Το site που επιμελείται ο Ι.Ν. Αγίας Βαρβάρας Αμφιάλης Κερατσινίου: https://agiavarvaramfialis.gr



Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Αποδοχή αμαρτωλότητος,Μετάνοια,Προσευχή,Ομολογία,Άφεσις



213-α
Κυριακή τού Ασώτου 2009

Ως γνωστόν το Κίεβο είναι μια από τις ιερότερες πόλεις της Νότιας Ρωσίας, της σημερινής ανεξάρτητης Ουκρανίας. Εκεί ο Ορθόδοξος μοναχισμός έδειξε όλο το μεγαλείο του, μέσα στη δόξα που χάρισε ο Θεός σε αγιασμένους μοναχούς ειδικότερα βέβαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί δεκάδες ενάρετοι μοναχοί που έφτασαν σε μεγάλα ύψη αρετής, τα σώματά των ετιμήθησαν με αφθαρσία μετά την οσιακή κοίμησή τους.

Σε έναν Έλληνα ιερέα ο οποίος πήγε προσκυνητής στον ιερό αυτό τόπο, και συχνά πηγαίνουν τώρα, ο ηγούμενος της Λαύρας μεταξύ των άλλων θαυμαστών αφηγήθηκε και το εξής. Όχι μόνον αναφέρθηκε στη γνωστή ιστορία, του Οσίου Λουκά επισκόπου Συμφερουπόλεως, αλλά και την εξής ιστορία:
Στη δεκαετία του 1980 (χίλια εννιακόσια ογδόντα), βρισκόμασταν δηλαδή προς το τέλος και προς την κατάρρευσιν του αθέου κομμουνιστικού καθεστώτος, ένας μοναχός της Λαύρας, ονειρεύθηκε έναν όσιο μοναχό του παρελθόντος, μέσα σε ουράνιο φως και δόξα πολλή. Ο οποίος του υπέδειξε ένα συγκεκριμένο μέρος μέσα στην αυλή της μονής και του ζήτησε να σκάψουν εκεί και να ξεθάψουν και να κάμουν ανακομιδή του λειψάνου του.
Ο μοναχός το είδε αυτό τρείς τέσσερις φορές, στην αρχή δεν του έδιδε σημασία, κατόπιν αναγκάστηκε να το πει στον ηγούμενο της Λαύρας. Εντυπωσιάστηκε εκείνος, αλλά δεν προέβη στην ανακομιδή. Τότε ο Άγιος εμφανίστηκε και στον ηγούμενο, και του επανέλαβε την εντολή της ανακομιδής. Του ’πε μάλιστα και τ’ όνομά του. Και ότι είχε ζήσει πριν από τετρακόσια χρόνια στη Λαύρα. Χίλια πεντακόσια ογδόντα (1580). Και τελείωσε ως εξής:
«Θέλω να κάμετε ανακομιδή και να με βάλετε μαζί με τους άλλους μοναχούς αδελφούς μου».
Ο ηγούμενος βέβαια εκάλεσε το ηγουμενοσυμβούλιο, και σχεδόν το σύνολο των μοναχών να πάρουν μια απόφαση. Τελικά την πήραν να προβούν στην ανακομιδή. Και πράγματι σκάβοντας το χώμα, στο σημείο ακριβώς που υπέδειξεν ο ανώνυμος εκείνος όσιος, ο άγιος, επλημμύρισε ευωδία ο τόπος, και μόλις σήκωσαν το σκέπασμα ανεκάλυψαν ότι το λείψανό του ήτο άφθορο. Τους κατέλαβε, όπως ήταν επόμενο, ιερόν δέος, και δεν προχώρησαν στην τελική ανακομιδή. Ερεύνησαν τα παλιά μοναχολόγια και βρήκαν το όνομα του οσίου, ο οποίος είχε ζήσει και τον δέκατον έκτον αιώνα. Ο άγιος τότε, τον σκέπασαν πρόχειρα, και είπε ο άγιος ηγούμενος ότι εγώ θα πάω να ενημερώσω τον Πατριάρχη. Αλλά πριν πάει όμως, είδε στον ύπνο του Πατριάρχου, εμφανίστηκε πάλι ο Άγιος αυτός μοναχός, και επανέλαβε το αίτημά του. Ε, ύστερα ακολούθησε και η ενημέρωσις του Πατριάρχου, από τον ηγούμενον της Λαύρας του Κιέβου.
Τότε εκείνος έστειλε τρείς επισκόπους, έγινε αρχιερατική Θεία Λειτουργία, με αγρυπνία και ευλάβεια πολλή, και κατόπιν οι επίσκοποι, έβγαλαν από τα σπλάχνα της γης, που το είχε και που το κατείχε η γη για τετρακόσια και πλέον χρόνια, ευωδιαστό με ευωδία Χριστού, άφθορο το οσιακό σώμα αυτού του Αγίου.
Το έβαλαν σε λάρνακα, και απέδωσαν πλήθος τιμών, ήρθαν όσοι μπορούσαν πιστοί, τα πράγματα πήγαιναν προς μία χαλαρότητα, εναντίον των χριστιανών, κι έτσι μπόρεσαν και παρευρέθησαν σ’ αυτή την τελετή αρκετοί πιστοί.
Μετά απ’ αυτά παρουσιάστηκε ο όσιος στον ύπνο πάλι του ηγουμένου και μ’ ένα αγγελικό μειδίαμα τον ευχαρίστησε και του είπε το εξής θαυμαστό και υπερθαύμαστο.
«Σ’ ευχαριστώ ηγούμενε για ότι έκανες για μένα τώρα. Θέλω όμως να σε παρακαλέσω για κάτι ακόμη. Στις Θείες Λειτουργίες που κάνεις συ και οι άλλοι ιερείς στη Λαύρα να προσεύχεσθε για τους κεκοιμημένους γονείς μου, Ανδρέου και Ναταλίας, στην Ιερά Προσκομιδή, γιατί έχουν ανάγκη και ακόμα περισσότερον, να προσεύχεσθε γι’ αυτούς με το κομποσχοίνι σας».
Εντυπωσιακό είναι αυτό, πολύ εντυπωσιακό, ένας καταξιωμένος άγιος ζητά τις προσευχές των ιερέων που ζουν κάτω στη γη, να μνημονεύσει τους κεκοιμημένους γονείς, στη Θεία Λειτουργία και στο κομποσχοίνι. Άλλη μια απόδειξη για τη δύναμη που έχουν οι ευχές της Εκκλησίας, υπέρ των κεκοιμημένων, και δω στην Αγία Προσκομιδή, όπου τα ψιχουλάκια που αντιπροσωπεύουν, τις ψυχές των ονομάτων που σεις δώσατε, ρίπτονται μέσα στο Άγιο Ποτήριον, μετά τη Θεία Κοινωνία, λέγοντας «απόπλυνον τας αμαρτίας των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου, ζώντων τε και τεθνεώτων, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, πρεσβείαις της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων».
Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πρώτον, την αναμφισβήτητη δόξα των Αγίων στην Βασιλεία του Αγίου Θεού,
δεύτερον, την αξίαν της μνημονεύσεως των ονομάτων των κεκοιμημένων και στη Θεία Λειτουργία, και με το κομποσχοίνι. Με το κομποσχοίνι μνημονεύομε στο όνομα του Ιησού Χριστού, και ονόματα ζωντανών για να ελεηθούν και αυτοί, και μείς μαζί, από την αγάπη του Θεού, χαρίζοντας μεταξύ των άλλων και το πνεύμα της μετανοίας, της ολοκληρωμένης μετανοίας, της αληθινής μετανοίας. Της μετανοίας εκείνης που είναι όμοια με τη μετάνοια του Ασώτου Υιού, της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής.
Έτσι λοιπόν μακριά από την Εκκλησία μας, μακριά από την Ορθόδοξη πίστη μας, μακριά από την αγάπη του Θεού, είμεθα όλοι μας Άσωτοι.
Άρα όλοι μας έχουμε ανάγκη μετανοίας. Και η μετάνοια φέρνει και θέλει προσευχή.
-Αμαρτάνουμε; Να κάνουμε προσευχή με μετάνοια!
-Μας πιέζουν τα πάθη; Προσευχή μετανοίας! «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
-Έχουμε αρρώστιες, βάσανα, θλίψεις, πόνους, μύρια τόσα κακά! Προσευχή, και προσευχή εν μετανοία! Να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη. «Ιησού Υιέ Δαυίδ ελέησόν με, εγώ φταίω για όλα! Ο υιός μου και η θυγατέρα μου κακώς δαιμονίζονται εξ αιτίας μου!»
-Μας καταπιέζει ο κόσμος της κακίας και της αμαρτίας; Προσευχή μετανοίας! «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
-Μας φλογίζει και μας κατατρώγουν οι φλόγες των σαρκικών επιθυμιών; Των αισχρών ηδονών; Προσευχή μετανοίας χρειάζεται!
-Μας πιπιλίζουν το μυαλό οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, εφημερίδες, τα περιοδικά; Οι βρωμερές εικόνες και τα πορνογραφήματα; Πάλιν και πάλιν και πάλιν προσευχή μετανοίας.
-Μέθη, γλέντι πονηρό, φαγοπότι αμαρτωλό που έρχεται αυτές τις μέρες περισσότερο; Ύποπτος χορός και ξενύχτια με σφηνάκια από τα παιδιά μας; Προσευχή μετανοίας και μετά δακρύων.
-Χάσαμε τη δουλειά μας, μας πνίγουν τα χρέη, μας κατατρέχουν τοκογλύφοι, προσευχή μετανοίας και μετά δακρύων μέχρι που ο Θεός να κάμει το θαύμα Του!
-Νομίζουμε και πιστεύουμε και πρέπει να το πιστεύουμε ότι εγκαταλείψαμε τον Θεόν; Ότι προδώσαμε τον Χριστόν; Ότι κλονιζόμεθα στην πίστη, ότι αμφιβάλλουμε για τα θαύματα και τους Αγίους; Και πάλιν προσευχή μετανοίας και μετά δακρύων! «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» «Πρόσθες ημίν Κύριε πίστιν, βοήθει μοι τη απιστία»
-Κινδυνεύει ο γάμος των παιδιών μας; Και πάλι προσευχή, αλλά με σταυρωτό το κομποσχοίνι! Και με βαθειά την πίστη, ο Θεός ακούει και επεμβαίνει.

Αυτό σημαίνει ότι πρώτα αναγνωρίζουμε και ομολογούμε την αμαρτωλότητά μας, ακολουθεί η εκζήτησις του Θείου ελέους, και σφραγίζεται η πνευματική αυτή πορεία μας, η πορεία μας της μετανοίας, μέσα από την ιερά εξομολόγηση από την αγάπη του Θεού Πατρός. Ο Άσωτος Υιός ομολογεί πρώτα το λάθος του, το πλήθος δηλαδή των αμαρτιών του αφού κατασπατάλισε την ζωήν την οσίαν αυτού «ζων ασώτως μετά πορνών», και φωνάζει «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου και ουκ είμαι άξιος κληθήναι υιός Σου»! Αυτή είναι η ομολογία. Ακολουθεί η εκζήτησις του θείου ελέους: «Ποίησόν με ως ένα των μισθίων Σου!»
Αγιογραφικα : «Ο Θεός μου ιλάσητί μοι τω αμαρτωλώ». «Ιησού Δαυίδ, ελέησόν με», ή πιο απλά όπως θα λέγαμε σήμερα : «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό». Και είδεν αυτόν, και είδε την καρδίαν αυτού, ο Θεός Πατήρ και εσπλαχνίσθη. Και επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού. Και κατεφίλησεν αυτόν, και τι είπε; «Εξενέγκατε την στολήν την πρώτην». Ποια είναι αυτή η στολή η πρώτη; Είναι η στολή του Αγίου Πνεύματος, που την ξαναφοράμε πεντακάθαρη και ολόλευκη. «Και βάλλετε δακτύλιον εις την χείραν αυτού. Και υποδήματα εις τους πόδας, και θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν, ίνα ευφρανθώμεν, διότι ο υιός μου ούτος, νεκρός ην και ανέζησε, απολωλός ην και ευρέθη».

Αναγνώρισις λοιπόν, μετά πίστεως της αμαρτωλότητός μας, και το πλήθος των αμαρτιών μας. Και αυτά που δεν έχομε πάρει είδηση ότι κάνομε κάθε μέρα με το μυαλό μας, με τις αισθήσεις μας, με τη γλώσσα μας, με το νου μας. Ομολογία κατόπιν της αμαρτίας με αληθινή μετάνοια, κάτω απ’ το πετραχήλι, -και στην προσευχή,- καταφυγή κατόπιν μετά δακρύων, στην αγάπη του Θεού Πατρός, και ο Θεός Πατήρ θα σφραγίσει, όχι μόνον την συγχώρηση, δεν θα διαγράψει δηλαδή μόνον τις αμαρτίες μας, αλλά θα μας αποκαταστήσει και σαν παιδιά Του, η λεγομένη Υιοθεσία, και τέλος θα μας κάνει κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.

Χριστιανοί μου όμως θέλω να προσέξομε έστω και για δυο λεπτά ακόμα, την διαγωγή και τη στάση του πρεσβυτέρου υιού, δηλαδή του μεγαλυτέρου υιού της σημερινής παραβολής. Ο μεγαλύτερος γιός, αντί να χαρεί για την επιστροφή του αδελφού του, τόσο πολύ θύμωσε και πεισμάτωσε, ώστε αρνήθηκε να μπει στο σπίτι. Και βγαίνει ο Θεός Πατέρας, ο εύσπλαχνος Πανάγιος Θεός, ο Πατέρας, και τον παρακαλεί με αγάπη να μπει στο σπίτι, και να συμμετάσχει στη χαρά της επιστροφής του αδελφού του. Και κείνος αρνείται πάλι. Και όχι μόνον αρνείται, αλλά παρακαλώ να ξαναδιαβάσετε την παραβολή και να δείτε ότι δεν Τον αποκαλεί πουθενά Πατέρα. Δεν Τον λέει Πατέρα! Μιλάει περισσότερον ως μισθωτός, παρά σαν γιός. Τόσα χρόνια, λέει, είμαι στην δούλεψή σου. Και το κατσίκι που ήθελε να το φάει, να το φάει μόνον με τους φίλους του, χωρίς την παρουσία του Πατέρα της αγάπης. Και τέταρτον δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με τον αδελφό του. Γι αυτό και αυτόν ποτέ δεν τον αποκαλεί, αδελφόν του.
«Αυτός ο γιός σου»! Λένε οι μπαμπάδες: «ο γιός σου», «η κόρη σου» οι μανάδες, λένε οι μανάδες στους συζύγους : «αυτός ο γιός σου, η κόρη σου»! Και γιός μας είναι και κόρη μας είναι! Αν αμάρτησαν αυτοί, πρώτα αμαρτάναμε εμείς! Και μείς φταίμε που αμαρτήσαν εκείνοι. Βέβαια έχουν ελευθερία. Και έχουν και βούληση και έχουν και θέληση. Αλλά τι καλό είδαν από μας;
Έτσι λοιπόν ο μεγάλος αδελφός, δεν αντέχει την μετάνοια του αδελφού, την επιστροφή του, την αλλαγή του, την χαρά όλων και προ παντός την χαρά του Πατέρα του. Τον έφαγε η ζήλεια, ο εγωισμός και το πείσμα. Γι αυτό και έμεινε έξω απ’ το Πατρικό σπίτι. Έτσι μόνος του απέκοψε τον εαυτόν του, όχι μόνον απ’ τον αδελφόν του, αλλά και απ’ τον Πατέρα του, τον Θεόν της αγάπης. Άρα, και ο μεγαλύτερος γιός είναι και αυτός άσωτος. Δηλαδή αμαρτωλός. Και φοβερά σκληρόκαρδος.
Και η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται, πολύ συχνά και στις ημέρες μας, ανάμεσα σε χριστιανούς που εκκλησιάζονται! Που λένε ότι προσεύχονται. Που νομίζουν ότι πιστεύουν και αγαπούν όλο τον κόσμο. Και που δήθεν εξομολογούνται πότε - πότε. Αλλά δεν λένε να συγχωρέσουν! Και άμα βρεθούν στην εκκλησία, στην ίδια για ένα μνημόσυνο δεν μιλιώνται! Ο ένας γυρίζει την πλάτη στον άλλον. Που λέει θα πάει ο αδελφός μου; Που θα πάει αυτή η κατσίκα η πεθερά μου; Στην Παναγία των Βλαχερνών; Ε, δεν πάω! Θα πάω στον Άγιο Παντελεήμονα. Γελάτε; Αυτή είναι δυστυχώς η πραγματικότητα. Κι αν τυχόν συναντηθούν έξω στον δρόμο, αλλάζουν πεζοδρόμιο. Ή μπορεί ο ένας χαζέψει μια βιτρίνα, και η βιτρίνα αυτή να έχει μέσα παλιοσίδερα.
Αμ’ εσείς πάλι που σπρώχνεστε στο αντίδωρο; Και η μία κακομιλάει στην άλλη; Ή νομίζετε δεν σας βλέπω; Ή νομίζετε ότι δεν ακούνε τα αυτιά μας ημών των ιερέων εδώ, πόσο μουρμουρίζετε εσείς όλοι, μέσ’ την εκκλησία. Και κρατάτε και θέσεις για άλλους, και τους αφήνετε και ορθίους. Και είστε χριστιανοί! Που να σας χαίρονται!
Λίγοι είναι αυτοί που δίδουν, ομολογία πίστεως και ακόμα λιγότεροι αυτοί που θυσιάζονται, για τον πλησίον τους και δη τον εχθρόν τους. Υπάρχουν και μερικοί ακόμα, εκκλησιαζόμενοι δήθεν καλοί χριστιανοί, που δεν διστάζουν να συκοφαντήσουν, για να προκαλέσουν δυσμένεια, ή και απόλυση ενός Άλφα υπαλλήλου, προκειμένου να προαχθεί στην καλή αυτή θέση ο γιός τους. Το είδαμε και αυτό με τα μάτια μας, και το ακούσαμε και με τα αυτιά μας.
Και άλλοι πάλι δήθεν καλοί χριστιανοί, ζηλωτές και υπερορθόδοξοι, άλλοι αυτοί πάλι, που με μισόλογα και υπονοούμενα, εύκολα κηλιδώνουν υπολήψεις, αθώων ανθρώπων για να ανέβουν τυχόν αυτοί, για να καταλάβουν θέσεις. Ή για να προβληθεί το όνομά τους, ή για να φανεί το μπόι τους.
Όλοι αυτοί και χιλιάδες άλλοι είναι και παραμένουν άσωτοι. Εφόσον δεν μετανοούν αληθινά. Αφήστε που κάποιοι άλλοι χριστιανοί όχι μόνον ζηλεύουν, αλλά και κανέναν λόγον δεν μπορούν και δεν θέλουν την αλλαγή μεγάλων αμαρτωλών σε αγίους. Τι ήταν ο ληστής, εκ δεξιών πάνω στο Γολγοθά; Κακούργος ήταν, φονιάς ήταν. Κακοποιός ήτανε, εγκληματίας ήτανε. Και όμως καθίσταται ο πρώτος πολίτης, στον Παράδεισο. Πρώτος πολίτης. Τι ήταν ο Απόστολος Παύλος; Μέγας διώκτης των χριστιανών! Κι όταν ήταν νεαρός, αυτός ήταν που με το Εβραϊκό όνομα που είχε ως Σαύλος, κρατούσε τα ρούχα όλων εκείνων, που με μανία λιθοβολούσαν και φόνευαν, τον Πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο. Κι όμως έγινε μεγάλος Απόστολος. Πρωτοκορυφαίος μαζί με τον Απόστολο Πέτρο. Ο μέγας απόστολος των Εθνών. Ο πρώτος μετά τον Έναν, όπως τον αποκαλεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στον Άγιο Χριστοφόρο. Διαβάστε αυτόν τον βίο να δείτε τι ήταν. Στον Αβά και Άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα. Στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία, «δάργον ανηθικότητος ήταν». Στον Άγιο Βάρβαρο που ήταν ληστής και φονιάς. Στην Αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα, που της έχομε ξεχωριστή εορτή μετά το Πάσχα. Και σε τόσους άλλους.

