Παρασκευή 17 Απριλίου 2009
Η πίστις τού ληστού χωρίς αποδείξεις
215-γ
Μ.Παρασκευή, 2009
«Κατάβηθι από του Σταυρού ίνα πιστέψομεν».
Ο Χριστός καρφωμένος στο Σταυρό, πάνω στο λόφο του Γολγοθά.
Και δω ακριβώς χριστιανοί μου συναντάμε ταυτόχρονα δύο πράγματα. Αφενός μεν την πιο μεγάλη αγάπη, και μακροθυμία του Θεού, προς τους αμαρτωλούς ανθρώπους, που εκφράζεται και με την κραυγή πάνω από το Σταυρό «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», και από την άλλη το πιο σκοτεινό μίσος, την πιο αποκρουστική αχαριστία και πρόκληση του λαού και των αρχόντων.
Άρχοντες και λαός συναγωνίζονται στο ποιος θα δείξει την πιο μεγάλη κακία. Και γιατί όχι; Ο λαός συνήθως είναι το κατ’ εικόνα των αρχόντων του ή όπως λέει η λαϊκή παροιμία «κατά τον λαόν και οι άρχοντες». Από τον λαόν εξέρχονται οι άρχοντες και ο λαός είναι αυτός που τους ψηφίζει και τους εκλέγει. Γι’ αυτό και είναι και άξιος της τύχης του.
Συμπίπτουν λοιπόν, αυτή τη μεγάλη ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, που άρχισε από τα μεσάνυχτα της Μεγάλης Πέμπτης, ηθική εξαχρείωσις, ο ξεπεσμός κάθε ανθρωπιάς, και από τον αχάριστον λαόν, τον όχλον, και από τους άρχοντες. Οι μεν παραπορευόμενοι εκ του όχλου, βλασφημούντες και κινούντες τα κεφαλάς αυτών λέγοντες «κατάβηθι από του Σταυρού».
Ομοίως, τονίζεται η λέξις «ομοίως», ομοίως δε και οι αρχιερείς μετά των γραμματέων και των πρεσβυτέρων και των Φαρισαίων εμπαίζοντες έλεγον. «Καταβάτω νυν από του Σταυρού και πιστεύομεν επ’ αυτώ». «Ομοίως», «ομοίως», δηλαδή κατά παρόμοιο τρόπο Τον κοροϊδεύουν Τον περιπαίζουν και Τον προκαλούν να κατέβει από το Σταυρό και να τους δείξει τη δύναμή Του.
Έτσι μιλάνε πάντα οι ένοχοι, οι θεομπαίχτες, οι θρασύδειλοι. Και σήμερα ακόμα προκαλούν μετά θρασύτητος, κι ενώ βλέπουν τα τόσα θαυμάσια του Θεού γύρω τους, δε θέλουν να τα δούνε. Κι ενώ ακούν από αυτόπτες μάρτυρες για κάποιο θαύμα θεραπείας ας πούμε ενός όγκου από καρκίνο, κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Θέλουν να το δουν με τα μάτια τους, να το ακούσουν με τα αυτιά τους, και να το ψηλαφίσουν με τα χέρια τους.
Έτσι είναι όλοι εκείνοι, που δεν θέλουν να πιστέψουν. Έτσι και ο λαός των Ιουδαίων μαζί με τους άρχοντες την ίδια απαίτηση έχουν. «Κατάβηθι από του Σταυρού». Κατέβα απ’ το Σταυρό. Κατέβα για να δούμε. Κατέβα για να πιστέψουμε. Και όμως αυτό είναι ένα ψέμα, είναι κοροϊδία, είναι εμπαιγμός, γιατί; μήπως λίγα ήταν αυτά που είδαν και έβλεπαν επί τρία ολόκληρα χρόνια;
Είδαν τυφλούς να βλέπουν το φως της ημέρας, και μάλιστα ο ένας ήταν τυφλός εκ γενετής.
Είδαν λεπρούς να καθαρίζονται και παράλυτοι να περπατούν. Και όμως, δεν επίστεψαν.
Είδαν βουφούς να ομιλούν και κουφοί να ακούνε. Κι όμως πάλι δεν επίστεψαν.
Είδαν δαιμόνια να εκβάλλονται, ακόμα και νεκροί να ανασταίνονται. Και ιδιαιτέρως ο από τετραημέρου νεκρός Λάζαρος. Κι όμως δεν επίστεψαν.
Το «καταβάτω από του Σταυρού ίνα πιστέψουμε», είναι σκέτη κοροϊδία, είναι ασέβεια. Είναι χλευασμός. Είναι αθεοφοβία.
Αυτοί που πριν από λίγες μέρες αποτελούσαν ένα μεγάλο πλήθος που ζητωκραύγαζε φωνάζοντας «Ωσαννά, Ωσαννά, ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σήμερα Μεγάλη Παρασκευή απαιτούν το «Σταύρωσον, Σταύρωσον Αυτόν».
Και μόλις υψώθηκε καρφωμένος πάνω στο Σταυρό φώναζαν κοροϊδευτικά «κατάβηθι από του Σταυρού, και πιστεύσωμεν επ’ αυτώ».
Και όμως ήσαν αυτοί οι ίδιοι που πολλές φορές ομολόγησαν, ακούγοντας με τ’ αυτιά τους την πρωτοφανή υψηλή θεολογική διδασκαλία της αγάπης, ότι «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτως ο άνθρωπος». Είναι λοιπόν ψεύτες και συκοφάντες, θεομπαίχτες και θεομάχοι.
Όχι, δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά να χλευάσουν θέλουν. Και να κοροϊδέψουν θέλουν.
Έτσι και οι περισσότεροι από μας, τους Νεοέλληνες Χριστιανούς, Θεόν θέλουμε θέαμα, και όχι θαύμα αληθινόν. Και κάθε θαύμα του Θεού, κάθε πνευματικό μικρό μας κατόρθωμα, κάθε πράξις ταπεινού φρονήματος, κάθε μορφή ασκητικού αγώνος, έστω με λίγη νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, ηθική σωφροσύνη, υπομονή και μετάνοια, είναι για τους πολλούς ευκαιρία για να χλευάσουν, να κοροϊδέψουν, και να προβάλλουν χίλιες δυο δικαιολογίες, για να μεταβάλλουν μετά μανίας το φως του Θεού σε σκότος, δηλαδή σε σκοτάδι της Κολάσεως.
Πιστεύεις; Εσύ χριστιανέ μου, και συ και συ …
Συγχωρείς τους εχθρούς σου;
Εκκλησιάζεσαι όσο μπορείς τακτικά;
Νηστεύεις το κατά δύναμιν;
Κοινωνείς των Αχράντων Μυστηρίων;
Προσεύχεσαι πρωί βράδυ;
Ε τότε ο πολύς λαός, ακόμα και οι δικοί σου μέσα από το σπίτι, από το ίδιο σου το σπίτι θα σε κοροϊδεύουν. Κατά κάποιον τρόπον περνάς και συ το δικό σου μαρτύριο, σηκώνεις το δικό σου Σταυρό.
Χριστιανοί μου, δεν ήταν μόνον το «κατάβηθι από του Σταυρού». Υπήρχαν πολλών ειδών προκλήσεις. Και μία από αυτές ήταν το «άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι», βεβαιωτικά το λένε. Και δω ειπώθηκε και λέχτηκε μια μεγάλη αλήθεια, όσο κι αν σας φανεί παράξενο. Ότι ο Θεάνθρωπος Κύριος ως παντοδύναμος Θεός μπορούσε να κατέβει από τον Σταυρό και να κατατροπώσει τους πάντες. Το είπε και στη σύλληψη « δεν μπορώ να φέρω λεγεώνας εδώ αγγέλων;». Όχι «δεν μπορούσε», αλλά δεν ήθελε.
