα σκορπίσει σαν καπνό, κάθε βλαβερή προσβολή των πονηρών δαιμόνων, όταν μετά βίας και ζέσεως και θέρμης και πίστεως δυνατής παρακαλούμε τον Θεόν να έρθει εις βοήθειαν. Όπου και αν βρισκόμεθα, οιανδήποτε και αν είναι η ασχολία μας», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οφείλουμε να διατηρούμε τις αισθήσεις μας ακοίμητες, σαν άγρυπνους φρουρούς εν καιρώ πολέμου, και συμμαζεύοντας έτσι το νου μας, ώστε μεταξύ της καρδιάς και του ονόματος του Ιησού Χριστού, να μην μπαίνει καμιά δαιμονική σκέψη. Να μην παρεμβάλλεται απολύτως τίποτα. Η πνευματική πρόοδος και η εσωτερική κάθαρσις της καρδιάς του ανθρώπου, όπως και ο φωτισμός του νου οφείλονται κατά το μέγιστον εις την προσοχήν. Αγωνίζου», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «όταν προσεύχεσαι, όταν είσαι στην εκκλησία, και όταν μελετάς την Γραφή, να διατηρήσεις το νου σου στενά συνδεδεμένο με τον Θεόν. Κι όταν θα τρέξεις για ελεημοσύνη, και όταν θα κάνεις προσευχή για κάποιον τρίτο, το μυαλό σου να μη φεύγει απ’ τον Χριστό. Ο Θεός θα σε βοηθήσει και θα σου πει τι πρέπει να κάμεις και πώς πρέπει να το κάμεις. Πρόσεχε επίσης και τις πονηρές έννοιες, τις οποίες ο διάβολος, ο πολύπειρος και άξιος στη μίμηση ζωγράφος», έτσι τον χαρακτηρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «βάζει μέσα στην καρδιά, πότε μεν αποτυπώνοντας μορφές, που αφυπνίζουν τα πάθη, πότε δε υποδεικνύοντας τρόπους για την πράξη της αμαρτίας, πότε πάλι ζωγραφίζοντας διά μέσου της φαντασίας, σχήματα βλαβερά, για να ξεσηκώσει τον άνθρωπον και να τον ρίξει στην αμαρτία. Τι θα τον σώσει;» ερωτά. «Η προσοχή, και η προσευχή. Θα τον σώσει η μετάνοια, και τα δάκρυα της μετανοίας. Αν λείψουν λοιπόν αυτά,» λέει ο Χρυσόστομος, «τότε εύκολα ο δαίμονας εισέρχεται μέσα μας νοερά, κυριεύει την καρδιά, αιχμαλωτίζει την θέληση, λαφυραγωγεί τις καλές διαθέσεις μας, φονεύει, σκοτώνει τον φόβον του Θεού μέσα μας, τσαλαπατά την ευσέβεια, και τελικά σέρνει τον άνθρωπο, την ψυχή του στο βάραθρον της απωλείας.
Βλέπουμε λοιπόν πόσα πράγματα, οφείλονται στην προσοχή, μια αρετή την οποίαν δεν δίνουμε σημασία, κι όμως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή, πολύ πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Σκεφτείτε πόσες φορές, λέμε «πρόσεχε». Ή «να προσέχεις».
«Όσο αυξάνεται η προσοχή», μας λένε άλλοι άγιοι Πατέρες πάλι, της Εκκλησίας μας, «τόσο περισσότερο εντείνεται, όσο αυξάνεται η προσοχή, τόσο περισσότερο εντείνεται η αγάπη σου για τον Θεόν».
Και από την άλλη πλευρά, η ταπείνωσις, δύο στοιχεία απαραίτητα για την σωτηρία του ανθρώπου.