Τον Χριστό δεν τον νοιάζει, ποιος ήσουν, και συ και συ και συ και συ και συ και ’γω, όχι ποιος ήσουν, αλλά ποιος είσαι τώρα, σήμερα, σήμερα ποιος είσαι. Σήμερα που πηγαίνεις, σήμερα που βαδίζεις. Πιο μονοπάτι ακολουθείς; Τη φαρδιά λεωφόρο, αυτή που θα είναι και κατηφορική και εύκολη, και οδηγεί στη απώλεια και στην Κόλαση; Ή στο ανηφορικό, στενό μονοπάτι της ζωής; Όπου ακολουθούν ολίγοι.
Πιστεύω πως όλοι μας, απ’ αυτήν την στιγμή και μετά, διαλέξαμε και διαλέγουμε την τεθλιμένη οδό. Την απάγουσα εις την αιώνιον ζωήν, και την οποίαν ευρίσκουν ολίγοι.
Εύχομαι με όλη μου την καρδιά, σ’ αυτούς που βρίσκουν αυτό το στενό μονοπάτι, που σώζει και είναι ανηφορικό και αγκαθωτό, σ’ αυτούς τους λίγους, είθε να ανήκετε και σεις όλοι, αλλά να προσεύχεσθε όμως, και για μας τους ιερείς, να μπούμε και να βαδίζουμε την ίδια οδό, και να περάσομε την ίδια στενή πύλη.
Τέλος και τω Θεώ Δόξα,

Αμήν.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Περί Οίκογένειας. Ο Χριστός στήν οικογένειά μας 1ον μέρος



Βραδινή ομιλία.

Το θέμα μας χριστιανοί μου θα είναι γύρω από την χριστιανική οικογένεια, αλλά εκείνη όμως την χριστιανική οικογένεια, που έχει ως βάση την Ορθόδοξη πίστη, το Ευαγγέλιο, την πράξη των εντολών, τη συμμετοχή στα μυστήρια, και την εν Χριστώ πορεία, που κάνουν όλα τα μέλη της οικογένειας, ή οφείλουν να κάνουν, για κάθαρση, για φωτισμό και για τελείωση.
Έχουμε μιλήσει σε βραδινά κηρύγματα, από τότε που βρισκόμαστε σ’ αυτόν εδώ τον Ναό της Αγίας Βαρβάρας, αναλύσαμε τη Θεία Λειτουργία, το Σύμβολο της Πίστεως, αναλυτικά την Κυριακή Προσευχή, τους Μακαρισμούς, τους αναβαθμούς, και σε πολλά άλλα ποικίλα θέματα. Είχα την απορία και κοίταξα κάτι παλιά κηρύγματα, που είχα το θράσος, νεαρός ων τότε, μόλις νέος χειροτονημένος διάκονος, να κάνω κάποια κηρύγματα σε έναν Ναό, της Παναγίας Φανερωμένης στη Μηχανιώνα, από του άμβωνος, ψηλά από κει όπου ο άγιος διάκονος, απαγγέλει το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα, και από κει να κάνω κάποια κηρύγματα για την οικογένεια, και το θεωρώ θράσος! Τα είδα και πήρα το πρώτο. Για να τα δω και ’γω έτσι με απορία και να διδαχτώ, και πράγματι διαβάζοντας διδάχτηκα, και είδα ότι από τότε πέρασαν, συμπληρώνονται το Μάρτιο τα 50 χρόνια, μέσα στο ράσο και στην ιεροσύνη, και είδα ότι βήμα δεν κάναμε στην κατά Χριστόν πορεία.

Ο γάμος και η οικογένεια μας δίνουν όλες τις προϋποθέσεις, για να γίνουμε καλύτεροι, αγαθότεροι. Για να φανούμε χρήσιμοι στην κοινωνία μας. Για να αναθρέψουμε τα παιδιά μας με φόβον Θεού. Ώστε μεγαλώνοντας να καταστούν οι αυριανοί Άγιοι, οι αυριανοί όσιοι, οι ομολογητές και οι μάρτυρες. Διότι ο γάμος είναι φυτώριο αγίων. Από αγιασμένες οικογένειες έχουν βγει άγιοι, αλλά και αντιστρόφως πολλές φορές, το αγκάθι να μας δίδει και το λουλούδι. Αλλά κατά το πλείστον όμως έχουν πάρει οι περισσότεροι άριστη χριστιανική αγωγή.
Οι έγγαμοι άγιοι είναι πάρα πολλοί και αρκετούς από αυτούς τους αναφέρουν, και τα διάφορα συναξάρια. Ακόμα και οι σημερινή ημέρα της εντεκάτης Φεβρουαρίου, 11 Φεβρουαρίου έχουμε, έχει κι αυτή τους δικούς της εγγάμους αγίους. Και θα αναφερθούμε σε δυο από αυτούς, στο βιβλίο εδώ που λέγεται «Οι έγγαμοι άγιοι της Εκκλησίας μας», του Αγιορείτου μοναχού Μωυσέως.

Και πρώτα αναφέρει την Αγία Μητέρα, την ανώνυμη. Η ευωδία και ο στολισμός αυτής της Αγίας Μητέρας, ήτανε το αίμα της. Έτσι μεγάλωσε και έτσι ανέθρεψε τα παιδιά της, αυτά που αναφέρονται μέσα στο Συναξάρι, και αποφασίζει μετά την κοίμηση του συζύγου της, του ανδρός της, πού ’ταν ειδωλολάτρης, μαζεύει όλα τα είδωλα και τα πετάει μέσα σε μια λίμνη εις τον παρακείμενο ποταμό. Ε, επόμενον ήταν να την καταδώσουν, να την συλλάβουν και να της αρχίσουν φρικτά βασανιστήρια. Την κρεμούν, πότε ανάποδα, πότε από τα χέρια, και την γδέρνουν με σιδερένια νύχια. Καταλαβαίνετε τι φοβερό θα ήταν το μαρτύριό της. Και πολλά άλλα που γίνονταν τότε, που το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει. Και που μερικές φορές την αγριότητα αυτή, την είδαμε να επαναλαμβάνεται, μέσα στην ιστορία όλων των αιώνων, μέχρι και σήμερα. Τέλος αποκεφαλίζεται. Τα δυο της τα παιδιά, δεν γνωρίζουμε ακριβώς την ηλικία τους, όταν επρόκειτο να την αποκεφαλίσουν, εφώναζαν μη μας αφήσεις να χαθούμε, σ’ αυτή τη γη, κι όπως μας έθρεψες με το γάλα σου, έτσι να μας πλουτίσεις με τη χάρη και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, για να ομολογήσουμε και μείς Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, και Θεόν αληθινόν. Και μετά βέβαια ασφαλώς έδωσε ο Θεός πολλή την χάριν και πολλή την δύναμιν, και έτσι, συνελήφθησαν και αυτά, βασανίστηκαν λίγο, αλλά επειδή ήταν μικρά παιδιά δεν άντεξαν, τέλος τα έκοψαν το κεφάλι, κι έτσι λοιπόν σήμερα είναι της Αγίας Ανωνύμου Μητέρας και των δύο τέκνων της.

Επίσης σήμερα έχουμε ένα μεγάλο πανηγύρι στην Κέρκυρα. Εορτάζει η Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα. Της οποίας το σκήνωμα υπάρχει, Θεοδώρας της Αυγούστης. Κόρη επιφανών και ευσεβών γονέων, και ήταν σύζυγος του εικονομάχου βασιλέα Θεοφίλου. Διακρινόταν για την ευφυΐα της, την οποίαν χρησιμοποιούσε, προς στήριξην της ιερής Παραδόσεως και της Πίστεως στον εαυτόν της, μαζί με τα έξι παιδιά της. Φύλαγε με στοργή και προσοχή τις ιερές εικόνες. Αψηφώντας βέβαια τη μανία του συζύγου της, του Θεοφίλου. Μετά το θάνατό του ανέλαβε αυτή, την βασιλεία της μεγάλης αυτής Βυζαντινής αυτοκρατορίας, και αναστήλωσε τις εικόνες. Καθιερώθηκε μάλιστα και γιορτή, στις 13 Μαρτίου του 843, η οποία επανεκύρωσε τις αποφάσεις της εβδόμης οικουμενικής Συνόδου, καθαιρέθη ο προηγούμενος Πατριάρχης πού ήτανε εικονομάχος, και ανεδείχθη στο θρόνο ο Μεθόδιος. Στα δυσμάς του βίου της δυστυχώς, γεύθηκε την αγνωμοσύνη του υιού της Μιχαήλ, και εξορίστηκε μαζί με τις τέσσερεις κόρες, τις οποίες ανάγκασε να γίνουν μοναχές, στη Μονή των Γαστρίων. Αυτό βέβαια το εκμεταλλεύτηκε η ευσεβής Θεοδώρα, για τον ειδικότερο καταρτισμό, τον πλέον ειδικό καταρτισμό της ψυχής της, ενδύοντάς την με πλήθος αρετών, και μετά το οσιακό τέλος της και την εκταφή της, βρέθηκε άφθορο το τίμιο λείψανό της, το 867. Σήμερα αυτό το λείψανο, ευρίσκεται στην Κέρκυρα. Αυτά γιορτάζομε και την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Βλέπετε λοιπόν ότι δεν λείπει από μας τίποτα, τις προϋποθέσεις μας τις δίνει ο Θεός, όπως τις δίνει σε όλους, έχουμε και μείς το δικό μας αναίμακτο μαρτύριο, εσείς απ’ τους άντρες σας, εσείς με τις γυναίκες σας, οι δυο σας με τα παιδιά σας, τα παιδιά σε σχέση με τους γονείς, όλοι μαζί με την διεφθαρμένη κοινωνία, μέσα στην οποίαν ζούμε σήμερα, κι όλοι κάνουμε τον αγώνα μας, τον δίνομε τον αγώνα μας. Τώρα πόσο τον δίδομε αυτό είναι άλλο θέμα. Αλλά τον αγώνα μας τον κάνομε.
Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι ο γάμος και η οικογένεια, δεν αποτελούν εμπόδια για την καλλιέργεια των αρετών. Την αύξηση των αρετών. Την προκοπή των αρετών. Και μάλιστα αναφέρεται σε έναν στίχο, από το βιβλίο της γενέσεως το οποίο και αναλύει εκτενώς, - εμείς δεν θα αναφερθούμε, θα πούμε μόνο λίγα λόγια απ’ αυτόν τον στίχο. Όταν ο Ενώχ λέει ήταν 65 ετών, τότε εγέννησε, η σύζυγός του βέβαια, τον Μαθουσάλα. Και εξακολουθούσε να ζει ευάρεστα στον Θεόν. Αυτό αναφέρεται στο 5ον κεφάλαιον, στίχος 21-22, από το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, απ’ τη Γένεση. Ας το ακούσουν, φωνάζει, αυτό, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, άνδρες και γυναίκες, που έχουν οικογένεια με παιδιά, ότι ο γάμος δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο για να ευαρεστήσουν το Θεό, και οι δύο σύζυγοι, και σαν σύζυγοι και σαν γονείς. Η συναναστροφή μεταξύ τους, γεννά τον αμοιβαίο σεβασμό, αλλά και την κατά Χριστόν ανατροφή των παιδιών τους. Για να τρέψεις όμως ένα παιδί θα δώσεις πρώτα το παράδειγμα. Λίγα λόγια και πολύ παράδειγμα.
Αν θέλετε κάνετε μία βόλτα, στον Άγιο Πρόδρομο τον Μακρινό, και ρωτείστε εκεί τον εφημέριο, τον έγγαμο εφημέριο, πως και τα 7 παιδιά του έγιναν ιερείς και μοναχοί. Αν τα πίεσαν, αν τα έκαμαν πλύση εγκεφάλου, αν έγινε το ένα, αν έγινε το άλλο. Απολύτως τίποτα. Έδιναν μόνο το καλό παράδειγμα και σαν γονείς. Γονατιστοί με προσευχή, και το μεσημέρι να συζητούν μπροστά στα παιδιά τους, οι δυο τους, χωρίς να υποχρεώνουν τα παιδιά να λαμβάνουν μέρος, έμπαιναν σιγά - σιγά και αυτά στο νόημα. Και άρχισαν τις ερωτήσεις, να συζητούν περιστατικά από τα γεροντικά, και να μελετούν Καινή Διαθήκη. Και αργότερα τώρα αυτός, στα γεράματά του, αφού όλα του τα παιδιά αξιώθηκαν να φορέσουν το ράσο, αγόρια και κορίτσια, έγινε και αυτός έγγαμος ιερεύς.
Έτσι λοιπόν μεγαλώνουν και πρέπει να μεγαλώνουν τα παιδιά τους οι χριστιανοί γονείς, σύμφωνα με αυτά που καθορίζει ο νόμος του Θεού μέσα από το Ευαγγέλιο. Γιατί έτσι μόνο προσφέρεται η στοργή, η αγάπη, η καλοσύνη, η υπομονή, η κατανόησις, η θυσία και τόσα άλλα, που είναι όλα πολύ ευάρεστα στο Θεό.
Ο Ενώχ είναι ένα μεγάλο παράδειγμα προς μίμηση. Διότι δεν δίστασε στα 65 του χρόνια, να κάνει παιδί, τον Μαθουσάλα. Και κάτι άλλο που είναι πολύ βασικό. Ο Ενώχ έχοντας την ίδια αμαρτωλή φύση με μας, χωρίς να του έχει δοθεί Νόμος, - δεν του εδόθη κανένας νόμος -, υπήρχε ο έμφυτος νόμος της συνειδήσεως μέσα του. Χωρίς να υπάρχει διδασκαλία της Αγίας Γραφής, ούτε Παλαιά ούτε Νέα. Χωρίς κάποιος άλλος να τον έχει οδηγήσει στην Θεϊκή αληθινή φιλοσοφία. Από μόνος του, ακούγοντας τη φωνή της συνειδήσεώς του, και με τη δική του ελεύθερη προαίρεση, έδειξε τόση ευαρέσκεια και τόση αγάπη προς τον Θεόν, μαζί με την οικογένειά του, τη σύζυγο και τα παιδιά του, ώστε ο Θεός να τον καταστήσει όχι μόνον προφήτη, - μας λέγει και η Καθολική Επιστολή του Ιούδα, ότι ο Ενώχ ήτο προφήτης,- αλλά και να μη γνωρίσει θάνατον, διότι μετέστησεν αυτόν ο Θεός. Είναι εκείνοι οι δύο, όπως αναφέρουν αργότερα οι πατέρες, και μας λένε ότι ο προφήτης Ενώχ και ο προφήτης Ηλίας, οι οποίοι μετέστησαν ως εις ουρανόν, θα επανέλθουν για να μαρτυρήσουν τότε, από τον Αντίχριστο. Πότε θα γίνει αυτό δεν το ξέρομε. Μη σας έχει πει κανένας τώρα ότι θα ’χομε τώρα Δευτέρα Παρουσία και αρχίσετε και μαζεύετε τρόφιμα…
Όχι λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ο γάμος με τη συζυγία και τα παιδιά, δεν είναι εμπόδιο για πνευματική προκοπή και σωτηρία των ψυχών. Αντιθέτως μάλιστα, βάζοντας μέσα στο γάμο το νόμο του Θεού, τώρα πλέον, την εκκλησία του Χριστού και τα μυστήριά της, τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη μέσα στο σπιτικό, η αγάπη, η αλληλο-εκτίμησις, η αλληλο-υπομονή, η αμοιβαία κατανόησις, η πίστη και η θυσία της αγάπης. Η προσευχή, τα μυστήρια, ο πνευματικός αγώνας και τόσα άλλα, θα μας οδηγήσουν με ασφάλεια στο λιμάνι της Βασιλείας του Θεού.

Και τώρα στο θράσος μου τότε, για εκείνη την εποχή.
Χριστιανοί μου, κάποτε ένας μεγάλος ζωγράφος, θέλησε να ζωγραφίσει ένα πίνακα, μια εικόνα. Η επιθυμία του ήταν να γίνει η ωραιότερη εικόνα του κόσμου. Του κάκου όμως έσπαζε το κεφάλι του να βρει το θέμα που έπρεπε να ζωγραφίσει. Ένα πρωί απεφάσισε να βγει έξω στην πόλη, και άρχισε να ρωτά διαφόρους ανθρώπους, τι είναι γι’ αυτούς το ωραιότερο πράγμα στη ζωή τους. Πάει σε ένα παπά, και του λέγει :
- Πιο είναι το ωραιότερο πράγμα στη ζωή πάτερ;
-Η πίστις; Λέει - Η πίστις. Έχεις πίστη στον αληθινό Θεό, εξασφάλισες και τη σωτηρία.
Κατόπιν χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού και βγαίνει η νοικοκυρά του σπιτιού. Και τρία τέσσερα κουτσούβελα τριγύρω να της τραβάνε το φουστάνι. Ρωτά τη γυναίκα λοιπόν,
-«τι είναι το ωραιότερο πράγμα για σένα;», λέει
-«η αγάπη»,
Την ευχαρίστησε κι έφυγε συλλογισμένος. Πίστη και αγάπη! Τι άραγε θα μπορούσα να ζωγραφίσω; Τι θέμα θα διάλεγα με αυτές τις δύο λέξεις;, έτσι αναρωτιόταν. Κόντευε να φτάσει στο σπίτι του και βλέπει στο δρόμο ένα στρατιώτη… Α, λέει ας τον ρωτήσω κι αυτόν να μου πει πιο είναι το ωραιότερο πράγμα.
- Συγγνώμη, μου λέτε σας παρακαλώ πιο είναι το ωραιότερο πράγμα στη ζωή για σας;
Κι ο στρατιώτης βέβαια που φοβόταν τους πολέμους, και τόσα άλλα δεινά που φέρνει ο πόλεμος, λέει
-«η ειρήνη».
Πίστις εις τον Θεόν τον Τριαδικόν, Πίστις στον ενανθρωπίσαντα Κύριον, Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, και ότι συνεπάγεται με την πίστιν. Αγάπη και ειρήνη. Υπάρχει ύμνος της αγάπης. Στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο της προς Κορινθίους Επιστολής, της πρώτης, το διαβάσαμε. Και ειρήνη. Και επαναλάμβανε διαρκώς μέσα του, πασχίζοντας να βρει, το θέμα για τον πίνακα που ήθελε να ζωγραφίσει. Κουρασμένος από τις σκέψεις του όπως ήταν, ήδη είχε φτάσει στο σπίτι του, χτύπησε το κουδούνι και σε λίγο του ανοίγει η γυναίκα του. Και πίσω χαρούμενα τρέξανε τα τέσσερα πέντε δέκα παιδιά, πόσα είχε. Για να τον καλημερίσουν. Πρόσεξε τότε ο ζωγράφος, ότι στα μάτια της συζύγου υπήρχε βαθύ το βλέμμα της αγάπης. Στα μάτια των παιδιών, είδε την αθώα πίστη. Την αληθινή πίστη. Την πίστη που ζητά ο Κύριος να είναι σαν των παιδιών. Αυτά τα δύο όμως έφερναν την ειρήνη μέσα στο σπιτικό του. Άρα λοιπόν ο καλύτερος πίνακας που έπρεπε, που πρέπει εγώ να ζωγραφίσω το θέμα μου, θα είναι η οικογένεια, ο πατέρας, η μητέρα, τα παιδιά.

Μ’ αυτή λοιπόν την οικογένεια θα ’θελα να ασχοληθούμε. Αλλά για να ασχοληθούμε όμως, πρέπει να βρούμε, τριάντα δύο εβδομάδες. Τόσο διήρκεσαν τα κηρύγματα αυτά για την οικογένεια, το σπίτι, την ανατροφή των παιδιών. Και μάλιστα στις ημέρες μας που τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα, -πιο δύσκολα είναι,- από ότι ήτανε το χίλια εννιακόσια πενήντα εννέα (1959), θα προσπαθήσουμε λοιπόν με τα νέα δεδομένα, και με τα νέα στοιχεία να πούμε κάτι. Τώρα πότε θα τα πούμε; Αυτό είναι άλλη ιστορία. Θα χρειαστεί να παρακαλείτε τον Θεόν, να ’χω καλή υγεία, πρώτον, και δεύτερον φωτισμό. Γιατί ένα κύτταρο του εγκεφάλου, αν με πειράξει σήμερα το βράδυ ο Θεός, αύριο το πρωί θα λέω λαλα-λαλα-λα. Όπως όλοι μας. Στον καθένα μας μπορεί να συμβεί αυτό.