Ο Χριστός δεν άφησε τη γη να καταπιεί τους σταυρωτές Του, είπε χθές το βράδυ η εκκλησιαστική μας υμνολογία. Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό δεν ήταν καρφωμένος από τα καρφιά των σταυρωτώς Του, αλλά από την άπειρη αγάπη για την σωτηρία όλων των ανθρώπων όλων των αιώνων. Γι’ αυτό και και δεν θέλησε να κατέβει από τον Σταυρό, ενώ μπορούσε.
Άλλωστε γι’ αυτό και υπέστη εκουσίως τα πάθη και τον Σταυρόν ως κακούργος. Για να σώσει τον αμαρτωλόν άνθρωπον. Εσταυρώθη υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, προσφέροντας τον εαυτόν Του λύτρον αντί πολλών.
Και το παράδοξο. Άλλο ένα παράδοξο: Έρχεται ένας άνθρωπος, ένας ληστής, ένας κακούργος, καρφωμένος κι αυτός σ’ ένα σταυρό για τα εγκλήματά του όμως, πλάι στο Χριστό, εκ δεξιών ήτο. Σε τελεία αντίθεση με τον αχάριστο λαό και την σκληρότητα των αρχόντων, αυτός πιστεύει.
Ναι, πιστεύει στην Θεότητα του Ιησού Χριστού και στην Βασιλεία Του.
Πιστεύει στην αθωότητά Του. Και παρόλο που δεν είδε, νεκρούς να ανασταίνονται, λεπρούς να καθαρίζονται, δαίμονες να φυγαδεύονται, δεν είδε παράλυτους να περπατούν, τυφλοί να βλέπουν, ψωμιά να πολλαπλασιάζονται, πτωχοί να ευαγγελίζονται, θάλασσα να γαληνεύει. Και τον Κύριο δεν Τον είδε να μεταμορφώνεται όλος Δόξα και Χάρη και μεγαλοπρέπεια στο Όρος Θαβώρ. Κι όμως αυτός, χωρίς να δει ποτέ τίποτα στη ζωή του, γίνεται ο πρώτος πολίτης της Βασιλείας του Θεού, γιατί πίστευψε. Κι αυτό που βλέπει, δεν βλέπει έναν Βασιλέα της Δόξης. Βλέπει έναν Σταυρωμένο, έναν καταματωμένο απ’ τις πληγές, απ’ τα καρφιά, από το ακάνθινο στεφάνι. Βλέπει έναν άνθρωπο που συνεχώς Τον εμπαίζουν και Τον χλευάζουν, λαός και άρχοντες. Και παρά ταύτα αυτός πίστεψε!
Ο ληστής εκ δεξιών ανήκει στους μακαρίους φίλους του Θεού, για τους οποίους είπεν ο ίδιος ο Κύριος «μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες». «Μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες».
«Κατάβηθι από του Σταυρού», αλλά ο Χριστός όμως δεν τους κάνει το χατίρι. Δεν θα υποκύψει στον εκβιασμό και τον εμπαιγμό των αρχόντων και του λαού. Θα πιεί το πικρό ποτήρι της Σταυρικής Θυσίας μέχρι το τέλος. Μέχρι που να ακουστεί κι η τελευταία Του λέξη, βγαίνοντας και η τελευταία Του πνοή «τετέλεσται».
Και βλέποντες τα γενόμενα που ακολουθούν, ο εκατόνταρχος ομολόγησε και διακήρυξε την πιο μεγάλην αλήθεια. «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος». Τα δε γενόμενα που γέμισαν φόβο και στις καρδιές όλων, ήσαν όχι μόνον ο ήλιος εσκοτίσθη από ώρας έκτης έως ώρας ενάτης, όχι, αλλά κυρίως όταν το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο, από άνωθεν έως κάτω, ότι και η γη εσείσθη, αι πέτραι εσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν, και τότε πάντες οι συμπαραγενόμενοι όχλοι, θεωρούντες τα γενόμενα, τίπτωντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον, δηλαδή όλα αυτά τα πλήθη του όχλου, που ήλθαν να παρακολουθήσουν το θέαμα της Σταυρώσεως, και για να εμπαίξουν ακόμη, όταν είδαν όσα φοβερά ακολούθησαν μετά το «τετέλεσται», γύρισαν πίσω στην πόλη, κτυπώντας τα στήθια τους, πιθανόν για να εκπληρώσουν μια μετάνοια για το μεγάλο κακό που έκαμαν, πιθανόν. Αυτό φαίνεται στη συνέχεια της ιστορίας.
Κατέβηκε ο Χριστός απ’ το Σταυρό μετά το «τετέλεσται», αλλά κατέβηκε στον Άδη, για να φέρει κι εκεί το φως, της ελπίδος και της σωτηρίας. Κι όταν ανέβηκε, ανέβη ως νικητής του θανάτου, προσφέροντας στην ανθρωπότητα, την λύτρωση από τα δεσμά της αμαρτίας, του διαβόλου και του θανάτου. Αυτός είναι και ο δικός μας δρόμος! Στο δρόμο του Χριστού που βαδίζουμε και θα βαδίζουμε, θα μας βρίζουν, θα μας ειρωνεύονται, θα μας συκοφαντούν, θα μας καταδιώκουν, θα μας περιφρονούν, θα γελούν μαζί μας. Αυτός είναι ο κλήρος όλων των πιστών Ορθοδόξων χριστιανών, που θυσιάζονται από αγάπη, και για τον Χριστό και για τους άλλους.
Και παρόλον που θα καταδιώκονται και θα τους βρίζουν, αυτοί είναι οι αληθινοί χριστιανοί, που μαζί με τον Χριστόν, δεν θα κατεβαίνουν από τον Σταυρό τους. Θα υπομένουν μέχρι το τέλος όλες τις δοκιμασίες με υπομονή και αγάπη. Με υπομονή και αγάπη.
Και όταν θα έλθει ο καιρός της δικαιώσεως, θα τους κατεβάσει ο Θεός από τον σταυρό, θα άρει δηλαδή τον σταυρόν. Ο ίδιος ο Χριστός θα τους χαρίσει θριαμβευτικά τότε, την Ανάστασιν.
Διότι Αυτήν ποθούμε, Αυτήν περιμένουμε, και Αυτήν την Ανάσταση είθε να μας την χαρίσει ο Χριστός, ο Αναστάς εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και ζωήν χαρισάμενος,
Αμήν.
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Ηλί, Ηλί, λαβά σαβαχθανί (Ματθ 27,46) Γιατί αυτή η κραυγή
215-β
Μεγάλη Δευτέρα, 2009
«Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί, τουτέστιν, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;»
Χριστιανοί μου, ασφαλώς αμέσως σας δημιουργήθηκε η απορία, πώς αφού σήμερα είναι Μεγάλη Δευτέρα, ο Όρθρος της Μεγάλης Τρίτης, και δεν είναι Μεγάλη Παρασκευή, γιατί αυτός είναι ο λόγος. Εάν το σκεφτήκατε έχετε δίκιο. Μπορούμε όμως ως προοίμιο των φρικτών παθών του Κυρίου, να ασχοληθούμε με την παράξενη αυτή κραυγή του Κυρίου. Άλλωστε πολλές φορές, και από πολλούς χριστιανούς, εκφράστηκε αυτή η απορία, και για τρίτη νομίζω φορά θα ασχοληθούμε με αυτήν.
