Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 1993

36 Οι πρεσβείες τής Θεοτόκου καί πάντων τών αγίων στή Θεία Λατρεία

Η διαθήκη της 90χρονης

Πριν από τα Χριστούγεννα, μια κυρία μου παρέδωσε μια χειρόγραφη διαθήκη ανορθόγραφη και ορνιθοσκαλισμένη, κακογραμμένη, της μητέρας της με πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο, μπορεί βέβαια να μην είχε και σύνταξη.
Αυτή τη διαθήκη, αποσπάσματα αυτής βέβαια, θα σας την διαβάσω.
 Είχε 4 κόρες και ένα γιό.
Και τα πέντε τα παιδιά ήταν παντρεμένα, από τα οποία παιδιά της είχε 15 εγγόνια.
Και αρχίζει:
Αγαπημένα μου παιδιά, και τους αναφέρει έναν έναν, και τα παιδιά της, τις κόρες, το γιο, τους γαμπρούς, τη νύφη και όλα τα εγγονάκια, 25 ονόματα, σας φιλώ και σας αποχαιρετώ.
Αυτό το γράμμα θα το ανοίξετε και θα το διαβάσετε μετά το θάνατό μου.
 Η πρώτη σας δουλειά, μόλις σηκωθείτε πρωί πρωί, είναι πρώτα να πλυθείτε, να ανάψετε το καντηλάκι σας και να θυμιάσετε όλο το σπίτι.
Κατόπιν θα κάνετε την προσευχή σας όπως σας την έμαθα από την Συνέκδημο.
Το ίδιο θα κάμουν, αν θέλουν, και οι άντρες σας και η νύφη μου και όλα τα εγγονάκια και ύστερα όλοι στις δουλειές σας.
Μόνον έτσι θα σκεπάζει και θα ευλογεί ο Θεός και τη δουλειά και την οικογένειά σας.
Κάθε Κυριακή πρωί όλοι σας στην Εκκλησία.
Το ίδιο και κάθε μεγάλη γιορτή.
Κάθε βράδυ, μικροί μεγάλοι, πριν από τον ύπνο θα διαβάζετε το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς, την Καινή Διαθήκη, το Ψαλτήρι και την Αμαρτωλών Σωτηρία.
Και μην ξεχνάτε και τις νηστείες.
Να τις κρατάτε όλες όπως σας τις βαστούσα και εγώ από 6 χρονών και μετά.
Ολα αυτά, αγαπημένα μου παιδιά και εγγόνια, όταν θα τα κρατάτε θα είναι σα να μου ανάβετε κάθε μέρα ένα κεράκι.
Θα είναι για μένα το καλύτερο καθημερινό μνημόσυνο.
Έτσι θα με θυμάστε στις προσευχές σας.
Και πιο κάτω:
Να τηρείτε τα θρησκευτικά έθιμα της πατρίδος μας και να μη σας αρέσουν τα εγκόσμια αλλά να τα αφήνετε αυτά στην άκρη και να ακολουθείτε τα ουράνια.
Γιατί όλα είναι πρόσκαιρα και μάταια.
Τα καλά έργα και τις κρυφές ελεημοσύνες θα έχετε στην αιωνιότητα.
Όλα τα άλλα σαν όνειρο θα σβήσουν και μαζί σας δεν θα πάρετε τίποτα, ούτε πλούτη, ούτε μεγαλεία, ούτε δόξες, ούτε σπίτια.
Μόνον τα καλά σας έργα και την υπομονή.
Να έχετε την ευχή μου και να είστε αγαπημένοι πρώτα μεταξύ σας σαν αδέλφια και ύστερα με τις
οικογένειές σας αλλά και με τους συγγενείς, με τους γείτονες και με όλον τον κόσμο.
Και όσο μπορείτε καλά έργα να κάνετε και από την Εκκλησία να μη λείπετε και αυτούς που θέλουν το κακό σας να τους συγχωράτε.
Αυτά θα μείνουν και εδώ κάτω στη γή αλλά και στον ουρανό.
Όσα χρόνια και αν ζήσουμε θα είναι σαν χθες.
Για αυτό έργα καλά και κρυφά.
Αδικίες και ψέματα σε κανέναν, ούτε και στον εχθρό σας.
Την Εκκλησία και τον καλό Πνευματικό να μην αφήσετε.
Όλα αυτά θα τα διαβάζετε όλοι σας και μπροστά στα παιδιά σας κάθε φορά που θα συμπληρώνεται χρόνος από το θάνατό μου, μετά από το Τρισάγιο που θα κάνετε.
Αυτό θα είναι και το μνημόσυνό μου.
Σας δίνω την ευχή μου, σας φιλώ, σας αποχαιρετώ και καλών αντάμωσιν στον Παράδεισο.
Η μάνα σας και η γιαγιά σας.
Αυτές είναι οι συμβουλές που έδωσε μια γιαγιά μητέρα, 90 ετών, στα παιδιά της, στους γαμπρούς της, στις κόρες της, στη νύφη της και στα εγγόνια της.
Μέσα από αυτή τη διαθήκη βλέπουμε το πόσο θέλει να κρατήσει την ενότητα της πίστεως, της ορθοδόξου πίστεως, ειδικά δε μέσα από τη Θεία Λατρεία, μέσα από την Εκκλησία.
Όλες οι συμβουλές της αποβλέπουν στη σωτηρία της ψυχής και στην τήρηση βέβαια των Ευαγγελικών εντολών.
Η παράδοσις, ο εκκλησιασμός, μιλάει για ήθη και έθιμα, ο Πνευματικός, η νηστεία, η οικογένεια, η πίστις, τα χρηστά ήθη, όλα και αυτά, όλα μαζί αυτά αποβλέπουν στην ενότητα της πίστεως και στην
ενότητα βέβαια της οικογένειας μαζί με την Εκκλησία.
Μέσα από αυτή τη διαθήκη βλέπουμε την πράξη της Εκκλησίας, την πράξη του Ευαγγελίου.
Την έζησε και προσπάθησε αυτήν την πράξη, και αυτήν τη ζωή, ότι βιώματα και αν είχε η ευλογημένη αυτή ψυχή να τα περάσει και στα παιδιά της.
Το τι θα κάμουν βέβαια αυτά, αυτό είναι θέμα προσωπικής πλέον ελευθερίας.
Εκείνη έσπειρε και συνεχίζουμε εμείς.



