Κυριακή, 1 Μαΐου 1988

Η αξία τής Ελεημοσύνης η πρακτική εφαρμογή καί η πνευματική προέκτασίς της μέ τρείς αξιοθαύμαστες ιστορίες.

36 α
1.5.1988, Κυρ. τού Παραλύτου.


Με τα Αποστολικά Αναγνώσματα αυτών των Αναστασίμων Κυριακών και ιδιαίτερα δε με την Ταβιθά, διότι «αύτη η Ταβιθά ήν πλήρης αγαθών έργων και ελεημοσυνών ων εποίει». Το θαύμα της Αναστάσεως χριστιανοί μου, της Ταβιθά από τον Απόστολο Πέτρο, μας το περιέγραψε το Αποστολικόν Ανάγνωσμα της περασμένης Κυριακής. Η Ταβιθά ζούσε στην Ιόππη και ήτο χριστιανή γεμάτη από αγαθά έργα και πολλές ελεημοσύνες. Με την έμπρακτη αγάπη της είχε κατακτήσει τις καρδιές όλων των χριστιανών της περιοχής, οι οποίοι και κάλεσαν τον Απόστολο Πέτρο για να κάνει το θαύμα του στην Ταβιθά που τους πέθανε τόσο ξαφνικά. Και «παρέστησαν αυτώ», δηλαδή εις τον Πέτρον, «πάσαι αι χήραι κλαίουσαι, και επιδεικνύμεναι χιτώνας και ιμάτια, όσα εποίει μετ’ αυτών η Δορκάς». Το έδειξαν τα έργα των χειρών της, που ήσαν πράξεις χριστιανικής αγάπης και φιλανθρωπίας. Και ο Απόστολος Πέτρος ανταποκρίθηκε με άλλο έργο φιλανθρωπίας. Ανέστησε εκ νεκρών την πεθαμένη Ταβιθά.
Ας δούμε αδελφοί μου μερικές διαιρέσεις, ας τις πούμε διαιρέσεις, διαστάσεις και προεκτάσεις πνευματικές της ελεημοσύνης, όσο μας παίρνει ο μικρός χρόνος.
Κατά πρώτον η ελεημοσύνη δηλώνει την ευσπλαχνίαν του Θεού προς τον άνθρωπον. «Ούτος ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, λήψεται ευλογίαν παρά Κυρίου, και ελεημοσύνην παρά Θεού του Σωτήρος αυτού». Μας λέγει ι ψαλμωδός στον εικοστόν τρίτον του ψαλμόν.
Δεύτερον ελεημοσύνη είναι ακόμα η δίκαιη ανταπόκρισις του αγωνιζομένου χριστιανού προς τον Θεόν. Και «ελεημοσύνη έσται εν υμίν», η ελεημοσύνη ανήκει σε μας, πότε, εάν φυλάσσομεν και ποιούμεν τας εντολάς του Κυρίου και Θεού ημών, «καθώς ενετήλατο ημίν». Δευτερονόμιον 6, 25.
Τρίτον. Ελεημοσύνη είναι μια υπερκατάληπτη μορφή δικαιοσύνης, του Θεού προς τον άνθρωπον, που «οδηγείται ως πρόβατον επί την σφαγήν, αντί ημών, δια την σωτηρίαν ημών, και αποθνήσκει επί του Σταυρού, ίνα αναστηθεί εκ νεκρών την Τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς».
Τέταρτον. Η ελεημοσύνη είναι η έμπρακτος και ανιδιοτελής ευσπλαχνία του ανθρώπου προς όλους τους συνανθρώπους του, και στον καθένα χωριστά μετά διακρίσεως όμως, και κάτω από την υπακοήν της Εκκλησίας και του πνευματικού.
Η ελεημοσύνη δεν είναι απλή μετάδοσις μόνον μερικών χρημάτων και άλλων υλικών αναγκών, αλλά συνδέεται και με πολλές άλλες αρετές και ιδιαιτέρως με την νηστεία και την προσευχή.
Ο Κύριος στην επί του όρους ομιλίαν Του, τις θεωρεί αυτές τις τρείς αρετές, σαν στύλους της αληθινής θρησκευτικής ζωής και μάλιστα εν κρυπτώ. Πρέπει να είναι αποτέλεσμα, κατάστασις, προέκτασις της πνευματικής υγείας του χριστιανού, δηλαδή της εν Χριστώ Ιησού αγάπης. Οφείλει να είναι πράξις των κρυφών έργων, της καθαρής καρδιάς, της τεταπεινωμένης καρδιάς, της απαλλαγμένης από τα πάθη και από τα βάρη της αμαρτίας. Εδώ ακριβώς συνδέεται και με την δικαιοσύνην.
Δεν μπορούμε να κλέβουμε και ύστερα να κάνουμε ελεημοσύνη.
Δεν μπορούμε να καταπατούμε το δίκαιον του αδυνάτου, να κερδίζουμε εις βάρος του, και ύστερα να προσφέρουμε λίγα ψίχουλα στους σεισμόπληκτους ή σε μια εκκλησιά που κτίζεται ή σε κάποιους φτωχούς και νάχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη και αναπαυμένη. Αυτό δεν είναι ελεημοσύνη. Δεν είναι ολοκληρωμένη φιλανθρωπία. Απαιτείται μαζί με την ελεημοσύνη, πιστή τήρησις των εντολών, καλλιέργεια των αρετών, συμμετοχή στα Άγια Μυστήρια, ενεργός πίστις, φόβος Θεού, ευσέβεια, κάθαρσις, φωτισμός και θεία γνώσις. Μόνον τότε ο νους φωτίζεται και η καρδιά θερμαίνεται και καθίσταται όλη αγάπη και θείου ελέους.