Σε ποιόν απευθύνεται ο Χριστός; Αφού ο ίδιος είναι και τέλειος Θεός.. Ο Θεός των Θεών; Όχι ασφαλώς! Αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού, ως τέλειος άνθρωπος, ως άνθρωπος, στον Θεό Πατέρα. Γιατί;
Σ’ αυτή την πονεμένη κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό, αδελφοί μου, έγιναν πολλές θεολογικές συζητήσεις, και μερικές τράβηξαν τα άκρα και έπεσαν και σε αίρεση. Να κάνουμε μια μικρή εισαγωγή.
Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό ήταν μόνος. Μόνος στην προσευχή της αγωνίας στον κήπο της Γεθσημανή, και παρόλον που ήθελε ως άνθρωπος την ανθρώπινη παρηγοριά και συμπαράσταση, γιατί η ψυχή του εγένετο περίλυπη έως θανάτου, λέγοντας στους μαθητάς «περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου», μείνατε ώδε και γρηγορείτε μετ’ εμού. Δυστυχώς όμως εκείνοι δεν άντεξαν, και έπεσαν σε βαθύ ύπνο.
Και όταν Τον συνέλαβαν πάλι έμεινε μόνος. Φαίνεται να Τον ακολουθεί ο Ιωάννης, όχι όμως ως μαθητής αλλά ως γνώριμος του Αρχιερέως. Ακολουθεί και ο Πέτρος αλλά από μακρόθεν. Και πάλι με την μεσολάβηση του Ιωάννου μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως, όπου όμως μπροστά σε μια παιδίσκη, άρχισε να αναθεματίζει και να καταριέται τον εαυτόν του, ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. Μόνος λοιπόν ο Κύριος. Και μόνος μπροστά στους Αρχιερείς. Μόνος μπροστά στον Πιλάτο. Μόνος στους εμπαιγμούς, στα ραπίσματα, στο φραγγέλιο, στις κοροϊδίες, και στο ακάνθινο στεφάνι. Μόνος στο δρόμο προς τον Γολγοθά, - εκτός από τον Κυρηναίο, τον οποίον όμως ηγγάρευσαν οι στρατιώτες, τον ανάγκασαν δηλαδή παρά την θέλησή του να σηκώσει τον Σταυρό ενός καταδίκου. Μόνος και στην Σταύρωσή Του. Και απόλυτα μόνος θα πιεί μέχρι το τέλος, το πικρότατον ποτήριον των φρικτών Του παθών. Εγκαταλελειμμένος απ’ όλους. Γι’ αυτό και κραυγάζει ως άνθρωπος, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;
Προσέξτε χριστιανοί μου. Ως τέλειος άνθρωπος βγάζει αυτή τη φωνή. Γιατί; Τη φρικτή ώρα της Σταυρώσεώς Του, ο Χριστός είναι φορτωμένος με τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων της γης, και όλων των αιώνων μέχρι και του τελευταίου ανθρώπου, της Δευτέρας Αυτού φρικτής Παρουσίας εν τω κόσμω τούτω.
Και αυτήν την αμαρτία την οποίαν φορτώθηκε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό, αυτήν την αμαρτία την βδελύσσεται ο Θεός Πατέρας, και βδελυσσόμενος την αμαρτίαν, αποστρέφει το πρόσωπό Του από αυτήν - όχι όμως απ’ τον Υιόν - την οποίαν εκουσίως τη σήκωνε ο Θεάνθρωπος Κύριος με τη Σταυρική Του Θυσία.
Εκείνη τη στιγμή, είναι και θα είναι ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Ως τέλειος άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός είναι Αυτός που πριν από λίγες ώρες, έλεγε πάλι στο Θεό Πατέρα «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», ως τέλειος άνθρωπος. Και ως τέλειος άνθρωπος, φωνάζει πάνω από το Σταυρό «Διψώ» γιατί βασανίζεται από την δίψα, λόγω των μαρτυρίων Του, των πόνων Του από τον βασανισμό της Σταυρώσεως.
Επαναλαμβάνω, δεν εγκαταλείπει έστω και για λίγο η θεία φύσις την ανθρώπινη, διότι – αυτό είναι αιρετικόν – αλλά ο Θεός Πατέρας αποστρέφεται την σεσσωρευμένη αμαρτίαν του σύμπαντος κόσμου όλων των αιώνων, δηλαδή και την δική μας αμαρτία. Και τη δική σου, και τη δική μου. Την οποίαν ξεχρεώνει ο αναμάρτητος Υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός με την εκουσίαν Του Σταυρικήν Θυσίαν. Και την ξεχρεώνει όσες φορές κι αν αμαρτήσει ο άνθρωπος, αρκεί να μετανοήσει, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει ήδη βαπτιστεί.
Μερικοί λένε, και είναι βλάσφημο όμως αυτό, ότι ο Θεός Πατέρας εγκατέλειψε έστω για λίγο και για λίγο, τον Χριστόν και Υιόν Του, για να αισθανθεί δήθεν ο Κύριος την φρίκη και την οδύνη από πόνο της εγκαταλείψεως. Όμως αυτό δεν είναι σωστό, είναι πλάνη και αίρεσις.
«Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες;» Ο Θεός είναι απαθής αλλά ο άνθρωπος όμως υποφέρει. Η Ορθόδοξος θέσις εκτός από τα παραπάνω που είπαμε, είναι ότι στους λόγους αυτούς εκπληρώνεται και προφητεία, του εικοστού πρώτου ψαλμού, στίχος δύο, που λέγει, «ο Θεός ο Θεός μου πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλειπές με»; Ο 21ος ψαλμός είναι Μεσσιανικός. Και ο στίχος χριστολογικός και προφητικός. Διότι μας αποκαλύπτει την οδύνη του Χριστού, πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστός δεν έβγαλε αυτήν την κραυγή μηχανικά, αλλά με την επανάληψη, εκπληρώνει και την προφητεία.
Στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, που τα αναφέρει, προηγούνται οι θεϊκές οράσεις των προφητών και ακολουθούν τα έργα οι πράξεις και τα λόγια του Κυρίου, που επαληθεύουν και σφραγίζουν αυτές τις προφητείες. Ειδικά ο Ματθαίος αναφέρει πλήθος από προφητείες που αναφέρονται στην όλη ζωή του Κυρίου.
Έτσι ουδέποτε εγκατέλειψε ο Θεός Πατέρας, τον Υιόν και Θεάνθρωπο Κύριο, ούτε και μπορούσε, διότι πως είναι δυνατόν να εγκαταλείψει η μία φύσις την άλλη; Αφού ο Υιός με τον Πατέρα είναι ένα και το αυτό πράγμα. Είναι μία φύσις. Είναι μία ουσία. Έχουν μία θέληση. Μία και την αυτή θέληση, και μία ενέργεια. Ούτε και πάλι η θεία φύσις μπορούσε να εγκαταλείψει, την ανθρώπινη, στο πρόσωπο βέβαια του Ιησού Χριστού, διότι θεία και ανθρώπινη φύσις, είναι ενωμένες μια για πάντα, εις τους αιώνας των αιώνων, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ατρέπτως, αναλλοιώτως, αχωρίστως, και αδιαιρέτως, εις τους αιώνας των αιώνων, σύμφωνα με τους όρους, της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα. Αυτό σημαίνει ότι δεν χωρίζονται, δεν χωρίζονται, ούτε χωρίστηκαν ποτέ, ούτε διαιρούνται, ούτε και θα διαιρεθούν ποτέ η μια φύσις από την άλλην. Ενωμένες αυτές οι δύο όπως είπαμε ατρέπτως και αναλλοιώτως, με αυτές τις δύο φύσεις, ανέβηκε ο Χριστός στους ουρανούς, την οποία ανθρώπινη φύση εθέωσε και εδόξασε εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός.
