Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Η καθολικη κρίσις στή ζωή τού ανθρώπου καί η λύσις τής Παναγίας
214-β
Ε' Χαιρετισμοί, 2009
… προεκτάσεις, για τους Έλληνας εργαζομένους, και με μεγάλη πιθανότητα να ενταθεί ακόμα περισσότερο. Υπάρχει ηθική κρίσις. Με σκάνδαλα πάσης φύσεως. Με διαπλοκές και μίζες. Με κατακρίσεις και σπατάλη του δημοσίου χρήματος που είναι η δική μας πόροι και ο δικός μας ιδρώτας.
Με σωματεμπορία και με πορνογραφία, ακόμα και παιδική πορνογραφία, μέσα στις ιστοσελίδες, που να είναι σε μεγάλη έξαρση.
Με ηθική παράλυση από τον πανσεξουαλισμό, με ναρκωτικά και το λαθρεμπόριο.
Με ληστείες και φόνους αθώων πολιτών. Ακόμα και γερόντων για είκοσι ευρώ.
Με φούντωμα την αναρχία και την τρομοκρατία.
Αν μιλήσουμε δε και για την κρίση που περνάει η οικογένεια, θα απελπιστούμε με τα σημερινά της χάλια. Άλλωστε σε δυο βραδινά μας κηρύγματα παρουσιάσαμε με τα πιο μελανά της χρώματα την κρίση της.
Υπάρχει επίσης κρίσις στην παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της, Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, ΤΕΙ, Πανεπιστήμια. Έχομε κρίση στην πολιτική και στους πολιτικούς μας. Δεν κάνουμε πολιτική αλλά παρουσιάζουμε όπως έχει η κατάστασις σε ολόκληρο τον κόσμο, και σε όλα τα έθνη που βρίσκονται σε αναβρασμό.
Αυτό σημαίνει με λίγα λόγια ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα, μαζί και η πατρίδα μας, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, έδιωξε τον Χριστό από τα σπλάχνα της. Τον έβγαλε όχι μόνον έξω από την οικογένεια, αλλά και έξω από την κοινωνία. Έτσι πληρώνουμε την αποστασία μας, από το θέλημα του Θεού.
Εμείς οι ίδιοι εγκαταλείψαμε το απλωμένο σπλαχνικό χέρι του Θεού, και γυρνώντας την πλάτη μας, πιάσαμε οριστικά το χέρι του διαβόλου. Έτσι δημιουργήσαμε κρίση με τον Θεόν. Από τη στιγμή όμως που αγκαλιάσαμε το θέλημα του διαβόλου, την πονηριά και την κακία, την ψευτιά και την κατάκριση, αντιστρατευθήκαμε κατά του Θεού σωριάζοντας γύρω μας τα ερείπια του πνευματικού θανάτου.
«Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος», βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Κρίσεις και συγκρούσεις με τον Θεόν είχαμε στην πορεία των αιώνων από τις αιρέσεις και που θεομαχώντας αρνήθηκαν την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής. Αμφισβήτησαν και πολέμησαν την θεότητα του Ιησού Χριστού, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, την Τριαδικότητα του ενός Θεού. Πολέμησαν το αειπάρθενον της Παναγίας, και τον όρον Θεοτόκος. Αμφισβήτησαν επίσης την Ιερά Παράδοση, τους Αγίους, τα θαύματα, τα μυστήρια της Εκκλησίας μας και πολλά ακόμα ιερά και όσια της πίστεως μας. Έτσι η κρίσις κατέστη ανταρσία, θεομαχία, αίρεσις, δαιμονοκρατία.
Όλα αυτά όμως άρχισαν πριν από χιλιάδες χιλιάδες χιλιάδες χρόνια, από μια πολύ παλιά ιστορία που την ρίζα της την έχει στην πρώτη παράβαση και παρακοή των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύας. Είναι η πρώτη κρίσις στην ανθρωπότητα. Η πρώτη σύγκρουσις. Ο Αδάμ αντιλέγει στο Θεό που τον έπλασε και Τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για τη γυναίκα που του έδωσε. Και αφού δεν υπάρχει μετάνοια και αναγνώρισις του λάθους από μέρους του, η κρίσις γενικεύεται, απλώνεται και πολλαπλασιάζεται.
Ακολουθεί η κρίσις και η σύγκρουσις μεταξύ Αδάμ και Εύας. Αφού ο Αδάμ κατηγορεί την γυναίκα του ότι τον εξαπάτησε, γι’ αυτό και την μισεί και την σιχαίνεται. Αμυνομένη η Εύα, παρά το πρωταρχικό της φταίξιμο, κατηγορεί τον διάβολο ως αιτία του κακού, και όχι την προαίρεσή της. Έτσι η αμαρτία ολοκληρώνεται, και η κρίσις μεταβιβάζεται στους απογόνους.
Και το πρώτο αποτέλεσμα της κρίσεως είναι άμεσο. Ο Κάιν σκοτώνει τον Άβελ. Και τον σκοτώνει από φθόνο, χωρίς να φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος. Ήτο παντελώς αθώος.
Έτσι από τότε, το κακόν εδραιώθηκε στη γή. Η αμετανοησία μας το έκαμε να ριζώσει και να πολλαπλασιαστεί και συνεχώς να πολλαπλασιάζεται. Αλλά μαζί με το κακό έρχονται και τα δεινά της παρακοής στον άνθρωπο, και γενικά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η ασθένειες, πόνοι ψυχικοί και σωματικοί, δάκρυα, βάσανα, στεναχώριες, άγχος, αμηχανία, συγκρούσεις μεταξύ των συζύγων, συγκρούσεις μεταξύ γονέων και παιδιών, συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών, συγκρούσεις και με το διπλανό μας, που τελικά καταλήγουν μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων για να καταλήξουν σε συγκρούσεις με τη μορφή των ανταρσιών, των επαναστάσεων και των πολέμων.
Έτσι έχοντας κρίση ο άνθρωπος με τον Χριστόν και την Εκκλησία Του, σκοτίζεται πνευματικά, απομονώνεται μέσα στο άθλιο καβούκι του και καταρρακώνεται από την μοναξιά, για να τον αποτελειώσει το γήρας, η ανημποριά και τέλος ο θάνατος χωρίς ελπίδα. Οι Συγκρούσεις με τον Θεόν, σπέρνουν πάντοτε ανέμους, γι’ αυτό και ολόκληρη η ανθρωπότητα θερίζει θύελλες.
Αλλά να, που εμφανίζεται ένας έμψυχος Παράδεισος, η Υπεραγία Θεοτόκος, η Παναγία μας. Αυτή μέσα στα σπλάχνα της, ως άλλος πνευματικός Παράδεισος, βλαστάνει το νέο Ξύλον της ζωής, τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεάνθρωπο Κύριο, που με το έργο Του, την προσφορά Του, τα θαύματά Του, την ανυπέρβλητη ζωηφόρο διδασκαλία Του, και ιδιαιτέρως με την Σταυρικήν Του Θυσίαν, θεραπεύει αδελφοί μου, την θανατηφόρο κρίση που υπήρχε και υπάρχει στις σχέσεις Θεού και ανθρώπου. Στις σχέσεις του Δημιουργού, του Πλάστου, και των λογικών πλασμάτων και δημιουργημάτων. Έτσι όσοι από μας, καταφεύγουμε στη χάρη της Παναγίας, και ενούμεθα με τον Υιόν της και Θεόν ημών, τον Σωτήρα και Κύριον Ιησούν Χριστόν, αρχίζουμε μια καινούργια ζωή. Την ζωή των μυστηρίων, μετανοίας, και Θείας Μεταλήψεως, αφού προηγουμένως προηγηθεί το Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα.
Αρχίζουμε μια καινούργια ζωή, τη ζωή του Ευαγγελίου και της προσευχής. Τη ζωή της ζωντανής πίστεως και της ενεργουμένης αγάπης, τη ζωή των αρετών, την αγία ζωή, που επεκτείνεται στην αιωνιότητα, από τώρα και πάντοτε, στους αιώνας των αιώνων.
Έτσι η πίστις μας προς τον Σωτήρα μας Κύριον Ιησούν Χριστόν, ομαλοποιεί τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, με τον σύντροφον της ζωής μας, με τα παιδιά μας, και με τον συνάνθρωπό μας, θεραπεύοντας και τις κλονισμένες σχέσεις ακόμα και με τον εχθρόν μας. Αυτόν τον άνθρωπο που μας έκαμε κακό. Και η κρίσις αυτή της εχθρότητος, και της αντιπαλότητος προς τον πλησίον, μέσω του Ιησού Χριστού, της χριστιανικής ζωής, του Βαπτίσματος και των λοιπών Αγίων Μυστηρίων, μεταβάλλεται πρώτα σε συγγνώμην, ύστερα σε επιείκεια, κατόπιν σε μακροθυμία και τέλος σε αγάπη αληθινή.
Τα γεγονότα βέβαια γύρω μας, στο σπίτι μας, στη γειτονιά μας, την Ελλαδική κοινωνία, αλλά και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα σήμερα, μας διαψεύδουν.
Εμείς όμως θα κοιτάξουμε στις δικές μας καρδιές, και ο καθένας χωριστά τη δική του ψυχή, να δει τον εσωτερικό του κόσμο, να ψάξει καλά μέσα στην συνείδηση και την ψυχή του, και ψάχνοντας μέσα στην καρδιά μας, αν απ’ αυτήν την έρευνα βρει η ψυχή μας ότι παλεύομε, ότι προσπαθούμε στο κατά δύναμιν για το καλό, τότε η κρίσις ήδη έχει θεραπευθεί.
Τότε η Παναγία θα μας δώσει το κλειδί του Παραδείσου αφού είναι των θυρών το ανοιχτήριον.
Και το κλειδί αυτό των θυρών, το ανοιχτήριον, είναι η μετάνοια.
Η κραυγή του ληστού «Μνήσθητί μου όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου» είναι κραυγή μετανοίας.
Η στάσις του Τελώνου όταν κτυπούσε το στήθος και έλεγε «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» είναι κραυγή μετανοίας.
Η επιστροφή του Ασώτου, και το πέσιμο στην αγκαλιά του Θεού Πατρός κράζοντας «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», είναι κραυγή μετανοίας.
Κατόπιν έχουμε την φωνή του τυφλού Βαρτιμαίου, «Ιησού Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με». Να μας βγάλει από την τύφλα της παρούσης ζωής, και να μας ανοίξει τα μάτια μας στην χάριν του ουρανού.
Οι κραυγές των λεπρών «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς» σημαίνει ότι πρέπει να καθαρισθεί η λέπρα αυτή της αμαρτίας που δημιουργεί την κρίσιν με τον Θεόν, για να μας έλθει η σωτηρία. Και η κραυγή, της πίστεως η κραυγή, της Χαναναίας, «Ιησού Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με, ελέησόν με, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται», μας τα λέγει όλα.
Αυτές οι κραυγές μετανοίας, είναι αυτές που θεραπεύουν την κρίση, και τις μεταβάλλουν σε έλεος, σε μακροθυμία, σε φιλανθρωπία, και τέλος στη σωτηρία,
δια πρεσβειών της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας,
Αμήν.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2009
Τό κάλεσμα τού Θεού γιά τήν Ιερωσύνη, αποστολικό ανάγνωσμα
214-α
Κυρ. Σταυροπροσκυνήσεως, 2009
«Ο καλούμενος υπό του Θεού καθάπερ και ο Ααρών».
Απ’ το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Χριστιανοί μου, ο Ααρών ως γνωστόν ήτο αδελφός του Μωυσή, και είναι αυτός που κλήθηκε κατ’ ευθείαν από τον Θεόν, και πήρε την Αρχιεροσύνη. Έτσι κατέστη ο πρώτος Αρχιερεύς, μεταξύ των Ιουδαίων.
Αυτό ακριβώς μας είπε σήμερα και ο Απόστολος Παύλος, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, που διάβασε προηγουμένως ο ιεροψάλτης.
Λέγει ο Απόστολος: Κανένας δεν λαμβάνει μόνος του και από τον εαυτόν του την ψηλή τιμή της Αρχιεροσύνης, αλλά τη λαμβάνει όταν καλείται από τον Θεόν, όπως ακριβώς συνέβη και με τον Ααρών. Ο Θεός λοιπόν, καλεί κατά πρώτον λόγον όλους τους ανθρώπους να γίνουν χριστιανοί, με το Άγιον Βάπτισμα, βαπτιζόμενοι στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δια του Αγίου Χρίσματος.
Ο Θεός κατόπιν καλεί μέσα από τους χριστιανούς, κάποιους που τους θέλει να υπηρετήσουν, και να διακονήσουν πρώτα τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του και ύστερα τον λαόν Του.
Εκείνος καλεσε στην Παλαιά Διαθήκη Αρχιερείς και ιερείς, προφήτες και κριτές, για να διακονήσουν και να καθοδηγήσουν τον περιούσιον λαόν Του. Εκείνος κάλεσε και στην περίοδο της Καινής Διαθήκης τους πρώτους μαθητάς και Αποστόλους λέγοντάς τους, «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω ημάς, αλιείς ανθρώπων».
Και αργότερα τους διαβεβαίωσε ότι «δεν με διαλέξατε εσείς, αλλά εγώ εξελεξάμην υμάς, εγώ σας εξέλεξα, από όλους τους άλλους και σας τοποθέτησα στο υψηλόν έργον του Αποστόλου, ίνα μαθητεύσετε εις πάντα τα έθνη, διδάσκοντες αυτούς που θα με πιστέψουν και θα βαπτιστούν, πάντα όσα ενετειλάμην υμίν».
Και σ’ άλλη του επιστολή στην Προς Εφεσίους, ο Απόστολος Παύλος και πάλι μας βεβαιώνει ότι ο ίδιος ο Χριστός έδωσε τους μεν Αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε Ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των χριστιανών, στο μεγάλο έργο της διακονίας των πιστών, ώστε συνεχώς να οικοδομείται η Εκκλησία που είναι Σώμα Χριστού.
Δια μέσου των αιώνων, εκατοντάδες χιλιάδες κλήθηκαν ως ιερείς και αρχιερείς και υπηρέτησαν την Εκκλησίαν και τον λαόν του Θεού. Στρατιά ολόκληρη αποτελούν όλοι αυτοί, γνωστοί και άγνωστοι - και σήμερα ιερομάρτυρα ιερέα τιμώμεν.