Ελεήμων εστί ο ελεών τον πλησίον, μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, εξ ων αυτός έλαβε παρά του Θεού. Δηλαδή ελεήμων είναι εκείνος ο οποίος ελεεί τον πλησίον από όσα του έδωκε ο Θεός. Αλλά και όλα μας τα έδωσε ο Θεός. Τι έχεις ό ουκ έλαβες;
Είτε χρήματα είτε βρώματα, είτε χρήματα έχεις είτε τροφές, προς διάθεσιν, θα τα διαθέτεις για τις ανάγκες του πλησίον σου.
Είτε ισχύν σου έδωσε ο Θεός, δύναμιν, εξουσίαν, συνεχιζει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τότε αυτήν την εξουσίαν και την δύναμη, θα την διαθέτεις προς δικαιοσύνην και συμπαράστασιν των αδυνάτων.
Είτε λόγον, εάν έχεις λόγον να πείς, δύναμιν λόγου, ρητορίαν, γνώσιν λόγου και τα λοιπά, τότε θα τον διαθέσεις αυτόν τον λόγον προς ωφέλειαν, προς καταρτισμόν των ψυχών μετά πάσης ταπεινώσεως.
Είτε ευχήν, δηλαδή προσευχήν, έχεις δύναμη στην προσευχή σου, γιατί έχεις καθαρή καρδιά, ε, τότε μετά πολλών δακρύων, θα την διαθέσεις προς βοήθειαν των αδυνάτων. Προς βοήθειαν των πάντων.
Και όλα αυτά μας τα λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όταν αναλύει τον μακαρισμός του κυρίου που λέγει:
- «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».
Με άλλα λόγια, ή με λίγα λόγια, μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ότι ελεήμονες δεν είναι μόνον εκείνοι που προσφέρουν υλικά αγαθά, αλλά και κείνοι που προσφέρουν τον πνευματικόν σωστικόν λόγον μετά ταπεινώσεως και την προσευχήν, μετά δακρύων εν τω κρυπτώ, και ο Θεός ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει εν τω φανερώ.
Και στις ημέρες μας έχει αποδειχθεί ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που έχουν υλικές ανάγκες. Αλλά τις πνευματικές ανάγκες της πίστεως, τις έχουν όλοι και προπαντός οι Έλληνες.