Ο Θεός χριστιανοί μου στην αυγή ακόμα της ανθρώπινης ζωής, εδημιούργησε το πρώτο ζεύγος των ανθρώπων. Τον Αδάμ και την Εύα. Την πρώτη δηλαδή οικογένεια. Και θεμελίωσε στη γη τον ωραιότερο δεσμό, κατασκεύασε την πιο ευγενική αν θα ’λεγα δεξαμενή, η οποία για σκοπό της είχε να τροφοδοτεί την κοινωνία, με νέο αίμα, με καινούργιες υπάρξεις. Αλλά και με το να δώσει αγίους στην κοινωνία. Τώρα πόσους αγίους δίνετε…
Την οικογένεια ο Θεός την ευλόγησε, την παρομοίασαν με δένδρο. Πολύ ψηλό που έχει τις ρίζες του στη γη, και τα κλαδιά του, αυτού του δένδρου φθάνουν στον ουρανό. Την ονόμασαν φυτώριο, την ονόμασαν θερμοκήπιο, και πολλές άλλες ονομασίες. Την οικογένεια ο Θεός, την περιέβαλε με το κύρος του μυστηρίου. Κάναμε κάποιες ομιλίες, με θέμα την ανάλυση των στίχων του Αποστολικού Αναγνώσματος, που διαβάζουμε στο μυστήριον του γάμου. Και κει είπαμε πάρα πολλά. Και για την προετοιμασία και για τον αρραβώνα, και για το μυστήριο και για τα σύμβολα, και για το σκοπό που έχει ο γάμος και η οικογένεια, και πολλά άλλα πράγματα.
Μέσα στο γάμο δεν έχομε μια απλή ένωση δύο σωμάτων. Είναι μια ιερή υπόθεσις που φέρει τη σφραγίδα του μυστηρίου. Αλλά και το υπέρτατον κύρος του αγίου Θεού. Διότι ο Θεός μάς ενώνει, ή ο Θεός μας ένωσε. Γι αυτό και ο Κύριος περιφρούρησε τον γάμον με το αδιάλυτον στοιχείον. Με τον ισόβιον δηλαδή δεσμόν. Μόνον ο θάνατος θα πρέπει να χωρίσει το ζευγάρι, και μόνον ο θάνατος να είναι αυτός ο οποίος θα διαλύσει τον δεσμόν. Εάν υπάρξουν κάποια λάθη, με τη συγγνώμη και τη μετάνοια, τα πάντα διορθώνονται.
Τόσο λοιπόν υψηλόν τον θέλησε ο Θεός τον γάμον. Και ποιος μπορεί να αρνηθεί, ότι αποτελεί το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός, για τον άνθρωπο, η δημιουργία της οικογένειας. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό; Δυστυχώς στις ημέρες μας αρνούνται τον γάμον. Και τον αρνούνται ως μυστήριον, που σφραγίζεται από την εκκλησία, ευλογείται από τον Πανάγιον Θεόν, το ίδιο το Πνεύμα το Άγιον, κατέρχεται, πως; Αυτό ορισμένοι μονάχα το έχουν δει και το έχουν ψηλαφίσει, όταν λέγει ο ιερεύς «στέφεται ο δούλος του Θεού την δούλη του Θεού εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Με το γάμο συγκροτούνται εντελώς καινούργιοι κόσμοι, πατέρας μητέρα, παιδιά αδέλφια, παραχωρούν κατόπιν τα δικαιώματα στη νέα οικογένεια, που πρέπει να την αγαπήσουν και ο νέος και η νέα, πριν ακόμα την δημιουργήσουν. Πρέπει να υπάρχουν οι προϋποθέσεις και για να την αγαπήσουν πρέπει να την δούν, στην ζωή των γονέων τους. Αν δεν την δουν, δεν θα κάμουν γάμον κατά Θεόν, και ευτυχισμένον, στερεόν και δυνατόν, τα παιδιά, τα παιδιά μας.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο γάμος είναι μια συναισθηματική επανάσταση; Δεν είναι έτσι! Είναι ένα μυστήριο. Φυτεύεται στη γη, και μεταφυτεύεται στη Βασιλεία των Ουρανών. Πλέον ως άγγελοι! Έτσι τα ιερά δεσμά του γάμου, αγιάζονται, εξαϋλώνονται, οπότε ούτε ο θάνατος, απειλεί την χαρά της οικογένειας, ούτε άλλοι κίνδυνοι μπορούν να κλονίσουν την ευτυχία σας.
Αυτά τα λέμε, αλλά η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική, όπως ακριβώς την βιώνουμε σήμερα. Διότι δυστυχώς, κυριαρχούν τα πάθη μας, και πολύ γρήγορα ό,τι ιερό και καλό υπάρχει μέσα στο γάμο και στην οικογένεια, να διαταράσσεται η ισορροπία της, από όσα γίνονται μέσα σ’ αυτήν. Από όσα λαμβάνουν χώραν. Τώρα υπάρχει επιπολαιότητα; υπάρχει αδιαφορία; υπάρχει άγνοια; όλα μαζί, αλλά υπάρχει ψυχική διαστροφή! Αυτό είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό, που κλονίζει τα θεμέλια του γάμου, και σήμερα δεν έχουμε στερεές οικογένειες. Κι έτσι λοιπόν αυτές οι ψυχικές διαστροφές, και η καλλιέργεια των παθών, που φέρνει τεράστια ασυνεννοησία μεταξύ των συζύγων και κατόπιν των γονέων με τα παιδιά, δημιουργούνται χάσματα όπως θα λέμε γενεών, ενώ δεν πρέπει να υπάρχουν, ό,τι έχουν θα λυθούν μέσα στο σπίτι.
Δυστυχώς, παρατηρημένο και από την προσωπικά θα πω, μας λείπει και ο διάλογος. Δεν κάνομε διάλογο μεταξύ μας. Και δεν κάνομε διάλογο με τα παιδιά μας. Δεν αντέχομε την συζήτηση με τα παιδιά μας. Και είμαστε και ακατάρτιστοι, δεν κάνομε και προσευχή, προπαντός αυτό, δεν συμμετέχομε στην εκκλησιαστική μυστηριακή ζωή της εκκλησίας, επομένως δεν έχομε και αντοχές. Και δεν μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μας, αυτό που αυτά έχουν ανάγκη.
Λοιπόν, ε, άμα ρίξουμε μια ματιά, το τι γίνεται γύρω μας, σήμερα δυστυχώς, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μας πληροφορούν για πολλά κακά που συμβαίνουν στον κόσμο, δηλαδή, μας δίνουν τις εικόνες της διαστροφής, με όλες τις βρωμιές, και τις βδελυγμίες που υπάρχουν, και που δημιουργούνται από τους ανθρώπους της αμαρτίας. Κι έτσι τα πληροφορούμεθα. Όχι ότι ο κάθε αιώνας, που πέρασε δεν είχε τα δικά του, μην ξεχνάτε ότι είχαμε Σόδομα και Γόμορρα κάποτε. Μην ξεχνάμε ότι μέσα σε μια ολόκληρη πόλη, οι άνθρωποι εκείνοι που ήσαν σωστοί, ήτανε τρείς τέσσερεις. Ο Λώτ, η γυναίκα του και οι δυο κόρες. Και η γυναίκα στράφηκε πίσω στην αμαρτία και έγινε στήλη άλατος. Και σώθηκαν τρείς. Μην ξεχνάτε ότι πόσοι ήσαν στην οικογένεια του Νώε. Καταστράφηκε όλος ο κόσμος. Και σώθηκε μόνο μία οικογένεια. Σήμερα αν θελήσει ο Θεός, να καταστρέψει τον κόσμον, πόσες οικογένειες θα σωθούν; Ας έχουν μαζέψει στις αποθήκες τους όσα τρόφιμα θέλουν. Πόσοι θα σωθούν;
Έτσι λοιπόν βλέπουμε κάθε σπίτι και γκρίνια. Γρίνια, γρίνια, γρίνια… Έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, -τον αναφέρομε και αυτόν, να μην πούμε, μόνο οι πατέρες, γιατί οι πατέρες βέβαια θα πουν το σωστό - και μας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τι μας λέει ο Άγιος Νεκτάριος, τι μας είπαν οι Άγιοι δια μέσου των αιώνων, αλλά να πούμε και τι μας λέει και κάποιος συγγραφεύς, που ήτο χριστιανός. Είπε ότι αυτό που καταστρέφει τα σπίτια, τις οικογένειες και τα ζευγάρια, είναι η γκρίνια. Εκεί οφείλεται η δυστυχία όλων των οικογενειών. Και ιδιαιτέρως, με συγχωρείτε, το μεγαλύτερο βάρος της γκρίνιας πέφτει στη γυναίκα. Όχι ότι και μείς είμαστε, πέφτομε… πάμε πίσω…
Κάθε οικογένεια και διαφωνία. Κάθε δεσμός και ασυμφωνία και παραφωνία. Σήμερα δεν υπάρχουν και δεσμοί. Όχι μόνον πολιτικούς γάμους, τώρα θα ’χομε και συμβόλαια. Τα πάντα έχουν καταστραφεί, και ο Θεός έφυγε από τα σπίτια μας, έφυγε από τις οικογένειές μας, έφυγε από τη συζυγία μας. Άμα ακούσετε γνώμες, ιατρών, κοινωνιολόγων και ψυχολόγων, θα φρίξουμε … Ιστοσελίδες, Internet, πώς το λένε… Τηλεόρασις, θέατρο, κινηματογράφο, τα διάφορα club, τα χιλιάδες πάσης μορφής, νυχτερινά κέντρα. Εφημερίδες και τα περιοδικά, όλο βρωμιά !!! Τίποτα που να στέκεται όρθιο. Ό, τι κρατάει, κρατάει η εκκλησία. Ό, τι καλό προσφέρει, μας το προσφέρει εκεί. Η διδασκαλία του Χριστού, η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη, που δεν την διαβάζουμε, και προπαντός δεν την εφαρμόζουμε. Λοιπόν και έτσι, έχουμε μια εικόνα, η οποία είναι πολύ θλιβερή, που διαλύει τα σπίτια μας, που σκοτώνει τα παιδιά μας, μα και η κοινωνία των σχολείων δεν είναι καλύτερη.
Ρωτείστε ένα παιδάκι μικρό, που πάει πρώτη Δημοτικού, και το οποίο το παίρνετε εσείς, και το πηγαίνετε στην εκκλησία και το κοινωνάτε. Κι όταν γίνει και εφτά, οκτώ χρονών, ίσως και πιο νωρίς μερικές φορές, του λέτε να πάει και στον παππούλη να πει δυο λεξούλες, ότι μαλώνει με το αδελφάκι του και την αδελφούλα της, ότι δεν ακούει τον μπαμπά και τη μαμά, και τα λοιπά. Πόσα από τα παιδιά της τάξεως, πηγαίνουν στην εκκλησία; Κανένα. Κανένα! Πως θα μεγαλώσει αυτό το παιδί; Και πως θα σταθεί στα πόδια του; Αν και μείς είμαστε διαλελυμένοι μεσ’ στο σπίτι; Δεν είμαστε και πάρα πολύ ευχαριστημένοι, ούτε από τον εαυτόν μας, ούτε από τα μέλη της εκκλησίας, από τον τρόπον με τον οποίον ζουν σήμερα μέσα στο σπίτι τους.
Γι αυτό, υπάρχουν τόσες διαστροφές, και στα παιδιά μας και στα αγόρια μας και στα κορίτσια μας, διαστροφές που καταστρέφουν μια για πάντα την ευτυχία τους, και τον προορισμό τους στην ζωή και αυτή τους την ίδια τη ζωή. Διότι θα καταλήξουν εκεί που καταλήγουν, να μην τα λέω, τα ξέρετε, και από κει καμιά φορά και σ’ αυτή τη φυλακή. Σάπισαν οι οικογένειές μας. Απ’ τον μολυσμένο αέρα που εκπνέουν τα κακά παραδείγματα, της αρρωστημένης σήμερα, ελληνικής κοινωνίας. Σε όλους τους βαθμούς η Ελληνική μας κοινωνία βρωμάει. Από την πιο φτωχιά και εγκαταλελειμμένη οικογένεια, από τον τελευταίο βοσκό που είναι πάνω στα βουνά, και τον γεωργό και τον εργάτη, μέχρι αυτούς που μας κυβερνούν. Όλα βρωμάνε. Τίποτα δε στέκεται όρθιο. Και μη ξεχνάμε όμως ότι όλη αυτή η βρώμα προήλθε μέσα απ’ τα σπίτια. Μέσα απ’ την οικογένεια. Αυτοί οι άνθρωποι έχουνε σπίτια, έχουν οικογένεια, έχουνε, έχουν σύζυγο, έχουν παιδιά…
Όταν ο άνθρωπος χριστιανοί μου έχει μολυσμένο αίμα έχει εξανθήματα. Στο πρόσωπο και στο δέρμα. Παρατηρούνται όμως φρικτά εξανθήματα, και στο πρόσωπο της σύγχρονης κοινωνίας, της πατρίδος μας. Διότι το αίμα της είναι μολυσμένο, είναι χαλασμένο. Δεν τρέφεται σωστά.
Έχουμε και μείς την ευθύνη μας, ως ποιμένες και ταγοί της Εκκλησίας. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχομε. Όμως έχουν ευθύνη και τα ποιμενόμενα πρόβατα, διότι δεν είναι άλογη η Αγία γη, αλλά είναι λογική ποίμνη και έχει μυαλό. Και μπορεί να κρίνει πιο είναι το κακό και πιο είναι το καλό, πιο είναι το σωστό και πιο είναι το λανθασμένο. Ποιος είναι ο αληθινός άνθρωπος και ποιος είναι ο ψεύτικος, για να ακολουθήσομε το σωστό.

Το να θεραπεύσομε μια πληγή είναι καλό, δε θα ’ταν όμως, καλύτερα να θεραπεύσομε την αιτία που δημιούργησε την πληγή; Πολλοί διαμαρτύρονται ήμερα, το βλέπομε στις εφημερίδες, το ακούμε και στις συζητήσεις τις διάφορες που γίνονται, στις οθόνες των τηλεοράσεων, ότι όλη αυτή η κατάντια οφείλεται στο κράτος, στην ανεργία, στις διάφορες κυβερνήσεις που μας κυβερνούν, άλλοι λένε στους δασκάλους και στους καθηγητάς, στα σχολεία, άλλοι λένε στα πανεπιστήμια, άλλοι λένε στην αδιαφορία της Εκκλησίας, άλλοι στα έντυπα, άλλοι στα θεάματα και τα λοιπά. Δεν λέω ότι αυτά δεν είναι σωστά. Είναι όλα σωστά. Αλλά αυτοί όμως που διευθύνουν και υπαλληλεύουν, που διδάσκουν και διδάσκονται, που διευθύνουν και διευθύνονται, δεν βγήκαν από σπίτια; Δεν βγήκαν από οικογένειες; Άραγε πως μεγαλώσαν; Τι τους φύτεψαν οι γονείς τους όταν ήταν μικρά παιδιά; Πότε τους είδαν άραγε γονατιστούς, μπροστά στα εικονίσματα, όχι και τους δυο μαζί κατ’ ανάγκην, πότε τον έναν και πότε τον άλλον;

Η Εκκλησία με την πείρα της ιστορίας των δύο χιλιάδων ετών, θα μας ανοίξει τον δρόμον που θα πρέπει η Ελληνική οικογένεια να ακολουθήσει, μέσα από την διδασκαλία του Ευαγγελίου, και μέσα από την πείρα των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Η Εκκλησία είναι η μόνη. Ουδέν άλυτο πρόβλημα, για την Εκκλησία και το Ευαγγέλιό της. Μπορεί να μας δώσει τόση πείρα όση δεν μπορούν να μας την δώσουν, ούτε οι πιο ηλικιωμένοι, ούτε οι πιο παλιοί, ούτε οι πιο νέοι, ούτε οι πιο σοφοί.
Αν θα θέλαμε αδελφοί μου, να συνοψίσομε σε τρείς λεξούλες, το τι είναι εκείνο που εξασφαλίζει μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, θα προτιμούσα πρώτα τη λέξη πίστη. Αλλά την έμπρακτη πίστη. Την πίστη με τα έργα της. Την αγάπη, την αγάπη με τα έργα της, την ενεργουμένη αγάπη. Την προσφορά, την αφοσίωση. Και προπαντός την ομόνοια μέσα στο σπίτι.