Και μείς με σεβασμό και ευγνωμοσύνη πρέπει να στρέψουμε την σκέψη μας, προς όλους αυτούς που τίμησαν την ιεροσύνην ακόμα και με θυσία της ζωής των.
Μας παρέδωσαν την διακονία της ιεροσύνης μέχρι και σήμερα, μέχρι των ημερών μας, γι’ αυτό καλούμεθα, τη πνευματική αυτή σκαπάνη να την παραδώσουμε στη νέα γενιά που έρχεται. Δόξα σοι ο Θεός, το λέω με την ευθύνη που αναλαμβάνω, μ’ αξίωσε την διακονία μου να την παραδώσω όλως αναξίως μέχρι σήμερα σε δέκα νέους κληρικούς, σε δύο αγάμους, τον πατέρα Χρυσόστομο που είναι πρωτοσύγκελος στην Ιερά Μητρόπολη Καλαμαριάς, και στον πατέρα Εφραίμ τον οποίον γνωρίζετε πρωτοσύγκελο στην Ιερά Μητρόπολη Σιατίστης.
Τον πατέρα Παναγιώτη, στον πατέρα Αντώνιο, αδελφό και συλλειτουργόν μου, στον πατέρα Ιωάννη Ζούζουλα, κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής της Σλοβακίας, στον πατέρα Μαυρουδή, στον πατέρα Ανδρέα Κουμπή που βρίσκεται στις Σπέτσες, στον πατέρα Χαράλαμπο που είναι στην Κάλυμνο, και δύο διακόνους εγγάμους, τον πατέρα Γεώργιο που γνωρίζετε, και τον πατέρα Νικόλαο που χειροτονήθηκε την περασμένη Κυριακή.
Δόξα σοι ο Θεός, αποτελεί μεγάλη τιμή για τον χριστιανόν, το κάλεσμα αυτό του Θεού, για την ιεροσύνην. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή, ο μικρός και αμαρτωλός άνθρωπος, ο τιποτένιος, να καλείται από τον Θεόν για να Τον υπηρετήσει. Για να γίνει συνεργάτης Του, όργανον της Θείας Χάριτος, και οικονόμος των μυστηρίων της Εκκλησίας.
Να χρησιμοποιεί ο χειροτονημένος χριστιανός ως κληρικός, έγγαμος ή άγαμος, και να δανείζει το στόμα του και τα χέρια του, και ολόκληρη την ύπαρξή του, για να εργάζεται ο Θεός δια μέσου αυτού την σωτηρία των ανθρώπων. Μας λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος:
Δε βλέπεις ποια τιμή, ποια εξουσία, έδωσεν ο Θεός στους ιερείς; Αυτοί και κανένας άλλος τελούν με τα χέρια τους τα ιερά και φρικτά μυστήρια. Δεν υπάρχει ούτε στη γη, ούτε στον ουρανό, συνεχίζει ο Χρυσόστομος, αξίωμα τόσο μεγάλο όσο είναι το της ιεροσύνης. Η εξουσία του ιερέως, είναι ανώτερη και από τις εξουσίες όλων των αρχόντων της γης, βασιλέων, αυτοκρατόρων, κυβερνητών, προέδρων, πλανηταρχών, και δεν ξέρω ποιών άλλων. Αλλά είναι ανωτέρα και αυτής ακόμα των αγγέλων. Ό,τι επιτελούν οι ιερείς, δεν μπορούν να το τελέσουν ούτε οι άγγελοι.
Αποτελεί την πιο μεγάλη τιμή η ιεροσύνη, αλλά απαιτεί όμως και πολύ μεγάλες θυσίες. Ο σκοπός της ιεροσύνης, δεν είναι να προβάλλει το όνομά του ο ιερεύς ή ο αρχιερεύς, ούτε πάλι να επιδιώκει τιμές και δόξες μέσω αυτής, αλλά να αποβλέπει στη σωτηρία των ψυχών. Πώς θα αποβλέπει σ’ αυτήν; Με την διακονία του λόγου και των ιερών μυστηρίων. Η διακονία απαιτεί θυσίες, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, δάκρυα, ευθύνη μεγάλη, και πολλή υπομονή προς καταρτισμόν των ψυχών που ο Θεός εμπιστεύεται.
Δεν θα οδηγούμε τους νέους στην ιεροσύνη αν έχουν κωλύματα. Όχι. Διότι προτροπή του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεον είναι «χείρας ταχέως μηδενί επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις». Αλλά και όσοι έχουν πάλι κλίση και κλήση, κλίση με γιώτα και κλήση με ήτα, δεν πρέπει να βιαστούν και να προχωρούν αβασάνιστα προς το ιερόν θυσιαστήριον.
Το ότι ο Θεός μας καλεί δεν σημαίνει, ότι και μας υποχρεώνει.. Δεν μας πιέζει ο Θεός… Δεν καταργεί την ελευθερία μας.. Το ότι μας καλεί, - είναι και μερικοί όπως λέμε θεόκλητοι, - ακόμα είναι και άλλοι δημόκλητοι, ότι τους εκλέγει αυτούς ο λαός.
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι εκείνος, που ανοίγει τον δρόμο στο ύψιστο υπούργημα, της ιεροσύνης.
Καταδέχεται ο Θεός, συγκαταβαίνει ο Θεός, και ευδοκεί ο Θεός στο να μας καλεί να γίνουμε Απόστολοί Του. Και όλοι πρέπει οι υποψήφιοι εκ των για την ιεροσύνη, να κάνουν μια μικρή προσευχούλα ως εξής.
«Θέλω εγώ να γίνω ιερεύς Θεέ μου, και το επιθυμώ πολύ με όλη μου την καρδιά, αλλά Συ Θεέ μου το θέλεις; Γι’ αυτό φώτισέ με, αλλά και φώτισε και διακριτικούς και εμπείρους πνευματικούς, εκείνοι να γίνουν το δικό σου στόμα και να μου πουν αν πρέπει να γίνω ή να μη γίνω.»
Αυτή θα πρέπει να είναι η προσευχή όλων των υποψηφίων για ιεροσύνη.
Και συμπληρώνουμε τις σκέψεις μας, με λόγους από τη σημερινή εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου για τας ιερατικάς κλίσεις.
Διαβάζω.
Η ιεροσύνη είναι αποστολή, αποστολική κλιση, αποστολικό χάρισμα και αποστολική διακονία. Υφίσταται χάρη στη αποστολή του Χριστού, «καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς».
Ως αποστολή και χάρισμά όμως η ιεροσύνη, προϋποθέτει για τους φορείς της και το αντίστοιχον ιερατικόν ήθος. Και αυτό το γνήσιον ιερατικόν ήθος, το βλέπουμε στη ζωή των Αποστόλων και των Αγίων της Εκκλησίας μας. Ως Θεού διάκονοι, Απόστολοι κηρύττουν το Ευαγγέλιο του Χριστού, τελούν και τα μυστήρια εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στεναχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς. Η ιεροσύνη ως αποστολή, πρέπει να ακτινοβολεί από αυτά τα χαρακτηριστικά της ζωής του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων μας.
Η Εκκλησία όπως πάντα είναι σημείον αντιλεγόμενον, το ίδιο και το λειτούργημα της ιεροσύνης. Όμως παρόλη την πολεμική, και την αμφισβήτηση, εμείς καλούμεθα να έχουμε ενώπιόν μας, τα λόγια του Χριστού αναφορικά με την Εκκλησία και την ιεροσύνη.
Και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Αυτά τα λόγια μας δίνουν την ελπίδα και την αισιοδοξία για την συνέχεια της Εκκλησίας μέχρις τερμάτων αιώνων, και την ανταπόκριση των μελών της, στο ειδικό χάρισμα του μυστηρίου της ιεροσύνης.
Ένα χάρισμα μαρτυρίας, της ήδη ελθούσης και ερχομένης Βασιλείας Χριστού.
Η εγκύκλιος λοιπόν, μίλησε και για ανάλογο ιερατικό ήθος. Αυτό προϋποθέτει αγνότητα, και αγάπη για θυσίες, - που δεν τις έχουμε. Καθημερινούς ματωμένους πνευματικούς αγώνες για την κάθαρση από τις αδυναμίες και τα πάθη, για την πιστή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, και για την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών, και ειδικά της μελέτης των Γραφών και των Πατέρων της Εκκλησίας, του ταπεινού φρονήματος, της ζωντανής πίστεως, της ενεργουμένης αγάπης, της αδιαλείπτου προσευχής, της αληθινής μετάνοιας, και ο κατάλογος δεν τελειώνει. Η αγάπη και η κλίσις προς την ιεροσύνη, απαιτεί πολλές πολλές επαναλαμβάνω θυσίες.
Και σήμερα, παρόλα τα χάλια μας, με το δυτικό τρόπο ζωής, τις υλιστικές θεωρίες, τον πανσεξουαλισμόν, την αναρχία, την αισχρολογία, την ειδωλολατρία του ευδαιμονισμού, και τόσων άλλων μυρίων κακών, δεν έλειψαν, και δεν λείπουν και όλοι εκείνοι από τους νέους, που ανταποκρίνονται στην πρόσκληση του Χριστού που τους καλεί λέγοντας «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».
Ελπιδοφόρο σημείο η ύπαρξις και η καλλιέργεια ιερατικών κλίσεων, γι’ αυτό ας κάνουν και λίγη προσευχή και οι γονείς, οι ευσεβείς γονείς, για να δουν κανένα από τα παιδιά τους λειτουργούς του Υψίστου, μαθητάς, Αποστόλους και Ευαγγελιστάς του Σωτήρος ημών Χριστού και Θεού. Εφόσον βέβαια έχουν και τις προϋποθέσεις. Αλλά αυτό να σπέρνεται από βρεφικής ηλικίας.
Αλλά και μείς όλοι στις βραδινές μας προσευχές, ας θερμοπαρακαλούμε τον αρχηγό της Εκκλησίας να αναδεικνύει εργάτες στον αγρό της Εκκλησίας.
Τους έχουμε ανάγκη, διότι ο μεν θερισμός πολύς, οι εργάτες όμως και οι θεριστές είναι ολίγοι.
Αυτό διάβασε κάποιος γιατρός και έγινε κατόπιν ο περίφημος ομολογητής. Και βασανιζόμενος φρικτά με εξορίες και ταλαιπωρίες πολλές, ο όσιος Λουκάς από την Συμφερούπολη, θα ήθελα όλοι οι υποψήφιοι, θα το ήθελα, θα το επιθυμούσα, για να γίνουν κληρικοί σαν και αυτόν που με πήρε προχθές το βράδυ μετά τους χαιρετισμούς, αν το ήξερα θα του έλεγα τότε, τηλέφωνο, και μου είπε ότι πριν από χρόνια στο «άνω σχώμεν τας καρδίας» ένοιωθα να του αρπάζουν την καρδιά Χερουβείμ και Σεραφείμ, και να την ανεβάζουν στο θρόνο του Θεού, κι εκεί, μπροστά στη Ωραία Πύλη, με σηκωμένα τα χέρια, να μένει ως αγία, έμψυχος όμως, κολώνα ακίνητη, για περισσότερο από είκοσι λεπτά.
Σκεφτείτε λοιπόν, αυτόν τον λειτουργόν του Υψίστου, που γέμισε από Χριστόν και από φως Χριστού.
Αδελφοί μου, θα κλείσω με μια έκκληση προσευχής, προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν,
Κύριε και Θεέ,
Δέσποτά μας Κύριε Ιησού Χριστέ,
δώσε μας εργάτες για τον αμπελώνα Σου,
Αμήν.
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009
Η αξία καί η δύναμις τής ΕΥΧΗΣ
213-γ
Γ' Χαιρετισμοί, 2009
Χριστιανοί μου,
Και πάλιν ο λόγος μας για την ευχή, για το γλυκύτατον όνομα και πράγμα, το παντοδύναμον όνομα του Ιησού Χριστού, για το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Κάποιο πνευματικοπαίδι μου, μου ανέφερε αυτές τις ημέρες τα εξής.
Πρίν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια, είχα συμβουλέψει την μητέρα ενός φίλου μου, που έμενε στο παραπλεύρως διαμέρισμα απ’ το δικό μου, πώς να προσεύχεται με κομποσχοίνι, επαναλαμβάνοντας το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Η γυναίκα ήτο θεοσεβής, πιστή, με εκκλησιασμό και συμμετοχή στα πανάγια μυστήρια. Έτσι το δέχτηκε ευχάριστα και το έθεσε σε εφαρμογή.
Ύστερα από δυο μέρες έρχεται και μου λέγει.
«Γιώργο, λέγω την ευχή καθισμένη, και αισθάνθηκα κάποιος να μου τραβάει το κομποσχοίνι. Φοβήθηκα πολύ και αμέσως σταμάτησα».
«Μη σταματάτε», της απάντησα, «και μη φοβάστε, ο διάβολος το κάνει, γιατί ενοχλείται και καίγεται από την ευχή. Είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο αυτό, το έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές, και έχω και προσωπική εμπειρία αλλά και από άλλους αγωνιζομένους εν τω κόσμω πιστούς χριστιανούς, που πρωτοέπιαναν το κομποσχοίνι στο χέρι».
Μετά από δύο τρείς μέρες, συνεχίζει ο Γιώργος, η μητέρα του φίλου μου, με κτυπάει την πόρτα, βγαίνω έξω και μου λέει.
«Γιώργο πρέπει να σου πω κάτι. Γιατί πριν από λίγο, στεκόσουν έξω απ’ την πόρτα του διαμερίσματος, και άρχισες να με βρίζεις με τόσο άσχημα λόγια, και μάλιστα τη στιγμή που έκανα προσευχή με το κομποσχοίνι»;
Ευτυχώς που ήρθε και μου το είπε, γιατί εγώ δεν έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Της εξήγησα λοιπόν, με τη φώτιση που μου έδωσε ο Θεός, ότι ο διάβολος χρησιμοποίησε την φωνή μου, ενοχλημένος ασφαλώς από την ευχή που τον ζεματούσε, και προσπάθησε όχι μόνον να την σταματήσει, αλλά και την γυναίκα να την κάνει να θυμώσει και να τα βάλει μαζί μου.
Αυτού του είδους τα παιχνίδια χριστιανοί μου και τα πειράγματα του διαβόλου, είναι πολύ γνωστά και συνηθισμένα στους αρχαρίους, δηλαδή όπως είπα πριν, εκείνους που πρωταρχίζουν την ευχή.