Ευλογία της Παναγίας στον καιρό Ιερέως

Κάποτε ένας Άγιος Λειτουργός του Υψίστου, πριν από πολλά χρόνια, λίγο πριν από την κοίμησή του, ερωτήθηκε από έναν άλλο αδελφό Ιερέα συλλειτουργό και τον ρώτησε:
- Γιατί, Πάτερ μου, αργούσες τόσο πολύ να πάρεις καιρό και μάλιστα μπροστά στην εικόνα της
Παναγίας;
Και ομολόγησε και είπε:
- Οταν χειροτονήθηκα Ιερεύς, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν αυτή που με έβαλε μπροστά στο θυσιαστήριο να γονατίσω και έτσι να δεχθώ διά χειρών του Επισκόπου το χάρισμα της Ιεροσύνης.
Και άρχισε να κλαίει.
Σε λίγο το πρόσωπο του Ιερέως αυτού του ετοιμοθανάτου άστραψε.
- Από τότε δεν έπαιρνα καιρό...
Ανέφερα δύο φορές τη λέξη αυτή.
Καιρός είναι η ειδική λειτουργική προετοιμασία που γίνεται εδώ μπροστά στο σολέα.
Λέμε το "Πάτερ ημών", ύστερα κάτι ευχές, ύστερα ανοίγουμε την Ωραία Πύλη, ασπαζόμεθα τις τέσσερις εικόνες του Τέμπλου, παρακαλούμε τον Θεόν να μας σκεπάσει εν συνεχεία με τη Χάριν Του
για να καταξιωθούμε του μεγάλου έργου της Θείας Λειτουργίας και ύστερα κάνουμε Απόλυση.
Όλη αυτή η μικρή τελετή λέγεται καιρός.
- Από τότε, λέει, δεν έπαιρνα καιρό εάν δεν ερχόταν πρώτα η Παναγία να με ευλογήσει. Ουδέποτε λειτούργησα χωρίς την παρουσία Της. Και τώρα Αυτήν περιμένω να έρθει να με πάρει. Μου το
υποσχέθηκε.
Αυτό δεν είναι παράδοξο.
Δηλαδή και ο Γέρων Ιωσήφ αυτήν την υπόσχεση είχε πάρει από την Παναγία, σαράντα μέρες πριν, ότι ανήμερα, την ημέρα της εορτής της, της Κοιμήσεως Της δηλαδή, θα τον έπαιρνε όπως και πράγματι έτσι και συνέβη.
Στον παππούλη αυτόν, τον Ιερέα, σε κάποια στιγμή βέβαια, όταν κάλεσε το όνομά της, έκανε το Σταυρό του, άστραψε ο τόπος και το πρόσωπό του και κλίνας την κεφαλή παρέδωκε το πνεύμα του.
Το πήρε η Υπεραγία Θεοτόκος και το πήγε στους Ουρανούς. 
Ύστερα από αυτό το τρομακτικό που μου είπαν για αυτόν τον Ιερέα, θα μπορούσα να πω:
Αλίμονο σε εμάς, τους σημερινούς κληρικούς και των τριών βαθμών της Ιεροσύνης, και των Επισκόπων και των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων, και ιδιαιτέρως χίλιες φορές αλίμονον σε εμένα, τον αμαρτωλό και τον ανάξιο, ύστερα από όσα ακούγονται και λέγονται για τέτοιους αξίους Λειτουργούς του Υψίστου.
Για αυτό σας παρακαλώ να προσεύχεσθε πολύ στην Παναγία Θεοτόκο για μένα.