Άρα η κραυγή του Χριστού προς τον Θεό Πατέρα είναι η δική μας κραυγή λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Η κραυγή της αμαρτωλής ανθρωπότητος, η δική μας κραυγή, διά στόματος του Ιησού Χριστού, την αμαρτίαν της οποίας πλήρωσε εκουσίως Αυτός με το Αίμα Του και με τη Θυσία Του πάνω στο Σταυρό.
Και ο Άγιος Κύριλλος συνεχίζοντας λέγει, ότι η κένωσις του Θεού Λόγου με την ενανθρώπισή Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού έφθασε στο υψηλότερο σημείο που το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει. Δεν μπορεί. Και το υψηλότερο σημείο είναι η Σταυρική Του Θυσία. Άδειασε τους Ουρανούς ο Υιός και Λόγος του Θεού, έγινε άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ο Θεάνθρωπος, γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία – «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» - μεγάλωσε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και Θεός, έπαθε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει πάλι να είναι και τέλειος Θεός.
Αυτό το υψηλότερο σημείο της Θείας κενώσεως που όπως είπαμε κατά τον Άγιο Κύριλλο είναι η Σταυρική Θυσία, λέγεται και τελεία εγκατάλειψις και εκφράστηκε με αυτήν την κραυγή.
Επαναλαμβάνω για να τονίσω βεβαιωτικά ότι η κραυγή αυτή του Ιησού Χριστού προς τον Θεόν Πατέρα εκφράζει την δική μας αγωνιώδη κραυγή διότι με την αμαρτία την οποίαν βδελύσσεται ο Θεός χάσαμε εμείς την κοινωνία μας με τον Θεόν Πατέρα. Αυτήν την κοινωνία την ξαναποκτάμε μόνο με την Θεία Κοινωνία αφού προηγουμένως έχει προηγηθεί το Άγιον Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα μέσω της πίστεως στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, στην Τριαδικότητα του ενός Θεού, στην ίδρυση της Εκκλησίας την Πεντηκοστή, στα Πανάγια Μυστήρια, στην Ιερά Παράδοση, στους Αγίους, στα θαύματα, και στα τόσα άλλα που μας διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία.
Έτσι με τη Θεία Κοινωνία συσσωματούμεθα μαζί με τον Χριστόν, και καθιστάμεθα σύναιμοι. Κοινωνοί Θείας φύσεως βεβαιώνει ο Απόστολος Πέτρος στη Δευτέρα του Καθολική Επιστολή. Αυτό σημαίνει και δηλώνει και τη δική μας συμμετοχή στη Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Άρα στην κραυγή Θεέ μου Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες ενυπάρχει και η δική μας προσωπική αμαρτία. Και την οποίαν παρόλο που την βδελύσσεται ο Θεός Πατέρας, και αποστρέφει το πρόσωπό Του απ’ αυτήν, εν τούτοις όμως την ξεχρεώνει η Θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, διότι μία και αυτή ήταν και είναι η θέλησις του Πατρός και του Υιού για τη σωτηρία του αμαρτωλού ανθρώπου.
«Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον άνθρωπον ώστε τον μονογενήν Υιόν Αυτού έδωκεν ίνα πάς ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόλειται αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον». Και ο Υιός εγένετο τότε υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού. Γενόμενος εκ γυναικός, γενόμενος υπό κατάραν, (ίνα) εξαγοράσει πάντας ημάς δια του Τιμίου Αυτού Αίματος. Γι’ αυτό και ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, διότι συμμετέχει με την τριτή κατάδυση και ανάδυση στο θάνατο, δηλαδή στη Σταυρική Θυσία και στην Ανάσταση του Κυρίου.
Αλλ’ αυτό το μυστήριον δεν λύνεται με τη λογική μας – βιώνεται. Γι’ αυτό ακριβώς και μείς θα κραυγάσομεν
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε,
Αμήν.
Κυριακή 12 Απριλίου 2009
Ο Χριστός ως Μεσσίας καί Βασιλεύς, αλλά καί η Βασιλεία αυτού,Βασιλεία δόξης. Αίσθησις αυτής καί υποχρεώσεις
215-α
Κυρ. Βαΐων, 2009
«Μη φοβού θύγατερ Σιών, ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται πραΰς καθήμενος επί πώλου όνου».
Πρωτοφανής χριστιανοί μου και επιβλητική η είσοδος του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Αλλά χθες όμως πού ήταν; Ευρίσκετο σε ένα μικρό χωριό στη Βηθανία, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Και κει ο Χριστός έκανε σαν χθες, Σάββατο, το μεγαλύτερο θαύμα από όλα όσα είχαν γίνει μέχρι τότε.
Πήγε στους τάφους, στα μνήματα, εκεί που ήταν θαμμένος ο φίλος του ο Λάζαρος, που είχε ήδη πεθάνει προ τετραημέρου, «ήδη ώζει τεταρταίος γαρ εστί», ομολογεί η Μάρθα, η αδελφή του Λαζάρου.
Και αφού σήκωσαν κατόπιν εντολής Του τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου, ο Χριστός φώναξε δυνατά: «Λάζαρε δεύρο έξω». Και ο Λάζαρος εβγήκε. «Και εξήλθε ο τεθνηκώς», όπως λέγει η Γραφή.
Ποιος χριστιανοί μου μπορεί από μας, να πει αυτόν τον λόγον μπροστά σε ένα τάφο, ποιος Πατριάρχης, ποιος Δεσπότης, ποιος παπάς και ποιος χριστιανός που κάνει τις μεγαλύτερες νηστείες και τις πολλές προσευχές, κι έχοντας στην πλάτη του πολλά τα μαρτύρια, μπορεί να πει τούτον τον λόγον, μπροστά σε έναν τάφο και να αναστήσει έναν νεκρόν; Κανένας! Κανένας από μας. Χιλιάδες φορές να φωνάξουμε όλοι μαζί μπροστά στον τάφο του πιο αγαπημένου μας προσώπου, δεν θα κατορθώσουμε τίποτα. Ο νεκρός δεν πρόκειται να κινηθεί, να σηκωθεί.
Αλλ’ ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δεν είναι ο λόγος των ανθρώπων. Είναι ο παντοδύναμος Λόγος του Θεού. Είναι ο Λόγος ζωής, ζωής αιωνίου. Και άλλοτε άλλωστε από το μηδέν ο Λόγος του Θεού δημιούργησε όλα τα κτίσματα του σύμπαντος κόσμου.
Και είπεν ο Θεός γεννηθήτω το φως, και εγένετο φως.
Και είπεν ο Θεός συναχθείτω το ύδωρ υποκάτω της γης, και συνήχθη το ύδωρ.
Και είπεν ο Θεός βλαστησάτω η γη βοτάνην. Και η γη εβλάστησε.
Έτσι και τώρα ο Λόγος του Χριστού, που είναι ο Λόγος Θεού, αρκούσε για να αναστηθεί ο τετραήμερος Λάζαρος. «Λάζαρε δεύρο έξω», και ο Λάζαρος αναστήθηκε.
Η είδησις αυτή, ότι ο Χριστός ανέστησε τον Λάζαρο, ήδη νεκρόν από τετραημέρου, σαν αστραπή πέρασε από στόμα σε στόμα, και όπου ανευρίσκετο κανείς, μέσα και γύρω απ’ τα Ιεροσόλυμα, άκουγε μόνον γι’ αυτό το μεγάλο θαύμα. Όλοι μιλούσαν για το Χριστό, όλοι επιθυμούσαν να δουν τον Χριστό, όλοι να Τον χαιρετήσουν, όλοι να Τον ζητωκραυγάσουν, όλοι να Τον θαυμάσουν, όλοι να Τον πάρουν στα χέρια τους και να Τον ανακηρύξουν Βασιλιά.