Γι’ αυτό και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, μας βεβαιώνει ότι η αρετή της πνευματικής ελεημοσύνης είναι ασυγκρίτως ευρύτερη της προσφοράς των υλικών αγαθών.
«Ελεημοσύνη εστί καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως». Να καίγεται η καρδιά σου για ολόκληρη την κτίση.
Υπέρ πάντων των ανθρώπων. Για όλους τους ανθρώπους.
Υπερ πάντων των επί της γης και του ουρανού. Για όλα όσα βρίσκονται και πάνω στη γη, και πάνω στον ουρανόν, αλλά και των δαιμόνων και των καταχθονίων, καύσις καρδίας και υπέρ αυτών. - Είναι λιγάκι τολμηρό, αλλά αυτό συζητιέται κατ’ ιδίαν στην Ιεράν Εξομολόγηση, για κείνους που έχουν λιγάκι θερμανθεί στην προσευχή.
Και των «εν βασάνοις προγευσαμένων». Είναι κατηγορηματικός ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Και για κείνους που προγεύονται ήδη τα βάσανα της Κολάσεως, και «υπέρ παντός κτίσματος», και για κάθε κτίσμα, και «εκ της μνήμης αυτών». Και «εκ της θεωρίας αυτών». «Ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτών πλήθος δακρύων».
Και προχωρώντας ακόμα ψηλότερα ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μας λέγει ότι η νοερά ησυχία μετά της καρδιακής προσευχής και θέρμης είναι ανωτέρα της ελεημοσύνης με την προσφορά των χρημάτων και των υλικών αναγκών ή κάποιων άλλων αγαθών. Να πως μας το τονίζει:
- «Η εσωτερική ειρήνη και η νοερά ησυχία και η καρδιακή προσευχή, ιδίως της νυκτός μετά πάσης υπακοής, έχουν μεγαλυτέρα αξία από το να τρέφεις πεινόντας, και να ειρηνεύεις με τις διδαχές σου τους διεστώτας». Έχει μεγαλύτερη αξία η νοερά ησυχία σαν προσφορά πνευματικής ελεημοσύνης προς τους πάντας όπως το ερμήνευσε πιο πριν, πιο πάνω, από το να τρέφεις πεινόντας και να προσπαθείς εκεί να ειρηνεύσεις εκείνους που φιλονικούν και κείνους που είναι διηρημένοι.

Αυτό το βλέπουμε στον σημερινόν ιδιαιτέρως εορταζόμενον Άγιον και Μέγα Αρσένιον. Όχι ότι δεν πρέπει να γίνονται τα έργα της υλικής προσφοράς, αλλά από πνευματικής απόψεως βρίσκονται ψηλότερα τα έργα της νοεράς ησυχίας.
Εμείς γνωρίζουμε όμως ότι ο Θεός αμείβει και ένα ποτήρι δροσερό νερό που θα δώσουμε σε έναν διψασμένο. Και «ου μη απωλέσωμεν τον μισθόν ημών». «Ου μη απωλέσει τον μισθόν αυτού», λέγει επί λέξει, Ματθαίος ι,42.
Άλλωστε βραβεύει κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσία τους δικαίους που άσκησαν πρακτικόν έργον αγάπης. Ματθαίος, 25ο κεφάλαιον, 35-45. «Επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν. Εδίψασα και εποτίσατέ μοι. Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με. Ησθένησα και επισκέψασθέ με. Γυμνός και περιεβάλλετέ με. Εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με. Και εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων των αδελφών μου, εμοί εποιήσατε». Όλο όμως αυτό το πρακτικόν έργον της αγάπης και της ελεημοσύνης αδελφοί μου, πρέπει να γίνεται μετά διακρίσεως, εκεί που χρειάζεται.
Που χρειάζεται;
Πόσον χρειάζεται;
Πότε χρειάζεται;
Αλλά και μετά πλήρης ιλαρότητος διότι «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός».
Και τέλος ας μην ξεχνάμε πάλι το Αγιογραφικόν ότι ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεόν. Και λαμβάνει τόκους όχι μόνον κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν, αλλά και ως εδώ αγωνιζόμενος εναντίον του κακού της αμαρτίας των παθών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύοντας το «επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν» μας λέγουν ότι υπάρχουν σεσωσμένοι με πρώτον τον Εσταυρωμένον εκ δεξιών του Χριστού ληστήν, καθώς επίσης και άγιοι, όπως η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, οι οποίοι δεν έπραξαν κανένα έργο ελεημοσύνης. Άρα ο παραπάνω λόγος του Κυρίου έχει σχέση με την πνευματική τροφή και όχι με την ελεημοσύνη. Σήμερα στο Ευαγγελικό Του Ανάγνωσμα μας είπε ο ίδιος το εξής:
-«Εμόν βρώμα εστί ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός». Πιο είναι το θέλημα του Ουρανίου Πατρός; η σωτηρία των ανθρώπων.