Το πλέον συνηθισμένη ας το πούμε επίθεση των δαιμόνων, είναι η προσβολή με λογισμούς. Προσβάλλει δηλαδή το νου μας συνεχώς, με λογισμούς αισχρούς, πονηρούς, κακούς, βλασφήμους. Ή με λογισμούς υπερηφάνειας, κενοδοξίας, εγωισμού, αυτοθαυμασμού και πολλούς άλλους, ή και με σκέψεις και προσβολές απελπισίας, απογνώσεως, αμέλειας και τα λοιπά.
Παραδείγματος χάρη, μπορεί να μας πει την ώρα που κάνομε προσευχή, ότι άδικα προσεύχεσαι, πως δεν ακούει την προσευχή, διότι δεν πρόκειται να σωθείς, είσαι μεγάλος αμαρτωλός, και ο Θεός δε σ’ ακούει. Δε λέει η Αγία Γραφή ότι «αμαρτωλόν ο Θεός ουκ ακούει»;
Βλέπεται είναι μοναδικός στο να επικαλείται ακόμα και αγιογραφικά χωρία, αφού το έκαμε στον ίδιο τον Κύριο στο Σαραντάρειον Όρος όταν πήγε να Τον πειράξει, με τον τριπλό πειρασμό, χρησιμοποίησε τις δυο φορές αγιογραφικά χωρία. Άρα λοιπόν μπορεί να τα χρησιμοποιεί για να μας πλανέψει και σε μας που είμαστε άνθρωποι άπειροι γύρω από τα πνευματικά αυτά θέματα, και την πάλη του αγώνος εναντίον των δαιμόνων.
Μοναδικός σκοπός λοιπόν είναι να παρατήσουμε την ευχή. Επίσης θα μας βάλει ο διάβολος πολύ συχνά λογισμούς εναντίον του πνευματικού, του πνευματικού μας, και άλλοτε πάλι θα μας ρίξει στην υπερηφάνεια, πώς; ότι δήθεν κάτι καταφέραμε, ότι πλέον διαφέρουμε από τους άλλους, ότι έχουμε προοδεύσει, ότι εμείς πλέον είμεθα οι καλοί και όλοι οι άλλοι είναι σκάρτοι. Ότι έχουμε τόσα χαρίσματα που όλοι πλέον αρχίζουν να μας προσέχουν, να μας προτιμούν, να μας επαινούν, να μας θαυμάζουν και τόσα άλλα.
Μού έλεγε ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων ετών ότι πήγε να κάνει κομποσχοίνι στις δέκα η ώρα το βράδυ, και ο διάβολος της ψιθύρισε μέσα της «Μπράβο! Ποιο κορίτσι και παιδάκι στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, και τέτοια ώρα κάνει προσευχή με κομποσχοίνι; Μπράβο και μπράβο και μπράβο …», και με το «μπράβο» θα χάσουμε τον μισθόν των κόπων μας.
Όταν λοιπόν διαπιστώσει ο εχθρός ο αιώνιος της ψυχής μας, ότι εμείς αποδεχθήκαμε κάποιες από αυτές τις προσβολές, τότε κατά την διάρκειαν της προσευχής, - ειδικότερα όταν δεχθούμε την προσβολή των επαίνων – μπορεί να προκαλέσει κάποιο παράδοξο φως, που όμως είναι σκοτεινοχαρές και της πλάνης πρόξενος. Άλλοτε πάλι κάνει ο διάβολος πως υποχωρεί στο δικό μας πόλεμο και στη δική μας αντίσταση, που προβάλλουμε εμείς, και στη συνέχεια μας κολακεύει με λογισμούς επαινετικούς. «Μπράβο, καλά τα κατάφερες, νίκησες το διάβολο». Και άλλα βέβαια παρόμοια για να μας ρίξει και πάλι στην υπερηφάνεια για να μας ρίξει και πάλι στην υπερηφάνεια και χάσουμε τον κόπο της αγρυπνίας και της προσευχής. Μερικές φορές προκαλεί κάποιους θορύβους, - προσέξτε, πολύ, πολύ απαλούς – τους οποίους και παρουσιάζει μέσα στο λογισμό με ταχύτητα αστραπής, σαν αγγελικά φτερουγίσματα. Και εδώ μπορεί να ακολουθήσει μια παράξενη δροσιά στο πρόσωπο για να μας κάνει να πιστέψομε ότι αυτή η δροσιά προκαλείται από τα φτερουγίσματα των αγγέλων. Πολλοί την έχουν πατήσει.
Θα μπορούσαμε έτσι συνεχίζοντας να πούμε και άλλα παραδείγματα απάτης και πλάνης των δαιμόνων, αλλά ήδη τα έχουμε γράψει στο γνωστό βιβλίο «Η ευχή μέσα στον κόσμο». Φοβερά είναι τα τεχνάσματα του διαβόλου αδελφοί μου, με τα οποία θέλει να κερδίσει την ψυχή μας ο παμπόνηρος δαίμονας και να την ρίξει, αφού εμείς συγκατατεθούμε με τη θέλησή μας, στο αιώνιο πυρ της Κολάσεως. Για να μπορέσουμε όμως να διακρίνουμε τις σατανικές παγίδες, δια μέσου των λογισμών, πρέπει να ζητούμε αφενός μεν τις συμβουλές του πνευματικού, και αφετέρου να καλλιεργούμε την μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα.
Με πολλούς τρόπους χριστιανοί μου μας ομιλεί ο Θεός, για το πώς θα μπορέσουμε να αποφύγουμε αυτές τις παγίδες τις δαιμονικές. Μας ομιλεί και μας φωτίζει κατά πρώτον με τα λόγια της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, δηλαδή δια μέσου των δικαίων, των προπατόρων, των προφητών, των Ευαγγελιστών, όπως και των λοιπών Αποστόλων. Επίσης μας ομιλεί και μας φωτίζει μέσα από την πληθώρα των συγγραμμάτων των πατέρων της Εκκλησίας, και ειδικά των Καππαδόκων, Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπως και των νηπτικών πατέρων με πρώτον τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Έτσι λοιπόν μας προσφέρεται από τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας, κυρίως όμως μέσα από την Καινή Διαθήκη, μας προσφέρονται οι διάφοροι τρόποι, με τους οποίους νικάμε το κακόν, πρώτον που υπάρχει μέσα μας, στην ανθρώπινη φύση μας, «ό μισώ», φωνάζει ο Παύλος, «τούτο και πράσσω». Πρέπει να γλυτώσουμε και να λυτρωθούμε και να αποφύγουμε και τον κόσμον της κακίας που υπάρχει γύρω μας, και τις πανουργίες βέβαια των δαιμόνων και συγχρόνως να καλλιεργούμε τις αρετές, με την βασική προϋπόθεση της συμμετοχής μας στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγηση.
Εμάς όμως μας ενδιαφέρουν επαναλαμβάνω, οι δαιμονικές παγίδες. Για να τις διακρίνουμε στην καθημερινή μας ζωή, και στον μικρό πνευματικό μας αγώνα, για την πιστή και την απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Αγίου Θεού, απαιτούνται δύο πράγματα: φως και προσευχή. Όχι το φως του ηλίου, ούτε το τεχνητό φως των λαμπτήρων, ούτε και το φως από φωτιά. Αλλά το φως του ταπεινού φρονήματος, το φως της ταπεινοφροσύνης, ή καλύτερα το φως της αληθινής ταπεινώσεως. Αυτό το φως είναι μια φωτιστική και θεϊκή δύναμις που φωτίζει το μυαλό μας, και του δίδει σοφίαν, πολλή σοφίαν και γνώσιν από Θεού ή όπως καλύτερα αποκαλείται θεογνωσία. Και όχι μόνον αυτό, αλλά το φως αυτό γεμίζει τον αγωνιζόμενο πιστό και ταπεινόφρονα χριστιανό από χάριτες και δωρεές του Θεού, δηλαδή από χαρίσματα. Και το δεύτερο που τονίσαμε είναι η προσευχή και μάλιστα η προσευχή με το κομποσχοίνι, προσευχή στο όνομα του Σωτήρος Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και έτσι η ευχούλα με το κομποσχοίνι είναι και αυτό φως, φως Χριστού. «Φως Χριστού φαίνει πάσι», διακηρύσσουμε βεβαιωτικά σε κάθε προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Όμως ένα φως είναι η προσευχή και ταπείνωσις, φως Χριστού που φωτίζει κάθε χριστιανό που έχει ταπεινό φρόνημα και προσεύχεται αδιαλείπτως στο όνομα του Ιησού Χριστού. Ταπεινοφρονείς εσύ και ελεηνολογείς εσύ τον εαυτόν σου για το πλήθος των αδυναμιών σου; Αν ναι, τότε όταν θα προσεύχεσαι με το παντοδύναμο αυτό όνομα θα γεμίζεις από Χριστόν, θα χορταίνεις από Χριστόν, θα ενδύεσαι τον Χριστόν και θα είσαι όλο φως, φως Χριστού, και αυτό το φως θα σε ζαλίζει και θα σε μεθά. Θα είσαι μεθυσμένος, αλλά μεθυσμένος από ουράνια ευτυχία και χαρά.
Πιθανόν να μην καταλαβαίνουμε αυτή τη στιγμή, τι μας λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γιατί είμαστε άγευστοι το τι θα πεί να είναι κάποιος μεθυσμένος από την χάριν και το φως του Χριστού. Σας υπενθυμίζω όμως το πάθημα των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής όταν μέθυσαν από το Άγιον Πνεύμα, και πλούτισαν τότε από σοφίαν Θεού, από χάριν Θεού, από γνώσιν Θεού, από φως Θεού.
Να όμως που ο χλευασμός και η ειρωνία των εχθρών του Χριστού, είπεν τότε μίαν αλήθεια, ότι «γλεύκους μεμεστωμένοι εισί οι Απόστολοι». Αυτό αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, στο δεύτερο κεφάλαιο, δηλαδή ήπιαν δυνατό κρασί και μέθυσαν και δεν ξέρουν τι λένε. Και όμως και Πάρθοι και Μήδοι και Πέρσες και από όλα τα μέρη όσα ήσαν συγκεντρωμένοι εκείνη την ημέρα στα Ιεροσόλυμα, ο καθένας άκουγε στη δική του διάλεκτο τον καυστικό εκείνον αλλά και φωτιστικό λόγο του Αποστόλου Πέτρου.
Ιδού λοιπόν η Θεία Μέθη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και η μέθη αυτή έκαμε τους Αποστόλους όχι μόνον πανσόφους και ρήτορας ανά την οικουμένην, αλλά και φως αληθινόν εις ολόκληρον τον κόσμον. Και ύστερα από μια τέτοια μέθη ποιος μπορούσε να τους χωρίσει από την αγάπην του Χριστού; Μήπως οι θλίψεις ή οι στεναχώριες; Μήπως οι διωγμοί, ή οι αρρώστιες και η πείνα; Μήπως οι φυλακές και οι εξορίες; Μήπως τα βασανιστήρια ή μήπως και τα θηρία στο Κολοσσαίον της Ρώμης; Γι’ αυτό και ισχύει το «εν εκάστω θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα επί σφαγής», όπως το βεβαιώνει και ο Απόστολος Παύλος στο όγδοον κεφάλαιον της Προς Ρωμαίους Επιστολής του.
Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπην του Χριστού, γι’ αυτό και μείς όλοι με ταπείνωση και συντριβή, με πίστη και μετάνοια, ας λέμε μέρα νύχτα την ευχούλα. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και αυτή η μονολόγιστος ευχή θα ανάψει μέσα στις καρδιές μας το φως το αληθινόν, το φως του Χριστού που θα μας οδηγήσει με ασφάλεια και σιγουριά στο λιμάνι του Παραδείσου, στην αγκαλιά του Θεού. Αυτό θα φωτίζει το δρόμο της ζωής μας ώστε με ασφάλεια να περάσουμε και μέσα από τις πολλαπλές παγίδες των δαιμόνων.
Κάθε μέρα λοιπόν, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, με ταπείνωση "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και να είστε υπερβέβαιοι, αν επιμείνουμε με ταπείνωση και πίστη, θα γεμίσουμε από φως Χριστού. Θα χορτάσουμε από Χριστόν. Από έλεος και μακροθυμία θεία. Θα μεθύσουμε από τη χάρη Του. Θα μεταμορφωθούμε από το δόξα Του.
Και θα σας φέρω ένα ωραίο παράδειγμα για να τελειώσουμε.
Όταν ο λειτουργός ιερεύς στη Θεία Λειτουργία βγαίνει εδώ στην Ωραία Πύλη και εκφωνεί «Άνω σχώμεν τας καρδίας», και σηκώνει τα χέρια του προς τον Παντοκράτορα, οι ιεροψάλτες μας που αντιπροσωπεύουν τον λαόν του Θεού, δηλαδή το εκκλησίασμα, όλους εσάς, απαντούν «Έχομεν προς τον Κύριον». Άραγε όμως, στρέφουμε όλοι τις καρδιές μας, τις έχουμε δηλαδή; λέει «έχομε προς τον Κύριον», έχουμε τις καρδιές μας στραμμένες όλοι. Τις έχουμε όμως ; Στραμμένες προς τον θρόνον του Παντοκράτορος Κυρίου; Πιστεύω πως όχι όλοι μας. Ελάχιστοι. Ένας, δύο, πέντε, δέκα; Δε γνωρίζω… Ο Θεός το γνωρίζει. Εκείνος είναι ο παντογνώστης. Εκείνος ετάζει καρδίας και νεφρούς.