Θα ήταν ο πιο άξιος βασιλιάς, γιατί ποιος άλλος έκαμε τέτοιο θαύμα σαν τον Χριστό, να ανασταίνει τετραήμερον εκ νεκρών; Ποιος άλλος έδειξε τέτοια μεγάλη δύναμη; Όλοι οι βασιλιάδες, και οι πιο μεγάλοι, και οι πιο δυνατοί, και οι πιο ξακουστοί, σαν τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Καίσαρα, τον Μεγάλο Ναπολέοντα, τον Χίτλερ και τον Στάλιν και τόσοι άλλοι, που κατετρόπωσαν έθνη και κράτη, και ίδρυσαν απέραντες αυτοκρατορίες, στο τέλος όλοι τους νικήθηκαν από το θάνατο. Ένας λάκκος άνοιξε και τους σκέπασε όλους.
Αλλά Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, είναι ο μόνος που νίκησε τον θάνατον και στους άλλους, και στον εαυτόν Του. Γι’ αυτό και διακήρυξε ότι εγώ ειμί, η Ανάστασις και η ζωή. Ξανά «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» θα ψάλουμε θριαμβευτικά. Σ’ αυτόν λοιπόν που είναι Ζωή και η Ανάστασις, ανήκει κάθε δόξα τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράνους αιώνας των αιώνων. Γι’ αυτό και όταν την άλλη ημέρα ο Κύριος πήρε τους μαθητάς Του, και ξεκίνησε να πάει στα Ιεροσόλυμα για να γιορτάσει και αυτός όπως και οι άλλοι το Πάσχα, το πέρασμα δηλαδή, διά μέσου της Ερυθράς Θαλάσσης, και την απελευθέρωσή τους, απ’ την τυραννία του Φαραώ, όταν λέω προχώρησε προς τα Ιεροσόλυμα, τότε όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Μια φωνή ηκούετο από παντού, «έρχεται ο Χριστός». Ολόκληρη η πόλις εσείσθηκε. Επικρατούσε πρωτοφανής ενθουσιασμός, και του εγένετο μια από τις μεγαλύτερες υποδοχές που έχουν γίνει ποτέ στον κόσμο, διότι ήταν τελείως αυθόρμητη και παλλαϊκή, στην οποίαν έλαβαν (μερός) ακόμα και μικρά παιδιά. Εκδηλώσεις πρωτάκουστες. Έκοβαν κλαδιά απ’ τα δένδρα, και τα βαΐα των φοινίκων τα έσειαν, ζητωκραύγαζαν και φώναζαν «Ωσαννά, ευλογημένος ο Ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ». Και άλλοι πολλοί έβγαζαν πάλι τα ρούχα τους, και τα άπλωναν κάτω στους δρόμους για να περάσει πάνω απ’ αυτά ο Χριστός.
Παρόλα αυτά όμως η στάσις του Χριστού, ήταν εξαιρετικά σεμνή, μετρημένη, σιωπηλή, θλιμμένη, ήταν απλός, ταπεινός, πραΰς, ήρεμος. Σ’ ένα γαϊδουράκι καθόταν, επί πώλου όνου. Ψαράδες τον συνόδευαν, οι μετέπειτα Απόστολοι, παιδιά αθώα έτρεχαν μπροστά Του.. Ο αίνος και η δοξολογία προς τον Θεόν, πολλές φορές καταρτίζεται εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων.
Έτσι εκπληρώθηκε και μια άλλη προφητεία που πεντακόσια χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός, είχε πει ο προφήτης Ζαχαρίας, όταν είδε σε όραμα την ημέρα αυτή, ένα αμέτρητο πλήθος λαού, γεμάτο ενθουσιασμό να υποδέχονται τον Μεσσία, σαν βασιλιά, γι’ αυτό και έγραψε: «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών, ιδού ο Βασιλεύς σου, έρχεταί σοι, δίκαιος, και σώζων αυτός, πραΰς, και επιβεβηκώς, επί υποζύγιον και πώλον νέον».
Βασιλιάς ο Χριστός. Βασιλιάς που τον θρόνον Του δεν τον στηρίζει στην βία. Δεν τον στηρίζει στα όπλα και στο στρατό. Δεν τον στηρίζει στη εξουσία, αλλά πάνω στο Σταυρό. Να ποιος ήταν ο θρόνος του Κυρίου, ο βασιλικός θρόνος του Κυρίου, ο Σταυρός πάνω στο Γολγοθά. Ο Χριστός Βασιλιάς και μάλιστα αιώνιος, αφού και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος, όπως και το αποκάλυψε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού της.
Γι’ αυτό και στην ερώτηση που κάνει στο πραιτώριον ο Πιλάτος μπροστά στο Χριστό που ήταν δεδεμένος, φραγκελωμένος και με το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων»; Ο Χριστός δεν αρνείται τον τίτλον, δεν αρνείται την βασιλική Του ιδιότητα, αλλά προσθέτει όμως μια αιώνια αλήθεια. «Η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». «Είμαι Βασιλιάς», λέγει, «αλλ’ όχι του παρόντος κόσμου, του παρόντος αιώνος του απατεώνος». Ακόμα και ο δικός μας αιώνας είναι απατεώνας, γεμάτος απάτη, ψεύδος, υποκρισία, κακία, μίσος, μοχθηρία, ηθικών διαστροφών, αναρχίας, τρομοκρατίας, καθημερινών φόνων και ληστειών, - τα βλέπουμε και τα ακούμε κάθε μέρα.
Έτσι καταντήσαμε τέκνα της αποστασίας, τέκνα της απώλειας. Τέκνα που σταύρωσαν και εξακολουθούν να σταυρώνουν τον Χριστό.
Ναι είναι Βασιλιάς, αλλά του μέλλοντος αιώνος, Βασιλεύς των Ουρανών. Οι στρατιώτες που θέλουν να Τον γελοιοποιήσουν, αποκαλύπτουν χωρίς να το θέλουν το βασιλικό Του αξίωμα, όταν Τον φώναζαν κοροϊδευτικά, «Χαίρε ο Βασιλεύς των Ιουδαίων.»
Αλλά και η επιγραφή που τοποθετήθηκε πάνω στον Τίμιο Σταυρό, φανερώνει αυτό ακριβώς, ότι σταύρωσαν τον Βασιλέα της Δόξης. «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», ήταν τα αρχικά γράμματα που έβαλε επάνω ο Πιλάτος.
Και φθάνουμε χριστιανοί μου στη μεγάλη ομολογία που έγινε με πίστη και κάθε τιμή, στην διακήρυξη δηλαδή του ευγνώμονος ληστού, «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη Βασιλεία Σου». Ποιας Βασιλείας; Της ουράνιας Βασιλείας, της αιώνιας Βασιλείας, της Βασιλείας αυτής που δεν υπάρχει τέλος. Γι’ αυτόν τον Βασιλέα των βασιλευόντων, ο θρόνος δεν θα είναι πλέον ο Τίμιος Σταυρός, που διάλεξε ο Κύριος για τον εαυτόν Του κατά την επίγεια εδώ ζωήν Του, αλλά θα πρέπει εμείς να Του διαλέξουμε έναν άλλον θρόνον, μια άλλη καθέδρα.
Όλοι εμείς που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μέσα στο ναό, θα του διαλέξουμε έναν θρόνον, που θα πρέπει να είναι η καρδιά του καθενός από μας.
Από τέτοιες καρδιές και για τέτοιον Βασιλιά, θα ακούγεται πάντοτε το «Ωσαννά ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».