Και ο Άγιος Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος ερμηνεύοντας τον ίδιον λόγο μας λέγει τα εξής: - θα τα πούμε εν μεταφράσει –
-«Όταν εφαρμόζουμε από αγάπη τις εντολές του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τότε τρέφεται από εμάς ο θεάνθρωπος Χριστός, ο Κύριος όλης της κτίσεως. Διότι καθώς από τα πονηρά μας έργα τρέφονται οι ακάθαρτοι δαίμονες και παίρνουν δύναμη για να μας πολεμούν, έτσι, και πάλιν όταν απέχουμε από την αμαρτία και το κακόν, από τον εγωισμό και την κενοδοξία, από τον φθόνο και την ακηδία και τα λοιπά πάθη, εκείνοι οι βρωμεροί δαίμονες πεινούν και αδυνατίζουν. Έτσι και ο Χριστός που επτώχευσε δια την ημών σωτηρίαν, τρέφεται και χορταίνει όταν ποιούμεν τα εντολάς αυτού. Και πάλιν στενοχωρείται και πεινά, όταν δεν κάμνομεν το πανάγιον θέλημά του. Αυτά, μας τα είπε ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.

Οι Άγιοι, τα τέκνα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, τα μυρίπνοα αυτά άνθη του Παραδείσου, τα πάνχρυσα στόματα του θείου λόγου είναι οι παραδειγματικοί ελεήμονες και αυτούς πρέπει να μοιάσουμε. Διότι μας αγαπούν, μας ελεούν, μας τρέφουν, μας θεραπεύουν, μας προστατεύουν, μας σώζουν. Γιατί πιο το όφελος αν έχουμε λύσει όλα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα ενώ τα της ψυχής μας παραμένουν άλυτα; Αλήθεια, σας ρωτώ, πιο είναι το όφελος; Ποιος θα μας γεμίσει το κενό μέσα μας; Ποιος θα μας δώσει ελπίδα; Ποιος θα μας στηρίξει στην πίστη;

Χριστιανοί μου, κάθε πράξη ελεημοσύνης, πρέπει να είναι πράξις θρησκευτική και όχι έργο κάποιου φιλανθρωπικού χορού ή αλτρουισμού, ή απλώς ουμανιστικών έργων. Πρέπει να συνδέεται με τα Άγια Μυστήρια, με τη Θεία Λατρεία, με την μετάνοια, με την προσευχή. Η αξία της ελεημοσύνης τόσο καθίσταται μεγαλυτέρα και λαμπροτέρα, όσο περισσότερο φθάνει στον εν Τριάδι Θεόν και δια μέσου αυτού στον κάθε συνάνθρωπόν μας.
Και το Πνεύμα το Άγιον στη Σοφία Σειράχ μας βεβαιώνει τα εξής:
-«Πυρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ. Ούτω και η ελεημοσύνη από καρδίας εξιλάσεται αμαρτίας». Προσέξτε το λιγάκι αυτό. Όπως το νερό σβήνει τη φωτιά, το φλογισμένο πυρ λέει, τη φωτιά, κατά τον ίδιον τρόπον και η ελεημοσύνη που γίνεται από βάθος καρδίας εν μετανοία και δακρύων, με προσευχή και νηστεία, έχει τη δυνατότητα να εξαλήψει αμαρτίες.
Πάμε παρακάτω. Άλλο Αγιογραφικό χωρίο. Και «τας αμαρτίας εν ελεημοσύναις λυτρώσαι Κύριος. Και τα αδικίας εν οικτιρμοίς πενήτων». Βεβαιώνει ο προφήτης Δανιήλ, στο 4ο του κεφάλαιο, στίχος 24, προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα εφόσον θα συνεχίσει τα έργα μετανοίας και προς τον εαυτόν του και προς τον λαόν. Και εις το Τωβίτ πάλι δ,9 βεβαιώνεται ότι η ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται, και ουκ εά δεν αφήνει εισελθείν εις το σκότος το αιώνιον. Δεν αφήνει τον άνθρωπον που κάνει ελεημοσύνη να μπει στο αιώνιο σκοτάδι και στο πυρ της κολάσεως.