Αλλ’ όμως και ένας εκκλησιαζόμενος χριστιανός να έχει την καρδιά του καθαρή και στραμένη δια της ευχής προς τον Χριστόν, τότε το μέλος αυτό του εκκλησιάσματος και γενικά της Εκκλησίας, δοξάζεται! Αφού με τη δύναμη της ευχής ανεβάζει ψηλά στο θρόνο του Θεού, «έχομεν προς τον Κύριον». Και το αισθάνεται αυτό, λέγοντας «Χριστέ μου ελέησέ με»! Αισθάνεται την καρδιά του να ανεβαίνει στο θρόνο του Θεού, και τότε δοξάζεται. Προσέξτε τι θέλω να σας πω, αν θυμηθούμε τους μακαρισμούς. «Μακάριοι είναι όλοι εκείνοι που έχουν καθαρή καρδιά, διότι αυτοί και μόνον τον Θεόν όψονται». «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Και αφού λοιπόν αξιώνονται να δουν πνευματικά την δόξα του Θεού, δοξάζονται και αυτοί ολόκληροι ψυχοσωματικά. Και η Αγία Γραφή μας λέγει με το στόμα του Αποστόλου Παύλου τα εξής. Αναφερόμενος στο σώμα μας, μας λέγει, όταν ένα μέλος από το σώμα μας πάσχει, συμπάσχουν όλα τα μέλη. Όταν πονάει το κεφάλι μου, ολόκληρος ταλαιπωρούμαι. Όταν όμως έχω ψυχική ευφορία από μια χαρά, είμαι ολόκληρος χαρούμενος! Παίρνω ζωή επάνω μου. Όταν λέει το ένα μέλος δοξάζεται, συνδοξάζονται όλα τα μέλη. Αυτό μας λέει ο Απόστολος Παύλος. Άρα λοιπόν, σ’ αυτόν τον έναν, γυναίκα ή άνδρα, που σπρώχνει και στρέφει με την δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, - διότι είναι το υπέρ παν όνομα, στο οποίον πάν γόνυ κάμπτει. Παντοδύναμο είναι το όνομα. Στο όνομα του Ιησού Χριστού, έγειρε και περιπάτει. Στο όνομα του Ιησού Χριστού, σοι λέγω καθαρίσθητι. Και καθαρίζεσαι. Στο όνομα του Ιησού Χριστού σου λέγω «λελυμένος», και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Και αυτόματα πραγματοποιούνται τα πάντα. Και τα θαύματα γίνονται. - Έτσι λοιπόν, αυτός ο άνδρας ή η γυναίκα, που έχει καθαρή την καρδιά, και τη στρέφει με τη δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, στο θρόνο του Θεού, και δοξαζεται απ’ αυτή τη δόξα, συνδοξάζονται στο θρόνο του Θεού, και όλα τα μέλη του εκκλησιάσματος, ή καλύτερα όλης της εκκλησίες. Γι’ αυτό και χρεωστούμε ευγνωμοσύνη, σ’ αυτόν τον έναν, τον ανώνυμο, που πάντα τον έχει η Εκκλησία σε ένα κρυφό μέρος να προσεύχεται, που με την ιδιότητα της κοινής ανθρωπίνης φύσεως και επειδή το θέλει και ο ίδιος ο Θεός, μας συνδοξάζει και εμάς όλους.
Τώρα πόσοι από μας αντιλαμβανόμεθα αυτή τη δόξα, αυτό το καταλαβαίνουμε, το πληροφορείται η καρδιά μας, όταν θα βγούμε έξω από την εκκλησία, και καθ’ όλην την διάρκειαν της ημέρας, αν η καρδιά μας πληρούται από χαρά, χαράν αναστάσιμη.
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι οδηγούμεθα και μεις, σιγά σιγά αλλά σταθερά, μαζί με τους ολίγους, μαζί με το μικρόν ποίμνιον, και με τον δικό μας προσωπικό αγώνα, στη σωτηρία δια του Ιησού Χριστού,
στον οποίον ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Η Δύναμης τής ευχής μέ τό κομποσχοίνι
213-β
Α' Χαιρετισμοί, 2009
Μια ιστορία για τη δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, της ευχής, όπως ακριβώς τη διηγήθηκε ο πατήρ Ελπίδιος Βαγιανάκης, μέλος της ιεραποστολικής αδελφότητος στην Ουγκάντα, μια συζήτηση που είχε με τον πατέρα Αντώνιο, Αφρικανό ιερέα, που πήρε την θεολογική του μόρφωση και την Ελληνική γλώσσα στην Ελλάδα, και που είναι μέλος αυτής της εξωτερικής ιεραποστολής σ’ αυτή τη χώρα.
Διηγείται λοιπόν ο πατήρ Ελπίδιος.
Αδελφοί μου με τον πατέρα Αντώνιο γνωριστήκαμε σε μια δύσκολη φάση της οικογενειακής του προσωπικής ζωής, πριν από καιρό. Τι είχε συμβεί; Όταν ξεκίνησε να κάμει το έργο του στην Αφρική, να βοηθάει τα ορφανά, να μιλάει για το Χριστό, να βαπτίζει και να κατηχεί, όλοι οι μάγοι συνασπίστηκαν και άρχισαν να κάνουν μάγια και τελετές, ιδίως μαύρη μαγεία με βουντού, ώστε να του δημιουργήσουν πρόβλημα και τελικά να τον διώξουν απ’ τη χώρα τους. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να κτυπήσουν τον ίδιον τον ιερέα, γιατί τον προφύλαγε η χάρις της ιεροσύνης, αφενός μεν και γιατί δεύτερον τελούσε το μυστήριον της Θείας Λειτουργίας, που η Θεία Λειτουργία είναι μία φοβερά δύναμις, και δεν μπορεί εύκολα ο Σατανάς να πειράξει τον ιερουργό, τον λειτουργό του Θεού του Υψίστου, αν εκείνος δεν δώσει το δικαίωμα, βέβαια, οπότε οι δαίμονες προσπάθησαν τότε να κτυπήσουν και να διαλύσουν του σπίτι του. Είναι περιττό να σας πω ότι οι περισσότερες οικογένειες και μάλιστα πολυμελείς, δεν έχουν ακόμα εγκαταλείψει την ειδωλολατρία σ’ εκείνη τη χώρα, και κάνουν μαγικές τελετουργίες, και απ’ όσα είχε διηγηθεί ο πατήρ Αντώνιος, μία συγγενής τους ασχολείτο ακόμα με τη μαγεία. Έτσι λοιπόν, μέσω των μαγικών αυτών τελετών, έκαναν τη σύζυγό του, μια πολύ χαριτωμένη κοπελίτσα πρεσβυτέρα νεαρή, την Χαριτίνη, όπως είχε βαπτιστεί, «Χάρια» την ονόμαζαν στην Αφρική, να μη μπορεί να σταθεί στο σπίτι της, και να υποφέρει συνεχώς από τον πόλεμο των δαιμόνων. Και όταν ακούγονταν προσευχές ή ύμνοι στην Παναγία μας, ή όταν θύμιαζε ο ιερεύς την «Τιμιωτέρα», να κουφαίνεται η ίδια. Να μη μπορεί να ακούσει τίποτα και να κοιμάται όρθια, ή και να πέφτει ακόμα κάτω. Και συνερχόταν μονάχα όταν ο σύζυγός της ο ιερεύς έλεγε το «Δι ευχών των Αγίων Πατέρων». Μάλιστα επειδή και αυτή, δεν γνωρίζει περισσότερα για τον Χριστιανισμό, και εξακολουθεί να έχει πολύν άγνοια, προσπάθησε ο Σατανάς, να εκμεταλλευθεί αυτή την άγνοια, τα λίγα δηλαδή που ήξεραν για την πίστη του Χριστού την αγία, και να την πειράζει έτι περισσότερον. Να φανταστείτε ότι της παρουσιάστηκε ο ίδιος ο διάβολος μπροστά της, ολόκληρος.
«Άσε το Χριστό», της είπε. «Εγώ και κείνος είμαστε ίδιοι. Άφησε τον Χριστό. Για μένα και μόνον θα δουλεύεις».
Η Χαριτίνη λοιπόν μια μέρα, αφού είχε δει το Σατανά, να της λέει
«Τίποτα δεν είναι ο Χριστός, εγώ και κείνος είμαστε το ίδιο πράγμα και να υπηρετείς εμένα και όχι Εκείνον», είχε έρθει σε πολύ μεγάλη απογοήτευση, και δεν ήξερε πλέον πώς να αντισταθεί και πώς να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση.
Ε, κάποτε, ύστερα από τόσον οδυνηρό πόλεμο, πήγε να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί από τον πόνο αυτόν, και το βάσανο που τραβούσε μέρα νύχτα. Και τι λοιπόν σ’ αυτήν την προσπάθεια αναπαύσεως, τι είδε; Είδε λοιπόν απέναντι από το πτωχό εικονοστάσι που είχε, από την εικόνα του Χριστού, να βγαίνει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ωραιότατος, κεχαριτωμένος, μέσα σ’ ένα υπέρλαμπρο φως, περισσότερο δυνατό και από το φως του ηλίου, και με χαρά να της λέγει:
«Παιδί μου Χαριτίνη, για μένα πρέπει να δουλέψεις, στο όνομά Μου βαφτίστηκες, εγώ είμαι ο Κύριος και ο Θεός σου».
Μ’ αυτά τα λόγια έκανε και ο Χριστός ανοιχτή την πρόσκληση σ’ αυτήν την μικρή πρεσβυτέρα την Χαριτίνη, να δουλέψει και αυτή, κοντά στο σύζυγό της, σαν ιεραπόστολος, αλλά και να μην φοβάται πλέον τον διάβολο.
«Κύριέ μου», του απάντησε, «εγώ το θέλω. Αλλά δε μ’ αφήνει ο άλλος».
Ο Κύριος δεν της απάντησε… Εξαφανίστηκε.
Μετά από λίγο αμέσως, παρουσιάζεται και πάλι ο διάβολος, ο Σατανάς.
«Δεν θα δουλέψεις για Κείνον. Για μένα θα δουλέψεις. Γιατί ήσουνα πάντα δική μου από τότε που γεννήθηκες. Αυτός σε κοροϊδεύει καϋμένη, και γω, δεν θα σ’ αφήσω να φύγεις ποτέ από κοντά μου».
Πώς να αντιδράσει λοιπόν αυτή η δυστυχισμένη πρεσβυτερούλα, δεν γνώριζε.
Και τότε λοιπόν, της παρουσιάζεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, χωρίς να ξέρει ποιος ήταν και της λέει:
«Παιδί μου μη φοβάσαι, ακολούθησε τον Χριστό, κάμε Του υπακοή, και αυτός θα σου δώσει πολλή δύναμη. Μη φοβάσαι τον διάβολο. Δεν είναι τίποτα».
«Ναι», του λέει, «αλλά συ ποιος είσαι»;
«Εγώ», της λέει, «είμαι ο Γαβριήλ».
Όταν συνήλθε από την έκσταση αυτήν, γιατί τίποτα δεν ήταν στον ύπνο της, πήγε στον παπά, και για πρώτη φορά βρήκε το κουράγιο και του διηγήθηκε όσα συνέβαιναν. Βέβαια ο παπάς κατάλαβε ότι … και ποιος ήταν ο Κύριος, ποιος ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, και ποιος ήταν ο διάβολος.
Ο πατήρ Αντώνιος, όντας ιερεύς με ταπεινό φρόνημα, συνειδητοποίησε ότι το πρόβλημα που παρουσίαζε η πρεσβυτέρα του, υπερέβαινε τις δικές του δυνάμεις, γιατί ο καημένος δεν ήξερε και πολλά, και για να λυθεί αυτό το οξύτατο πρόβλημα, της συνέστησε να κάμει μια ανοιχτή εξομολόγηση και να πει όσα είδε και άκουσε τόσες φορές, σε έναν εμπειρότερο ιερέα που είχε έρθει από την Ελλάδα.
Όταν λοιπόν αυτή η κοπελίτσα ήρθε σε μένα, η πρεσβυτερούλα για εξομολόγηση, λέγει ο πατήρ Ελπίδιος, και την είδα τόσο πικραμένη, τόσο δακρυσμένη και τόσο τρομοκρατημένη, θυμήθηκα κάτι ανάλογο που είχε συμβεί σε μένα παλιά, όταν πρωτοξεκίνησα, νεαρός τότε ιερεύς. Τότε μου έδειξε η χάρις του Θεού, πώς να πολεμώ με το κομποσχοίνι και με την ευχή το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", τον διάβολο και όλες τις μεθοδίες του. Και της είπα:
«Χαριτίνη μου, ο Σατανάς δε φεύγει με κανέναν άλλον τρόπον, παρά μόνον με την προσευχή. Το είπε και ο ίδιος. ‘Τούτο το γένος των δαιμόνων, δεν φεύγει από κανέναν άνθρωπο, παρά μόνον με προσευχή και νηστεία’. Γι αυτό λοιπόν από τώρα και στο εξής, τις νηστείες τις τηρείς, θα λες το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", μέρα νύχτα, όσο μπορείς, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, όσο είσαι ξυπνητή, ακόμα και τη νύχτα. Και της έδωσα ένα κομποσχοίνι με πενήντα κόμπους και της είπα: ‘Με αυτό θα πολεμάς, όχι μόνον τον διάβολο αλλά και όλους τους μάγους της περιοχής’. Πράγματι, πήρα το κομποσχοινάκι και από κείνη την ημέρα, άρχισε να προσεύχεται όπως ακριβώς την εδίδαξε ο πατήρ Ελπίδιος.
Και έφθασε σε τέτοιο σημείον, ώστε πλέον, όχι αυτή να φοβάται τον διάβολο, αλλά ο Σατανάς να φοβάται την Χαριτίνη, επειδή συνεχώς και αδιαλείπτως έλεγε το όνομα του Ιησού Χριστού, στο οποίον «κάμπτει παν γόνυ και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων», δηλαδή των δαιμόνων. Μάλιστα σε τέτοιο σημείο έφθασε ο φόβος του, που παρουσιαζόταν κάθε φορά που έκανε το κομποσκοίνι και προσπαθούσε κρατώντας μια μαγκούρα, κα τραβήξει το κομποσκοίνι απ’ το χέρι της, διότι δεν μπορούσε ο ίδιος να το αγγίξει με το χέρι του.
«Πέτα το», της λέει.
«Αυτό είναι το κάρβουνο που με καίει, και αυτό εμείς δεν το αντέχουμε. Εμείς, οι δαίμονες, δεν το αντέχουμε. Το Σταυρό τον αντέχουμε, και να τον δούμε και να τον αγγίξουμε, γιατί; Γιατί οι περισσότεροι τον φοράνε στο στήθος από συνήθεια και όχι από πίστη. Αλλά την ευχή με το κομποσχοίνι δεν το αντέχουμε».
Είδατε αδελφοί μου, ενώ είμαστε χριστιανοί, και ο Σταυρός είναι ένα πολύ δυνατό και ισχυρό όπλο, αφού θα ψάλουμε και μεθαύριο Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ότι ο Σταυρός είναι των αγγέλων η δόξα αλλά και των δαιμόνων το τραύμα, εν τούτοις όμως, για να μην εμείς ζούμε την πορεία του Εσταυρωμένου Χριστού, γι αυτό ακριβώς τον λόγον και δεν τον φοβάται πλέον και αν τον κάνουμε.