Χωρίς προσοχή δε γίνεσαι μικρό παιδί. Τι μας είπε ο Κύριος;
Τον ρώτησαν «ποιος είναι ο πιο μεγάλος;» και πήρε ένα παιδάκι. Και λέει, αν δεν γίνετε σαν αυτά τα μικρά παιδιά, στην Βασιλεία των Ουρανών, δεν μπαίνετε μέσα. Τι έχουν τα μικρά παιδιά; Αθωότητα. Ακακία. Απονήρευτα είναι. Αγαπούν με όλη τους την καρδιά. Εύκολα συγχωρούν. Εύκολα ξεχνούν. Και λαχταρούν να βρεθούν στην αγκαλιά του πατέρα ή της μητέρας. «Τη κακία νηπιάζετε!» Αλλά για να φθάσουμε στο σημείο να γίνουμε μικρά παιδιά ως προς την κατάστασιν αυτήν της ακακίας, και αθωότητος και τα λοιπά και ό,τι άλλο είπαμε, χρειάζεται η καλλιέργεια της προσοχής. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα καλλιεργείται και το τέλειο φρόνημα του νοός. Στα φρένα σας λέει, θα είστε τέλειοι, στα μυαλά σας θα είστε ... στην καρδιά μικρά παιδάκια, και στα μυαλά σοφοί και τέλειοι.
Όπως λοιπόν η προσοχή προκαλεί το φωτισμό, στο νου του ανθρώπου, έτσι και η έλλειψις της προσοχής, προκαλεί το σκοτισμό του νου και φέρνει μύρια τόσα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου.
Μας λέει εδώ για ένα όραμα, ου είδε ο αββάς Δωρόθεος, αυτόν τον αββά που αναφέραμε προηγουμένως, ότι σε μια ακολουθία έβλεπε τον άγγελο να περιφέρεται μέσα στην εκκλησία και από ένα μυροδοχείο να βγάζει άρωμα – ασφαλώς θα ήταν ουράνιο – και έτσι με το χέρι του, να ραντίζει τους παρευρισκομένους εκκλησιαζομένους μοναχούς όπως αργότερα και το είδε βέβαια αυτό και σε μια εκκλησία μιας πόλεως που κατέβηκε για δουλειές και εκκλησιάστηκε στην πόλη. Τι έβλεπε λοιπόν; Τον άγγελο ορισμένους από τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς να τους ρίχνει μύρο, και ορισμένους να μην τους ρίχνει. Σε κάποια στασίδια, γιατί υπήρχαν γύρω γύρω στασίδια, ορισμένα που ήταν άδεια, τα ράντιζε με μύρο, και ορισμένα δεν τα ράντιζε. Λοιπόν αυτό το είδε πέντε δέκα φορές, μια μέρα λοιπόν βγήκε έξω από την εκκλησία και μόλις έκανε να φύγει ο λαμπροφορεμένος αυτός νέος, όπως τον έβλεπε,
«έλα δω του λέει, για στάσου, ποιος είσαι εσύ; Μπαίνεις βγαίνεις, ραντίζεις ξεραντίζεις, τι κάνεις εδωπέρα;» λοιπόν, δεν του έδωσε την πληροφορία ο Θεός για να την δώσει απευθείας ο ίδιος ο άγγελος,
του λέει «είμαι άγγελος Κυρίου».
«Ε», του λέει, «ορισμένους τους ραντίζεις και ορισμένους όχι».
«Αυτούς που ραντίζω, το μυαλό τους και η προσοχή τους είναι στην ακολουθία, είναι στην προσευχή, ο νους τους βρίσκεται στον ουρανό, άδωντας και ψάλλοντας τω Κυρίω. Οι άλλοι; Οι άλλοι μεριμνούν και τυρβάζουν περί πολλών, ακόμα και αμαρτωλών. Έτσι αυτούς δεν τους μυρώνω με το ουράνιο μύρο».
«Τα στασίδια τώρα πές μου, τα άδεια».