Και ο Απόστολος Πέτρος στην πρώτη του καθολική επιστολή, πάλι 4ο κεφάλαιο στίχος 8, μας προειδοποιεί και μας λέγει:
- «Φιλόξενοι εις αλλήλους, να είμεθα φιλόξενοι. Είμεθα φιλόξενοι αλλά να προσέξουμε την παρακάτω λέξη. Άνευ γογγυσμών. Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών. Γιατί κάνουμε φιλοξενία, αλλά από πίσω τι λέμε; Και τι σούρνομε σ’ αυτούς που φιλοξενούμε… Ε; ο καθένας ας ρωτήσει την καρδιά του, και ας απαντήσει στο Ιερόν Εξομολογητήριον. Γιατί; «Ότι η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών». Αυτά από την Αγία Γραφή.
Αυτές οι Αγιογραφικές διαβεβαιώσεις μας σπρώχνουν σε μια σωστή εργασία της ελεημοσύνης για να μη χάσουμε τον άξιο μισθόν που μας οδηγεί στη μετάνοια και δια της μετανοίας στην σωτηρία. Πολλές άλλες πτυχές της πνευματικής ελεημοσύνης με τις άλλες αρετές, θα μας απασχολήσουν άλλη φορά διότι ήδη η ώρα πέρασε. Σήμερα αρκούμεθα σ’ αυτά.

Χριστιανοί μου, ο Άγιος Μαρκιανός ήταν ιερεύς στο ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός λοιπόν γύριζε έξω τις νύχτες, όπως μας περιγράφει το γεροντικό, και μάζευε εκεί τους εγκαταλελειμμένους νεκρούς. Τους έπλενε με τα χέρια του, τους μύρωνε, τους σαβάνωνε, τους πήγαινε στην εκκλησία, τους διάβαζε την νεκρώσιμη ακολουθία, τους ησπάζετο σύμφωνα με τον ψαλμό «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» και την άλλη μέρα τους έθαβε.
Κάποτε περιποιήθηκε ένα νεκρό γεροντάκι που φαινόταν πολύ βασανισμένο και χτυπημένο από τη ζωή. Το τοποθέτησε στο νάρθηκα, και αφού τελείωσε και τα νεκρώσιμα και όλα όσα έπρεπε να κάμει δια των κεκοιμημένων γύρισε προς το νεκρό και του λέγει:
- Έλα αδελφέ μου να φιληθούμε σαν παιδιά του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Και ω, του θαύματος, ο νεκρός με ευγνωμοσύνη, υπακούοντας στην πρόσκληση του Αγίου Μαρκιανού, ανακάθισε στο φέρετρο, αντάλλαξε ασπασμός αγάπης με τον Άγιο και έπεσε πάλι στον ύπνο του θανάτου, σταυρώνοντας απαλά τα χέρια του.
Ο Άγιος Μαρκιανός βγήκε αθόρυβα από την εκκλησία, σα να συνέβαινε το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Ο νεωκόρος όμως που ξενυχτούσε και αυτός για κάποιο λόγο τα είδε όλα αυτά έκπληκτος, και με φόβον και πολύν θαυμασμόν, και την άλλη μέρα προς δόξαν του Αγίου Θεού τα διέδωσε σε όλη την πόλη – έτσι τα πληροφορηθήκαμε και εμείς.

Μη σας φαίνεται παράξενο, πριν τριάντα χρόνια κάποια γυναίκα στο Βόλο, μάζευε τα ονόματα όλων των ζητιάνων, τους οποίους γνώριζε ότι όντως ήσαν αξιοθρήνητοι και η διαβίωσίς των αθλία. Και φρόντιζε όταν πέθαιναν για την κηδεία τους. Να τους κάνει τα τριήμερα, τα εννιάμερα, τα σαρανταήμερα, το χρόνο, να τους ξεθάψει, και τα λοιπά και τα λοιπά.
Μία γυναίκα! Για δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια. Έχουμε μάρτυρες γι’ αυτά.
Ποιος από μας το κάνει; Πέστε μου! Ποιος; Σε έναν ζητιάνο…
Ζεί η Ορθοδοξία, ζεί, υπάρχει, αλλά εμείς κοιμώμαστε!...
Να μια μεγάλη μορφή ελεημοσύνης διαφορετικής μορφής από όσες ξέραμε μέχρι τώρα. Γιατί εμείς νομίζουμε ότι άμα βγάλουμε ένα πενηντάρικο και το κουνήσουμε έτσι, δυνατά, και το ρίξουμε στο ζητιάνο, αυτή είναι ελεημοσύνη.