Βέβαια αν θα εκλέγαμε οικογένειες, θα μπορούσαμε να αναφέρομε αν θέλετε τρείς πόλεις. Για να διαλέγαμε και τις τρείς οικογένειες, πάνω στις οποίες θα στηριχθεί και το κήρυγμα. Και οι τρείς πόλεις αυτές είναι η Κανά, η Ναζαρέτ και η Βηθανία.
Σε μια κωμόπολη, νυμφεύεται ένα νεαρό ζευγάρι, στην κωμόπολη της Κανά. Άγνωστο ζευγάρι. Αυτό όμως το ζευγάρι, καλεί τον Κύριο στο γάμο τους. Και ο Δάσκαλος πηγαίνει πρόθυμα, και παραλαμβάνει μάλιστα μαζί Του και την Παναγία Μητέρα Του, και τους Αποστόλους Του. Και επειδή βέβαια, πήγανε δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερις, πόσοι πιθανόν και κάποιοι άλλοι, και για να μη βάλλει σε αμηχανία εκεί το ζευγάρι, γιατί θα ήσαν πολλοί που ενώ κάλεσαν μόνο τον Κύριο, ήρθαν αρκετοί, ήσαν προσκεκλημένοι, κάνει και το πρώτο θαύμα. Αυτή η ιστορία διαβάζεται κάθε φορά που τελείται το μυστήριον του γάμου. Εάν θα καθίσομε να ασχοληθούμε με αυτή την εικόνα, θα βρούμε πάρα πολλά πράγματα ουράνια και διδακτικά. Δεν είναι κάτι το ασήμαντο, το ότι παρευρέθη ο Κύριος στο γάμο αυτού του ζευγαριού. Έτσι με την παρουσία Του, αγίασε το γάμο. Αγίασε αυτή την ένωση. Έδωσε μια καινούργια αρχή, και έκανε την ένωση αυτή μυστήριο, αγιασμένο με την παρουσία Του. Και όταν λέμε «στέφεται ο δούλος του Θεού την δούλη», ή «στέφεται η δούλη του Θεού τον δούλον», εκείνη την ώρα είναι παρών ο Κύριος. Είναι Αυτός που ενώνει τα χέρια του νέου ζεύγους. Είναι αυτός που εύχεται να έρθουν παιδιά στον κόσμο, και να ανατραφούν σύμφωνα με τη δική Του προσωπική διδασκαλία, αλλά και το προσωπικό Του παράδειγμα, που έφτασε η αγάπη Του, προς τον άνθρωπο, μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού.
Όταν λοιπόν βλέπομε στους γάμους, καλούμε και ποιους δεν καλούμε, και συγγενείς θα καλέσουμε, και φίλους θα καλέσουμε, και συναδέλφους και γνωστούς, θα καλέσουμε ακόμα και τη ράφτρα που μας έραψε το φόρεμα, θα καλέσουμε όλο τον κόσμο. Και, Έναν μόνον δεν καλούμε. Τους φωτογράφους! Βέβαια, απαραίτητοι είναι αυτοί, αυτοί που παίρνουν τώρα, και το κάνουν και φιλμ, και έτσι έχουμε και μια ωραία ανάμνηση να το δούμε ύστερα από είκοσι, τριάντα χρόνια, πόσοι ποιοι ήμασταν στην τελετή του γάμου και τα λοιπά, να έχουμε μια γλυκιά ανάμνηση και ούτω κάθε εξής… Ο Χριστός που είναι όμως; Τον Χριστό Τον καλέσαμε; Τον φωνάξαμε; Γονατίσαμε την παραμονή του γάμου μας, κάναμε νηστεία, κάναμε προσευχή; Το νέο ζευγάρι μιλάω… Ο ένας στο δικό του σπίτι και η άλλη στο δικό της σπίτι. Κάναμε αυτήν την προετοιμασία για να πούμε «Κύριε, πρώτε Εσύ θα ’ρθεις στο γάμο μας!» Και ύστερα όλοι οι άλλοι! «Αν δεν προηγηθείς Εσύ, να μην γίνει στέψις!» Όταν δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα σωστά, που υπάρχουν πριν από το γάμο, πως θα αντιμετωπιστούν ύστερα, μετά απ’ το γάμο; Αυτή είναι η αλήθεια. Οι περισσότεροι από μας δε δίδουμε καθόλου, καμία ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός αυτό, ότι προετοιμαζόμενοι για το μυστήριον του γάμου, εμείς σαν γονείς να σκεφτούμε ότι θα πάμε στην εκκλησία, να μας ευλογήσει ο Θεός τον γάμον, αλλά Τον καλέσαμε;
Οι περισσότεροι σήμερα έχουν μια μνηστεία που κρατάει και δέκα χρόνια. Μνηστεία να την κάνει ο Θεός. Με φοβερά εγκλήματα μεταξύ τους. Και οι εκτρώσεις παίρνουν και δίνουν. Πως θα έχουμε κατόπιν εξασφαλισμένη οικογενειακή ευτυχία; Δεν διαφωτίζονται σωστά, δεν τα διαφωτίζομε σωστά τα παιδιά μας. Από μικράς ηλικίας, διότι όταν θα μεγαλώσουν και θα γίνουν και αυτοί γονείς, μπαμπάς και μαμά, και ότι μέχρι που να φτάσουν σε κείνη την ηλικία πρέπει να κάνουν μια προετοιμασία που θα αρχίσει από τώρα. Την καλλιέργεια δηλαδή των αρετών στις ψυχές τους. Σκεφτείτε τι θράσος είχα και τι έλεγα τότε εκείνον τον καιρόν, ε. Αλλά αυτές είναι όμως οι αλήθειες. Γι’ αυτό λοιπόν ήταν παρατηρημένο τότε, όπως τα μελετούσα εκείνη την εποχή και βλέπω ότι δεν άλλαξαν και σήμερα, με πόση ευκολία και με πόσες αβαρίες προσβάλλεται ο ιερός δεσμός του γάμου, πριν από την τέλεσιν του μυστηρίου. Και το λευκό πέπλο της αρετής, τις περισσότερες φορές είναι κουρελιασμένο, ματωμένο, σκισμένο. Έτσι δεν κηλιδώνεται μόνον η μνηστεία, αλλά βεβηλώνεται και ο γάμος. Και προπαντός και ιδιαιτέρως προσβάλλεται ο Θεός.
Υπάρχει μια παροιμία, δεν ξέρω πώς να σας την πω, την οποίαν μου την έλεγε η μητέρα μου. Εμείς, λέει στη Ρουμανία έχουμε μια παροιμία, την εξής: Ταξιδεύεις, θέλεις να ταξιδέψεις; Να κάνεις μια προσευχή. Αν ταξιδέψεις με την ξηρά. Αν θέλεις να ταξιδέψεις από τη θάλασσα, θα πρέπει να προσευχηθείς δυο φορές. Αν θέλεις να ανοίξεις μια δουλειά καινούργια, για να κάνεις αύριο μεθαύριο το δικό σου νοικοκυριό, θα πρέπει να προσευχηθείς τρείς φορές, τέσσερις και πέντε. Αν όμως πρόκειται να παντρευτείς, δεν θα προσευχηθείς εκατό φορές, αλλά θα προσεύχεσαι για όλη σου τη ζωή. Δεν είναι ωραία παροιμία;
Μάλιστα, η οικογενειακή ζωή απαιτεί μια μεγάλη θυσία, κι ο τόπος της θυσίας είναι το Άγιον Βήμα. Μόνον ο Χριστός που θυσιάζεται επί της Αγίας πνευματικής Τραπέζης, μπορεί να μας διδάξει τη θυσία, που απαιτεί το σπίτι και η οικογένεια. Στα χαρτιά που κρατούσα τις σημειώσεις όπως είναι αυτές, κάθε τόσο, στα χαρτάκια έγραφα τη λέξη «Ωρολόι». Κοίταζε το ρολόι σου ! Μην τους κουράσεις από κάτω, γιατί τα λόγια είναι εύκολα, αλλά τα έργα είναι δύσκολα.
Μόνον λοιπόν ο Χριστός που θυσιάζεται, εδώ στην Αγία Τράπεζα, μπορεί να μας διδάξει τη θυσία που απαιτεί το σπίτι, που απαιτεί η οικογένεια. Που απαιτεί ο Κύριος από σας, και από σας. Δεν μπορεί να ’χετε μόνον, να λέτε παράπονα, « μα ο άντρας μου ξέρεις εκείνο, εκείνο, εκείνο και λοιπά» έρχεστε και τα λέτε. Και στην εξομολόγηση, αυτό είναι το κακό. Παράπονα! Δεν ακούω τίποτε άλλο από παράπονα! Παράπονα οι άντρες απ’ τις γυναίκες, παράπονα οι γυναίκες από τους άντρες, παράπονα οι δυο τους απ’ τα παιδιά, παράπονα των παιδιών απ’ τους γονείς, όλο παράπονα. Πού είναι η θυσία; Πού είναι το καθήκον; Πού είναι η προσφορά; Πού είναι η νηστεία η πνευματική, η νηστεία των αισθήσεων, η νηστεία των λογισμών; Πού είναι η προσευχή; Πού είναι η μελέτη; Πού είναι το κομποσχοινάκι; Πού είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»; Πούντα αυτά; Μόνο παράπονα ξέρομε να κάνομε! Πάτερ μου ξέρεις τι, συμβαίνουν πολλά στο σπίτι μας! Πολλά συμβαίνουν στο σπίτι μας. Πολλά! Πολλά συμβαίνουν!
Αλλά για όλα φταίνε οι αμαρτίες μου! Κι ύστερα πες οι αμαρτίες μας. Πρώτα θα πεις το προσωπικό, και ύστερα το κάνεις πληθυντικό. Η συμβουλή του πνευματικού πια θα είναι, πρώτα αφού ομολογήσεις, και ομολογήσω, το βάρος και τα λάθη που έκαμα, να πάρω την άφεση και να πάρω τη συμβουλή για την αντιμετώπιση του πράγματος που μόνον μία. Κάνε προσευχή! Κάποτε έλεγα κάντε υπομονή, τώρα δεν το λέω… ε! Κάντε και λίγη υπομονή λέω γιατί ξέρω ότι η υπομονή έχει τα όριά της, κάποτε πίστευα ότι η υπομονή δεν έχει όρια, αλλά τώρα το πιστεύω. Η πείρα της ζωής βλέπετε! Αλλά ποιος αυξάνει όμως τα όρια της υπομονής; Ο Θεός! Αλλιώς δεν θα είχαμε μάρτυρες! Δεν θα είχαμε αγίους. Λοιπόν ο Θεός θα αυξήσει τα όρια της υπομονής, και όλα όσα χρειάζονται για να αντιμετωπίσουμε, τις ιδιοτροπίες που έχει ο σύντροφος της ζωής μας, είτε αυτός είναι άντρας, είτα αυτή είναι γυναίκα. Αν προσέξομε όμως τις δικές μας ιδιοτροπίες, και τα δικά μας λάθη να μην τα μεταφέρομε στα παιδιά μας, διότι λέμε «τάλε κουάλε, ίδιος φτυστός ο μπαμπάς του!» Έτσι; «Ίδια φτυστή η μητέρα της, η μητέρα, ας πούμε η μάνα!» Να ’ναι στο πρόσωπο, καλά είναι … Αλλά άμα είναι και στα κουσούρια; Άμα είναι στον κακό χαρακτήρα; Στις αρετές; ευλογημένο να ’ναι! Γιατί κληρονομούμε τις αρετές, αλλά κληρονομούμε όμως και τον κακό χαρακτήρα! Και ότι άλλο στραβό και ανάποδο υπάρχει μέσα στους γονείς μας, στους γονείς των γονέων μας, στους γονείς των γονέων των γονέων, και αυτή η κληρονομικότητα μεταβιβάζεται μέσα μας, έχομε και το διάβολο από πάνω! έχομε και διεστραμμένη φύση μας που ρέπει προς τα πονηρά από τότε που γεννιόμαστε, έχομε και την κακία του κόσμου, με όλη τη διαφθορά η οποία υπάρχει γύρω μας.
Ξέρω ότι βγαίνοντας τα παιδιά μας απ’ το σπίτι, μπαίνουν στο στόμα του λύκου. Αλλά να κάνετε πολύ προσευχή, και να παρακαλάτε τον Θεόν να γλυτώνει τα παιδιά μας, απ’ αυτά τα στόματα των λύκων. Να τα φυλάγει! Ο καλός Θεός! «Εάν μη Κύριος φυλάξοι οίκον, εις μάτην οι φυλάσσοντες». Και «εάν ο Κύριος δεν φυλάξει την πόλην, εις μάτην οι φυλάσσοντες». Και «εάν δεν οικοδομήσει ο Θεός την οικογένεια, εις μάτην οι οικοδομούντες»! Γιατί δεν οικοδομούμε οικογένεια με στραβά! Και με εγωισμό, προπαντός εγωισμό! Και εδώ έχομε εμείς οι άντρες μέσα στο σπίτι αλλά και σεις οι γυναίκες παρακάτω δεν πέφτετε. Εγωισμός, εγωισμός, εγωισμός! Πέστε στον παπά «είμαι εγωίστρια, όλα μου φταίνε και όλα τα παίρνω στραβά», οργιάζει η φαντασία εδώ μέσα… κι ακούς τερατώδη πράγματα να λένε οι γυναίκες για τους άντρες τους οι άντρες για τις γυναίκες! Τα οποία δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα! Τόσο πολύ τα διαστρέφουν, και ο διάβολος που θέλει το κακό μας, θέλει τη δυστυχία μας, θέλει να μας κάνει παιδιά του, παιδιά στην κόλαση, όχι παιδιά της Βασιλείας του Θεού! Γονατίστε να κάνετε λίγη προσευχή! Ας γονατίσω πρώτα εγώ!

Αυτά ήθελα να σας πω, βέβαια χρειάζεται άλλη μία ώρα, για να πω και τα υπόλοιπα που είπα στο πρώτο κήρυγμα, στη Νέα Μηχανιώνα, το Σεπτέμβριο μετά του Σταυρού, ήταν η πρώτη Κυριακή βράδυ, μετά τις 14 Σεπτεμβρίου εννοώ, του 1959. Συμπληρώνονται πενήντα χρόνια. Δεν άλλαξαν πολλά πράγματα στην ζωή. Απλώς, πλήθυνε η αμαρτία, αλλά πληθαίνοντας η αμαρτία, υπερπερισσεύει και η Χάρις του Αγίου Θεού, και σε όλα μπορεί να μας βοηθήσει ο Θεός. Αν λοιπόν βλέπομε ότι η μια οικογένεια, η Α, η Β, η Γ, η Δ, η Ε, τα παιδιά της πάνε καλύτερα, πρέπει να ρωτήσομε «γιατί;» Το γιατί να το ρωτήσομε στον εαυτόν μας, όχι να πάμε να ρωτήσομε τον ίδιον, να ρωτήσομε «γιατί; Τι φταίω εγώ και πάει το πράγμα στραβά; Εγώ τι φταίω;» Και τότε θα δω τις ελλείψεις μου, και τότε θα δω τα λάθη μου, και τότε θα δω την κακία μου, θα δω και την ζήλεια μου! Αμάν αυτή η ζήλεια! Σαν σαράκι κατατρώει τις ψυχές μέσα στην οικογένεια η ζήλεια! Φοβερό πράγμα η ζήλεια! Τι άλλο να σας πω, μια ώρα σας ομιλώ…
«Εγώ», λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στα κηρύγματα τα μεγάλα που έκανε που κρατούσαν περισσότερο από μια ώρα, κι οι άνθρωποι ήσαν όρθιοι, δεν ήσαν καθιστοί! Όρθιοι ήσαν, όρθιοι λοιπόν, προσέξτε δεν ήταν καθιστοί, έλεγε «Εγώ, σ’ αυτές τις δυο ώρες όπως ήρθατε κουρασμένοι απ’ τις δουλειές σας, από τις διάφορες εργασίες σας κι απ’ τα χωράφια και τα λοιπά, και ήρθατε εδώ, στο ναό τις πόλεως να με ακούσετε, θα σας πω χίλια, θα καταλάβετε τα εκατό, θα πιάσετε και θα συλλάβετε μόνο τα εκατό, θα εφαρμόσετε τα δέκα, και θα καρποφορήσει το ένα. Μη νομίσετε ότι θα καρποφορήσουν όλα όσα είπαμε, ένα να καρποφορήσει, αλλά ένα, στον καθένα διαφορετικό». Αλλά κάθε φορά όμως, σε κάθε κήρυγμα που πήγαιναν, οι χριστιανοί στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, καρποφορούσε κάθε εβδομάδα και ένα, ου… θα γινόμασταν, υπεράγιοι στο τέλος της ζωής μας.
Λοιπόν και έκανε και μία τραγική διαπίστωση, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και είπε το εξής: «Σ’ αυτήν τη πόλη τη μεγάλη που ζούμε, την πρωτεύουσα, πόσες χιλιάδες κάτοικοι είναι; Να πούμε λέει εκατό χιλιάδες, και πόσοι νομίζετε ότι εάν σήμερα γίνει σεισμός,» -έτσι με λόγια σας τα λέω, δικά του είναι,- «γίνει σεισμός και πεθάνουμε όλοι, πόσοι θα σωθούν; Δεν νομίζω ότι εκατό!» λέει… Δεν πίστευε ότι θα σωθούν εκατό! Στις εκατό χιλιάδες, δηλαδή ένας στους χίλιους! Ένας στους χίλιους κινδυνεύουμε να μη σωθούμε! Που σημαίνει δηλαδή, αν γίνει σεισμός αυτή τη στιγμή, και δω μας πλακώσει όλους ο Ναός της Αγίας Βαρβάρας, και σκοτωθούμε όλοι μας, πρώτος εγώ, πόσοι από μας θα μπορέσουμε να δώσουμε καλή την απολογία, μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού μας, του Κυρίου μας; Εύχομαι, εάν γίνει αυτό, να σωθούμε όλοι μας! Το εύχομαι! Και η προαίρεσις μετρά! Και το ότι ήρθατε στο κήρυγμα μετρά, και αυτό μετρά!
Λοιπόν, θα τα ξαναπούμε σε δεκαπέντε μέρες. Την Τετάρτη της Τυρινής το βράδυ. Σηκωθείτε παρακαλώ.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Ο Βίος τού αγίου Τρύφωνος καί η μίμησις τών αρετών του



212-β
Κυρ.ΙΣΤ' Ματθαίου 2009

Σήμερα χριστιανοί μου, η Εκκλησία μας γιορτάζει τον Αγιομάρτυρα Τρύφωνα.
Επίσης τιμούμε την Αγία Περπέτουα και όσους μαρτύρησαν μαζί της, τον όσιο Βασίλειο ομολογητή και Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τον Άγιο Νεομάρτυρα Αναστάσιο, που μαρτύρησε στο Ναύπλιο και είναι πολιούχος αυτής της πόλεως, και σήμερα έχουν την τιμητική τους, όπως και πολλούς άλλους αγίους.