Μια μικρή παρένθεση. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας υπάρχουν τριών ειδών βασιλείες.
- Πρώτον η Βασιλεία του Σύμπαντος κόσμου
- Δεύτερον η Βασιλεία των σωζομένων πιστών και
- Τρίτον, η Βασιλεία των Ουρανών.
Η πρώτη χαρακτηρίζεται και λέγεται Βασιλεία της Φύσεως, καθότι έχουμε το βασίλειο των ζώων, το βασίλειο των φυτών, το βασίλειο των πτηνών, των θαλασσίων κητών και λοιπά, και σε όλα αυτά τα βασίλεια υπάρχει και βασιλεύει ο άνθρωπος.
Η Δευτέρα είναι και λέγεται Βασιλεία της Χάριτος, και υπάρχει από της Αναστάσεως του Κυρίου και της Πεντηκοστής μέχρι και της Δευτέρας Αυτού Παρουσίας. Είναι η βασιλεία που υπάρχει μέσα στις καρδιές όλων των χριστιανών κατά τον Ευαγγελικόν λόγον η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Και τρίτον η Βασιλεία των Ουρανών, η Βασιλεία των Αγγέλων, η Βασιλεία των Αγίων, η Βασιλεία των σωζομένων, είναι και λέγεται Βασιλεία της Δόξης. Και αυτή η του Θεού Βασιλεία ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως, λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά εντός ημών εστί. Δηλαδή έχει ήδη έλθει, μυστικά, απαρατήρητα, αθόρυβα, μυστηριακά, διά πίστεως και βαπτίσματος, διά των λοιπών παναγίων σωστικών μυστηρίων. Δια της αγιοτάτης νοεράς προσευχής και πάσης προσευχής, δια των θειοτάτων αρετών και δια της Ευαγγελικής εν μετανοία ζωής. Άρα αυτή η Ευαγγελική αλήθεια, «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί», φανερώνει και αποδεικνύει ότι ένα είναι, ένα και το αυτό πράγμα με το Βασίλειον της Δόξης.
Αλλά κάθε καταξιωμένος χριστιανός, αγωνιζόμενος πιστά και φιλότιμα και Ορθόδοξα, βιώνει ότι η Βασιλεία των Ουρανών εντός ημών εστί. Κι εξηγούμαι. Στον Ορθόδοξο πνευματικό αγώνα προηγείται η μετάνοια, έπεται η ταπείνωσις και ακολουθεί η Θεία Κοινωνία, με αίσθηση της Βασιλείας του Θεού μέσα στις καρδιές μας. Αυτήν την αίσθηση πρέπει να την πήραμε, όλοι όσοι κοινωνήσαμε και όσοι δεν κοινωνήσαμε πρέπει να πηραμε την αίσθηση της Θείας Χάριτος από την Θεία Κονωνία και από την αναίμακτη Σταυρική Θυσία που ετελέσθη επί της Αγίας Τραπέζης. Και η αίσθησις αυτή είναι πραγματική, είναι ζωντανό βίωμα μέσα στην καρδιά. Όπως αισθάνεσαι την αναπνοή σου έτσι νοιώθεις και την αίσθηση της Θείας Χάριτος. Γι’ αυτό και μπορούμε πάντοτε με τη βοήθεια του Σωτήρος Χριστού να σηκώνουμε αγόγγυστα τον Σταυρόν της ζωής μας. Και τότε η παρηγοριά είναι θεϊκή, και η ελπίδα είναι βεβαιωμένη και παρά τις πίκρες της ζωής, η αίσθηση επαναλαμβάνω ότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί, είναι απολύτως, απολύτως αληθινή. Και αυτής ακριβώς της Βασιλείας, ουκ έσται τέλος. Αυτήν την Βασιλεία ζητάμε στο Πάτερ ημών, στην Κυριακή προσευχή, «ελθέτω η Βασιλεία Σου».
Γι’ αυτό χριστιανοί μου και αδελφοί μου, και τέκνα εν Κυρίω, μη φοβάσθε, ο Βασιλεύς Χριστός έρχεται πραΰς, είναι ο Ών και ο Ήν και ο Ερχόμενος. Ο Ευλογημένος ο Ερχόμενος μέσα στο Βασίλειον της καρδιάς του καθενός μας. Εκεί στις καρδιές μας, επαναλαμβάνω, το Βασίλειον του Θεού, εκεί και ο θρόνος του Σωτήρος Χριστού, εκεί και η Βασιλεία Του. Γι’ αυτό και μακριά από μας ο φόβος του θανάτου. «Μηδείς φοβείσθω τον θάνατον. Ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος», θα διακηρύξουμε θριαμβευτικά το βράδυ της Αναστάσεως με τον λόγον του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Ναι αδελφοί μου υπάρχουν πολλά από τα μυστήρια, της πνευματικής ζωής εν Χριστώ που μπορούν να μας βεβαιώσουν ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».
Χριστιανοί μου, τη Μεγάλη Παρασκευή έρχεται, σε τρείς τέσσερεις ημέρες, τη Μεγάλη Παρασκευή ο Βασιλεύς Χριστός θα είναι υψωμένος στο θρόνο που διάλεξε ο ίδιος για τον εαυτόν Του, τον θρόνον του Σταυρού. Τότε όλοι εμείς, όλοι εμείς που είμαστε εδώ μέσα, μηδενός εξαιρουμένου, πρέπει να κάνουμε μια διπλή πορεία, μια πορεία προς τα μέσα, προς τις καρδιές μας. Και άλλη μια πορεία πάλι μέσα, αλλά μέσα στους ναούς, σ’ όποιον ναό θέλει και επιθυμεί ο καθένας, στην καρδιά μας ας γονατίσουμε νοερά, στο ναό θα προσέλθουμε και ας γονατίσουμε αισθητά, πραγματικά, και κει μέσα στο ναό ή μέσα στην καρδιά μας, με πόνο πολύ, αλλά με πίστη και αγάπη, με ταπείνωση αλλά και με συντριβή, με ευγνωμοσύνη στα μάτια, αλλά και με δάκρυα σ’ αυτά, μέσα απ’ τα βάθη της ψυχής μας να πούμε το δικό μας «Ωσαννά».
Ένα όμως από κείνα τα «Ωσαννά» που είπαν τα μικρά παιδάκια σαν σήμερα κρατώντας τα Βαΐα των φοινίκων στα χεράκια τους.
«Ωσαννά εν τοις Υψίστοις, ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»
Αμήν
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Η κατά Χριστόν οικογένεια και τα προβλήματά της
Video
Ευχαριστούμε τους τεχνικούς της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών.
-
Ευχαριστούμε τους τεχνικούς της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών.
-
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καί η άκτιστος Θεία Χάρις
214-γ
Κυρ. Ε' Νηστειών, 2009
Σήμερα πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, μνήμη της Οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας, που εκοιμήθη εν ειρήνη την πρώτην Απριλίου.
Ολόκληρη η Θεία Λειτουργία χριστιανοί μου, είναι μια δοξολογική προσφορά των πάντων, στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, στον Θεόν Πατέρα και στο Άγιον Πνεύμα. Είναι όμως και μια συνεχής ευχαριστία για όλα τα αγαθά πού ακόμα και χωρίς να το γνωρίζουμε μας παρέχει η αγάπη Του. Ιδιαίτερα για την δυνατότητα που μας δίνει ο Θεός, μέσα από τα Πανάχραντα Μυστήρια, να ξαναγίνουμε και πάλι παιδιά του, να μπορούμε να μετέχουμε πλούσια στη Θεία Του Χάρη.