Εδώ όταν παρουσιάστηκε κάποτε ο δαίμονας σε έναν μοναχό έτσι, που πήγε να τον πλανήσει, του είπε, «να του πεις να κάνει το Σταυρό του». Και κείνος τον έκανε. Ο διάβολος! Είδε ότι τον έκανε. Του θόλωσε τα μάτια, τι έγινε ακριβώς δεν ξέρουμε, αλλά πάντως φαίνεται ότι περισσότερο φοβάται το κομποσκοίνι, που κάθε κόμπος έχει και επτά σταυρούς, μαζί με το όνομα του Ιησού Χριστού, παρά οτιδήποτε άλλο.
Έτσι δεν μπορεί νάχουμε ένα Σταυρό στο στήθος μόνον για φιγούρα, για εφέ όπως λένε τώρα. Γι’ αυτό και ο Σατανάς έφτασε στο σημείο να αντέχει το Σταυρό αλλά να τρέμει μπροστά στο κομποσκοίνι. Γι’ αυτό εφανερώθηκαν άγιοι και άγιοι εδώ όπως σας διηγήθηκα την προπερασμένη Κυριακή αν δεν απατώμαι, για κείνον τον άγιο που φανερώθηκε στη Ρωσία πριν από τριακόσια χρόνια, που αυτός παρακάλεσε, ο άγιος που είχε κοιμηθεί πριν από τριακόσια χρόνια, τον παπά, τον ηγούμενο της μονής, να προσεύχεται με κομποσκοίνι για τους γονείς του τους πεθαμένους. Τόση δύναμη έχει. Να μπορεί να βγάζει ακόμα και κολασμένους, όχι κολασμένους ακριβώς, αλλά προγευομένους την Κόλαση, ψυχές και να τις μεταβιβάζει στην πρόγευση του Παραδείσου.
Όταν λοιπόν η Χαριτίνη η πρεσβυτερούλα, κατάλαβε τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλαξε η ζωή της. Πλέον δεν είχε ανάγκη από τίποτα, και έλυσε και τα προβλήματα και όλων των άλλων οικογενειών, διότι τους έβαζε όλους και όλες, υποψηφίους προς βάπτισμα αλλά και τους βαπτιζομένους εκεί στην μακρινή χώρα της Αφρικής, την Ουγκάντα, σε κείνο το χωριό, δεν ενθυμούμαι πως λέγεται, σε κείνη την πολιτεία, να λέγουν συνεχώς "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και μάλιστα δια του πατρός Αντωνίου εστάλησαν κατά εκατοντάδες τα κομποσκοίνια εκεί. Έτσι λοιπόν, μαζεύονται όλες οι γυναίκες του χωριού, όσες είναι βαπτισμένες, και από τα περίχωρα ακόμα, για να δουν πως γίνεται το κομποσχοίνι, πως γίνεται αυτού του είδους η προσευχή, για να δουν πως μπαίνουν οι εικόνες, πως θυμιάζουν το σπίτι, πως μαζεύονται όλα τα παιδιά μαζί, για να μπορούν να κάνουν προσευχή, πώς να κάμουν μετάνοιες και να λέγουν συγχρόνως μαζί με κάθε μετάνοια "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Λοιπόν, ακούσαμε από την μακρινή αυτή ήπειρο της Αφρικής, μια πραγματική ιστορία για την δύναμη που έχει το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού δια μέσου του κομποσκοινίου. Είθε λοιπόν η ευχή να γίνει σε όλους μας πράξη ζωής, και όχι να λέμε ότι αυτά δεν είναι για μας, ή ότι αυτά δεν είναι για την εποχή μας, ή ότι αυτά είναι για τους καλογήρους. Δεν μας χρειάζονται θαύματα και θεοφάνειες για να πιάσουμε στα χέρια μας το κομποσκοίνι και με όλη μας την καρδιά να λέμε "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Όπως ακούσαμε στην αληθινή αυτή ιστορία, που μας διηγήθηκε ο πατήρ Ελπίδιος, το όνομα του Ιησού Χριστού, που είναι το υπέρ παν όνομα, σ’ αυτό το όνομα γονατίζει όλη η κτίσις. Έμψυχος και άψυχος, ορατή και αόρατος. Δηλαδή και τα επουράνια, και Άγγελοι και Αρχάγγελοι, και Χερουβείμ και Σεραφείμ και Θρόνοι και Κυριότητες, όλοι οι πάντες γονατίζουν, και τα καταχθόνια, ο Σατανάς, ο διάβολος, και όλα τα δαιμόνια, τρέμουν μπροστά στο όνομα του Ιησού Χριστού, αλλά και τα επίγεια και ο άνθρωπος και όλα τα κτίσματα, και όλα τα ζώα ξηράς, θαλάσσης και αέρος, αυτό φαίνεται όταν έχομε μπροστά μας έναν άγιο, πόσο επιβάλλεται πάνω στην άψυχο κτίση και πάνω στα ζώα.
Πέρα από την Ουγκάντα και την μακρινή Αφρική με τα τόσα προβλήματα πείνας, δίψας, ασιτίας, ασθενειών και μυρίων άλλων προβλημάτων, μας έρχεται ένα ισχυρό μήνυμα μιας μεγάλης αλήθειας για τη δύναμη που έχει η ευχή με το κομποσχοίνι. Και αντί να προσευχόμεθα και να αγωνιζόμεθα για πνευματική ζωή, με προσευχή, μετάνοια, εκκλησιασμό, Θεία Κοινωνία και μελέτη, τι κάνουμε εμείς; Καταστρεφόμεθα από την μιζέρια, απ’ την κακομοιριά, από τη γκρίνια, από τις υποψίες μεταξύ των συζύγων μέσα σε μια οικογένεια που λέγεται χριστιανική, που προσπαθεί να εξομολογείται, που προσπαθεί να εκκλησιάζεται, που θέλει να κοινωνεί, και όμως δεν λείπουν οι τόσες φαγωμάρες μέσα στο σπίτι. Που σαν δηλητήριο, σαν δηλητηριώδη σκουλήκια κατατρώγουν την ψυχική μας και οικογενειακή μας γαλήνη. Σκοτίζουν το νου μας. Και χαλούν και γκρεμίζουν την ευτυχία μας.
Χριστιανοί μου, πριν αρχίσουν να μαζεύονται τα πρώτα σύννεφα, αμέσως να αρπάξουμε το κομποσκοίνι και να τρέχουμε με την ευχούλα και το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μπροστά στα εικονίσματα ή σε μια κρυφή γωνιά. Να αφήσουμε τις κουβέντες τις πολλές, τα κουτσομπολιά και τις κατακρίσεις, που μπορεί να προκαλέσουν ένταση και παρεξηγήσεις μέσα σ’ ένα σπίτι αλλά και μεταξύ μας, που δε λέμε ούτε καλημέρα, που ο ένας γυρίζει την πλάτη στον άλλον, και έτσι λοιπόν να έχουμε εντάσεις μεταξύ ημών των χριστιανών που εκκλησιάζονται στον ίδιο ναό, αλλά και μεταξύ γονέων και παιδιών, μεταξύ νύφης και πεθεράς, μεταξύ αδελφών, καθώς επίσης νάχουμε εντάσεις στη δουλειά που εργαζόμεθα, στον επαγγελματικό δηλαδή χώρο όπως και στο κοινωνικό περίγυρο όπου ζούμε. Γι’ αυτό ας δουλεύουμε μέρα νύχτα την ευχή. Το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με», και «σώσον ημάς», «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», σε κάθε ευκαιρία και με κάθε θυσία, και σε κάθε τόπο και χρόνο, ανεξάρτητα από το ποιες είναι οι ασχολίες μας. Ιδιαιτέρως θα επιμένουμε στην ευχή είτε με κομποσχοίνι, είτε χωρίς αυτό, προφορικά, ψιθυριστά, και πότε πότε και από μέσα μας νοερά. Πότε; Κάθε φορά! Ιδιαιτέρως δε όταν μας κατακλύζουν οι πειρασμοί, οι θλίψεις, οι στεναχώριες, τα βάσανα, οι πολλές αρρώστιες, άγνωστες πολλές απ’ αυτές που μας έρχονται, και τόσες άλλες πίκρες της ζωής.
Πρέπει να μας γίνει συνείδησις ότι η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού είναι το πάν.
Ευχή στο σπίτι λοιπόν.
Ευχή στη δουλειά,
ευχή στο δρόμο,
ευχή στο αυτοκίνητο,
ευχή παντού και πάντοτε,
και ο Θεός της ειρήνης, του ελέους, της μακροθυμίας και της αγάπης,
θα είναι πάντοτε μαζί μας,
και μέσα στις καρδιές μας,
και τώρα, και εις τους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009
Περί Οίκογένειας. Ο Χριστός στήν οικογένειά μας 2ον μέρος
Ο λόγος μας για δεύτερη κατά σειρά ομιλία είναι «ο Χριστός και η οικογένεια».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ανάμεσα στα εκατομμύρια των αγίων της, μάρτυρες και οσίους, περιλαμβάνει και πολλούς εγγάμους αγίους, άνδρες και γυναίκες.
Μεταξύ αυτών είναι και η Αγία Γοργονία, που η μνήμη της τιμάται στις 23 Φεβρουαρίου. Ήταν μητέρα πέντε τέκνων και θυγατέρα αγίων γονέων, του Αγίου Γρηγορίου, του μετέπειτα επισκόπου Ναζιανζηνού, και της Αγίας Νόννας. Ο αδελφός της ήταν ο γνωστός Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που στον επικήδειο λόγο του για την αδελφή του την Γοργονία λέγει τα εξής:
Αν και παντρεύτηκε κατάφερε να ξεπεράσει όλες τις γυναίκες του καιρού της όχι μόνον στην σωφροσύνη, αλλά και στις άλλες αρετές, τις τόσο αναγκαίες για συζύγους και μητέρες. Με όλο της τη στάση δίδαξε πως ούτε η παρθενία από μόνη της ενώνει με το Θεό αν δεν καλλιεργούνται συγχρόνως και όλες οι Ευαγγελικές αρετές, ούτε πάλι ο γάμος μπορεί να δεσμευτεί από το κοσμικό αμαρτωλό φρόνημα, και να χωρίσει από τον Θεόν. Έτσι ούτε ο γάμος να αποφεύγεται, απ’ τον αμαρτωλό φόβο των ευθυνών, ούτε και η παρθενία μονόπλευρα να επαινείται. Διότι έκαστος ίδιον έχει χάρισμα, «ο μεν ούτως, ο δε ούτως». Αλλά ο νους του ανθρώπου είναι εκείνος που είτε είναι έγγαμος, παντρεμένος, είτε άγαμος, μπορεί να ενώσει τον άνθρωπο με το Θεό, οδηγώντας αυτόν στη σωτηρία, ή να τον ενώσει με τον κόσμο της αμαρτίας και να τον χωρίσει απ’ το Θεό.
Η Γοργονία με το να παντρευτεί δεν χωρίστηκε απ’ τον Θεό, και με το να έχει κεφαλή τον άντρα της, δε σημαίνει πως ξεχωρίστηκε από την πρώτη κεφαλή που είναι ο Χριστός.
Στις υποχρεώσεις και τις συζυγικές και της μητρότητος ήταν απόλυτα σύμφωνη με τους νόμους του Θεού. Αλλά και ολόκληρον τον εαυτόν της είχε παραδομένο στην αγάπη του Χριστού. Κατόρθωσε και τον άντρα της, παρόλο που στα πρώτα χρόνια, ήταν ειδωλολάτρης, να τον οδηγήσει με την καλοσύνη της, ενώ ήταν ειδωλολάτρης, σε πράξεις αγαθοεργίας και ελεημοσύνης. Πως τα κατάφερε, μόνον εσείς οι γυναίκες ξέρετε. Αλλά και τα παιδιά της, με τις καλές και ήρεμες συμβουλές, και όχι με το ξύλο στο χέρι, και κυρίως με το παράδειγμά της, να τα οδηγήσει στην αρετή κατά Χριστόν. Γι’ αυτό και η οικογένειά της πλημμύρισε από ευλογίες. Έτσι έκαμε τον γάμο αξιέπαινο και ευαρέστησε τον Θεόν, με το πλήθος των αρετών της και την καλλιτεκνία της. Ήταν πάντοτε σεμνή, κοσμία, ήρεμη, υπομονετική, και πολύ σπάνια λέει την έβλεπαν στον δρόμο, - τώρα είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε - . Το βλέμμα της ήταν πάντοτε χαμηλωμένο, χωρίς να παρατηρεί άτακτα τα γύρω της. Πρόσεχε πολύ στο τι έπρεπε να ακούει, και φύλαγε τη γλώσσα της στο να μη λέγει πολλά, στο να μην αργολογεί, πολυλογεί, να προσθέσω εγώ, να κουτσομπολεύει, και ιδιαιτέρως να μην κατακρίνει κανέναν όσα και αν ήταν τα λάθη του. Γι’ αυτό και γνώριζε στο να έχει φύλακα της γλώσσης, τον ηγεμόνα και φωτισμένο νου της. Έτσι ήταν αφοσιωμένη στη ζεστασιά της οικογενείας της, στην κατά Θεό ανατροφή των παιδιών της, και στις αγαθοεργίες της. Το ένα δεν εμπόδιζε το άλλο. Το ντύσιμό της ήταν σεμνό, χωρίς στολίδια, φτιασίδια και καλλωπισμούς. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ο πνευματικός στολισμός της ψυχής της. Επαναλαμβάνω, λέμε με απλά λόγια, όσα είπε στον επικήδειο λόγο ο Άγιος Γρηγόριος για την αδελφή του. Τόσο φανερός ήταν ο φωτισμός της, ώστε πολλοί να την έχουν σύμβουλό τους, όχι μόνον οι συγγενείς της ή οι συμπολίτες της, αλλά και ξένοι, χριστιανοί και ειδωλολάτρες. Η φρόνιμη συμβουλή της ήταν για όλους νόμος. Νόμος απαράβατος. Φρόντιζε για την καλή διακόσμηση κάθε χριστιανικού ναού, τους δε ιερείς όχι μόνον τους εσέβετο, αλλά και το θεωρούσε μεγάλη τιμή να φιλοξενεί στο σπίτι της ιερείς παντός βαθμού. Συμπαθητική προς τους πάσχοντας και ελεήμων προς τους πτωχούς, και πάντοτε κρυφίως, κατέστη σαν τον Ιώβ, μάτι των τυφλών, πόδι των χωλών, μητέρα των ορφανών, και φίλη προστάτιδα των όντως χηρών. Όλα τα υπάρχοντά της ήσαν κοινά για όλους, κοντά στην ελεημοσύνη είχε και την νηστεία, πνευματική και σωματική, και κοντά στην ευσπλαχνεία την κατά Θεόν εγκράτεια. Καθημερινά μελετούσε την Αγία Γραφή, αγρυπνούσε στο ταμείον της με πολλή και έντονη προσευχή, είτε γονατιστή είτε ορθία, με καρδιά συντετριμμένη και με δάκρυα της μετανοίας ή της χάριτος πολλά στα μάτια της. Με την όλη της συμπεριφορά φανέρωσε στους τότε χριστιανούς, ότι η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι μόνον βιολογική, μόνον σωματική, και όχι κατά την ψυχήν. Παραμονές του θανάτου της αξιώθηκε να δει να βαπτίζεται Ορθόδοξος Χριστιανός και ο άντρας της. Αυτού, αφού προγνώρισε το θάνατό της, σαν φίλανδρη σύζυγος, σαν φιλότεκνη μητέρα, και φιλάδελφη γυναίκα έδωσε τις τελευταίες συμβουλές της και εκοιμήθη οσιακώς, ψελίζοντας το ψαλμικό «εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω». Από τον τέταρτο ψαλμό. Απόδειξις της παρρησίας και αγάπης προς τον Θεόν. Εκοιμήθη οσιακώς επαναλαμβάνω, στην Καππαδοκία τον τέταρτον μετά Χριστόν αιώνα.