Τα Λείψανα του Προφήτου Ελισαίου

Και υπάρχει ένα θαύμα εδώ πολύ μεγάλο το οποίον αναφέρεται στο βιβλίο Δ' Βασιλειών ΙΓ 21.
Λέει αυτό: και εγένετο αυτών θαπτόντων τον άνδρα, και ιδού είδον τον μονόζωνον και έρριψαν
τον άνδρα εν τω τάφω Ελισαιέ, και επορεύθη και ήψατο των οστέων Ελισαιέ και έζησε και ανέστη επί τους πόδας αυτού.
Τι μας λέει αυτό το χωρίο:
Ότι το νεκρό σώμα ενός ανθρώπου όταν ρίφθηκε στον τάφο του Προφήτου Ελισαίου και ήγγισε τα οστά ανεστήθηκε.
Νεκρός ανέστησε νεκρόν.
Όπως τα λείψανα του Αγίου Ελισαίου ούτω και των άλλων Αγίων τα λείψανα θαυματουργούν.
Αφού θαυματούργησαν αυτά του Προφήτου γιατί να μη θαυματουργούν και των άλλων Αγίων;
Και μόνον η ευωδία των Ιερών Λειψάνων τα οποία ευωδιάζουν και ποιούν ιάσεις και άλλα σημεία είναι αρκετό δείγμα της τιμής που πρέπει να αποδίδουμε εμείς οι χριστιανοί στα Αγια Λείψανα.



Ευωδία υψώματος

Κάποιος εξ ημών άκουσε από περυσινή μας ομιλία για το τι συνέβη σε κάποιον χριστιανό που περιφρόνησε την αξία του Αντιδώρου και τι του συνέβη την Κυριακή των Μυροφόρων.
Αυτό βέβαια το άκουσε επειδή το είπαμε σε ομιλία και το άκουσε από την κασέτα.
Και άρχισε να λέει μέσα του:
- Λές και να 'ναι αλήθεια; Μπας και τα υπερέβαλε λίγο και ο παπάς και αυτός; Μήπως όλοι μαζί εκεί στο σπίτι έπαθαν ομαδική υποβολή;
Και έκαμε βέβαια και άλλες τέτοιες σκέψεις πολλές.
Γιόρταζε τον περασμένο μήνα, τον Δεκέμβριο και του δώσαμε ύψωμα για τη γιορτή του.
Το κράτησε και κάθε πρωί έκοβε ένα κομματάκι και το έτρωγε.
Υστερα από 4-5 ημέρες - το είχε, όμως σε ένα βάζο κλειστό, γυάλινο, έτσι πρέπει να το έχουμε, ή σε ξύλινο ή σε γυάλινο, όχι σε νάιλον
- Ενα πρωί λοιπόν που το άνοιξε για να κόψει, τον χτύπησε λοιπόν μια πολύ δυνατή μυρωδιά.
- Ε, λέει, τι κολώνια είναι αυτή πάλι; Από πού βγήκε;
Χάζεψε λίγο, ύστερα λέει, του είπε ο λογισμός του:
- Από το Αντίδωρο θα είναι. Οπως ήταν το βάζο έτσι, το κλείνει.
Σταμάτησε η μυρωδιά. Το ανοίγει το βάζο ξανά πάλι η μυρωδιά.
- Γυναίκα, γυναίκα, λέει, τρέξε, τρέξε, τρέξε... Ετρεξε και η σύζυγος, το διαπίστωσε. Κράτησε βέβαια μόνον ένα τεταρτάκι.
- Καλά να πάθεις, έλεγε ύστερα. Με τέτοια πρέπει να πιστεύεις.
Αυτό ήταν τιμωρία και όχι βραβείο.
Αυτός ο τελευταίος λογισμός, ο ταπεινός, ήτο και ο πλέον σωτήριος.
Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε από αυτά.
Δεν τον βράβευσε ο Θεός για κάποιο του έργο.
Αλλά με αυτόν τον τρόπο τον ταπείνωσε.