Ο Άγιος Τρύφων έζησε στα χρόνια εκείνα που η Εκκλησία μας, έχυνε το αίμα της ποτάμι, από τους διωγμούς των τυράννων, βασιλέων και αυτοκρατόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς στη Λάμψακο της Φρυγίας. Από γονείς ευσεβείς . Έτσι έλαβε άριστη χριστιανική αγωγή από μικρό παιδί. Έτσι στερεώθηκε και στην πίστη. Η οικογένειά του ήταν πολύ πτωχή, γι’ αυτό, και αναγκάστηκε από μικρός να δουλεύει βόσκοντας χήνες, στις λίμνες της περιοχής. Έτσι είχε τη δυνατότητα να μελετά, τα παλαιά χειρόγραφα της Αγίας Γραφής, και να προσεύχεται πολύ, είτε μέσα από το ψαλτήρι, είτε επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την ημέρα, εκατοντάδες φορές και χιλιάδες φορές το «Πάτερ ημών». Συγχρόνως συμμετείχε στις μυστικές συνάξεις για Θεία Λειτουργία, για Θεία Κοινωνία και ακροάσεως του Θείου Λόγου. Όλα αυτά με την αγνή και καθαρή ζωή που είχε, γρήγορα καλλιέργησε ένα πλήθος αρετών, με βάση όχι μόνον την ζωντανή πίστη, -πού ’ναι τόσο απαραίτητη και στις ημέρες μας,- αλλά και την ενεργουμένη αγάπη, και το ταπεινό φρόνημα, -δηλαδή την ταπείνωση,- και την μετάνοια, και ιδιαιτέρως την προσευχή. Έτσι γνώρισε βιωματικά την δύναμη της προσευχής, και την παρρησία της στον θρόνο του Θεού. Και αυτό είναι φυσικό για εκείνον που συνεχώς προσεύχεται.
Προσευχή που συνοδεύεται από φλογερή πίστη κάνει θαύματα. Μας το λέγει και ο ίδιος ο Θεός. Πιστεύοντες λαμβάνετε. Και αν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, και θα πείτε σ’ αυτό το όρος, σ’ αυτό το βουνό, να φύγει από δω, θα φύγει και θα πάει εκεί. Αυτό σημαίνει δηλαδή ότι μεταπλάθομεν, μεταποιούμεν και μεταμορφώνουμε τους όγκους των παθών σε αρετές. Όπως με την προσευχή, εξαφανίζεται ένας όγκος του καρκίνου, -από το στόμα ενός Αγίου, ή ενός αδόλου παιδιού. Γι’ αυτό και πρέπει να βάζετε τα πολύ μικρά παιδιά να προσεύχονται, έτσι για περιστατικά της ζωής που είναι στην προσωπική σας ζωή οξύτατα, τα μωρά παιδιά θα βάζετε να προσεύχονται, δύο ετών, τριών ετών, γιατί αυτονών η προσευχή, φτάνει μέχρι το θρόνον του Θεού. Και ο Θεός τα παιδιά τα ακούει. Άμα δεν πιστεύεις, τότε τι να πώ. Η προσευχή μας, είναι αναιμική, αδύνατη, ασθενική, αρρωστημένη.
Κι όσο περισσότερο προσηύχετο ο Άγιος Τρύφων, τόσο και πλήθαιναν τα θαύματα γύρω του. Έτσι, η προσευχή του ξεχείλιζε όχι μόνον από ευγνωμοσύνη και πίστη, φλογερή και δυνατή, αλλά και η αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, προς όλους εκείνους που δόξαζαν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν και Σωτήρα, χύνοντας το αίμα τους με πληθώρα φρικτών βασανιστηρίων.
Έτσι και η δική μας προσευχή, για να κάμει το θαύμα της εν Χριστώ Ιησού, πρέπει να γίνεται με πίστη ζωντανή. Να λέμε το «Πάτερ ημών», να λέμε το «Βασιλεύ Ουράνιε», να πούμε το «Θεοτόκε Παρθένε», αλλά με πίστη, ότι ο Θεός είναι μπροστά μας. Είναι Παντοδύναμος, ότι ο Λόγος του μπορεί να γίνει πράξις, μέσα από το δικό μας στόμα, μέσα απ’ τη δική μας επιθυμία και πίστη. Πρέπει νάναι ακόμα η προσευχή μας, νάχει αγάπη δυνατή, και ταπείνωση, δηλαδή ταπεινό φρόνημα. Διότι ας μη ξεχνάμε ότι ο Θεός, «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι την χάριν». Αν θέλομε και μείς όλοι να προσευχόμεθα στο όνομα του Ιησού Χριστού, αυτό σας συνέστησα, αυτό σας διδάσκω τριάντα χρόνια εδώ. Το όνομα του Ιησού Χριστού. Και θέλετε να γίνει αυτού του είδους η προσευχή αποτελεσματική; οφείλουμε να έχουμε καρδίαν καθαράν. Διότι «καρδίαν καθαράν, καρδίαν συντετριμμένη και τεταπεινωμένη, ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Συντεριμμένον λοιπόν πνεύμα, πίστη αγάπη και μετάνοια.
Ας έρθομε όμως στον Άγιο Τρύφωνα, που όσο μεγάλωνε σε ηλικία, τόσο και πιο πολύ διαπίστωνε τα θαύματα που έκανε ο Θεός, μέσα από την αγνή προσευχή του. Ένα από τα πιο μεγάλα θαύματα, ήταν ο Θεός, τον κατέστησε πολύ γρήγορα, αν και ήτο βοσκός σε χήνες, διδάσκαλόν Του, για να μεταβαίνει πότε στις συνάξεις, αλλά κυρίως όμως να μεταβαίνει στις κατακόμβες, στις φυλακές και στις αρένες με τα άγρια θηρία, και κει να τονώνει το ηθικό των χριστιανών, που είχαν συλληφθεί με σκοπό να βασανιστούν και να υποστούν φρικτό τέλος. Έτσι με το πέρασμα του χρόνου, παλικάρι πλέον, -νέος ήταν, δεν ήταν μεγάλος, νέος, παλικαράκι, είκοσι πέντε ετών,- ο Άγιος Τρύφων κατέστη ένας κεχαριτωμένος νέος, με δυνατή την προσευχή, χαρισματική θα την έλεγα, και με πολύ δυνατή πίστη. Τόσο πολύ δε ευνοήθηκε από τον Θεόν, ώστε δια των χειρών του Αγίου, ο Θεός έκαμε θαύματα, θεραπεύοντας ακόμα και ασθένειες διάφορες, ποικίλες, σε όσους υπέφεραν από τους χριστιανούς.
Μια φορά, από κάποια χωράφια μιας μεγάλης περιοχής, εξαφάνισε όλα τα φίδια τα δηλητηριώδη, πούχανε τρομοκρατήσει τους κατοίκους δυο χωριών, της μεγάλης επαρχίας της Φρυγίας. Άλλοτε πάλι εξολόθρευσε την επιδρομή από ακρίδες, που κατέστρεφαν χωρίς έλεος τα σιτηρά της περιοχής της Λαμψάκου. Προστάτευσε επίσης από θεομηνίες τους αμπελώνες των αμπελουργών, και τα καταστρεπτικά ζιζάνια εξουδετέρωσε από τα φρουτόδενδρα, και των χλωρών της γης, φυτών, λαχανικών και άλλων. Τόσο πολύ δε απλώθηκε η φήμη του, που έφτασε μέχρι τα βασιλικά ανάκτορα, γι’ αυτό και ο βασιλιάς Γαρδιανός έστειλε αυλικούς, για να τον παρακαλέσουν να θεραπεύσει την κόρη του , που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν ήταν όμως άρρωστη όπως διαπίστωσε, από αρρώστια οργανική, αλλά ήταν δαιμονισμένη. Πράγματι πήγε ο Άγιος Τρύφωνας, έκανε προσευχή και το θαύμα έγινε. Χωρίς να δεχτεί καμιά τιμή ή αμοιβή, έφυγε ευγενικά, και εξαφανίστηκε σιωπηλά.
Έτσι πολύ γρήγορα η Εκκλησίας μας, έφτιαξε κάποιες ευχές, στο όνομα του Αγίου Τρύφωνος, για να προστατεύει τη γη, των πάσης φύσεως αγροτών, -πολλών ειδών αγρότες έχομε,- καθώς και τα γεννήματά τους, από καταστροφές, φυσικές καταστροφές, καμιά φορά θεομηνίες, από σκουλήκια, από ακρίδες, από φίδια, και από χίλια δυο άλλα κακά. Υπάρχουν αυτές οι ευχές. Υπάρχουν ακόμα και εξορκισμοί του Αγίου Τρύφωνος, προς τα καταστρεπτικά ζιζάνια και κάθε τι δηλητηριώδες στα χωράφια. Αλλά δυστυχώς οι αγρότες μας στις ημέρες μας, δεν τις χρησιμοποιούν τις ευχές. Προτιμούν να κάνουν άλλα πράγματα. Δεν θα μας σώσει καμιά κυβέρνησις και κανένα πολίτευμα. Μόνον ο Θεός σώζει. Και μόνον ο Θεός μεταβάλλει το κρασί σε Αίμα, και το ψωμί σε Σώμα Του. Μόνο ο Θεός αγιάζει το νερό, και αυτό που θα πάρετε απέξω αγιασμένο είναι, γιατί είναι πρωτομηνιά σήμερα. Μόνο ο Θεός αγιάζει το λάδι και εξαφανίζονται οι όγκοι από του σώματος. Σταυρωνόμεθα με το λάδι του Αγίου Λουκά, του Αγίου Νεκταρίου, και άλλων Αγίων θαυματουργών, και θεραπεύονται οι άνθρωποι.
Επανερχόμεθα όμως στον Άγιο Τρύφωνα για να πούμε ότι όταν πέθανε ο προηγούμενος βασιλεύς, του οποίου θεράπευσε τη κόρη, αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έγινε ο Δέκιος, ο οποίος κίνησε πολύ μεγάλο και σκληρότατο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Επόμενον ήταν να συλληφθεί και ο Άγιος Τρύφων, από τον έπαρχον της Νίκαιας Ακιλίνον. Και αφού αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα, τον βασάνισαν σκληρά, κατόπιν τον μαστίγωσαν μέχρι που φάνηκαν όλα τα κόκκαλά του, και ύστερα βέβαια όπως ήταν σε αυτή την κατάσταση, και έτσι να τον άφηναν θα πέθαινε, του έδωσαν μια και του έκοψαν το κεφάλι του. 250 μ.Χ.
Εμείς όμως από τη βιογραφία του Αγίου Τρύφωνος, που παρουσιάσαμε έτσι με λίγα λόγια, θα συγκρατήσομε τρία πράγματα. Πρέπει να τα συγκρατήσομε αυτά, διότι θα τα δούμε. Πρώτον τη φιλομάθειά του και την αγάπη του να διαβάζει καθημερινά την Αγία Γραφή. Το κάνετε; Διαβάζετε κάθε μέρα, τρείς σειρές, πέντε. Πέντε, πέντε στίχους δεν μπορείτε να διαβάσετε; Αμάν πια, από το Θεό… Δεύτερον την φλογερή του πίστη και τρίτον την δύναμη της προσευχής του. Που προσηύχετο παντού και πάντοτε! Μέρα νύχτα. Καθιστώντας αυτή, εν Αγίω Πνεύματι, και χαρισματική και θαυματουργική. Και αν σ' αυτά τα τρία προστεθεί η ενεργουμένη αγάπη, η καθαρή ζωή, η συμμετοχή στα Άγια Μυστήρια, η μελέτη της Αγίας Γραφής, το ταπεινό φρόνημα, η αληθινή μετάνοια, και η ομολογία της πίστεώς μας, τότε η πορεία μας βαίνει προς μίμηση Αγίων. Μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου. Να πως γίνεται η μίμησις του Αγίου. Τα είπαμε.
Έτσι ελκύομε το έλεος του Θεού που μας βοηθάει στην παρούσα ζωή, να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά, όλες τις δυσκολίες της ζωής, και μας προετοιμάζει για τέλη χριστιανικά. Για καλή απολογία και για τον Παράδεισο. Εμείς όμως πρώτα από όλα και πάνω από όλα, θα βάζουμε σε καθημερινή ενέργεια την προσευχή, διότι αυτή δεν χρειάζεται ιδιαίτερο τόπο, και περπατώντας και καθήμενος και όρθιος, και στην αγορά και στην εργασία και στο σπίτι, παντού και πάντοτε μπορούμε να λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ή ελέησε τον άνδρα μου, η τη γυναίκα μου ή τα παιδιά μου.
Βάζουμε λοιπόν πρώτα απ’ όλα σε ενέργεια της προσευχής. Προσευχή για να έρθει η μετάνοια, για να έρθει η συναίσθησις της αμαρτωλότητος. Είμαστε αμαρτωλοί, το λέμε με τα χείλια, δεν το πιστεύουμε στο βάθος. Να το πιστέψομε στο βάθος ότι είμαστε αμαρτωλοί. Και μη σας φαίνεται παράξενο όταν λένε «Α ένας Άγιος λέει ότι είναι αμαρτωλός,» και ύστερα μας πιάνει απελπισία και λέμε «α, άμα εσύ λες ότι είσαι αμαρτωλός, εμείς τι είμαστε; » Ε, τι είμαστε, όλοι αμαρτωλοί είμαστε, τι είμαστε! Και σεις αμαρτωλοί και γώ αμαρτωλός. Θέλτε ανάποδα; Πρώτα εγώ αμαρτωλός και πιο μεγάλος από σας, και ύστερα εσείς. Τι το παράξενο δηλαδή; Τη φύση της αμαρτίας δε τη γνωρίσαμε καλά γι αυτό και δεν καταλαβαίνομε τι θα πει αμαρτία. Προσευχή λοιπόν για να δυναμώνει η πίστις μας. Πως θα σωθώ, λέει, πως θα αποκτήσω πίστη, πώς θα κάνω, πώς θα κάνω εκείνο, με ρώτησε μια κυρία αποδωπέρα από σας. Και γω αμέσως της λέω, α, πιάσου απ’ το φουστάνι της Παναγίας. Δεν πιάνεσαι όμως! Προτιμάς το φουστάνι του κόσμου. Το φουστάνι της εποχής! Το φουστάνι του εικοστού αιώνος! Δεν πιάνεις το φουστάνι της Παναγίας, κυρία Βαρσανουφία!!!
Προσευχή για να μας δώσει ο Θεός υπομονή. Στις αρρώστιες, στις θλίψεις, στα βάσανα, στα αναπάντεχα που έρχονται καμιά φορά, της ζωής. Προσευχή για να έρθει η γαλήνη στις ταραγμένες οικογένειές μας, ανάμεσα στα ζευγάρια, στον άνδρα και στην γυναίκα, ανάμεσα στα παιδιά μας, ΠΡΟΣΕΥΧΗ !!! Δεν κάνομε προσευχή ! Έτσι, τι να πω τώρα…
Προσευχή για να λυθούν και κάποια αξεπέραστα οικονομικά προβλήματα. Προσευχή! Να δούμε πότε ο Θεός θα δώσει τη λύση. Αν δε θέλει κάπου φταίμε και πληρώνουμε ! Δόξα σοι ο Θεός, θα περιμένομε. Προσευχή παντού και πάντοτε και ιδιαιτέρως με, όλοι εμείς με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Προσευχή σαν του Αγίου μάρτυρος Τρύφωνος, του σημερινού εορταζομένου αγίου. Προσευχή με ταπείνωση και πίστη, σαν της Χαναναίας του σημερινού Ευαγγελικού αναγνώσματος, που φώναζε «Ιησού Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Εμένα να ελεήσεις Χριστέ μου, εμένα. Όχι την κόρη μου, εμένα να ελεήσεις. Εγώ είμαι η αμαρτωλή! Εγώ είμαι αυτή που φταίω και παιδεύεται το παιδί μου. Τέτοια προσευχή πρέπει να κάνομε! Και τι μάλιστα, παιδεύεται το παιδί μου από δαιμόνιο. Και φταίω εγώ!
Με τέτοιου είδους προσευχές, γίνονται θαύματα, υπομένονται οι θλίψεις και τα βάσανα, νικάται το κακόν, κατακτάται το καλόν, αλλοιώνεται πνευματικά ο χριστιανός, μεταμορφώνεται εν Χριστώ η ψυχή του, και έρχονται τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά.

Ένα τέτοιο τέλος θανάτου, θα σας διηγηθώ τώρα αμέσως.
Το Σεπτέμβριο που μας πέρασε του ’08. Μια οικογένεια με καταγωγή απ’ τα Καλάβρυτα, ήλθε να προσκυνήσει στο μοναστήρι της Παναγίας της Βαρνάκωβας. Εκεί μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, μπροστά στην γερόντισσα, και σε άλλες αδελφές, αυθόρμητα η μητέρα, καθώς και η κόρη, μάνα και κόρη ήτανε, μια κοπέλα γύρω στα τριάντα, ενώ ήσαν ακόμα μέσα στην εκκλησία, θέλησαν να διηγηθούν μια εμπειρία τους, από τον θάνατον του πατέρα τους. Πολύ ωφέλιμη διήγησις. Γιατί ήταν ζωντανή η μαρτυρία. Μαζί τους την απόλαυσα.
Ο άνδρας μου, λέει, υπήρξε ένας εκλεκτός άνθρωπος και χριστιανός, με τακτικό εκκλησιασμό, με εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία. Τις κρυφές του ελεημοσύνες δεν τις ξέρω. Βασανίστηκε για οκτώ ολόκληρα χρόνια από καρκίνο, χωρίς να γογγύσει. Προσηύχετο ανελλιπώς, και επειδή δεν ήξερε άλλες προσευχές, έλεγε το «Πάτερ ημών». Να λοιπόν, άλλος άγιος Τρύφων
- «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου,» και ξανά πάλι, και ξανά πάλι, και ξανά πάλι. έτσι :
- Βρέ πατέρα, υπάρχουν και άλλες, να δε διαβάζεις εδώ…
- Όχι, όχι αυτό εμένα με ξεκουράζει, με αναπαύει, αφήστε με.
Το τελευταίο καιρό νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα. Κι εκεί στο κρεβάτι του πόνου, ψέλλιζαν συνεχώς τα χείλη του «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Μια μέρα λέει η μητέρα, αντίκρισα το εξής. Μπαίνοντας μέσα στο θάλαμο, που είχε τέσσερα κρεβάτια, μια φωτεινή νεφέλη, μπήκε στο δωμάτιο ανάλαφρη, που μ’ έκανε και μένα να νοιώσω κάποια άγνωστη ευχαρίστηση και δροσιά, και τύλιξε το κρεβάτι του άρρωστου συζύγου μου. Έμεινα κατάπληκτη αλλά δε μίλησα. Μετά από λίγη ώρα, αυτή η νεφέλη εξαφανίστηκε απ’ το δωμάτιο, χωρίς να είναι τα παράθυρα ανοικτά, ούτε απ’ τα παράθυρα, ούτε απ’ τους τοίχους, ούτε απ’ την πόρτα, απ’ το πουθενά ήρθε, απ’ το πουθενά έφυγε. Το εμπιστεύτηκα στην κόρη μου από δω, και ας σας διηγηθεί λέει αυτή τα παρακάτω.
Και λέει τώρα, ομιλεί πλέον η κόρη. Όταν μου είπε η μητέρα μου, το και το, δεν το πήρα στα σοβαρά και της είπα,
- Ω καημένη μάνα, απ’ την κούραση τζάμωσαν τα τζάμια σου και δεν έβλεπες καλά !
Την άλλη μέρα όμως, όταν μπήκα στο θάλαμο του πατέρα μου, είδα και γω το ίδιο θέαμα. Όλο το κρεβάτι του ήταν τυλιγμένο, σαν με ομίχλη φωτεινή, λαμπερή. Φωτεινή μεν νεφέλη, αλλά πυκνή. Τόσο πυκνή, που δεν φαινόταν ο πατέρας μου. Και να φανταστείτε, πως τον αδελφό μου, που καθόταν δίπλα του σε μια καρέκλα, τον έβλεπα από τα μάτια και πάνω. Σώμα δε φαινόταν. Ήταν κι αυτό μέσα στην φωτεινή ομίχλη, την πυκνή.
Από την έκπληξή μου, ταράχτηκα τόσο πολύ ώστε κόντεψα να πέσω, κι έπιασα τα κάγκελα του κρεβατιού για να μη σωριαστώ κάτω. Μετά από λίγο, τα πάντα εξαφανίστηκαν, και ήταν όπως συνήθως.
Τις τελευταίες μέρες ο πατέρας μου, πολύ ήρεμα συμβούλευε την από δω μητέρα μου, και της έλεγε:
-«Γυναίκα πρόσεξε!». «Πρόσεξε πολύ, σαν θα φύγω, δεν θέλω φωνές και τσιρίδες. Και συ και τα παιδιά θα είστε απολύτως ήσυχοι. Θα γονατίσετε και θα προσεύχεστε.»
Ακούσατε τι είπε ο ετοιμοθάνατος; «Θα γονατίστε και θα προσεύχεστε.» Η μάνα μου όμως σαν τον είδε να παίρνει την τελευταία του αναπνοή και να εκπνέει, πανικόβλητη βγήκε από το δωμάτιο, για να φωνάξει τους γιατρούς. Μεσ’ την ταραχή που είχε, μόλις βγήκε απ’ την πόρτα, σωριάστηκε κάτω φωνάζοντας και το όνομα του ανδρός. Δημήτρηηηηη ! τσιρίζοντας βέβαια. Εγώ ούτε που σηκώθηκα να τρέξω κοντά στη σωριασμένη μάνα μου. Όλη η προσοχή μου ήταν στον πατέρα μου, που φαινόταν, που έδειχνε, σαν να είχε πεθάνει. Με τη φωνή όμως που έβγαλε η μάνα μου, συνέβη κάτι το καταπληκτικό. Βλέπω το στήθος του πατέρα μου να φουσκώνει παράξενα, και σε λίγο σα να επανήρχετο στη ζωή. Ανοίγει τα μάτια του και επιτακτικά μου είπε :
- Πού είναι η μάνα σου; Ταραγμένη εγώ του είπα ότι βγήκε έξω. Τότε επανέλαβε σοβαρά :
- Θέλω τη γυναίκα μου, τη μάνα σου. Φώναξέ την αμέσως.
Τότε έτρεξα έξω, την είδα σε ένα φορείο και πάνω της οι γιατροί προσπαθούσαν να την συνεφέρουν. Όταν όμως άκουσε ότι την ζητούσε ο πατέρας μου, αμέσως συνήλθε, πήδηξε από το φορείο, και έτρεξε στο δωμάτιό του. Εκείνος ήρεμος αλλά εξαντλημένος, όταν την είδε, χωρίς να μιλήσει, σήκωσε το χέρι του και το κίνησε σα να έλεγε, έτσι, «θέλεις ξύλο». Όταν συνήλθε περισσότερο, ύστερα από καμιά ώρα, παραπονέθηκε και της είπε:
- «Δεν σου είπα βρε γυναίκα, να είσαι ήσυχη και να μην φωνάξεις και να μην τσιρίξεις; Με γύρισες πίσω !!! Είχα πάει σε ένα πολύ ωραίο μέρος, γεμάτο φως θεϊκό! Και δεν ήθελα να γυρίσω πίσω με τίποτα. Άμα πας στον παράδεισο, δεν θέλεις να γυρίσεις πίσω. Το κατάλαβες αυτό γυναίκα;»
Έζησε μερικές μέρες ακόμα, αλλά βασανίστηκε πολύ, παραταύτα όμως, εξακολουθουσε να προσεύχεται με το «Πάτερ ημών εν τοις ουρανοίς». Ξέχασα να σας πω ότι σε όλο αυτό το διάστημα, έτσι παραμονής του στο νοσοκομείο κοινωνούσε τακτικά.
Την τελευταία ημέρα ήταν απόλυτα ήρεμος και χωρίς πόνο, και είχε μία πληρεστάτη διαύγεια.
Ρώτησε για μια στιγμή,
- Τι ώρα είναι;
Του λένε,
- Έξι και είκοσι.
- Πρωί ή βράδυ;
- Απόγευμα, του λέει η κόρη, πατέρα, απόγευμα είναι.
Τότε πλησίασε τις δύο παλάμες και τις κύλισε τη μια αριστερά και την άλλη δεξιά, που σημαίνει «ήρθε το τέλος», κάπως έτσι, με συγχωρείτε δεν μπορώ να ανοίξω το άλλο το χέρι, έτσι.
- Τελειώσαμε.
Και ξανασταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος του. Μας κοίταξε με αγάπη και είπε τις τελευταίες λέξεις με μια απέραντη γαλήνη.
- Και τώρα καληνύχτα. Καλή αντάμωση στον Παράδεισο! Σας αγαπώ!
Και ξέπνευσε, χωρίς το καταλάβομε. Εμείς νομίζαμε πως νύσταξε και κοιμήθηκε. Εκείνος όμως πέρασε στην αιωνιότητα τόσο ήρεμα που κανείς από μας, τόσο αμαρτωλοί ήμαστε, δεν το πήραμε είδηση. Ο Θεός του χάρισε ειρηνικό και ευλογημένο τέλος όλων των αγώνων του, της αγόγγυστης υπομονής του, της πίστεώς του, και της μετανοίας του, και της συνεχούς προσευχής του. Για τις άλλες αρετές δεν γνωρίζουμε τίποτα, μόνον αυτός και ο Θεός.