Χριστιανοί μου, τι να πρωτοθαυμάσει κανείς από την Αγία Γοργονία;
Ως συζύγου; Υπήρξε τελεία.
Ως μητέρα; Άριστη στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών της με το αξιοθαύμαστο παράδειγμά της.
Ως χριστιανή; Μα ήταν τόσο Ευαγγελική η ζωή της, τόσο χριστομίμητη ώστε η Εκκλησία μας επισήμως να την κατατάξει μεταξύ των Αγίων της.
Πρώτη στα χριστιανικά της καθήκοντα,
πρώτη στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών,
πρώτη στην καλλιέργεια των αρετών.
Τίμησε την Εκκλησία, αλλά τίμησε και τον άντρα της.
Υπακοή στο θέλημα του Θεού.
Υπακοή όμως και στον σύζυγό της.
Πρώτη στην προσευχή, στον εκκλησιασμό και στη Θεία Κοινωνία.
Πρώτη στην φιλανθρωπία, στην ελεημοσύνη και στην αγαθοεργία, δηλαδή στην έμπρακτη αγάπη.
Πρώτη παντού και πάντοτε. Και στη λατρεία της προς τον Θεόν, και στην συμπαράσταση προς τον πλησίον, και στην πνευματική προκοπή των παιδιών της, και στο στολισμό της ψυχής της με τις θεοαρετές. Ιδού πώς μια σώφρων γυνή, μια σώφρων γυναίκα, κατέστησε την οικογένειά της κατ’ οίκον Εκκλησία.
Χριστιανοί μου, και ενώ θα έπρεπε όλοι οι σημερινοί, Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, να προσπαθούν την οικογένεια που δημιουργούν, να την καταστήσουν κατ’ οίκον Εκκλησία, αντιθέτως μάλιστα την καθιστούν στάβλο χοίρων, χοιροστάσιο. Θα μιλήσουμε για την κακή πλευρά της σημερινής οικογένειας, γιατί έχουμε και την καλή.
Οι παράνομοι δεσμοί τριών πέντε και δέκα ετών, έχουν πολλαπλασιαστεί σε τρομακτικό αριθμό, όχι μόνον Ευρώπη και Αμερική, αλλά και στην πατρίδα μας, χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς ανάληψη ευθυνών, και χωρίς ντροπή, κατρακυλούν αυτά τα ζευγάρια στο βούρκο της αμαρτίας. Στους παράνομους δεσμούς πρέπει να συμπεριλάβουμε και τους πολιτικούς λεγομένους γάμους, που δημιουργήθηκαν με ένα μπακαλόχαρτο του δήμου. Όλες αυτές οι παράνομες σχέσεις, στραπατσάρισαν το κατ’ εικόνα του Θεού, και την οδηγούν στο χοιροστάσιο των κατωτέρων ενστίκτων. Τα διαζύγια πλήθυναν τόσο πολύ, ώστε στους δύο γάμους να έχουμε τον ένα υπό διάλυση. Σήμερα όλα τα μέσα της υψηλής τεχνολογίας, μας οδηγούν στην καταστροφή. Και μιλάμε γενικώς για την Ελληνική χριστιανική οικογένεια, η οποία σήμερα διέρχεται σοβαρή κρίση.
Και η κρίσις αυτή του θεσμού της οικογένειας, έχει σαν αποτέλεσμα, ένα πλήθος από κοινωνικά φαινόμενα, όπως είναι η εξάπλωσις της αναρχίας, οι ανεξέλεγκτες καταστροφές ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, η δημιουργία των κουκουλοφόρων, όλοι αυτοί προέρχονται από οικογένειες… Η επικίνδυνη άνοδος της εγκληματικότητος, η αύξησις των ψυχικών νοσημάτων και διαταραχών, η επικίνδυνη αύξησις της πανσεξουαλικότητος, με επισημοποίηση της ομοφυλοφιλίας, των διαστροφών… τα βλέπουν όσοι παράνομα τις νύχτες αργά βλέπουν πολλά πράγματα. Τις παιδεραστίες, τις πορνογραφίες, της καταλύσεως πάσης ηθικής αξίας, της νεανικής μέθης, - έχουμε παιδιά δεκατεσσάρων ετών και μεθούν, - της χαρτοπαιξίας, των τυχερών παιχνιδιών, τα παρατράγουδα των νυκτερινών διασκεδάσεων μετά τις έντεκα το βράδυ, μέχρι πρωίας, η ανευθυνότητα και οι αυτοκτονίες, και άλλα, άλλα πολλά, αποδεικνύουν ότι πραγματικά η οικογένεια και ο γάμος, ως θείος και ιερός θεσμός είναι υπό κατάρρευση.
Την τελευταία τριακονταετία, 1980- 2008, οι πολύτεκνες οικογένειες, με τέσσερα παιδιά και άνω, εμειώθησαν κατά 70%, ενώ τα μονομελή νοικοκυριά, και οι παράνομες συζεύξεις, αντίστοιχα, και αυτό είναι το φοβερό, αυξήθηκαν κατά 70%. Επίσης πολλαπλασιάστηκαν οι δεύτεροι γάμοι, όπως και άρχισαν να πυκνώνουν οι μικτοί γάμοι ανάμεσα σε Έλληνες και αλλοδαπούς, από Αλβανία, από Ρωσία, Πακιστάν, Αγγλία, Αμερική, Καναδά… Έχουμε γάμους με ετεροδόξους, παπικούς, προτεστάντας, διαμαρτυρομένους, σαββατιστάς, πεντηκοστιανούς, και δεν συμμαζεύεται. Έχουμε ακόμα συζυγίες παράνομες, τις οποίες είδα έξω, αλλά είδα και κάνα δυο ζευγάρια εδώ, δεν είδα πολλά, ορθοδόξους με μουσουλμάνους, με βουδιστάς, με ινδουιστάς, με βραχμανιστάς, δωδεκαθεϊστάς, έχουμε και αυτά τα φρούτα στην Ελλάδα, αθέους, απίστους, και το κακό δυστυχώς δεν συμμαζεύεται, αλλά ολοένα και περισσότερο απλώνεται. Γι’ αυτό επαναλαμβάνω ύστερα από τις πενιχρές αλλά μελανές αυτές εικόνες που δώσαμε, τονίζουμε λοιπόν, ότι ο Ορθόδοξος γάμος στην πατρίδα μας υπονομεύεται, επαναλαμβάνω ο Ορθόδοξος γάμος, με πολύ επικίνδυνες συνέπειες για την Ελληνική κοινωνία μας. Ένα άλλο λυπηρό κοινωνικό φαινόμενο είναι οι εξώγαμες ή άγαμες μητέρες. Όχι μόνον ύστερα από βάναυσους βιασμούς των νεανίδων, αλλά εκείνων των γυναικών, των μεγάλων σχετικώς σε ηλικία, άνω των σαράντα ετών, που με τη θέλησή τους δια της πορνείας, γεννούν παιδιά αγνώστου πατρός ή με τεχνική εξωσωματική γονιμοποίηση. Άραγε τι θα λένε αυτά τα παιδιά αύριο όταν μεγαλώσουν; Εγώ δεν είχα πατέρα; Εγώ δεν έχω μπαμπά; Γιατί δεν έχω; Κι αν έχω ποιος είναι; Και που είναι; Να τα ψυχικά τραύματα, ιδού τα νεανικά ναυάγια, του αγνώστου πατρός. Και η λύσις για αυτά τα παιδιά σύμφωνα με τις επίσημες θέσεις, κοινωνιολόγων και ψυχολόγων, είναι η ανταρσία, η αναρχία, ο τραμπουκισμός, η αλητεία, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η αυτοκτονία. Κι αν τυχόν αυτά τα παιδιά κάνουν κάποτε οικογένεια, ποιο πρότυπο πατρός θα έχουν; Ποιο;
Ας έλθουμε τώρα και σε ένα άλλο θέμα που είναι η εργαζόμενη μητέρα. Χωρίς παρεξήγηση για όσες από σας εργάζεστε. Η γυναίκα στην εποχή μας έχει αλλάξει πολύ. Και αυτό το βλέπετε και εσείς οι ίδιες, όπως το βλέπομε και μείς ως άνδρες. Πιστεύω προσωπικά πως η οικονομική της ανεξαρτησία έβλαψε πρώτα πρώτα την ίδια και ύστερα όλη την οικογένεια. Δυστυχώς έπαυσε να είναι η παλιά εκείνη μάνα, η γεμάτη τρυφερότητα, αγάπη και θυσία, στην αναστροφή των παιδιών της, έστω και αν ήσαν τέσσερα, πέντε, εφτά, δέκα. Εκείνη τη μάνα λέω. Πρώτη στο νοικοκυριό, στο μαγείρευμα, καθαρή, γεμάτη σεμνότητα, και ολοπρόθυμη στο να στηρίζει ηθικά τον βιοπαλαιστή σύζυγό της. Εδώ και πολλά χρόνια άλλαξαν οι συνθήκες της ζωής και πολλαπλασιάστηκαν οι ανάγκες. Μας έγιναν απαραίτητες. Ποιο σπίτι θα δημιουργηθεί, ποια οικογένεια θα γίνει τώρα, και δεν θα απαιτήσει να έχει ηλεκτρική κουζίνα, πλυντήριο, ψυγείο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλέφωνο, ηλεκτρική σκούπα και τόσα άλλα που εσείς τα ξέρετε καλύτερα από μένα. Κάθε μέλος της οικογένειας, θέλει σήμερα και ένα κινητό τηλέφωνο, ακόμα και τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου, δήθεν για να μην τα χάσουμε. Τα παιδιά της σήμερον έχουν ανάγκη από φροντιστήρια, από δύο τουλάχιστον γλώσσες, από σπουδές στα Πανεπιστήμια, στα ΤΕΙ, μέχρι και Master, μεταπτυχιακές σπουδές και τόσα άλλα, τα έξοδα δηλαδή τεράστια. Χωριστά οι διασκεδάσεις που απαιτούν όλα τα παιδιά σήμερα, από τα δεκατέσσερά τους χρόνια. Δημιουργήθηκε επίσης η ανάγκη ενός νέου σπιτιού, με περισσότερα δωμάτια και περισσότερες ανέσεις. Ο Δυτικός τρόπος ζωής έκαμε κάθε οικογένεια περισσότερον καταναλωτική. Η αύξησις των αναγκών της ζωής ανάγκασε τη γυναίκα να βγει έξω απ’ το σπίτι και να εργαστεί. Αλλά στο νέο τρόπο ζωής, η εργαζόμενη γυναίκα μητέρα, πώς μπορεί να επαρκέσει σ’ όλες τις απαιτήσεις που έχει μια οικογένεια; Πώς να ανταποκριθεί σωστά και τέλεια στις ανάγκες μιας εξαμελούς οικογένειας, αλλά και έξω στην εργασία της; Έτσι χάνεται η ηρεμία και αρχίζει μέσα στο σπίτι η γκρίνια, τα παράπονα, η φαγωμάρα, οι συγκρούσεις, για να μην πω πού καταλήγουν στο τέλος. Και κάτι άλλο πολύ σκληρό που το φωνάζουν όλες τους. «Όχι πολλά παιδιά, όχι άλλα παιδιά, ένα φθάνει, το πολύ δύο». Και με διαφόρους τρόπους το αποφεύγει η εργαζόμενη μητέρα. Πολλές φορές καταφεύγει και στις εκτρώσεις, δηλαδή στο φόνο του εμβρύου, που έχει ζωή, που έχει ψυχή. Χωριστά που έχουμε κατά χιλιάδες τις εκτρώσεις από άγαμες κοπέλες. Στην πατρίδα μας οι εκτρώσεις έφθασαν τον περασμένο χρόνο και τον προπερασμένο, στις τετρακόσιες χιλιάδες, κάθε χρόνο τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις. Αν αριθμήσουμε, αυτοί που ασχολούνται με τα στατιστικά στοιχεία, αν αριθμήσουμε τις εκτρώσεις απ’ το 1980, μέχρι το τέλος του 2008, οι εκτρώσεις σε αυτά τα 27 χρόνια ανήλθαν σε πέντε εκατομμύρια. Αν απ’ αυτά ζούσαν και έβλεπαν το φως της ημέρας, δεν λέω πολλά, τα τρεισήμισι εκατομμύρια παιδιά, σήμερα θα είχαμε φοιτητές, μαθητές Λυκείου Γυμνασίου και Δημοτικού Σχολείου, και τα Νηπιαγωγεία θα ήσαν γεμάτα από παιδικές φωνούλες. Εκατοντάδες νέοι καθηγητές και δάσκαλοι θα είχαν εργασία και πολλές οικογένειες θα εδημιουργούντο. Και στρατιώτες για τα σύνορα της πατρίδος θα είχαμε, και δεν θα εδημιουργείτο το πρόβλημα της υπογεννητικότητος, ώστε ύστερα από δέκα χρόνια νάμαστε μισοί αλλοδαποί και μισοί Έλληνες. Γι’ αυτό λοιπόν είναι γνωστές οι θλιβερές συνέπειες αυτής της υπογεννητικότητος. Όλες αυτές οι ευλογίες που είχαν εκείνα τα παλιά ζευγάρια, τις χάσαμε. Κατάρα έπεσε στην Ελλάδα μας. Από τις εκτρώσεις και τις βλαστήμιες των θείων, να μην προσθέσω και το τρίτο.