«Σ’ αυτά τα στασίδια που ραντίζω, οι μοναχοί αυτοί εκτελούν διακόνημα και είναι έξω απ’ τη μονή, αλλά το μυαλό τους είναι στην ακολουθία. Οι άλλοι πάλι απουσιάζουν, αλλά είναι αμελείς και κοιμούνται τον ύπνον της νωθρότητος και της τεμπελιάς που οδηγεί στην αμαρτία».
Κι όπως περιγράφεται στο βίο του Αγίου Νικολάου του Πλανά, κι αυτός λοιπόν κάποτε που θύμιαζε στην «Τιμιωτέρα» και πέρασε τα στασίδια, όσοι διαβάσατε το βίο του θα το θυμάσθε, πήγε σ’ ένα στασίδι άδειο, που το θύμιασε τρείς φορές, και πέρασε από την διπλανή κυρία που ήταν μέσα στο στασίδι και δεν τη θύμιασε. Ε, κανονικά θύμιασε όλους τους άλλους. Αυτή λοιπόν παρεξηγήθηκε.
Και του λέει, «έλα εδώ παπα-Νικόλα, γιατί δε με θύμιασες εμένα και θύμιασες το άδειο το στασίδι της κερα-Γιαννούλας;»
Λέει, «η κερά Γιαννούλα είναι άρρωστη, αλλά ήταν εδώ, με την ψυχή της, με το νου της, με το μυαλό της, με την καρδιά της, ήταν εδώ, εσύ, της λέει, ήσουν στο στασίδι, αλλά δεν ήσουν εδωπέρα. Το μυαλό σου ήταν μακριά, πώς να σε θυμιάσω;»
Τι έλειπε λοιπόν; Η προσοχή έλειπε.
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και να πούμε πολλά πολλά ακόμα, τα οποία η προσοχή σαν πνευματική αρετή, έχει πολλές πολλές αναβάσεις, τις οποίες βέβαια εγώ, δεν θέλησα να αναλύσω. Πρώτον γιατί δεν είμαι άξιος, παρόλον που τις διαβάζουμε, εδώ στους πατέρες τους νηπτικούς της Εκκλησίας μας, και δεύτερον δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λοιπόν να μείνουμε στα λίγα, καλλιεργώντας όσο δυνατόν μπορούμε πρακτικά την προσοχή μαζί με την προσευχή.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε, πάνω μόνο σε αυτό το κήρυγμα, μια σειρά από ομιλίες γύρω από την προσοχή, την νήψη και την προσευχή. Αλλά τα κουράγια εξέλιπαν….
Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2000
Οι τέσσερις μορφές φαρισαΐσμού και υποκρισίας
160 δ
Κυρ. Τελώνου & Φαρισαίου 2000

Πιστεύω πως όλοι μας αδελφοί μου, ακούσαμε το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην γνωστή παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, και με την οποίαν μάλιστα αρχίζει σήμερα και το Τριώδιο.
Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί χριστιανοί μου για τον Φαρισαϊσμό και την υποκρισία.
Δύο ήσαν στα χρόνια εκείνα οι κυριότερες ηγετικές τάσεις ανάμεσα στους Εβραίους, οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι. Οι πρώτοι όμως ήσαν οι επικρατέστεροι. Έλεγαν και δυστυχώς επίστευαν πως τηρούσαν με ζήλο και ακρίβεια τον Μωσαϊκό Νόμο, επειδή τον διάβαζαν πολύ και ήσαν νομομαθείς. Γνώριζαν δηλαδή και ερμήνευαν τις εντολές του Μωυσέως, και όσα κατά καιρούς είχαν πει οι προφήτες με τις προφητείες τους. Εφαρμόζοντας δε απλές τυπικές διατάξεις του Νόμου, έδιναν την εντύπωση πως ήσαν ευσεβέστατοι, ενώ στην ουσία ξεγελούσαν τον αμαθή λαό, και τον κορόιδευαν με την φοβερή τους υποκρισία. Γι’ αυτό και τους καυτηρίασε ο Κύριος λέγοντάς τους «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνιθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του Νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν», από το 23ο κεφάλαιον του Ματθαίου.