Χριστιανοί μου, η νεανική ζωή του Αγίου Τρύφωνος, και το χριστιανικό τέλος αυτού του ανθρώπου, τα συνέδεσα αυτά τα δύο, μας διδάσκουν πολλά για το πώς πρέπει να είναι η ζωή μας, όσο ζούμε εδώ πάνω στη γη. Είναι; Ρωτείστε τον εαυτό σας και μέσα σας απαντήστε. Τις προϋποθέσεις τις είπαμε, και τις έχομε τονίσει πάρα – πάρα – πάρα πολλές φορές. Ήρθε καιρός πλέον, να τις εφαρμόσουμε. «Νύν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα σωτηρίας». Μην περιμένουμε αύριο! Σήμερα να κάνουμε ότι μπορούμε. Αύριο η αυριανή ημέρα, έχει κι αυτή τις σκοτούρες της και την κακία της.
Λοιπόν τούτο το πράγμα, σας το εύχομαι με όλη μου την καρδιά, αλλά και σεις όμως, να το εύχεσθε αυτό, σας μας τους ιερείς και ποιμένες, αλλά και σε όλους τους ποιμένες της εκκλησίας,

Αμήν.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Συνεργούντος τού Θεού κατορθώνεται η κτήσις τών αρετών



212-α
Κυρ.ΙΒ' Λουκά

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου,
όπως ακούσατε, αναφερόταν στην θεραπεία των δέκα λεπρών. Οι εννέα απεδείχθησαν μετά το θαύμα της θεραπείας των αχάριστοι, και μόνον ένας γύρισε, για να ευχαριστήσει, με μεγάλη ευγνωμοσύνη τον Χριστό μας, για την λύτρωσή του από την επάρατη νόσο της λέπρας. Διότι τους ανθρώπους αυτούς, της εποχής εκείνης, -είχαμε και μείς την παλιά (εποχή) ένα νησί όπου βάζαμε τους λεπρούς εκεί ,και λέγαμε τους βάζουν σε γκιλοτίνα -τόσο δηλαδή τους απομάκρυναν κοινωνικώς, και πολλές φορές αν τους έβρισκαν, και πλησίαζαν κοντά σε ανθρώπους, τους λιθοβολούσαν. Ήταν καταραμένη αρρώστια. Τώρα όμως, ε, θεραπεύεται, και έτσι μπορούν οι άνθρωποι, και μπαίνουν μέσα στην κοινωνία, παρόλο που διακρίνονται έντονα τα φαγωμένα μέλη.
Αυτή η στάσις της ευχαριστίας, της ευγνωμοσύνης και δοξολογίας της κάθε ψυχής προς τον Θεόν, για τα τόσα θαύματα που κάνει σε μας προσωπικά, ή και στα μέλη της οικογένειάς μας, ή ακόμα και σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ή και σε κάθε άγνωστο χριστιανό, μάς γεμίζει από χάρη και χαρίσματα. Το τόνισε ο Απόστολος Παύλος στο τέλος αυτό. Μας γεμίζει από φώς και θείο φωτισμό, από ευλογίες και νοερά πνευματικά σκιρτήματα, όταν από την υλική ελεημοσύνη και προσφορά, ερχόμεθα στην πνευματική.
Σε μας που ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο, σ’ αυτό το σημερινό χάος της βλακείας και της διαστροφής, μαζί ταυτόχρονα, όταν αισθανθούμε και βιώσουμε, την πολλαπλή αυτή ευεργεσία της θείας χάριτος, πρέπει να προσέχουμε, και να κάνουμε πολλή επίμονη προσευχή, μη μας γελάσει με δόλιο τρόπο ο διάβολος, και προκαλέσει μέσα μας υπερηφάνεια και οίηση. Μας κλέψει δηλαδή τον κόπο μας, μας κλέψει τον μισθό μας.
- « Ε, κάτι καλό είδε και σε μένα ο Θεός, και τώρα με αμείβει», λέμε συνήθως. «Γιατί είμαι άξιος, γιατί το αξίζω. Στο κάτω κάτω της γραφής, διαφέρω και από τους άλλους ανθρώπους».
Επανειλημμένες φορές έχω ακούσει από χριστιανούς, στο εξομολογητήριο να μου λένε,
-«Ε, δεν είμαστε και μείς δηλαδή, όπως είναι όλοι οι άλλοι …! Τώρα αδελφέ, δε σκοτώνουμε, δεν πορνεύουμε, δε μοιχεύουμε, δεν κλέβουμε, δεν απατούμε, δεν διαφθείρουμε, δεν σπάζουμε καταστήματα, δε βάζουμε φωτιές, δε καταστρέφουμε ξένες περιουσίες, δεν είμαστε ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων … »
Ναι, το δέχομαι αυτό, δεν είμαστε σαν και κείνους…
Σε σχέση με εκείνους. Έχουμε μία μικρή διαφορά :Ως προς την πράξη. Στην φύση της αμαρτίας όμως είμαστε ίδιοι. Αμαρτωλοί εκείνοι, αμαρτωλοί και μείς. Και ύστερα, που ξέρουμε ποια είναι η πιο μεγαλύτερη αμαρτία, η δική τους, ή η δική μας απέναντι στο Θεό; Αυτό δεν γνωρίζομε.
Γι αυτό λοιπόν, όταν αυτές οι σκέψεις ανεβαίνουν στην ψυχή μας, φεύγουν τα χαρίσματα του Θεού, και κλέβονται όλες οι ευλογίες από το διάβολο. Τις έφαγε ο εγωισμός και η υπερηφάνειά μας. Έτσι συμβαίνει, σχεδόν πάντοτε, ή τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Χάνομε τη Θεία Χάρη και όσες ευλογίες φέρνει αυτή μαζί της, εξαιτίας αυτών των παθών, του εγωισμού, της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της κατακρίσεως, της σκληροκαρδίας, της μνησικακίας, της φιλαργυρίας, της ζήλειας, του φθόνου και τόσων άλλων.
Πολλών λοιπόν άλλων παθών και κακιών και πονηριών, που τα αναφέραμε λεπτομερώς προχτές το βράδυ, στο βραδινό μας κήρυγμα, στο κόψιμο της βασιλόπιττας. Υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου η Θεία Χάρις κρύπτεται, ή συστέλλεται. Η ενέργεια αυτή της χάριτος, έχει σκοπό με πολλή σοφία, να φυλάξει τους αγίους από τους κινδύνους που τους περιβάλλει η αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως και από την κακία και την πονηρία των φθονερών δαιμόνων. Η άρσις της θείας Χάριτος είναι μέγα θέμα, και αγγίζει τα σκληρά παλέσματα, σ’ αυτούς που αγωνίζονται σκληρά, τους ασκητάς και τους οσίους της ερήμου και των σπηλαίων της γης. Γι’ αυτό και μείς θα σταθούμε, στην πνευματική εργασία των πνευματικά αγωνιζομένων χριστιανών, μέσα στον κόσμο των πιστών χριστιανών, και στο πως αποκτούνται οι αρετές, του Θεού πάντοτε συνεργούντος.
Να πούμε ένα παράδειγμα, για να καταλάβομε όσα είπαμε μέχρι τώρα. Θέλω εγώ με όλη μου την ψυχή, να απαλλαγώ από τον θυμό. Απ’ τα νεύρα και απ’ την οργή. Η προαίρεσίς μου είναι καλή και αγαθή. Το θέλω. Δεν θέλω να νευριάζω. Γιατί κάνω κακό και στον εαυτό μου, κάνω κακό στα παιδιά μου, κάνω κακό στο περιβάλλον μου. Διαταράσσονται οι σχέσεις μου με τον σύντροφο της ζωής μου, άντρα ή γυναίκα, και θέλω να πάψω να θυμώνω. Δε φτάνει όμως μόνο να θέλω εγώ. Χρειάζεται οπωσδήποτε και η βοήθεια του Θεού. Άρα, διαπιστώνω πρώτα ότι έχω θυμό, οργή νεύρα κτλ και πηγαίνω στον παπά της ενορίας μου και εξομολογούμαι. Με μετάνοια και συντριβή και δάκρυα το πάθος μου. Παίρνω την συγχωρητική ευχή, και η πρώτη συμβουλή που θα μου δώσει ο ιερεύς, είναι να κάνω προσευχή. Γι’ αυτό λοιπόν και σε καθημερινή βάση, παρακαλώ τον Θεόν, να με απαλλάξει από αυτό το πάθος, και να με φωτίζει και να με βοηθά, στο πώς να μπορώ κάθε φορά να συγκρατώ τον θυμό μου.
Έχω να αντιμετωπίσω, πρώτον τον κόσμον που με περιβάλλει, ειδικότερα δε το οικογενειακόν περιβάλλον. Αλλά και το επαγγελματικό, ακόμα και το κοινωνικό. Τον διάβολο που θέλει το κακό μου και δεν τον βλέπουμε, - τους ανθρώπους τους βλέπουμε, τον διάβολο δεν τον βλέπουμε. Και την ίδια επίσης την διεφθαρμένη μου φύση, - έχω να αντιμετωπίσω και αυτήν. Που μέρα και νύχτα με σπρώχνει προς το κακό, προς το πονηρό και το αισχρό. Λέει ο Απόστολος Παύλος, «ό μισώ τούτο πράσσω», «ό μισώ», το μισώ. Το μισώ, δεν θέλω να το φτιάξω. Κι όμως με σπρώχνει η κακιά μου φύσις και το κάνω.
Γι’ αυτό λοιπόν πέφτω στα γόνατα και παρακαλώ τον Θεόν να με βοηθήσει. Αλλά «ζεί Κύριος ο Θεός, και ουκ αδυνατίσει παρά τον Θεόν πάν ρήμα». Γι’ αυτό υπάρχουν και άγιοι. Είναι αυτοί που ζήτησαν επίμονα την βοήθεια του Θεού, και ο Θεός τους απήλλαξε από την κακίαν. Θα έλθει δηλαδή αρωγός ο Θεός, και θα με οδηγήσει αργά, προσέξτε αργά, αργά και σταθερά, στην απόκτηση της αρετής της πραότητος, που βέβαια είναι το φάρμακο στο κεντρί του πάθους του θυμού μου.
Έτσι έχουμε μια άριστη συνεργασία της ελευθέρας βουλήσεως και προαιρέσεως του ανθρώπου, του αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, με την παντοδυναμία, ή με την παντοδύναμη αν θέλετε, συμπαράσταση της Θείας Χάριτος. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με όλα τα πάθη, και με όλες τις αδυναμίες που μας τυραννούν, σε αντίστοιχη σχέση με τις αρετές. Διότι έρχονται πολλοί και ρωτούν, και πώς θα το πολεμήσω εγώ, αυτό, πως θα βγάλω αυτό το πάθος, πως θα μου φύγει αυτή η αδυναμία, πως θα μου φύγει αυτό το κακό. Πρώτα βέβαια το εξομολογείσαι. Και στη συνέχεια κάνεις αγώνα. Ο Θεός θα σου δώσει χίλιες ευκαιρίες για να νικήσεις το πάθος, επειδή αυτός θα είναι κοντά σου, γιατί εσύ τον παρακαλάς να μην σε εγκαταλείψει. Και στις δύσκολες αυτές στιγμές, που ξυπνάει η φύσις και ο διάβολος το πάθος, ο Θεός να σε φωτίζει με ποιο τρόπο θα μπορείς να το αντιμετωπίζεις.
Περνώντας ο χρόνος και ο καιρός, γρήγορα θα καταλάβουμε, ότι κάθε αρετή είναι δωρεά του Θεού, διότι θα βλέπουμε τα πάθη μας, και μόνον τα πάθη μας, διότι εμείς δεν μπορούμε να καλλιεργήσομε καμιά αρετή, αν δεν το θέλει ο Θεός. Όλα τα αγαθά των αρετών, «κόποις κτώνται». Θέλει κόπο, θέλει μόχθο για να τηρήσεις μια εντολή, να κάνεις υπακοή στο θέλημα του Θεού. «Να αιχμαλωτίζεις», λέει, «πάν νόημα στην υπακοή του Χριστού», δηλαδή όλες τις σκέψεις μας, να λέμε, «τις θέλει ο Θεός αυτές τις σκέψεις που κάνω; Τις αγαπά; Αρέσκεται αυτές; Αρέσκεται ο Θεός στο πως βλέπω; Αρέσει αυτό στο Θεό το πως βλέπω; Αρέσει ο Θεός το πώς ομιλώ; Αρέσει ο Θεός στο πώς κάθομαι; Αρέσει ο Θεός στα φορέματα και στα ρούχα που φοράω; Αρέσει;» Ρωτείστε τον εαυτό σας, θα ρωτάμε τον εαυτό μας και θα παίρνομε απαντήσεις. Δε λέμε άλλες είναι οι εποχές… Θα λέμε αν αρέσει στον Θεό, και ο Θεός απαντά, γιατί είναι μέσα μας.
Η Χάρις του Αγίου Θεού είναι μέσα μας. Η Βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστί. Και ο Θεός είναι αδιάψευστος. Άρα λοιπόν, με αυτό που είπα, φαίνεται ότι ο θρόνος της Θείας Χάριτος είναι η καρδιά μας. Με την προϋπόθεση πάντοτε βέβαια, ότι ζητάμε την συνεργασία της Θείας Χάριτος με πολλή συντριβή, με πολλή ταπείνωση και με πολλά δάκρυα. Που στο καλό τους, δεν έρχονται, γιατί είμαστε σκληρόκαρδοι.
Κάποιος εξομολογούμενος είπε, έχω σαράντα χρόνια να χύσω ένα δάκρυ, ένα δάκρυ. Ούτε σε κηδείες, πουθενά, πουθενά, ούτε σε παιδιά, ούτε σε πείνες, τίποτα. Ούτε ένα δάκρυ δε βγαίνει από την ψυχή μου. Και ύστερα από καιρό όταν του είπα ότι δεν έχεις καμιά συναίσθηση ότι είσαι αμαρτωλός, ότι είσαι αμαρτωλότερος όλων των ανθρώπων που κατοικούν πάνω στη γη, και επαναστάτησε βέβαια, αν αυτό το πράγμα δεν το καταλάβετε, δε θάρθουν δάκρυα. Ήρθε ύστερα από έξι μήνες και είπε έχεις δίκιο πάτερ. Το δούλευα μέρα νύχτα αυτό έξι μήνες, και όταν συνειδητοποίησα ότι όντως είμαι αμαρτωλός, διότι έβαλα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, και τους φίλους μου, να μου πουν πως βλέπουν τα ελαττώματά μου, τότε κατάλαβα ότι όντως είμαι αμαρτωλός, και ύστερα από σαράντα χρόνια έκλαψα.
Η καρδιά λοιπόν πλημμυρίζει τότε, όταν κλάψουμε και όταν συντριβούμε, από πολλή αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, και μάλιστα η αγάπη τόσο πολύ καταλαμβάνει ολόκληρον τον άνθρωπον ψυχοσωματικά, ώστε να ξεχνά και να λησμονεί και να περιφρονεί τα πάντα. Και τα γήινα και τα ουράνια. Δε σκέφτεται τίποτα από τον ουρανό, ούτε αγγέλους, ούτε αρχαγγέλους, ούτε μέλλοντα τίποτα, τίποτα, τίποτα…Μόνο το Θεό! Έχω το Χριστό στην καρδιά μου, αυτό! Ούτε πρόσκαιρα σκέφτεται, ούτε αιώνια! Κανένα δημιούργημα του Θεού πάνω στη γη δεν του κάνει εντύπωση. Και κάθε κτίσμα. Είναι όλος αγάπη. Όλος φως αγάπης. Η ευσέβειά του μεγαλώνει. Η ευλάβειά του κορυφώνεται. Η πίστις του καθίσταται μέρα με την ημέρα πιο ζωντανή και πιο φλογερή. Η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού πολλαπλασιάζεται. Γίνεται αδιάλειπτη, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Μέρα νύχτα, στο στόμα, στο νου, στην καρδιά. Τα δάκρυά του για την αμαρτία του Σύμπαντος Κόσμου, από καυτά που είναι, γιατί είναι και αυτός αμαρτωλός, καθίστανται γλυκήρροα δάκρυα της Θείας Χάριτος.

Λέει, τελείωσε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που μας διάβασε εδώ ένας ιεροψάλτης, πως τελείωσε; «Της δε ευποιίας και κοινωνίας μη επιλανθάνεσθε. Τοιαύτες γαρ θυσίες ευαρεστείται ο Θεός», άρα για να κάνεις μια ελεημοσύνη θέλει θυσία, όχι περισσεύει ένα πενηνταράκι και το δίνω, να σου στοιχίζει αυτό που θα δώσεις. Ας πούμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος καίγεται από φλόγα, θείας αγάπης μέσα του, γιατί αυτά πρέπει να μας καίνε, θα πεθάνουμε αύριο, το πήρατε είδηση, ότι θα πεθάνουμε; Πού είναι οι παππούδες σας, οι μαμάδες σας, οι μπαμπάδες σας, οι γιαγιάδες σας, οι προπάππουδές σας, που είναι; Που είναι; Που είναι τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων; Που πέρασαν πάνω απ’ τη γη, τα τρισεκατομμύρια. Πού είναι; Πού θάσαι σύ και συ και συ κι γω αύριο; Έτσι λοιπόν οι ελεημοσύνες αυτού του ανθρώπου που καίγεται από αγάπη, και συμπάσχει προς τους φτωχούς, τους απόρους και τα λοιπά…, Αχ, προσέξτε, αυτές οι προσφορές, που λέει να μη τις ξεχνάμε ο Θεός, γίνονται με ευχαρίστηση, πρώτον, δεύτερον, με καλοσύνη, τρίτον με ιλαρότητα, τέταρτον με καρδιακή ευμένεια, και πάντοτε εν κρυπτώ, στα κρυφά. Και τώρα έρχεται η θυσία. Δανείζει και ξεχνά. Δάνεισε εκατό ευρώ με θυσία,τα δάνεισε, και έρχεται ύστερα από πέντε χρόνια ο κύριος Βαρσανούφιος, και λέει, «βρέ Γιώργη, πριν έξι εφτά χρόνια, σου πήρα, σου ζήτησα εκατό ευρώ δανεικά, μου τα ’δωσες με ευχαρίστηση, αν και δεν είχες, πάρτα». –«Ποια»;-«Αυτά».-«Στάδωσα εγώ»;-«Δεν θυμάμαι, το ξέχασα, κι αν σ’ έδωσα το ξέχασα, αλλά αποκλείεται να σ’ έδωσα». Μπορούμε να το πούμε αυτό; Να ξεχάσουμε το δανεικό; Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό, που λέει ο λαός, ε, έτσι δε λέμε; Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό, τι σημαίνει αυτό; Να το πάρει το ποτάμι, να φύγει, να το ξεχάσεις. Μόνο με αυτό τον τρόπο αγιάζεται η φιλόθεος καρδιά μας απ’ τη Θεία Χάρη.
Η ψυχή που πυρπολείται από το φώς της αγάπης, καθίσταται για μια ολόκληρη ζωή απλόχερη και μεγαλόκαρδη. Ακόμα και στον αχάριστο! Και στον αγνώμονα! Και στον εκμεταλλευτή! Ο Θεός ήξερε ότι οι εννιά δεν θα γυρίσουν πίσω. Κι όμως τους έκανε καλά απ’ τη λέπρα. Τους ευεργέτησε δηλαδή.
Όλοι οι χριστιανοί ακόμα και σήμερα, εκτός από τις κρυφές τους ελεημοσύνες, ελεούν και δια μέσω της εκκλησίας, που είναι πατερικός δρόμος. Το χέρι του ιερέως που ελεεί τον άγνωστο πάσχοντα. Για λογαριασμό αυτουνού που το δίνει στο χέρι. Και το χέρι του ιερέως αγιάζεται, και η ψυχή αυτού που τόδωσε στα κρυφά. Χιλιάδες χιλιάδων έργα έχουν γίνει με τέτοιες προσφορές, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια από την εκκλησία. Δύο χιλιάδες χρόνια κάνει έργα η εκκλησία. Αλλά τα κάνει απ’ τον δικό σας οβολό. Που το δίνετε κρυφά στην εκκλησία, και το κάνετε και άλλοτε και φανερά.
Κι η εκκλησία εξακολουθεί να πολεμάται από τους εχθρούς της. Και παρόλο που εξακολουθεί να πολεμάται από τους εχθρούς της, και προπαντός και ιδιαιτέρως σήμερα, εκείνη εξακολουθεί το έργον, το φιλάνθρωπον έργον, της σωτηρίας των ψυχών, με τα άγια σωστικά μυστήρια, βάπτισμα, χρίσμα, Ιερά Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, με την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών, δηλαδή, με την απόλυτη υπακοή μας στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στην Καινή Διαθήκη, στο ιερό μας Ευαγγέλιο και στην Ιερά μας Παράδοση. Ιδιαιτέρως εμείς σήμερα τονίσαμε, για το πώς στην καρδιά μας θα πλημμυρίσει από το φώς της Θείας Αγάπης, που θα κόψει ή θα κάψει τις ρίζες των παθών, και στις θέσεις της θα καλλιεργήσουμε, τις αντίστοιχες αρετές. Επίσης είπαμε για το πώς κατορθώνεται, αυτή η ματωμένη πορεία της ζωής μας, σημειώνοντας δύο βασικούς παράγοντας. Ότι πρέπει να υπάρχει η δική μας αγαθή προαίρεσις, με ελεύθερη τη βούλησή μας, και δεύτερον, με την παντοδύναμη βοήθεια της Θείας Χάριτος. Αυτή η συνεργασία της ανθρωπίνης αγαθής θελήσεως, και κυρίως της βοήθειας του Θεού, νικά ακόμα και τους πολύ μεγάλους πειρασμούς της ζωής, κάνοντας και θαύματα ακόμα. Στη συνέχεια κατά το μέτρον της δωρεάς του Ιησού Χριστού, ανέρχεται η ψυχή ολόκληρη, ολόκληρη την κλίμακα των αρετών. Και χαριτώνεται ακόμα, αξιώνεται δηλαδή απ’ τον Θεόν, με αποκαλύψεις των απορρήτων μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών. Αλλά εμάς μας τρώνε τα γήινα. Που να φτάσομε σε τέτοιες αποκαλύψεις…