Χειραφετήθηκε η γυναίκα και απέκτησε πολλαπλά δικαιώματα τα οποία και διεκδικεί απέναντι στον εργοδότη της, είτε αυτός είναι το Δημόσιο, είτε είναι ο ιδιωτικός τομέας, απέναντι στην κοινωνία και χωρίς συστολή απέναντι στον άνδρα της. Οπότε ακολουθούν τα οικογενειακά δράματα και τα ναυάγια της ζωής, με τις δυνατές συγκρούσεις, τους διαπληκτισμούς, τις προδοσίες, τα διαζύγια, τις δίκες, και το ψυχικό κόψιμο των παιδιών στα δύο. Που να πάει το παιδί. Που να κλίνει; Στον πατέρα που εγκατέλειψε το σπίτι, ή στη γυναίκα, στη μάνα που εγκατέλειψε το σπίτι; Κάθε γυναίκα που θέλει να παντρευτεί πρέπει να βάλει καλά στο μυαλό της την αποστολή που της έχει αναθέσει ο Θεός. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, γιατί έχομε την εξαίρεση της αγγελικής πολιτείας, οφείλει να γίνει μητέρα, μάνα, τροφός ζωής και σύζυγος. Ώστε να μπορεί ως συνετή σύζυγος, και ως στοργική μητέρα να αφοσιωθεί στο στοιχείο της, που είναι η σωματική και πνευματική γαλουχία των παιδιών της, των παιδιών σας. Και με τη βοήθεια πάντοτε του Θεού να προσφέρει ασφάλεια και σιγουριά, χαρά και ευτυχία στο σπιτικό της. Ιδού πώς θα συντελέσει μάνα και σύζυγος στο να κάμει την οικογένεια της εν Χριστώ ευτυχισμένη.
Ο Θεός, και το πιστεύω αυτό που θα σας πω απόλυτα, στον οποίον θα έχουν οι γονείς, απόλυτη εμπιστοσύνη, θα εμπνέει, θα ευλογεί, και θα λύνει όλα τα οικονομικά προβλήματα, αρκεί όλα τα μέλη της οικογένειας, να αρκούνται στα απαραίτητα της ζωής, όπως τα ορίζει και η διδασκαλία του Ευαγγελίου, και χωρίς ασύστολες δαπάνες. Και αν το Ελληνικό κράτος είχε την φροντίδα, που δεν την είχε, γιατί ήρθε ο Δυτικός τρόπος ζωής, και ο Δυτικός τρόπος εργασίας, να δίδει τόσο μισθό στους άνδρες, ώστε να μπορεί να επιβιώσει αυτός και μια εξαμελή οικογένεια, με τέσσερα παιδιά, ή και επταμελή ακόμα, δεν θα χρειάζετο να βγεί στην δουλειά η γυναίκα, αλλά θα ήταν αφοσιωμένη στην εν Χριστώ ανατροφή των παιδιών της. Ο Δυτικός όμως τρόπος ζωής, που είναι τρόπος χωρίς Θεόν, χωρίς Χριστόν, - πήγα στο εξωτερικό και την είδα,- χωρίς εκκλησιασμό και χωρίς συνειδητή συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας. Συμβαίνει και στην Ελλάδα. Το 90% είναι έξω απ’ την Εκκλησία. Το 90% πέταξε το Χριστό έξω απ’ τα σπίτια τους. Πέταξε λοιπόν η σημερινή οικογένεια έξω απ’ την οικογένειά της την σώζουσα πίστη στον Θεάνθρωπο Χριστό, πέταξε και το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή. Πέταξε το καντήλι, το θυμιατό και τις ιερές εικόνες, πέταξε την πνευματική ζωή και την ενεργουμένην αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, τα πέταξε όλα έξω απ’ το σπίτι, έξω απ’ την οικογένεια, και στην θέση τους έβαλε την αθεΐα, την απιστία, τον ηδονισμό, την καλοπέραση και τον πανσεξουαλισμό και τις πάσης φύσεως διαστροφές. Τις παλιές εποχές η οικογένεια μπορεί να υστερούσε στα πολλά γράμματα, αλλά είχε φόβον Θεού. Οι άντρες, είτε πατέρες είτε σύζυγοι, μπορούσαν να καυχηθούν αυτό που εβεβαίωνε ο Δαυΐδ στο Θεό, για τη συμπεριφορά του μέσα στο σπιτικό του. «Διεπορευόμην Κύριε, εν ακακία καρδίας μου, εν μέσω του οίκου μου». Ψαλμός 100ος, στίχος 2ος. Που σημαίνει κατά την ερμηνεία των Πατέρων «Ιδού Κύριε πώς πολιτεύθηκα μέχρι σήμερα, και τι υπόσχομαι να τηρήσω πιστά στο μέλλον. Συμπεριφέρθηκα πάντοτε στο παρελθόν, ανάμεσα στην οικογένειά μου, με ακακία στην καρδιά και με στοργή, που ήτο απηλλαγμένη από πονηριά και εγωισμό». Με ακακία λοιπόν, με αγαθότητα, με στοργή και προς την σύζυγόν του και προς τα παιδιά του, χωρίς εγωισμούς και πονηριές, αυτή ήταν η στάσις του Δαυΐδ στην οικογένειά του. Άρα και ο κατά Θεόν φόβος που έχει μέσα του όλες τις Ευαγγελικές αρετές, είναι αυτές που απαιτούνται για να σταθεί όρθιο και σωστό ένα σπιτικό.
Μετά από την ωραία και διδακτική εικόνα του προφητάνακτος Δαυΐδ, ας έλθουμε σε μια άλλη εξίσου διδακτική και ωφέλιμη εικόνα. Αναφέρομαι σε μια εικόνα, όπως την έζησε η Αικατερίνη Παπαδοπούλου, μια έγγαμη γυναίκα, χήρα, βασανισμένη από τα παιδικά της χρόνια και χαροκαμένη. Μια γυναίκα από τις χαμένες πατρίδες. Ήλθε στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, παιδούλα τότε, με τους γονείς της, να εγκαθίσταται σε μια πόλη της Μακεδονίας. Η οικογένειά της είχε φόβον Θεού, και ερχομένη στην πατρίδα, εκτός από λίγα ρουχαλάκια και μπογαλάκια στο χέρι, έφερε μαζί της μόνον δύο εικόνες, της Υπεραγίας Θεοτίκου και του Αγίου Γεωργίου. Το 1922 ήτανε 10 ετών, όταν ήλθε από την Μικρά Ασία στην πατρίδα μας. Το 1932 ενημφεύθη με ένα σεμνό και εργατικό νέο. Μέχρι το 1940, δηλαδή σε 8 χρόνια, έκαμε έξι παιδιά, 4 αγόρια και 2 κορίτσια. Και ενώ ο άντρας της γύρισε σώος με το κήρυγμα του πολέμου, το 1940, από το Αλβανικό μέτωπο, δεν πέρασε λίγος καιρός και τον σκότωσαν οι Βούλγαροι στις σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1941 στα περίχωρα της Δράμας. Τέσσερα από τα έξι παιδιά της πέθαναν στα δύσκολα εκείνα χρόνια της Κατοχής, από αρρώστιες και πείνα. Επέμεινε χήρα στα 32 της χρόνια, και βαριά χαροκαμένη στα επόμενα 4-5 χρόνια της Κατοχής. Μετά το 1948 βρέθηκε από συγγενή, στη Θεσσαλονίκη. Παρόλα τα δεινά δεν έχασε ποτέ την ελπίδα της στο Θεό. Ήτο άνθρωπος της συνεχούς προσευχής, μετά πολλής δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Σωτήρα της Χριστό. Από τα δυο της τα παιδιά, η θυγατέρα της παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια και η μάνα έμεινε μαζί με αυτήν την παντρεμένη κόρη. Και ιδού το δράμα. Ο άλλος της γιος, για άγνωστο λόγο τρελάθηκε, και τον δέσαν και τον πήγανε στο τρελοκομείο στο Λεμπέτι. Και μάλιστα ένας άλλος τρελός τούχε βγάλει το μάτι με ένα καρφί, γιατί όπως είπε, πέρασε το μάτι του για τοίχο. Και με το ζόρι τον κόλλησε σε μια γωνιά και του έμπηξε το καρφί στο μάτι για να το καρφώσει γιατί ήταν τοίχος. Από μικρή έμαθε να προσεύχεται, και νηστεύει, να εγκρατεύεται. Να εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή και να κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι και παντρεμένη και ως χήρα, που τίμησε με κάθε αξιοπρέπεια το στεφάνι της, προσηύχετο κάθε βράδυ μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς της, που έφεραν οι γονείς της από την Μικρά Ασία, και μάλιστα με δάκρυα πολλά φωνάζοντας προς την Παναγία «Παναγία μου βοήθησέ με, μην με εγκαταλείπεις. Παναγία μου κάνε έλεος για την κόρη μου και για την οικογένειά της, αλλά έλεος και για αυτό το παιδί μου που είναι στο Λεμπέτι. Έλεος για τον σκοτωμένο άντρα μου, για την ψυχή του, έλεος και για τα μικρά παιδιά μου, που μόνον την κακία του κόσμου και κείνης της βρωμεράς Κατοχής γνώρισε. Τι αμαρτίες είχαν Παναγία μου δεν γνωρίζω, μικρά παιδιά ήσαν, εσύ ξέρεις. Λογάριασέ τα και αυτά και τον άντρα μου σαν μάρτυρες. Έλεος Παναγία μου, έλεος Χριστέ μου». Και αυτό γινόταν κάθε βράδυ, για δυο και τρείς και τέσσερεις ώρες. Πολλές φορές διάβαζε ένα παλιό ψαλτήρι, όλους τους ψαλμούς, όλη τη νύχτα, ή ολόκληρο τα Τετραβάγγελο, κάτι μικρά Ευαγγέλια, κυκλοφορούν και εδώ, που είχαν αφήσει οι γονείς της σαν κληρονομιά. Άλλοτε προσηύχετο όλη τη νύχτα για τους πεθαμένους, και άλλοτε για τους ζωντανούς, και η προσευχή της κάλυπτε όλη τη Στρατευομένη Εκκλησία. Από τον πατέρα Βασίλειο Παπακαϊμάκη που τον είχε πνευματικό, έμαθε να προσεύχεται για όλους τους Ορθοδόξους ιερείς, τους πνευματικούς πατέρες, για τους πτωχούς, τους αρρώστους, τις χήρες, τα ορφανά και όσους είχαν χάσει το μυαλό τους. Αργότερα έμαθε να προσεύχεται και για τους μοναχούς Αγιορείτες Πατέρες, ασκητάς και ερημίτας. Κανδήλι και θυμιατό ήσαν πάντοτε αναμμένα. Όταν σήκωνε τα χέρια της ψηλά, είτε γονατιστή είτε όρθια ο νους της πέταγε, ιδίως τα τελευταία χρόνια, σε πνευματική θεωρία, και τα σημεία της θεοφανείας ήσαν ολοφάνερα στο γλυκό πρόσωπό της, και στο σκελετωμένο σώμα της. - Μια τέτοια γιαγια, ξαναεγνώρισα και άλλη μία. Εκείνη την έλεγαν Γαρυφαλιά.- Μόνο ένα γεγονός μας απεκάλυψε, Ακούστε το.
Ένα βράδυ ήταν μεσάνυχτα και είχε σηκωθεί πάλι να κάνει προσευχή, με μόνο φως το αναμμένο κανδηλάκι της. Ξαφνικά ακούει κτύπους στην πόρτα δυνατούς. Περίμενε λίγο, μη τυχόν ξυπνήσει ο γαμπρός της, ή η κόρη της, να ανοίξουν, γιατί ποιόν θα ζητούσαν τέτοια ώρα τη νύχτα. Μη ανοίγοντας λοιπόν, βλέποντας ότι δεν άνοιγε κανένας, ενώ τα κτυπήματα συνεχιζόταν, πήγε η ίδια και άνοιξε την πόρτα. Και είδε μπροστά της μια μαυροφορεμένη κόρη. Χωρίς να θέλει έπεσαν τα μάτια της στα πόδια της, και είδε ότι ήταν ξυπόλητη. Έκανε πολύ κρύο γιατί ήταν χειμώνας. Την κάλεσε να μπει μέσα. «Έλα, έλα μέσα κόρη μου», της λέει. Και προχώρησαν προς το δωμάτιό της. Η κόρη προχώρησε μπροστά, πρώτη, και μπήκε μέσα στο δωμάτιο της γιαγιάς, και παρόλο που το δωμάτιο δεν ήταν φωτισμένο, γιατί είπαμε δεν είχε ανάψει φως, αλλά μόνον το κανδηλάκι, εν τούτοις όμως όταν μπήκε στο δωμάτιο αυτή η γυναίκα, όλο το δωμάτιο έλαμψε από ένα φως λευκό, τόσο λευκό, που ήταν λευκότερο και απ’ το λευκό, και τόσο λαμπερό, περισσότερο από λαμπερό από έναν ήλιο. Ζαλίστηκε η γιαγιά, τυφλώθηκε, κόντεψε να πέσει κάτω, παρόλα αυτά όμως είπε: «Δεν είναι σωστό κοπέλα μου να γυρίζεις τέτοια ώρα έξω δεν κάνει. Μόνον τα κακά κορίτσια γυρίζουν έξω, και μάλιστα και ξυπόλητη. Μείνε εδωπέρα τώρα το βράδυ, και αν θες να κάνομε και μαζί προσευχούλα, αύριο πρωί πρωί φεύγεις και πηγαίνεις στο σπίτι σου». «Δεν χρειάζεται». Της απάντησε μια γλυκυτάτη φωνή. «Ήρθα να σε πληροφορήσω, ότι τα δάκρυά σου κάθε βράδυ, άγγελοι μου τα φέρνουν πάνω στον ουρανό, και ήρθα μόνη μου να σε πληροφορήσω ότι οι προσευχές σου, που γίνονται με τόσα δάκρυα, εισακούονται. Τα παιδιά σου είναι πολύ καλά τακτοποιημένα, και αυτός που βρίσκεται στο άσυλο, είναι και αυτός σεσωσμένος, όπως και ο άντρας σου στους ουρανούς». Έσκυψε, της έδωσε ένα φίλημα στο μέτωπο, και αμέσως εξαφανίστηκε. Άφησε γαλήνη μεγάλη στην ψυχή της γιαγιάς. Άρρητη ευωδία μέσα στην ατμόσφαιρα, και μια απέραντη, απέραντη, απέραντη, απέραντη γλυκύτητα και ευφροσύνη στο σημείο που την φίλησε, και αυτός ο θείος και ουράνιος ασπασμός μπήκε μέσα στην καρδιά της, και απ’ την καρδιά πέρασε σ’ όλο το σώμα. Μέχρι και το τελευταίο κύτταρο της υπάρξεώς της. Και αυτή η γλυκύτητα από την αίσθηση του ασπασμού, κράτησε για πολλές πολλές ημέρες. Τότε το είπε στον πνευματικό. Λίγον καιρόν πριν πεθάνει και σας πω όσα σας είπα, τα είπε και σε μένα τον ανάξιο, και τελειώνοντας την αφήγησή της, έκλεισε με τις λέξεις «Μετά θάνατον». Και γω κατάλαβα. Να μπορώ να το πω και να το διηγηθώ μετά το θάνατό της. Και όπως όλοι θα καταλάβατε, η ουράνια εκείνη γυναίκα ήταν η Παναγία. Άλλωστε αυτή επικαλείτο το συχνότερον. Ήδη έχει κοιμηθεί οσιακώς.