Έτσι και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία κατάπληκτη από το μεγαλείο της μακροθυμίας, και της αγάπης του Θεού, δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή να μην εκφράζει την ευγνωμοσύνη και ευχαριστία της προς την άπειρη ευσπλαχνία Του.
Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια σκληρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία προσευχή, και πνευματική λατρεία.
Μέσα στην έρημο, ηγωνίζετο σκληρά η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, και η έρημος πλημμύριζε από ζωή. Η άμμος γέμιζε από λουλούδια και η φοβερή (ζέστη) και ο άρρητος εκείνος καύσωνας μεταβάλλονταν σε ουράνια δροσιά.
Για φίλους και συντροφιά, είχε τα άγρια θηρία. Και τα πάντα γύρω της πλημμύριζαν από το φως της τρισηλίου Θεότητος. Γι’ αυτό και ζούσε μέσα το αρχαίον κάλλος των Πρωτοπλάστων, πριν από την πτώση τους.
Και έτι περισσότερον ζούσε στη φυσική εκείνη κατάσταση, που με τα μάτια της ψυχής της ανοικτά, μέσα από την πνευματική διαφάνεια του φωτισμένου νοός της, εβίωνε και ησθάνετο με την καρδιά της την ενέργειαν και τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος.
Έτσι ζούσε η Οσία Μαρία. Τα πάντα γύρω της και μέσα της ήταν Παράδεισος. Η αμαρτία όμως πολεμήθηκε σώμα με σώμα. Ιδιαίτερα στην πάλη με τους λογισμούς, μέσα στο νου. Και ειδικότερα τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια, τα οποία ήσαν και τα σκληρότερα στην άσκησή της.
Εμείς όλοι άραγε οι σημερινοί Νεοέλληνες χριστιανοί πως ζούμε; Ακούμε τη φωνή της αρετής ή τη φωνή της αμαρτίας; Ακούμε την φωνή του Ευαγγελικού λόγου, ή τα συνθήματα του κόσμου του σημερινού της αμαρτίας;
Με την κάθε μας αμαρτία, με την κάθε μας δηλαδή άρνηση, στο να ακούσουμε, τη φωνή του Χριστού και της Εκκλησίας Του, που απευθύνεται στις καρδιές μας από τους αντιπροσώπους Του επί της γης, δηλαδή τους επισκόπους και πρεσβυτέρους, είναι σα να βρίζουμε τον εν Τριάδι Θεόν, να προσβάλλουμε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες και να υποτιμάμε ακόμα και τους ίδιους τους εαυτούς μας, επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική Του. Αν με πείσμα και με τη θέλησή μας παραβλέπουμε τις εντολές του Θεού, και ικανοποιούμε εγωιστικά τις επιθυμίες των διαφόρων παθών μας, τότε είμεθα άξιοι κολάσεως. Είμεθα άξιοι της μαύρης χάριτος. Όταν μας παρασέρνουν χριστιανοί μου τα διάφορα συνθήματα των ημερών μας, δαιμονοκρατούμεθα, και δεχόμεθα το σκοτάδι σαν φως και το φως σαν σκοτάδι.
Πρώτη έρχεται σε αξία η Εκκλησία και ύστερα η πολιτεία με τους νόμους της. Διότι πρώτα είμεθα πολίτες της Βασιλείας των ουρανών, και ύστερα πολίτες αυτής της γης. Η Αγία Γραφή που είναι η αδιάψευστος αλήθεια, μας βεβαιώνει ότι «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Κάθε αμαρτία είναι όχι μόνον μια βρισιά στην ανθρώπινη φύση μας που πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, αλλά και φανερή ανταρσία κατά του Αγίου Θεού. Η φυσική όμως κατάσταση του βαπτισμένου ανθρώπου, είναι να ζει σύμφωνα με το Πανάγιο Θέλημα του Θεού, διότι Αυτός τον έπλασε. Όπως εκφράζεται από τους Αποστόλους, τους διαδόχους των Αποστόλων, τους διαδόχους αυτών και τους διαδόχους αυτών, μέχρι και σήμερα που είμεθα εμείς οι ιερωμένοι, με γνώμονα πάντοτε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες, που πηγάζουν μέσα από το πηδάλιον της Εκκλησίας.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, πρότυπο μετανοίας μέσα στους αιώνες, προτίμησε να υποστεί αφάνταστες ταλαιπωρίες, κακουχίες και στερήσεις μέσα στην έρημο, παρά να βρεθεί ξανά δούλη στην φρικτή αμαρτία.
Γιατί είναι όντως η αμαρτία φρικτή και πηγή κάθε δυστυχίας για τον κάθε Ορθόδοξο χριστιανό που με αυτήν βρωμίζει τον Χριστό και την πίστη Του. Η αμαρτία είναι κρίσις με τον Θεόν. Είναι ανταρσία κατά του Θεού. Η αμαρτία λερώνει και κουρελιάζει τον χιτώνα του Αγίου Βαπτίσματος. Γι’ αυτό και απαιτείται η μετάνοια που αποκαθιστά τις σχέσεις μας με τον Θεόν, μας δικαιώνει μέσα από το έμπρακτο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, και μας καθιστά πάλι παιδιά του, παιδιά της Βασιλείας των Ουρανών.
Η Εκκλησία μας αδελφοί μου, μέσα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως σε μας, έχει ναούς, ναούς και ναούς και εξωκκλήσια και παρεκκλήσια σε κάθε γωνιά της γης μας. Έχει όμως αρχιερείς, έχει πρεσβυτέρους, έχει διακόνους, έχει τα πανάγια σωστικά μυστήρια, αλλά έχει και ιερούς κανόνας, όπως και την Ιεράν Παράδοσιν. Έχει το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, έχει Αγίους, έχει μάρτυρας, ιεράρχες και οσίους. Και όλως ιδιαιτέρως έχει το Αίμα του Ιησού Χριστού, το εκχυθέν υπέρ του κόσμου ζωής και σωτηρίας. Όποιος χριστιανός τα αρνείται όλα αυτά που είπαμε, είναι σαν να προδίδει τον Χριστόν, όπως ο Ιούδας.
Η Οσία όμως Μαρία δεν πρόδωσε το Βάπτισμά της. Αγωνίστηκε γενναία, υπέφερε απερίγραπτους πειρασμούς, και δυσκολίες, ακριβώς για να μην ολιγοψυχήσει, και γυρίσει πίσω στην αμαρτία, στον ίδιον ξέραμα. Γι’ αυτό πόνεσε, ίδρωσε, έλειωσε, μάτωσε και υπέφερε μέχρι εξαντλήσεως. Όχι για μια μέρα, όχι για μια βδομάδα για ένα μήνα, για ένα χρόνο, αλλά για σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα έδωσε όλα, ακόμα και τη ζωή της, για να μην προδώσει τον Χριστόν, με κάποια αμαρτία έστω και μέσα στο μυαλό, με τη σκέψη και με τον λογισμό της. Έδωσε το αίμα της, και έλαβε την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Το βεβαιώνουν και οι Πατέρες, «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα». Και αυτή η Θεία Χάρη που παίρνει ο κάθε χριστιανός με το Άγιον Βάπτισμα, είναι η ίδια που τον φρουρεί, που τον φωτίζει, που τον οδηγεί στη σωστή πίστη, στο ορθό δόγμα, στις ορθές πράξεις, στην άσκηση, στο αγγελικό πολίτευμα ή στον σώφρονα γάμο, στην ομολογία, ακόμα και στο μαρτύριο. Αυτή η Χάρις, είναι η άκτιστη Θεία Χάρις του εν Τριάδι Θεού. Αυτή η άκτιστη Χάρις είναι το φως εκείνο το γλυκύτατο, που καταυγάζει και φωτίζει ψυχές και σώματα ακόμα δε και αυτήν την άψυχον κτίσιν. Ιδιαιτέρως καταυγάζει τις ψυχές και τα σώματα, εκείνων εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που όχι μόνον αγαπούν και ποθούν ειλικρινά τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά είναι έτοιμοι να χύσουν και το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού την Αγία.