Κάποτε χριστιανοί μου, μου διηγήθηκε ένας ιερεύς απ’ την επαρχία, για το πώς ο παππούς του, Γεώργιος Γανωματίδης, από τον Πόντο της Καππαδοκίας, από τις χαμένες πατρίδες, όπως συνηθίζουμε να τις λέμε τώρα, εκλήθη εις το μέγα μυστήριο της Ιεροσύνης. Ήταν περίπου τριάντα πέντε ετών έγγαμος, και πατέρας ήδη πέντε παιδιών. Ένα βράδυ ξενυχτούσε προσευχόμενος, -θυμάστε τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσσο που κοιμόταν στο σταύλο, και όλη τη νύχτα έκανε προσευχή-έ, κάτι ανάλογο έκανε και αυτός ο πατήρ Γεώργιος Γανωματίδης. Όταν ήταν ελεύθερος. Το τι έκανε ιερεύς, αυτά δεν τα ξέρομε.
Ξενυχτούσε λοιπόν προσευχόμενος, σ’ ένα σταύλο, δίπλα σε μια αγελάδα. Που η καημένη δυσκολευόταν να γεννήσει, και συνεχώς μούγκριζε, και αυτός προσευχόταν και για τον εαυτό του, και για την αγελάδα για να γεννήσει. Ξαφνικά βλέπει μπροστά του δύο νέους, με αστραφτερές λευκές στολές, να κρατούν στο χέρι τους ο καθένας, από ένα κερί, των οποίων το φως πλημμύρισε όλο το σταύλο. Οι δυό αυτοί ολόλαμπροι νέοι, του είπαν με μια φωνή να τους ακολουθήσει.
Εκείνος όπως ήταν φυσικό, σηκώθηκε αμέσως και τους ακολούθησε. Εκείνοι έφτασαν μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας του χωριού, η εκκλησία η οποία ετιμάτο εις μνήμην των Ταξιαρχών. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της, και μπήκαν μέσα στο ναό. Και όλος ο ναός φωτίστηκε, από το ολόλαμπρο φως, των δύο παραδόξων αυτών κεριών, που κρατούσαν οι δύο νέοι. Που εκείνη τη στιγμή, του ήλθε μέσα στο μυαλό ο φωτισμός, ότι οι δύο νέοι που είχε μπροστά του, ήταν οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Προχώρησαν οι Ταξιάρχες μέχρι την Ωραία Πύλη, εκεί του έκαμαν νόημα να σταματήσει. Μόλις στάθηκε ακίνητος, άνοιξαν από μόνες τους, η Ωραία Πύλη και τα Βωμόθυρα, αυτά εδώ. Και μπήκαν μέσα οι Αρχάγγελοι και ξαναβγήκαν αμέσως, κρατώντας ο Αρχάγγελος Γαβριήλ από αριστερά να κρατάει ένα Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο της Αγίας Τραπέζης, και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ένα Άγιο Ποτήριο. Και δείχνοντάς τα, του είπαν με μια φωνή:«Με αυτά, θα υπηρετήσεις τον λαόν του Θεού, σε αντικατάσταση του ιερέως που πρότινος εκοιμήθη. Αυτή είναι η εντολή του Κυρίου μας, και δεν θα αρνηθείς». Και χάθηκαν.
Αυτός σταυροκοπήθηκε με δέος πολλές φορές, είπε «νάναι ευλογημένο», «Εγώ αγράμματος είμαι, σχολείο ιερατικό δεν πήγα, πως θα γίνουν αυτά τώρα, αλλά άμα είναι θέλημά Σου Θεέ μου, όλα να είναι να… νάναι ευλογημένο».
Βρέθηκε λοιπόν έτσι μπροστά, στην ανοιγμένη Ωραία Πύλη, όπου πάνω στην Αγία Τράπεζα άστραφταν, όρθιο το Ευαγγέλιο, όρθιο ήταν, και το Άγιο Ποτήριο, αδειανό βέβαια, σταυροκοπήθηκε λοιπόν πολλές φορές, δόξασε το Θεό και τους Αρχαγγέλους, και έφυγε αμέσως και πήγε στο σταύλο.
Η αγελάδα του ήδη είχε γεννήσει ένα μοσχαράκι, που βέλαζε με ευχαρίστηση. Ο ουρανός ήταν ξάστερος, το φεγγάρι ολόλαμπρο, όλη η φύσις εχαίροντο την παρουσία, αυτή την παράδοξη, των Αρχαγγέλων σ’ έναν απλόν άνθρωπον.
Σε λίγες μέρες πράγματι, όλο το χωριό, υπέδειξε για εφημέριο, στον επίσκοπο της επαρχίας, τον κύριο Γανωματίδη. Έτσι ο γανωματής και αγρότης, το καμάρι του χωριού, -Γανωματίδης φαίνεται πήρε το επώνυμό του από τη δουλειά την οποίαν έκαμε. Γανωματής θα ήταν. -Το καμάρι λοιπόν του χωριού, ο άνθρωπος της αγρυπνίας, της νηστείας και της προσευχής, έγινε ο παπάς του χωριού, ο παπα-Γιώργης.
Βλέποντας ο Θεός την αγαθή του προαίρεση, την καλοσύνη του, την αγάπη του για τους συγχωριανούς του, τις κρυφές του ελεημοσύνες, τις νυχτερινές του προσευχές, την πίστη του, τον θείο του φόβο, και τις πολλές αρετές που καλλιεργούσε εν γνώσει του, τον κατέστησε ποιμένα, ποιμένα, τσομπάνο, αλλά λογικών προβάτων. Τον κατέστησε αντιπρόσωπόν Του. Και σαν αμοιβή όλων αυτών των αρετών, που καλλιέργησε με όλη του την καρδιά ελεύθερα και με αγάπη, γρήγορα ο Θεός τον κατέστησε όχι μόνον, άξιον θείων αποκαλύψεων, κατά την μαρτυρία του εγγονού του, και αυτού ιερέως, αλλά δια των ευχών του ετελούντο συνεχώς και θαύματα.
Χριστιανοί μου, το παράδειγμα που σας είπα, ήταν ζωντανό, και σύνοψε όλο το προηγούμενο κήρυγμα που είπαμε. Έχουμε μια ζωή αγιασμένη, αυτή που μπορούμε; Μερικοί έχετε πολλά άσπρα μαλλιά, είστε πάνω από εβδομήντα, εκεί που κάθεστε, στην καρέκλα, δεν μπορείτε να γονατίσετε, στο κρεβάτι, καθιστοί, θα πάρετε το κομποσχοινάκι και θα αρχίσετε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού…» Μια ώρα, μια ώρα! Εδώ στη Φιλανδία,πριν από σαράντα χρόνια είπε ο Αρχιεπίσκοπος, «Έχουμε», λέει, «χιλιάδες συνταξιούχους, εγώ από όλους», λέει, «τους συνταξιούχους ζητάω μια ώρα κομποσχοίνι. Απ’ όλους. Εάν δε όλοι οι συνταξιούχοι της χώρας μας, κάνουν από μια ώρα κομποσχοίνι και πούν «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η πατρίδα μας δεν θα έχει ποτέ ανάγκη από τίποτα». Τι κάνουν οι συνταξιούχοι μας; Κάθονται στον καναπέ και στην καρέκλα, δεν ξέρω που αλλού, και βλέπουν τηλεόραση. Αυτό είναι.

Εύχομαι λοιπόν από τα βάθη της καρδιάς μου και αυτό είναι δυνατόν, να μιμηθούμε όλοι μας με τη θέλησή μας, τις αρετές και τον πνευματικό αγώνα, αυτού του ταπεινού ιερέως, του Θεού πάντοτε συνεργούντος,

Αμήν

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Ο Θείος φόβος ως φώς, οδοδείκτης σωτηρίας



Κοπή Βασιλόπιτας 2009

Πρώτα θα πούμε τον λόγον του Θεού και εν συνεχεία θα αγιάσουμε την πίτα του Αγίου Βασιλείου, την λεγομένη βασιλόπιτα.

Εδώ και δώδεκα μέρες χριστιανοί μου, εισήλθαμε στο νέο σωτήριο έτος 2009. Στο νέο έτος αυτό, πρέπει οπωσδήποτε να πάρομε καινούργιες αποφάσεις. Και πιστεύω ότι αυτές συζητούσατε τόσην ώρα μεταξύ σας. Τι αποφάσεις πνευματικές θα πάρετε για το νέο αυτό σωτήριο έτος. Και οι αποφάσεις μας αυτές θα πρέπει να αποβλέπουν, στο πώς να προοδεύσομε πνευματικά. Στο πως θα καλλιεργήσουμε προσεκτικότερα τις αρετές. Στο πως θα επιμεληθούμε τον έσω άνθρωπο. Πως θα επιμεληθούμε την ψυχούλα μας. Που αύριο - μεθαύριο θα βρεθεί μπροστά στο κριτήριον του Θεού. Η επιμέλεια αυτή είναι και το πάν για τη σωτηρία μας. Το πάν.
Κατά πρώτον λόγον εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, που αγωνιζόμεθα τον καλόν αγώνα της πίστεως, που προσευχόμεθα στο όνομα του Ιησού Χριστού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», που εκκλησιαζόμεθα τακτικά, που μελετάμε την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο, που εξομολογούμεθα με αληθινή μετάνοια, - δεν ξέρω πόση έχουμε, πόση αληθινή μετάνοια έχουμε όταν εξομολογούμεθα, - που τηρούμε στο κατά δύναμιν το θέλημα του Θεού, δηλαδή τις Ευαγγελικές εντολές, - το ότι ήρθαμε εδώ δε νομίζω ότι έχετε ανάγκη από ένα κομμάτι πίττας τώρα, φάγατε βασιλόπιτα στο σπίτι σας - άρα ήρθατε εδώ, για να ακούσετε και τον λόγον του Θεού, και να προσπαθήσομε κατόπιν, στο κατά δύναμιν, να τηρήσουμε αυτό το θέλημα του Αγίου Θεού, και είμεθα εμείς εκείνοι οι οποίοι συμμετέχουμε, και στο μέγα μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Επίσης προσέχουμε τις αισθήσεις μας, - τις προσέχουμε όμως; Ιδίως τη γλώσσα μας! Τις σκέψεις μας, τους λογισμούς μας, τα διάφορα διανοήματα μας, και τις φανταστικές εικόνες, που προβάλλονται στην οθόνη του νου. Έτσι καλλιεργούμε την νήψη και την προσοχή, και μαζί με την προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, νοιώθουμε, νοιώθουμε, βιώνουμε, με αυτό το όνομα, και με τις προηγούμενες αρετές που ανέφερα, και με την προηγουμένη πνευματική πορεία που προείπα, νοιώθουμε, ένα υπεραισθητό άγγιγμα του Θεού μέσα μας. Κάτι χτυπάει μέσα μας. Υπάρχει μια λαχτάρα. Λαχτάρα έχω για το πότε θα έρθει η ώρα, να πιάσω το κομποσχοινάκι στο χέρι μου και να κάνω προσευχή, λαχτάρα να κάνω κανένα σταυρωτό, να κάνω καμιά μετάνοια αν μπορώ και μου το επιτρέπει η υγεία μου, να πάω στην εκκλησία, να πάω σε ένα κήρυγμα.

Μ’ αυτό το θεϊκό άγγιγμα, το οποίον αρκετοί από σας το έχετε βιώσει, με διαφορετικό τρόπο ασφαλώς ο καθένας, ανάλογα λέω με αυτό που αισθάνεται και βιώνει μέσα του, -αυτό το άγγιγμα του Θεού, - αυξάνεται και η προσευχή. Βλέπεται, μειώνεται η προσευχή; Α… Αρχίζει και απομακρύνεται ο Θεός από μέσα μας. Όσο όμως προσευχόμεθα, τόσο και πιο πολύ ενθυμούμεθα τον Θεό, και τόσο ενοικεί εν ημίν. Δηλαδή κατοικεί μέσα μας και μας θυμίζει την παρουσία Του. Δεν προσευχόμεθα επιπόλαια, βιαστικά, άντε άντε και να τελειώνουμε, πότε θα την κάνομε την προσευχή να τελειώνουμε. - Δεν μπορώ πάτερ βράδυ, τώρα έχω τόσες δουλειές, τελειώνω ώρα έντεκα δώδεκα, πότε να κάνω την προσευχή, α, λέω γρήγορα εκεί, πρ.. πρ.. τελειώνω. - Κανένας δεν σ’ άκουσε !
Πρέπει λοιπόν να προσευχόμεθα με συναίσθηση, ότι ο Θεός είναι μπροστά μας, ολόκληρος, ολόκληρος! Ο Κύριος, ο Τίμιος Πρόδρομος, η Παναγία, η Αγία Βαρβάρα, οι Άγιοι γύρω μας ! Είναι εδώ! Είμαστε μία Εκκλησία εμείς εδώ, η στρατευομένη, στρατιώτες. Που πολεμάμε, όσο ζούμε! Και όλοι οι άγιοι, ανήκουν στην θριαμβεύουσα εκκλησία.
Λοιπόν, μετά από όλα αυτά, γεμίζει ο άνθρωπος και από αγάπη! Όσο αυξάνεται η προσευχή, αυξάνεται και η αγάπη! Και όταν έτσι αισθανόμεθα, τότε και Τον πιστεύομε αληθινά. Μην ακούμε κανέναν ψίθυρο μέσα μας, ή ακούμε τους άλλους: «εγώ πιστεύω». Έχουμε τότε πίστη ζωντανή, φλογερή, δυνατή. Και τότε ακολουθεί ο θείος φόβος!

«Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου», βεβαιώνει ο λόγος του Θεού και αλλού λέγει, α.. θα το ακούτε, όταν το ακούτε με προσοχή, την ώρα που σιωπηλά παίρνετε το αντίδωρο τη Μεγάλη Σαρακοστή, στις προηγιασμένες θείες Λειτουργίες, που λέει εκεί, «Δεύτε τέκνα, φόβον Κυρίου διδάξω ημάς». Το προσέξατε ποτέ αυτό; Όχι τον φόβον του θανάτου, «δεύτε τέκνα διδάξω τον φόβον», όχι τον φόβον της τιμωρίας, όχι τον φόβον της κολάσεως, όχι τον φόβον της δικαίας και αυστηρής κρίσεως του Αγίου Θεού, ούτε φόβο γιατί είναι Δίκαιος Νομοθέτης που τιμωρεί τους παραβάτες. Όχι… Έχω τον τέλειον φόβον της άπειρης αγάπης Του.
Να Τον φοβούμεθα τον Θεόν, αλλά για την θείαν Του μεγαλωσύνη! Για το ότι ενώ είμαστε αμαρτωλοί, μας ανέχεται! Να Τον φοβούμεθα και να τον αγαπάμε γιατί μας περιμένει! Και σένα περιμένει, και σένα περιμένει, και μένα περιμένει.
Να Τον φοβούμεθα διότι κάθε μέρα κάνει ένα δύο πέντε δέκα θαύματα προσωπικά, για τον καθένα μας θαύματα αληθινά. Και το ότι ζούμε σήμερα και δεν πεθάναμε, είναι ένα θαύμα. Να Τον φοβούμεθα λοιπόν για την άπειρη Δόξα Του!
Να Τον φοβούμεθα για τα όσα μεγάλα φοβερά και τρομερά, έχει κάμει για τη σωτηρία μας ο Θεός. Γιατί δε βλέπομε ότι το μεγαλύτερο και το τρομερότερο είναι ότι έγινε άνθρωπος - και το γιορτάσαμε τα Χριστούγεννα, - στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος! Και ύστερα ήρθε η διδασκαλία, ύστερα ήλθε το Πάθος, η Σταύρωσις, ο Θάνατος, η Ταφή και η ένδοξος Ανάστασις. Να Τον φοβούμεθα λοιπόν για την αγάπη Του, που έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού.
Να Τον φοβούμεθα για την άπειρη ευσπλαχνίαν, για την πατρότητά Του, για την θεία Του Πρόνοια.
Και αυτός ο θείος φόβος, που είναι ο φόβος των τελείων, γίνεται μέσα στην καρδιά μας, ΦΩΣ !!! Ναι, φώς γίνεται ! Φώς στην ψυχή μας, φώς στο νου μας, φώς στις αισθήσεις μας. Αλλιώς βλέπουν τα μάτια μας, αλλιώς βλέπω το Νίκο, τη Μαρία, την Κατίνα, την Δέσποινα, με συγχωρείτε για τα ονόματα, τον Γιώργο, τον Παύλο, τον Κώστα, αλλιώς. Με το φώς του Θεού πλέον. Και αυτό το φως που πηγάζει απ’ το θείο φόβο, είναι τόσο πολύτιμο, τόσο ουράνιο, τόσο σωτήριο, ώστε ο ίδιος ο Θεός, να μακαρίζει όσους κατέχουν αυτόν τον θείον φόβον λέγοντας «μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον». Για το δρόμο που οδηγεί στην κιβωτό της σωτηρίας, και για τη σωστή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, οδηγός λοιπόν και φως είναι ο θείος φόβος. Και αυτός ο θείος φόβος, δυστυχώς λείπει από τις καρδιές και την ζωή των περισσοτέρων από μας χριστιανών.