Ας επιδιώκουμε καθημερινά να γινόμεθα ελεήμονες, δηλαδή να έχουμε μέσα στην καρδιά μας τον ελεήμονα Θεόν, και τότε σαν αποτέλεσμα της γεύσεως αυτού του θείου ελέους, θα έχουμε την με αγάπη και ταπείνωση ελεημοσύνη προς τον πλησίον. Δεν θα προσφέρουμε μόνον ελεημοσύνη, αλλά θα είμαστε ίδιοι, η μοναδική, η εξαιρετική, η διακεκριμένη ελεημοσύνη.

Αδελφοί μου, να και μια ελεημοσύνη των ημερών μας.
Δεκέμβριος του 87. Το πληροφορήθηκα αυτήν την εβδομάδα.
Περπατά στο δρόμο ένας χριστιανός. Έξω από μια εκκλησία ένας ζητιάνος σχεδόν γυμνός, παραμονές των εορτών, χειμώνας, σαρακοστή Χριστουγέννων είπαμε, το κρύο τσουχτερό, κρυώνει.
Τον βλέπει ο χριστιανός, τον λυπάται, βγάζει από πάνω του το μάλλινο χοντρό σακάκι και το βάζει στο ζητιάνο. Ευχαριστώ του λέει εκείνος και απλώνει ο ζητιάνος το χέρι και του δίδει ένα κομμάτι αντίδωρο τυλιγμένο σ’ ένα χαρτί.
Το πήρε γεμάτος απορία και όπως ήταν νηστικός το έφαγε.
Ω, τι ήταν αυτό! Τι θεία ευφροσύνη ήταν αυτή! Τι αγαλλίαση! Πλημμύρισε ολόκληρος! Όλο του το σώμα άστραψε σαν το φως! Και ας μην είχε ούτε καν ήλιο. Και από υπερακατάληπτον ευωδίαν. Ένοιωσε νέος άνθρωπος, σα να πετά, αλλιώτικος, όλα του γύρω άλλαξαν, έγιναν πανέμορφα, όλοι του οι άνθρωποι του φαινόταν όμορφοι, ήθελε να τους αγκαλιάσει, να τους βάλει μέσα στην καρδιά του, τα σπίτια, τα μάρμαρα, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο, τα πάντα, όλα άστραφταν, άστραφταν από αγάπη…
Έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα, ποιος ξέρει πόσην ώρα, απολαμβάνοντας αυτή τη θεία δωρεά.
Τελικά γύρισε προς το ζητιάνο.
Έλειπε!
Και στη θέση του ζητιάνου ήταν ριγμένο το σακάκι.
Το πήρε, το αγκάλιασε σφιχτά.
Για μια βδομάδα δεν έφαγε ούτε μια μπουκιά ψωμί.
Δεν ήπιε ούτε μια σταγόνα νερό.
Μόνον κάθε πρωί κοινωνούσε, χωρίς να παίρνει αντίδωρο.
Τον είχε υπερχορτάσει η ελεημοσύνη.
Η θεία ελεημοσύνη.

Αδελφοί μου, θα πω τον λόγον του Κυρίου, της Αγίας Γραφής.
Ελεείτε χριστιανοί, ελεείτε.
Πάντοτε έλεος με αγάπη.
Με όποιον τρόπον θέλετε. Αλλά με αγάπη,
Αμήν, γένοιτο.