Αυτή η Θεία Χάρις αδελφοί μου, είναι αναστάσιμη χαρά, που προσφέρει πνεύμα ζωής, και τροφή αθανασίας. Είναι δύναμις πνευματική, που με χαρά υπομένει θλίψεις, στεναχώριες, αρρώστιες, βάσανα, πρόωρους θανάτους και αναπηρίες και πειρασμούς της ζωής. Είναι φως στο δρόμο της ζωής μας. Είναι σιγουριά και ασφάλεια στις επιθέσεις της κακίας του κόσμου και στο φθόνο των δαιμόνων. Και όλα αυτά που είπαμε, δεν είναι κάποια έτσι ωραία λόγια, για να κάνουμε καλή εντύπωση και να πούμε «τι ωραία τα είπε ο παπάς», ή έτσι τα είπαμε για να περάσει η ώρα, και να πούμε ότι κάναμε ένα κήρυγμα δήθεν σπουδαίο, όχι. Όλα αυτά είναι πνευματικές εμπειρίες με θεία γνώση, που προσφέρει η Εκκλησία μας, μέσα από την κάθε Θεία Λειτουργία, όπως την προσέφερε και σήμερα, και θα την προσφέρει σε λίγο με την Θεία Κοινωνία. Έτσι αποφεύγοντες την αμαρτία, - πόσοι από μας την αποφεύγουμε –ζούμε από τώρα τον αρραβώνα της τελειότητος της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό άλλωστε ερχόμεθα στην Εκκλησία, για να λάβουμε την παντοδυναμία και τον φωτισμό της Θείας Χάριτος, ώστε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε το τριπλό κακό της ζωής. Τον κόσμο, τη σάρκα, το διάβολο. Και πολεμώντας ειδικά το διάβολο, πολεμούμε και όλους τους εχθρούς της πίστεως, με την μάχαιρα του πνεύματος ό εστί ρήμα Θεού, δηλαδή, ο φωτεινός και κοφτερός πνευματικός λόγος του Θεού.
Η Θεία Χάρις είναι ακόμα χριστιανοί μου, και ουράνια πνευματική αφή, διότι όπως κάποιος αισθάνεται τα ρούχα που φοράει επάνω του, και όλοι μας αισθανόμαστε τα ρούχα που φοράμε επάνω μας αυτή τη στιγμή και γω μαζί με τα ρούχα και τα ιερά άμφια, έτσι και ο χαριτωμένος χριστιανός αισθάνεται ντυμένος από το ένδυμα της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, και είναι όλος φως.
Σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή πνευματικής προσευχής, και ειδικότερα της νοεράς καρδιακής προσευχής, ή και της θείας μεταλήψεως ύστερα από λίγο, αισθάνεται βιωματικά την ακατάληπτη αυτή ουράνια αφή, ως άλλο ένδυμα να τον καταλαμβάνει ολόκληρο. Είναι σαν να ενδύεται λαμπερά ενδύματα φωτός, σαν και αυτά που φορούσε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία στην έρημο, τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της.
Αυτό το θείον άκτιστο φώς, η δόξα και η βασιλεία και η μεγαλοσύνη, του θεανθρωπίνου προσώπου, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που περιέλαμψε και τους τρείς μαθητάς, στο όρος Θαβώρ, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, την ώρα της μεταμορφώσεως, είναι το ίδιο που συνοδεύει όπως προείπαμε την ασκητική ζωή της Οσίας Μαρίας, που φώτιζε το δρόμο της ερήμου και που της έδινε δύναμη και πίστη για να υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς και τις θλίψεις, και προπαντός την ατέλειωτη μοναξιά μέσα στον αφόρητο καύσωνα της ερήμου.
Είναι το ίδιο άκτιστο φως, που την δρόσιζε την ημέρα και την θέρμαινε την νύχτα, όχι όμως χωρίς κόπο και δάκρυα.
Είναι το ίδιο που της έτρεφε το μαραμένο σώμα και της γλύκαινε τα διψασμένα χείλη της.
Είναι εκείνο το ίδιο που διαποτίζει και τα ιερά λείψανα και τα ενδύματα των αγίων, για προσέξτε το, γιατί όταν προσκυνάμε και ασπαζόμεθα τα Ιερά Λείψανα, μπορεί η ψυχή απ’ αυτά να έχει φύγει, έμεινε όμως η άκτιστος χάρις του Παναγίου Πνεύματος, και προσκυνούντες αυτά τα ιερά λείψανα, ή το ιερό σκήνωμα ενός αγίου, προσκυνούμε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και ευωδιάζουν.
Είναι το ίδιο φως, που και σε όλους εμάς που είμεθα γνήσια παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δίνει ζωή και δύναμη, κουράγιο και νόημα, νόημα της αληθινής εν Χριστώ ζωής στην ύπαρξή μας. Γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι χριστιανοί δεν καλούνται να γίνουν μόνον καλοί άνθρωποι, καλούς ανθρώπους έχουμε πολλούς, δόξα σοι ο Θεός, και πιστεύω ότι όλοι μας εδώ μέσα, είμαστε πολύ καλοί άνθρωποι. Αμ δέν χρειαζόμαστε καλούς ανθρώπους. Θέλουμε αγίους χριστιανούς, που να γίνουν θεοφόροι και πνευματοφόροι. Καλούνται δηλαδή να γίνουν συμμέτοχοι στο θεομένο Σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και συμμέτοχοι στο Σώμα της Εκκλησίας.
Και έτσι να τρέφονται απ’ την αστείρευτη πηγή του Θείου Λόγου, το Ιερόν Ευαγγέλιον, και να αναπνέουν το άκτιστο οξυγόνο της αιωνιότητος, τη Χάρη δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδεται ειδικότερα από το ιερό μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως, της Θείας Ευχαριστίας, της Θείας Μεταλαβιάς. Και όταν κοινωνούν τα παιδιά σας, κοινωνάτε και σεις. Είστε το ίδιο αίμα..
Για προσέξτε καλά τους λογισμούς, και τις σκέψεις σας εκείνη τη στιγμή. Ο ιερεύς στέκεται μπροστά στην Ωραία Πύλη, ή στο πλάι και μεταδίδει την Θεία Κοινωνία. Προσέξτε σας παρακαλώ. Πόσο πολύ εύκολα φεύγει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος απ’ το Άγιο Ποτήριο και μπορεί να εισέλθει στις ψυχές σας. Αρκεί να φωνάζετε το «ήμαρτον» και το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Η σημερινή εορταζομένη Αγία Μαρία η Αιγυπτία, καλεί όλους τους σημερινούς νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς, και μας, εδώ που είμαστε σήμερα εκκλησιαζόμενοι στο ναό της Αγίας Βαρβάρας να την μιμηθούμε. Όχι βέβαια στην ασκητική ζωή της ερήμου, αλλά στην πνευματική ζωή, στον πνευματικό αγώνα κατά των παθών και των δαιμόνων, και ιδιαιτέρως να την μιμηθούμε στην μετάνοια. Διότι μόνον με την μετάνοια, θα γεμίσουμε από φως και Θεία Χάρη. Η μετάνοια αληθινή θα ανοίξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Χριστιανοί μου, μετανοείτε, μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών.
Χριστιανοί μου, ο Κύριος εγγύς,
Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