Δηλαδή αλίμονο σε σας, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, που δίνετε απλά και μόνον στο ναό και στους λευίτας το δέκατον από το δυόσμο, τον άνιθο και το κύμινο, που τηρείτε δηλαδή μόνον τους τύπους, και κάποιες δευτερεύουσες διατάξεις του Νόμου, και περιφρονείτε τις μεγάλες εντολές του Θεού, όπως είναι η δικαία κρίσις, η ευσπλαχνία και η τιμιότητα στη ζωντανή πίστη του αληθινού Θεού.
Έτσι αδελφοί μου, με τα φοβερά του «Ουαί» ο Κύριος κατεδίκασε μια για πάντα τον Φαρισαϊσμό, τον οποίον εξομοίωσε με την υποκρισία. Γι’ αυτό και τονίζουμε ότι το πιο τραγικό λάθος των Φαρισαίων ήταν, ότι θεωρούσαν τον εαυτό τους ενάρετο, ευσεβή, δίκαιο και τέλειο ενώ φανερά περιφρονούσαν τους απλούς ανθρώπους του λαού. Έτσι η ουσία της Φαρισαϊκής αμαρτίας, συγκεντρώνεται στις λέξεις που είπε ο Φαρισαίος, στη σημερινή παραβολή.
«Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Θεέ μου σε ευχαριστώ που δεν είμαι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι κλέφτες, άδικοι, πόρνοι, μοιχοί, φονιάδες, ψεύτες και λοιπά, ή σαν κι αυτόν εδώ τον Τελώνη.
Έτσι γίνεται φανερό, γιατί ο Κύριος ήλεγξε με τόση σφοδρότητα τους Φαρισαίους και μάλιστα λίγο πριν απ’ το πάθος τους. Και το έκανε, μας λένε οι Πατέρες, για όλους εκείνους που πιστεύουν πως είναι ενάρετοι και ευσεβείς, ενώ περιφρονούν τους απλοϊκούς ανθρώπους, δηλαδή τον απλό λαό του Θεού.
Κι είναι αλήθεια ότι η υποκρισία πρόσβαλλε σε όλες τις εποχές τους χριστιανούς, και τους κληρικούς, εμάς δηλαδή τους παπάδες παντός βαθμού, και τους μοναχούς, αλλά και τους λαϊκούς.
Πάντως λίγο πολύ όλοι μας δηλητηριαζόμεθα απ’ αυτό το φοβερό μικρόβιο του Φαρισαϊσμού, τον ιό, όχι της γρίπης αλλά της υποκρισίας. Ακόμη και σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε ανθρώπους που παριστάνουν τους ευσεβείς, τους αγίους, τους δικαίους, τους εναρέτους, τους οραματιστάς και λοιπά.
Τους βλέπουμε πότε να κάνουν μεγάλους σταυρούς, να κάνουν μετάνοιες επιδεικτικές όμως, επιδεικτικές όμως, μπροστά στις εικόνες, να σηκώνουν ψηλά τα χέρια τους, να κινούνται μια από δω, μια από κει, αυτό έχει σημασία, κι ύστερα πάλι σταυρούς, πάλι μετάνοιες και σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της επιδείξεως, κάτι να μουρμουρίζουν, στις δε συζητήσεις τους κατακρίνουν τους πάντες και τα πάντα.
Υπάρχουν όμως πολλών ειδών Φαρισαϊσμού, πολλές μορφές υποκρισίας, που μπορεί μεν να είναι κάπως λεπτές, αλλά είναι εξίσου επικίνδυνες.