Είπαμε ότι προτεραιότητα που πρέπει να δίδομε, στη ζωή μας είναι η επιμέλεια η εσωτερική στην ψυχή μας. Η επιμέλεια αυτή γεννά επαναλαμβάνω την προσευχή, την καθαρή προσευχή, γιατί η προσευχή θα μας ενώσει με τον σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, αφού έχουμε πρόσωπο με πρόσωπο κοινωνία, άρα έχουμε και ένωση, γιατί είναι και μπροστά μας, είναι και μέσα μας. Η προσευχή θα τονώσει την πίστη, θα την κάμει πιο δυνατή, πιο αποτελεσματική, ώστε να μην φοβούμεθα τις κακές ημέρες που έρχονται και που είναι μπροστά μας. Μην παρεξηγείτε τα λόγια μου, άλλα λέμε και άλλα λέτε…
Και τότε θα ακολουθήσει ο φόβος του Θεού. Όχι ο φόβος του θανάτου και της κολάσεως επαναλαμβάνω, αλλά της θείας μεγαλοπρέπειας, που είναι όλη φώς. Ή, ο φόβος, ο θείος φόβος, όλος φώς. Φώς και θείος φωτισμός. Καθαρή προσευχή και δυνατή πίστη, μακαριότητα και Θεία Χάρη, είναι πράγματα που δυστυχώς δεν τα έχουμε. Είναι θεία χαρίσματα που δεν τα κατέχουμε, διότι πολύ εύκολα κατακρίνουμε, και κουτσομπολεύουμε, ακόμα και μέσα στη Θεία Λειτουργία, - με το στόμα βέβαια σπάνια - αλλά με το νου πολύ συχνά. Τι φορά αυτή, α.. έβαλε καινούργια μπλούζα και καινούργιο πουκάμισο. Κοίταξέ την τώρα που πάει και κοινωνάει και με μαντήλα ! Μας έγινε και θεούσα! Α, η Βαρσανουφία τώρα τελευταία, τη βλέπομε πολύ να μιλάει με το Βαρσανούφιο. Λες κάτι να γίνεται; Ου… και τους παντρέψαμε κιόλας, κάνανε και παιδιά! Και άκουσα κι απ το στόμα σας, να λέει, «α την κατεργάρα τα κατάφερε!» Και χιλιάδες άλλες τέτοιες ανοησίες!
Για προσέξτε όταν βγαίνετε, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος και ο μεγαλύτερος διάβολος, είναι την ώρα που θα βγείτε απ’ την εκκλησία. Αυτόν τον διάβολο να φοβούμεθα. Διότι οι περισσότεροι πριν φτάσομε στα σπίτια μας, ήδη έχομε κάνει καυγά μεσ’ το αυτοκίνητο, ή στο δρόμο. Πού το υπόλοιπον της ημέρας, και ιδίως αν έχομε κοινωνήσει. Αυτά που σας λέω είναι σωστά. Αλλά, με κουτσομπολιά και κατάκριση, προκοπή πνευματική δεν πρόκειται να δούμε. Ούτε και της ψυχής μας τα μάτια θα δουν ποτέ το φως του Θεού. Του θείου αυτού φόβου, για τον οποίον ομιλήσαμε πρίν. Γι αυτό και παραμένουμε τυφλοί, συγχισμένοι, διαρκώς ταραγμένοι, γκρινιάρηδες, κακομοίρηδες, όλο διαμαρτυρόμεθα, όλο οι άλλοι μας φταίνε, εμείς ποτέ. Σαν και μένα έχει και άλλον άνθρωπο; Τι λέμε τώρα!
Χωρίς θείον φόβο δεν καλλιεργείται η αγάπη, όπως την περιγράφει ο Απόστολος Παύλος, στον περίφημον εκείνον ύμνον, αν είχαμε τώρα μια Καινή Διαθήκη και ανοίγαμε εκεί το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο, « Η αγάπη ου φυσιούται ου περπερεύεται», και τα λοιπά, «εάν τας γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω γέγονα χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον» και τόσα άλλα. Να τον διαβάζετε καμιά φορά αυτόν τον ύμνον, για να καταλαβαίνετε, όχι τίποτε άλλο, και ’γω και σεις, αν έχομε αγάπη. Εγώ όταν τον διαβάζω λέω αγάπη μηδέν, φρούτ και τραβάω ένα μηδενικό. «Ου περπερεύεται», λέει, «ου φυσιούται, ου καταισχύνεται, τα πάντα υπομένει η αγάπη».
Α, κυρά Μαρία σηκωμένο; Όχι…Δεν πα να … Άρα δεν έχω αγάπη μέσα μου.
Λοιπόν, και αυτή με τη σειρά της, μας φέρνει την ενεργουμένη πίστη. Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης, να, τα τρία πράγματα τα οποία ζητάει η εκκλησία μας, όταν βγαίνει το Ποτήριον της Ζωής με το στόμα του Λειτουργού ιερέως. Για προσέξτε λοιπόν τι μεγάλο μάθημα μας έδωσε, ο εκ δεξιών ληστής πάνω στο Σταυρό, όταν επετίμησε τον άλλο ληστή που ήταν αριστερά, γιατί χλεύαζε και κορόϊδευε το Χριστό. Πιθανόν και αυτός στην αρχή… Τι του είπε… Τα θυμάστε; Πιστευω οι περισσότεροι ναι. «Ου δε συ φοβεί τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει;» Δε φοβάσαι συ το Θεό; Που βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, στην ίδια κατάσταση, υποφέρεις όπως υποφέρει και Αυτός! «Ημείς μεν δικαίως άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν. Ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν». Πεθαίνει αυτός ο άκακος ο αθώος, ο αναμάρτητος; Πεθαίνεις και συ! Υποφέρει και βασανίζεται αυτός; Υποφέρεις και τυραννιέσαι και συ. Δικαίως εσύ! Γιατί συ είσαι ο αμαρτωλός! Γιατί λοιπόν να κατακρίνεις και να χλευάζεις; Γιατί; Απ’ αυτή την παλιοκατάκριση θέλω να σώσω και σας και τον εαυτόν μου.
Άλλωστε η αληθινή αγάπη έξω βάλλει τον φόβον της κολάσεως, και τον φόβον της τιμωρίας και του θανάτου, μας βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής της αγάπης Ιωάννης. Εγώ λέω ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, διότι αγαπώ. Άλλωστε, «ο φόβος κόλασιν έχει», συμπληρώνει ο ίδιος, εκεί στις επιστολές του τις λεγόμενες καθολικές. Όταν λοιπόν έχεις μέσα σου θείον φόβον, φωτισμόν Θεού, πίστιν, προσευχή και αγάπη, ουδέποτε θα κουτσομπολέψεις και θα κατακρίνεις τον πλησίον σου.

Κάποτε ο γέροντάς μου, ο πατήρ Εφραίμ, είδε το εξής φοβερόν όραμα. Βρέθηκα, μας διηγείται, όπως μας το διηγείται, -μας το έχει διηγηθεί πέντε δέκα φορές μέχρι τώρα,- σε ένα απέραντο τόπο, όπου υπήρχαν χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι, πάσης ηλικίας και φύλου. Και μπροστά σ’ αυτό το πλήθος, στεκόμουν και γώ. Απέναντι από μένα βρισκόταν ένας γίγαντας, ένας δαιμόνιος άνθρωπος, ένας φοβερός κατήγορος, έτοιμος να κατηγορήσει, και να τους καταδικάσει όλους, με επιχειρήματα σατανικά. Επιχειρήματα που του έδιδε αυτό το πλήθος. Το αξιοπερίεργον λοιπόν ήτο, ότι όλο αυτό το πλήθος, ήταν βουβό, είχαν μεν όλοι στόματα, όπως και μάτια και τα λοιπά και πρόσωπο, αλλά το στόμα τους ήταν κλειστό. Ήταν όλοι τους μουγγοί. Διότι όλοι τους ήσαν αναπολόγητοι σ’ αυτή την κρίση που γινόταν, σ’ αυτό το δικαστήριο. Και τώρα τι θα γίνει; Τι πρέπει να κάνω εγώ; Και αμέσως του λέγω θαρρετά. Ο γέροντας, λέει θαρρετά, στον δαιμόνιο αυτόν άνθρωπο. Δεν μπορείς να τους καταδικάζεις όλους αυτούς τους ανθρώπους εσύ, επειδή συ έτσι το θέλεις! Εκεί τότε εκείνο το φοβερό δαιμόνιο, άρχισε να κατηγορεί τον καθέναν χωριστά, για τα αμαρτήματά του. Και πρώτον, διότι δεν είχε κανείς μετάνοια. Το επαναλαμβάνω σε όλους. Δεν είχε κανείς μετάνοια! Δεύτερον, τρίτον, τέταρτον, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, θα απαριθμήσω μερικά απ’ αυτά. Ο ένας ήταν κλέπτης. Ο άλλος, μέρα νύχτα έλεγε ψέματα. Ο άλλος ήταν υπερήφανος. Και για να μη λέω ο άλλος, ο άλλος, λέω, εγωιστής, κενόδοξος, πόρνος, μοιχός, παιδεραστής, ομοφυλόφιλος, φονιάς, πατροκτόνος, μητροκτόνος, εκτρώσεις, αρσενοκοιτία, μέθυσοι χαρτοπαίκτες, λίδοροι, μαλακοί, δειλοί, φιλάργυροι, οργίλοι, θυμώδεις, κατακριτές, κουτσομπόληδες, αργολόγοι, αιμομίχτες, φθονεροί, ζηλιάρηδες, άδικοι, άρπαγες, δόλιοι, πονηροί, χωρίς προσευχή, χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς εξομολόγηση και μετάνοια, χωρίς Θεία Κοινωνία, ανελεήμονες, άσπλαχνοι, άστοργοι, ασεβείς προς τους γονείς και μεγαλυτέρους, κακούργοι, αναρχικοί, ανήθικοι, αργόσχολοι, σκληροτράχηλοι, αγνώμονες, αχάριστοι, θέλετε να πω και άλλα; Και γώ, λέει ο γέροντας, τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς. Να τι κάνει το κομποσχοινάκι σας! Α, πούντα; Να τι κάνει η προσευχή. Να τι κάνει η αγιασμένη ζωή, να τι κάνει η παρρησία προς το Θεό! Υπερασπίζεσαι τον άνθρωπο που είναι αμετανόητος. Και τους παίρνεις φώς! Και θείον φόβον! Για να έρθει στη μετάνοια ! Και όμως αυτός τους καταδίκαζε, με βάση την Αγία Γραφή διότι όλες αυτές οι αμαρτίες που ανέφερα, είναι όντως γραμμένες, σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο Ευαγγέλιο. Και συνεχίζει ο γέροντας: Κι όμως εγώ τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς, επικαλούμενος την ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα μακροθυμία Του και το έλεός Του. Όχι, φώναζε αυτός, θα καταδικαστούν όλοι τους, στους αιώνας των αιώνων, διότι δεν είχαν μετάνοια ειλικρινή, θείον φόβον, αγάπη, μυστήρια, προσευχή, ελεημοσύνη, θεία μυστήρια, και δε συγχωρούσε ο ένας τον άλλον. Και άμα ξέρετε, θυμώσουμε λιγάκι, κατεβάζουμε μια μούρη μέχρι κει κάτω, έτσι, μέχρι κει κάτω πάει η μούρη μας. Ιδίως μεταξύ των συζύγων. Μη παρεξηγείται κανένας. Και μεταξύ φίλων, και μεταξύ συνεργατών, και μεταξύ γειτόνων, και μεταξύ παπάδων, και μεταξύ δεσποτάδων, και μεταξύ μοναχών, και μεταξύ όλων ημών. Έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους μουγκούς και βουβούς, και τους λυπόμουνα κατάβαθα. Δεμένες οι γλώσσες τους. Κλειστά τα στόματά τους. Και όμως εγώ δεν σταματούσα να αντιμάχομαι, -προσέξτε τώρα με τι αντιμάχομαι,- όχι εγώ, ο γέροντας. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοιες, κομποσχοίνι, ελεημοσύνη, εγκράτεια, δάκρυα παρακλητικά προς τον φιλάνθρωπον Κύριον, και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν και την Παναγία Μητέρα Του. Και ενώ συνεχώς μαχόμουν μαζί του, λέγοντας αυτός τα δικά του, και ’γω αντιλέγοντας, υπερασπιζόμενος όλους αυτούς, ακριβώς τότε, από τις πολλές φορές, που έλεγε κείνος και έλεγε και ο γέροντας, ήλθε εις εαυτόν. Και ερχόμενος εις εαυτόν, είπα. «Και τώρα τι γίνεται; Παναγία μου φώναξα μέσα στο κελί μου, Χριστέ μου, σε τι μέρες ζούμε; Χάνονται εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ψυχές. Χριστέ μου, πού πάμε; Πού πάμε; Πού πάμε;

Η ώρα του θανάτου έρχεται, οι άνθρωποι και μείς μαζί τους περπατάμε αδιάφοροι. Μας κατέλαβε όλους μια απέραντη πνευματική νάρκη και ραθυμία. Ούτε πίστις, ούτε Θεός, ούτε αγάπη, ούτε έλεος προς τον πλησίον, ούτε συμμετοχή στα άγια μυστήρια, ούτε προσευχή, ούτε μετάνοια, ούτε δάκρυα. Πώς θα σώσουμε; Πώς;

Θα σας πω όμως μια ιστορία για μια μαμή, πώς σώθηκε επί των παιδικών μου ημερών. Τρείς γυναίκες το 1938, ξεκίνησαν για εξομολόγηση, στον όσιο Γεώργιο Καρσλίδη, που ασκήτευε στη Σίψα της Δράμας. Έξω απ’ τη Δράμα δέκα χιλιόμετρα. Ο Άγιος που είχε μεταξύ των πολλών χαρισμάτων, το προορατικόν, το προφητικόν και τα λοιπά, αυτός ο Άγιος λοιπόν, - μικρό είναι το εκκλησάκι του, όσοι έχετε πάει στη Σίψα, το έχετε δει το εκκλησάκι πόσο μικρό είναι και πόσο το κελάκι του, ύστερα κατόπιν οι μοναχές το μεγάλωσαν λιγάκι, αλλά το πρώτο και το παλιό ήτανε πολύ μικρό,- βγήκε μπροστά στην πόρτα, και όταν οι γυναίκες έφτασαν περίπου στα είκοσι μέτρα τις σταμάτησε. Εεπ, σταθείτε εκεί, (εδώ δηλαδή στην πόρτα). Για σταθείτε. Στάθηκαν οι καημένες, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν. Από μακριά τις έλεγε τις αμαρτίες τους. Και αποκάλυπτε ακόμα και τι είχαν κρυμμένα μέσα στις τσέπες τους. Δεν έβλεπε μόνο τις καρδιές. Έβλεπε και τις άκρες εδώ των ρούχων τους στη γωνία εδώ, σ’ αυτή τη γωνία, τι κρύβανε. Πούχαν πάρει απ’ τους χοτζάδες τις Κομοτηνής. Απευθύνεται λοιπόν σε αυτήν που ήταν αριστερά και της λέει, «Εσύ κυρά Μαριώ, είσαι αθεόφοβη, δεν έχεις καθόλου φόβον Θεού, γιατί; γιατί τα χέρια σου είναι ματωμένα. Είσαι μαμή αλλά και φόνισσα. Καθαρά πράματα, ξεκάθαρα. Σκοτώνεις τα μωρά στις κοιλιές των εγκύων γυναικών, των μανάδων που δεν είναι μάνες, και συ είσαι μια διαβολογυναίκα, και ήρθες εδώ με την παρέα τρέμοντας απ’ το φόβο σου, να σου διαβάσω μια ευχή, για να σου φύγουν οι εφιάλτες. Γι’ αυτό ήλθες! Δεν ήρθες γιατί έκανες φόνους, αλλά γιατί είχες εφιάλτες. Και δεν μπορούσες να κοιμηθείς! Βλέπεις μωρά στον ύπνο σου διαρκώς, να θέλουν να σου βγάλουν τα μάτια. Και σου λένε, γιατί κακούργα μας σκότωσες; Γιατί; Και πετάγεσαι πάνω τρομαγμένη, και πηγαίνεις ύστερα στο γιατρό, για να του ζητήσεις τα τότε εκείνης της εποχής ψυχοφάρμακα. Για να σου διαβάσω λοιπόν εγώ ευχή, πρέπει να εξομολογηθείς πρώτα, και ύστερα από σήμερα, πρώτον, δεν θα ξεγεννήσεις με σκοπό τον φόνον του εμβρύου. Δεν θα το δεχτείς ποτέ! Αλλιώς στον πρώτο φόνο που θα κάνεις θα πεθάνεις αμέσως, την ίδια ώρα. Που να τολμήσει ξανά να κάνει τέτοιο πράγμα!- Δεύτερον, Δεν θα ξαναδώσεις δηλητηριώδη φυτά, αυτό που λέει και ο όρκος του Ιπποκράτη, δεν ξέρω αν έχουμε κανένα γιατρό εδώ, θα του δώσω φθόριον, λέει, για να κάνει η γυναίκα αποβολή. Τρίτον, θα ξεγεννάς κανονικά, και τα λεφτά που θα σου δίνουν θα τα δίνεις όλα μέχρι δεκάρας, στο γηροκομείο της Δράμας. Τέταρτον, θα εξομολογηθείς ύστερα από τρείς μήνες εδώ, αφού προηγουμένως προετοιμαστείς σωστά. Πέμπτον, δεν θα κοινωνήσεις παρά μόνον μία φορά στη ζωή σου, και αυτή θα είναι η τελευταία εβδομάδα της ζωής σου πάνω στη γη. Τρομαγμένη αυτή, είχε πέσει, κόντεψε να λιποθυμήσει, είχε πέσει και κάτω, λέει «και πώς θα ξέρω η άμοιρη, τούπαν και οι άλλες, πώς θα ξέρει λέει, ποια είναι η τελευταία εβδομάδα της ζωής; Δεν θα αρρωστήσεις ποτέ, απάντησε ο άγιος, παρά μόνον μία φορά, και θα σε πάνε στο νοσοκομείο της Δράμας. Αυτή η εβδομάδα που θα μείνεις θα είναι και η τελευταία της ζωής σου, τότε θα ζητήσεις τη Θεία Κοινωνία, για να την πάρεις ως εφόδιο για την άλλη ζωή, και ο Θεός να σε συγχωρέσει. Αυτός είναι ο κανόνας σου και αλίμονό σου αν δεν τον τηρήσεις. Έτσι και έγιναν σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, όπως εμένα μου τις διηγήθηκαν τώρα.
Θυμάστε, που το περιγράφει το βιβλίο, όσοι έχετε διαβάσει την ζωήν και τον βίον του Αγίου Γεωργίου του Καρσλίδη, του νέου αυτού ομολογητού, που ’πε σε μια δασκάλα πού ’κανε μία έκτρωση, μία, πρέπει να αρχίσω να την βάζω και γώ αυτή την τιμωρία, αυτό τον κανόνα μάλλον, ξέρετε τι την έκανε, το ξέρετε ε; της είπε επί τρία καλοκαίρια, θα ντύνεσαι σα τσιγκάνα, με βρώμικα ρούχα και μπογιές πασαλειμμένη στο πρόσωπο και στα χέρια, θα ζητιανεύεις αυτά τα τρία καλοκαίρια, δασκάλα του ’38, σκεφτείτε τι τιμή είχε τότε μια δασκάλα, ε! Λοιπόν, και τα λεφτά που θα μαζεύεις από ζητιανιά, τα ψωμιά και ό,τι άλλο σου δίνουν, θα τα πηγαίνεις στο γεροκομείον της Δράμας. Και αφού περάσουν τα τρία χρόνια, τότε θα έλθεις, τότε θα σου διαβάσω ευχή, και τότε θα κοινωνήσεις. Όποιος έβριζε τα θεία; Μμμμ, να κάτι που πρέπει να εφαρμόσουμε όλοι οι πνευματικοί στις ημέρες μας και δεν το κάνομε, και θα μας πιάσει ο Θεός απ’ τη γλώσσα και απ’ το λαιμό, και δεν ξέρω από πού αλλού, να τους βάζουμε αυτό που τους έκανε αυτός, να γλύφουν, όλη την Εκκλησία από την είσοδο, μέχρι μπροστά εδώ το Άγιο Βήμα, έτσι με τη γλώσσα τους κάτω, τώρα έχει και χαλιά και είναι και εύκολο, όχι, όχι, όταν θα είναι τα πλακάκια.

Να λοιπόν πως έρχεται η σωτηρία! Η σωτηρία έρχεται με τη μετάνοια! Να λοιπόν η διόρθωσις, η αλλαγή της ζωής, ο Θείος Φόβος, το πετραχήλι του Πνευματικού, η μετάνοια και το πετραχήλι θα φέρουν τον θείο φωτισμό, θα εκκλησιάζεται κατόπιν ο άνθρωπος, θα κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, σύμφωνα με όσα εντέλεται η Εκκλησία, θα υπακούει κατά πάντα στο θέλημα του Αγίου Θεού! Θα ταπεινώνεται και θάχει την ελπίδα πάντοτε στον Πανάγιο Θεό ότι δεν θα τον εγκαταλείψει όσο αμαρτωλός και αν είναι!
Αν εσώθη ο ληστής πάνω στο Σταυρό, υπάρχει ελπίδα για όλους μας. Την είδατε την μοιχαλίδα; Επ’ αυτοφόρω πιάστηκε να μοιχεύει! Την φέραν μπροστά στο Χριστό και σύμφωνα με το Νόμο έπρεπε να λιθοβοληθεί. Ο αναμάρτητος πρώτος βαλλέτω τον λίθον. Και κανένας δεν σήκωσε την πέτρα. Που είναι λέει αυτοί που σε κατακρίνουν; Δεν είναι κανένας εδώ Κύριε! Λοιπόν, ούτε εγώ σε κατακρίνω. Ποιος από εμάς είδε έναν που αμάρτησε κατ αυτόν τον τρόπον, και δεν τον κατέκρινε;
Τον Θεόν θα μιμούμεθα! Μιμηταί Θεού γίνεσθαι, λέει ο Απόστολος Παύλος. Άγιοι γίνεσθε ότι Άγιος ειμί Κύριος ο Θεός. Αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα, ευχόμεθα εδώ, στο θυσιαστήριο εμείς οι λειτουργοί. Και στο «εν παντί καιρώ» λέμε «τας ψυχάς ημών αγίασον, τα σώματα άγνισον, τους λογισμούς διόρθωσον, τας εννοίας κάθαρον» τι ωραία που είναι! Να πως η σωτηρία, να πως η παρρησία. Να η ελπίδα πως γιγαντώνεται μέσα στον άνθρωπον, και ο άνθρωπος σώζεται! Γι’ αυτό λοιπόν, όλοι μας όσοι είμαστε εδώ αυτή τη στιγμή, να είμεθα υπερβέβαιοι ότι ο Θεός θα μας δώσει χρόνον μετανοίας, αρκεί να μην Τον ξεχνάμε. Διότι αυτός είναι ο μόνος φιλάνθρωπος. Αυτός είναι που δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού. Όσο ζει, διότι θέλει να επιστρέψει κοντά Του.
Πιστεύω πως όλοι μας οδεύουμε σ’ αυτόν τον δρόμον, τον καινούργιον αυτόν χρόνον που ήλθε. Και αυτός ο δρόμος είναι δρόμος της σωτηρίας, με όσα συμεπάγεται αυτή η πορεία και αναφέραμε πολύ ταπεινά εδώ.

Αδελφοί μου, Αυτώ η δόξα, και το κράτος και η τιμή, και η δύναμις και η προσκύνησις, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.