Ο Θεός πιστεύω πως την έχει κατατάξει ανάμεσα στους τόσους ανωνύμους αγίους, που αγίασαν αγωνιζόμενοι μέσα στον κόσμο. Με όσο κακό και αν έχει αυτός ο κόσμος. Πληθωρικό το κακό. Σε μας, ας τονώσει την πίστη. Έμεινε το άγιο παράδειγμά της. Δε μένει παρά να προσπαθήσουμε να την μιμηθούμε. Στη μεγάλη της υπομονή. Στην βραδινή της προσευχή. Στην αυταπάρνησή της. Στην ταπείνωσή της. Στην προσευχή με το Ευαγγέλιο στο χέρι ή το ψαλτήρι. Στη δοξολογία της, και γενικά σε ολόκληρο τον πνευματικό της αγώνα. Σεις οι γυναίκες να την μοιάσετε. Και οι άγαμες και οι έγγαμες. Και ως σύζυγοι, και ως μητέρες και ως γιαγιάδες. Αλλά και μείς οι κληρικοί, και σεις οι άνδρες, θα πρέπει να ντραπούμε λίγο για τα χάλια μας, τις αδυναμίες και τα πάθη μας.
Αλλά ευτυχώς που υπάρχουν και εξαιρέσεις. Στα πενήντα χρόνια της ιερατικής μου διακονίας, είδα και γνώρισα από κοντά, πολλούς οικογενειάρχες, που προσπάθησαν να μεταβάλλουν το σπιτικό τους σε κατ’ οίκον εκκλησία. Έδωσαν μάχες με τον διάβολο, και με τον εαυτόν τους. Και με το διάχυτο κακό μέσα στην κοινωνία. Ή με την κακία, το φθόνο, και την μοχθηρία του κόσμου που μας περιβάλλει.
Ναι χριστιανοί μου, ο καθημερινός μας αγώνας, ανδρών και γυναικών, των γονέων δηλαδή, που γίνεται για την καθαρότητα της προσωπικής μας ζωής, μέσα στην οικογένειά μας και μέσα στην κοινωνία της βρώμικης εποχής μας και πάντοτε με την βοήθεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, αποτελεί για τον καθένα μας, ένα άλλο βάπτισμα, που γίνεται στην κολυμβήθρα των δικών μας πόνων, και των δικών σας. Των πόνων αυτών και των δοκιμασιών στο αίμα της δικής σας καρδιάς, ως μητέρες και πατέρες, στο αίμα της δικής μας καρδιάς, που χύνεται στάλα στάλα όταν πονάμε και φθειρόμεθα, πρώτα για να είμεθα σωστοί και σώφρονες απέναντι του Αγίου Θεού, ή όταν πονάμε και λειώνουμε από τον καϋμό, γιατί τα παιδιά μας, τα σπλάχνα μας, αυτά λοξοδρομούν. Εγκαταλείποντας την κιβωτό της σωτηρίας, που είναι η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξος πίστις μας, τα μυστήρια της Ορθοδοξίας μας. Ναι, είναι το προσωπικό μας μαρτύριο, το πιστεύω αυτό, το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεώς μας, που παίρνει εν Χριστώ τη θέση του βαπτίσματος του αίματος των μαρτύρων. Δεν είμαι υπερβολικός. Για ένα συνειδητό πατέρα ή μητέρα αυτά είναι απολύτως κατανοητά. Μόνον αυτοί ξέρουν να ματώνουν. Δεν είναι βέβαια, και δεν είμεθα εμείς οι έγγαμοι που ζούμε μέσα στον κόσμο μοναχοί, ασκητές και ερημίτες. Έχουμε συζύγους και παιδιά. Αλλά ο οικογενειακός και ατομικός τρόπος της ζωής, της ζωής μας, της ζωής σας, είναι Ορθόδοξα ασκητικός. Δηλαδή με πνευματικόν αγώνα που αποβλέπει
πρώτον, στην τήρηση των εντολών,
δεύτερον, στην καλλιέργεια και κτίση των αρετών,
τρίτον, στην κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες μας,
τέταρτον, στην κατά δύναμιν νηστεία,
πέμπτον, στην φυλακή των αισθήσεων και δη της γλώσσης μας,
έκτον, στην προσοχή που πρέπει να έχουμε στους λογισμούς,
έβδομον, στην κατά δύναμιν αγρυπνία,
όγδοον, στην τακτική συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια, τον ιερό εκκλησιασμό, την Εξομολόγηση και την Θεία Κοινωνία,
ένατον, στην καλλιέργεια της προσευχής και ειδικότερα με επιμονή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με",
δέκατον, στην αμοιβαία κατανόηση μέσα στην οικογένεια, να κατανοεί και να κάνει υπομονή η γυναίκα προς τον άνδρα, να κατανοεί και να κάνει υπομονή ο άνδρας προς τη γυναίκα του και οι δύο μαζί προς τα παιδιά τους
ενδέκατον, στην αλληλοσυγχωρητικότητα και στο πνεύμα της υπομονής, ανοχής και μακροθυμίας και
δωδέκατον, στην κατά Χριστόν ανατροφή των παιδιών τους, προσφέροντας ως γονείς το άριστο παράδειγμα της καλής χριστιανικής αγωγής, ενώ συγχρόνως μπορούν να ασχολούνται με πλήθος έργων αρεστών στο Θεό, όπως είναι η συνετή φιλοξενία, φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, και πάντοτε με καλοσύνη και αγάπη.
Η καθημερινή πάλι μελέτη της Αγίας Γραφής, των Συναξαριστών, με τους βίους των Αγίων, των διαφόρων γεροντικών, με εποικοδομητικές συζητήσεις και διαλόγους, συμπληρώνουν πρακτικά την εικόνα της χριστιανικής οικογένειας, ως κατ’ οίκον Εκκλησίας.
Αυτά τα συναντήσαμε και τα είδαμε στο διάβα της ζωής μας. Θα μου πείτε ότι αυτά τα παραδείγματα όπως μας τα παρουσιάσατε πάτερ, σπανίζουν. Βεβαίως. Δεν λέω ότι δεν σπανίζουν. Μπορεί να είναι ολίγες αυτές οι οικογένειες, με αυτό το φρόνημα και με αυτή την άριστη διαγωγή. Υπάρχουν όμως. Έστω λίγες, αλλά υπάρχουν. Και αυτές θα μας κρίνουν. Αφού το κατόρθωσαν αυτές, και εξακολουθούν να το κατορθώνουν, παρ’ όσα όλα συμβαίνουν γύρω μας, τότε μπορούμε και οι υπόλοιποι να τους μιμηθούμε.
Πολλές φορές στο εξομολογητάριο, έχω βρεθεί στη θέση να βγάλω το καλυμμαύχι μου και να αποκαλυφθώ, μπροστά στην τόση αρετή που αντικρίζουν τα μάτια μου. Ναι. Και αν τυχόν είναι άνδρας αυτός, λέω να του βγάλω και να του φορέσω το πετραχήλι μου. Αυτός έπρεπε να ήταν στη θέση μου.
Ας έρθουμε τώρα και σε μια άλλη έγγαμη αγία. Την Αγία Θωμαΐδα. Που υπήρξε υπόδειγμα αρίστης και μαρτυρικής συζύγου, παρ’ όλη την βαρβαρότητα του ανδρός της Στεφάνου. Στέφανον τον λέγανε. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη τον δέκατον αιώνα, και η μνήμη της γιορτάζεται στις 3 Ιανουαρίου. Κατά τον βιογράφον της Αγίας οι γονείς της Μιχαήλ και Καλή, Καλή, το όνομα, ήταν ζεύγος λέει χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον. Σε ηλικία εικοσιτεσσάρων ετών παντρεύτηκε τον σκληρότατον αυτόν νέον, τον Στέφανο. Από πολύ νωρίς της φερόταν με τόση βαρβαρότητα ώστε της απέβη ο ακάνθινος στέφανος, χωρίς να δίδει καμιά αφορμή, παρόλο που ήταν υπόδειγμα συζύγου, ενάρετη, θεοσεβής, σεμνότατη, ο άντρας της, της φερόταν πολύ βάναυσα.
Παρά το συζυγικό της μαρτύριο η Θωμαΐδα, εκτελούσε όλα τα καθήκοντά της προς τον Θεόν, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μελέτη της Αγίας Γραφής, και με πυκνή συμμετοχή όπου έβρισκε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τις περισσότερες φορές κρυφά. Δεν παρέλειπε επίσης τις υποχρεώσεις της ως προς τους φτωχούς, τους γυμνούς, τους πεινασμένους, τα ορφανά, τις χήρες, τις όντως χήρες, ε, τις άπορες. Δεν έχουμε τώρα τέτοια φαινόμενα ας πούμε, να έχουμε πεινασμένους και ορφανά, αλλά σιγά σιγά θάρθουν και αυτά. Απ’ αυτήν την μαρτυρική ζωή και την έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον, και προς αυτόν ακόμα τον σύζυγό της, κατέστη έκτακτο καθαρό δοχείο του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και η προσευχή της έκανε θαύματα σε διάφορες ασθένειες.
Παρά ταύτα ύστερα από δεκατρία χρόνια μαρτυρικής και απάνθρωπης συζυγικής ζωής, η Αγία υπέκυψε από τις βαρειές πληγές που της προκαλούσε τόσο τακτικά ο σκληρότατος εκείνος σύζυγός της. Ήταν μόλις τριάντα οκτώ ετών. Ετάφη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ιερά Μονή του Μικρού Ρωμαίου όπου το Άγιο λείψανό της διατηρούνταν ακέραιο και ολόσωμο, τουλάχιστον μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, από τους Φράγκους το 1204. Από όλες τις γραπτές πηγές, η Αγία Θωμαΐδα, εγκωμιάζεται ως θαυματουργός, με θαύματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών, προ και μετά την κοίμησή της, ο απάνθρωπός της σύζυγος γρήγορα δαιμονίστηκε, για να θεραπευτεί πάνω στον τάφο της και έτσι να αλλάξει ζωή και να ζήσει πλέον κατά Χριστόν. Σε κείνα τα χρόνια εθεωρείτο προστάτιδα του συζυγικού βίου, και μάλιστα ειδική συμφιλιώτρια όλων των διαφωνούντων και συγκρουομένων συζύγων, ανδρογύνων.
Άραγε ποιο είναι το μήνυμα που μας δίνει η μαρτυρική συζυγική ζωή της Αγίας Θωμαΐδος στη σημερινή υλιστική εποχή μας; Σήμερα που χωρίς αμφιβολία ο γάμος περνά την πιο μεγάλη κρίση, και τα δράματα των διαλελυμένων οικογενειών αυξάνουν με τα πολλαπλασιαζόμενα διαζύγια, η μαρτυρική συζυγική ζωή της Αγίας Θωμαΐδος, μας δείχνει ένα φωτεινό τρόπο ζωής, που μπορεί να σώσει και την οικογένεια και τον γάμο. Είναι η Ευαγγελική κατά Χριστόν ζωή έστω και μονομερώς. Είναι ο χριστιανικός πνευματικός αγώνας, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και Θεία Κοινωνία. Για να αυξηθεί κατά χάριν η υπομονή που θα προσφέρει σωσίβιο λυτρώσεως έστω και με θυσία του ενός εκ των δύο συζύγων.
Χριστιανοί μου, τελείωσα, είπαμε αρκετά από τα όσα δυσάρεστα συμβαίνουν σήμερα, στη σημερινή πραγματικότητα, και θα πούμε και άλλα, που συμβαίνουν μέσα στην Ελληνική οικογένεια και μάλιστα στην χριστιανική οικογένεια. Το συμπέρασμα είναι ότι στην πλειονότητά τους οι Έλληνες σύζυγοι και γονείς, έδιωξαν το Χριστό και την Εκκλησία του, έξω απ’ τα σπίτια τους. Έξω από τις οικογένειές τους. Εκκλησιάζεται μόλις το 10%. Μόλις και μετά βίας. Μη βλέπετε που οι εκκλησίες είναι γεμάτες. Είμαστε πέντε εκατομμύρια, οι εκκλησίες είναι άδειες. Παρά τα μελανά σημάδια της διαλύσεως των πάντων, εν τούτοις υπάρχουν και επαινετές εξαιρέσεις που πρέπει να μιμηθούμε. Και αυτές καλούμεθα να μιμηθούμε. Τώρα και πάντοτε, πάντοτε όμως με τη βοήθεια του Σωτήρος Χριστού, στον οποίον ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,
Αμήν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