Μια μορφή απ’ αυτές, η πρώτη, βρίσκει εύκολα καλό έδαφος στους χλιαρούς χριστιανούς. Όταν λοιπόν τους προτρέπουμε για να εκκλησιάζονται, για να εξομολογούνται, για να νηστεύουν, και να κοινωνούν, ή να εγκρατεύονται, μας απαντούν:
- Εγώ, λένε, δεν είμαι σαν κι αυτούς τους Φαρισαίους που κάνουν τους μεγάλους Σταυρούς αλλά εκμεταλλεύονται τον κόσμο. Εγώ, συνεχίζουν, είμαι ντόμπρος άνθρωπος, ειλικρινής, τίμιος, και αγαπώ όλο τον κόσμο, μπορεί την μπουκιά μου βγαζω απ’ το στόμα μου να τη δώσω, τον Θεό Τον έχω μέσα μου, και δεν μου χρειάζονται όλα αυτά, που κάνουν οι Φαρισαίοι…
Τα λένε αυτά αδελφοί μου, και δεν καταλαβαίνουν ότι με τον τρόπο αυτό μεταβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε Φαρισαίο πρώτης τάξεως μάλιστα, και στην ουσία επαναλαμβάνουν τα ίδια του τα λόγια, ότι «εγώ ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Αυτή η μορφή των χριστιανών, ή έχουν άγνοια, ή έχουν σκανδαλιστεί από κάποια αρνητικά παραδείγματα κακών κληρικών, και αυτά δυστυχώς δεν είναι λίγα, αυτά που δίνουμε εμείς οι παπάδες, παντός βαθμού, επαναλαμβάνω.
Δυστυχώς σε πολλά φταίμε και εμείς οι ιερείς, οι επίσκοποι, και οι μοναχοί. Το επαναλαμβάνω αυτό, που δίνουμε στους χλιαρούς χριστιανούς λαβές και αφορμές, για να γίνουν ακόμα χειρότεροι. Έτσι από χλιαροί, καταντούν νερόβραστοι, από νερόβραστοι γίνονται αδιάφοροι, και από αδιάφοροι εχθροί και πολέμιοι της Εκκλησίας.
Μια δεύτερη μορφή Φαρισαϊσμού είναι αυτή που μας χωρίζει σε φατρίες, σε κάστες, σε αδελφότητες και θρησκευτικές ομάδες, χωριστά οι θρησκευτικοί σύλλογοι και οι προσωποπαγείς ομάδες μέσα στις ενορίες.
Έτσι οι μεν που ανήκουν στην άλφα θρησκευτική Ορθόδοξη κίνηση, περιφρονούν όλους εκείνους που έχουν ας πούμε, να το πούμε για παράδειγμα έτσι, κάποιες φιλομοναχικές τάσεις, κάποιοι άλλοι που ανήκουν σε μια δεύτερη θρησκευτική ομάδα, αποστρέφονται όλους τους άλλους χριστιανούς, που όχι μόνον δεν τους χαιρετούν και δεν τους λένε και καλημέρα, αλλά και επιπλέον τους κακολογούν για τα τρωτά που έχουν, ε, που έχουν σαν άνθρωποι και αυτοί, ή για τα λάθη που κάνουν.
Άλλοι πάλι λέγουν και καμαρώνουν γιατί είναι πνευματικοπαίδια του Τάαδε πνευματικού πατρός, και όλους τους άλλους τους θεωρούν δευτέρας κατηγορίας χριστιανούς. Πιστεύουν δε ότι αυτοί και μόνον έχουν το προνόμιο της σωτηρίας ή της αποκλειστικότητος. Αυτόν τον πολυμερισμό σε θρησκευτικές ομάδες, ή οπαδούς των χριστιανών, τον καταδίκασε τελεσίδικα ο Απόστολος Παύλος. Τι θα πεί, έλεγε και έγραφε, ο ουρανοβάμονας αυτός, ο των Εθνών Απόστολος. «Εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ του Κηφά, εγώ του Παύλου». Μεμέρησται ο Χριστός; Δηλαδή διαιρείται ο Χριστός; Μήπως χωρίζεται σε κόμματα και ομάδες, και αδελφότητες, Μήπως πολυμερίζεται σε γεροντάδες, πνευματικούς, επισκόπους και πρεσβυτέρους; Ασφαλώς όχι. Χίλιες φορές όχι. Τα πάθη μας, ο εγωισμός μας, η υποκρισία μας, και το να δειχνουόμαστε ότι κάποιοι δήθεν είμαστε, φτιάχνουν τις διαιρέσεις, τους πολυμερισμούς και τις προσωπολατρίες.