Συμπληρωματικά θέλω να προσθέσω χριστιανοί μου, διότι ο χρόνος στο κανονικό κήρυγμα ήδη είχε περάσει προ πολλού, μερικά στοιχεία που πρέπει να ειπωθούν, εφόσον έχουμε και την σχετικήν άδεια από τον ίδιον.
Ο χριστιανός αυτός που έλαβε τόσο πλούσια την θεία δωρεά, δεν ήτο ούτε θρησκόληπτος, ούτε πλανεμένος. Αντιθέτως μάλιστα δεν είχε καμιά σχέση με την Εκκλησία. Τριάντα τουλάχιστον χρόνια είχε να κοινωνήσει. Για εκκλησιασμό δεν πήγαινε παρά μόνο σε γάμους, βαπτίσεις, μνημόσυνα και λοιπά. Αδιάφορος και καμιά φορά και πολέμιος της Εκκλησίας και του κλήρου. Κανέναν επαίτη δε βοηθούσε ποτέ, διότι τους θεωρούσε απατεώνες και επαγγελματίες. Αλλά η εσωτερική παρόρμησις να βγάλει το σακάκι του και να τυλίξει τον γυμνό, ήτο άνωθεν, δεν μπορεί μέχρι σήμερα να την ερμηνεύσει. Αλλά ανταποκρίθηκε θετικά. Ήτο γι’ αυτόν η κλήσις για τον αναβαπτισμό του. Ήτο η δική του Πεντηκοστή, η δική του Δαμασκός. Όταν πήρε το σακάκι, το κράτησε σφιχτά επάνω του. Τέτοια δύναμη έπαιρνε απ’ αυτό, σα νάταν ο χιτώνας του Κυρίου. Μετά την εξομολόγηση και τον κανόνα που πήρε, ζει με φόβον Θεού και ποιος ξέρει αν δεν προβάλλει ο Θεός διά μέσω αυτού έναν νέον απόστολο του Ευαγγελίου του, έναν νέον ομολογητή και μάρτυρα.
Αυτά τα συμπληρωματικά στοιχεία δόθησαν σα διευκρίνιση σχετικά με το πρόσωπό του, τα οποία πολλούς από τους ακροατάς του κηρύγματος θα τους ενδιαφέρουν.

Είθε ο Θεός να δώσει σε όλους εμάς και στον καθένα χωριστά τέτοιες ευκαιρίες με όποιο μέσον και με όποιο τρόπο θελήσει εκείνος και εφόσον βέβαια το αξίζουμε. Και κάτι άλλο. Και όσο χωρά το δοχείον της ψυχής μας.
Αμήν.
Αμήν για πάντα.

Σχετικά με το γεγονός της ελεημοσύνης και ειδικότερα, όταν ο χριστιανός εκείνος πήρε το αντίδωρο, θέλουμε να πούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται και όπως αυτό θα το διαπιστώσουμε και στα επόμενα κηρύγματα που θα κάνουμε.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον Στάρετς Βαρσανούφιο, ο οποίος σε ένα βιβλίο του γράφει τα εξής:
Ένα χρόνο λέγει, πριν πάω, να γίνω μοναχός, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων γύριζα στο σπίτι μου από την πρωινή Θεία Λειτουργία. Ήταν ακόμα σκοτάδι, η πόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει. Περπατούσα μόνος στους έρημους δρόμους της. Ξαφνικά ήρθε κοντά μου ένας γεροντάκος και μου ζήτησε ελεημοσύνη. Δαγκώθηκα απ’ τη στεναχώρια μου γιατί δεν κρατούσα ποτέ μαζί μου πορτοφόλι, και στην τσέπη δεν είχα παρά είκοσι καπίκια. Του τα έδωσα και τα είκοσι και του είπα:
- Συγγνώμη ρε παππού, δεν έχω άλλα.
Εκείνος με ευχαρίστησε και μου έδωσε ένα κομμάτι αντίδωρο. Το πήρα, τόβαλα στην τσέπη μου και ενώ έκαμα κάτι να πω στο φτωχό είδα πως είχε εξαφανιστεί. Μάταια τον αναζητούσα. Χάθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Τον επόμενο χρόνο την ίδια ημέρα άφησα τον κόσμο, και έγινα δόκιμος μοναχός.
Αυτά από τον πατέρα και Άγιο και Στάρετς Βαρσανούφιο.

Αν ρίξουμε μια ματιά στη ζωή μας, και γύρω μας, θα την δούμε πως είναι γεμάτη από θαύματα. Γεμάτη από το έλεος του Αγίου Θεού.
Μόνο που εμείς συνήθως δεν κάνουμε τον κόπο να τα δούμε.