Αρκετές φορές στο παρελθόν, και απ’ αυτόν εδώ τον χώρο δυστυχώς, έχουν γίνει τέτοιου είδους παρεξηγήσεις. Ευτυχώς όμως όχι τώρα γιατί εξέλειπαν. Τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Διότι άλλο πράγμα να λες ότι εξομολογείσαι στον τάδε ιερέα, και ότι αναπαύεσαι σ’ αυτόν, και άλλο πράγμα να περιφρονείς όλους τους άλλους χριστιανούς, επειδή δεν εξομολογούνται στο δικό σου πνευματικό, ή δεν πηγαίνουν στο κήρυγμά του ή δεν τον αναγνωρίζουν και τόσα άλλα. Αυτή η περιφρόνησις έχει μέσα της μπόλικο μπόλικο Φαρισαϊσμό.
Όλοι μας αδελφοί μου είμαστε παιδιά του ενός Θεού. Ομολογούμε την ίδια πίστη. Συμμετέχουμε στα ίδια μυστήρια, και έχουμε τον ίδιο στόχο.
Στο πώς θα σωθούμε, δια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, που αυτός και μόνο θυσιάστηκε πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία μας. Για τη σωτηρία όλων μας. Κανένας άλλος δε σταυρώθηκε και δεν έχυσε το αίμα του ….
Μια τρίτη μορφή Φαρισαϊσμού, λεπτή και επικίνδυνη, έχει σχέση και πάλι με τους ευσεβείς χριστιανούς. Και ενώ εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, μελετούν την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, προσεύχονται πρωί και βράδυ, κάνουν δηλαδή τον πνευματικό τους αγώνα, και πηγαίνουν συχνά σε διάφορα προσκυνήματα και στους Αγίους Τόπους, και οι άνδρες στο Άγιον Όρος και λοιπά και λοιπά, εν τούτοις σιγά σιγά τους μπαίνει η ιδέα αμυδρά στην αρχή, ισχυρή και πιστευτή στη συνέχεια, ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους, ότι δεν είναι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Έτσι αργά αργά, και χωρίς να το καταλαβαίνουν από την αρχή, γεμίζουν από Φαρισαϊσμό, από υπερηφάνεια, από μία ακατάσχετη ορμή να θέλουν να ομιλούν για τα καλά που έχουν κάνει. Και ότι τάχα τους ξεφεύγει η αρίθμησις των πνευματικών τους έργων. Ξέρετε λένε; Να, να, εγώ, εξομολογούμαι, κοινωνώ, προσεύχομαι, δίνω και καμιά συμβουλή στους άλλους, κάνω και καμιά ελεημοσύνη, αλλά ξέρετε, ξέρετε, να, δεν ήθελα αυτά να τα πώ, ε, μου ξέφυγαν. Και άλλες τέτοιες ανοησίες. Και με το πέρασμα του καιρού δυστυχώς ξεπέφτουν σε μια συνεχή μανία επιδείξεως. Και όπως καταλαβαίνετε αυτή η Φαρισαϊκή στάση μολύνει και τις πιο ιερές στιγμές, όπως είναι ο εκκλησιασμός, η Θεία Κοινωνία, η προσευχή και άλλα.
Φυσικά αυτοί οι χριστιανοί δεν ασχολούνται πλέον με τις προσωπικές τους αμαρτίες, τις οποίες ελαχιστοποιούν, αλλά με τις πτώσεις και τα λάθη των άλλων, και τους οποίους συνεχώς κατακρίνουν με σκληρότητα και ασπλαχνία.
Μια τετάρτη μορφή φαρισαϊσμού είναι ο τελωνικός φαρισαϊσμός. Εδώ έχουμε κάτι πολύ πολύ επικίνδυνο. Έχουμε μια ανάμειξη, έχουμε ένα συνδυασμό, ένα κράμα, των αρνητικών στοιχείων και του Τελώνου και του Φαρισαίου. Τα αρνητικά στοιχεία του τελώνου είναι τα μεγάλα και βαριά αμαρτήματα. Τα αρνητικά στοιχεία του Φαρισαίου, είναι η αυτοθέωση, η αυτοδικαίωση και η υποκρισία. Αυτά λοιπόν τα αρνητικά στοιχεία και των δύο τύπων συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Έχουμε δυστυχώς και τέτοιους χριστιανούς. Είναι αυτοί που ενώ καθημερινά διαπράττουν τα πιο μεγάλα θανάσιμα αμαρτήματα, εν τούτοις, όχι μόνον δεν μετανοούν, όχι μόνον δεν συντρίβονται, όχι μόνον δεν ζητούν το έλεος του Θεού, αλλά καμαρώνουν γι’ αυτά τους τα αμαρτήματα και τα διατυμπανίζουν κιόλας σε όλους και κάνουν και κάτι άλλο που είναι πολύ πιο χειρότερο, πολύ πιο απαίσιο. Κατηγορούν δηλαδή και κατακρίνουν συνεχώς και αποκαλούν Φαρισαίους, κοροϊδεύοντας και ειρωνεύοντας όλους εκείνους τους χριστιανούς που αγωνίζονται οι καημένοι νυχθημερόν για να τηρούν με πολύ κόπο τις Ευαγγελικές εντολές, να καλλιεργούν τις θεότατες αρετές, να πολεμούν τα πάθη τους, να συμμετέχουν στα άγια μυστήρια, και να προσπαθούν να κρατηθούν πνευματικά όρθιοι και σώφρονες μέσα σ’ αυτή την εφιαλτική θύελλα της αποστασίας, της προστυχιάς και του υλιστικού φρονήματος που σαρώνουν απ’ άκρου εις άκρον ολόκληρον τον πλανήτη. Ε, τι να πεις γι’ αυτούς πλέον;
Υπάρχουν όμως και άλλες μορφές Φαρισαϊσμού, αλλά αρκούμεθα σ’ αυτές τις τέσσερεις.
Χριστιανοί μου, είδαμε το πόσο ύπουλος είναι ο Φαρισαϊσμός, και πόσο επικίνδυνα παραμονεύει και στα αγιότερα πράγματα και πως τελικά μας καταστρέφει.
Εμβόλιο για τα μικρόβια του Φαρισαϊσμού και της υποκρισίας είναι ένα και μόνο, το τελωνικό πνεύμα.
Το πνεύμα της συντριβής.
Το πνεύμα της μετανοίας και το πνεύμα της ταπεινώσεως, που είναι και το αιώνιον πνεύμα της Αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αυτό το πνεύμα θέλει να μας εμπνεύσει η Εκκλησία μας, με το Τριώδιο και τη Μεγάλη Σαρακοστή, να αισθανόμεθα δηλαδή από βάθους καρδίας την αμαρτωλότητά μας,
δεύτερον, να μην κατακρίνουμε κανέναν άνθρωπον και για τίποτα,
και τρίτον να παρακαλούμε με πόνο ψυχής τον Κύριο και Λυτρωτή μας ομολογώντας σαν τον Τελώνην :
«ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ…»
Αμήν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
