Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2002

Περί Ιερωσύνης και Θείας Λειτουργίας, Πάτρα 15.12.2002



177 α

Και μια ιστορία επιπλέον πολύ ωφέλιμη. Ένα γεγονός αληθινό.
Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, - αυτό το βρήκα μέσα στις σημειώσεις μου, - γνώρισα μέσα στο μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως έναν χριστιανό θεοσεβή. Παρατήρησα όμως ότι παρόλον που του είχα συστήσει να κοινωνάει τακτικά, εκείνος είχε αραιώσει κατά πολύ τη Θεία Κοινωνία.
Στην πρώτη ευκαιρία και στην κατάλληλη ώρα τον ρώτησα:
- «Γιατί δεν κοινωνάς χριστιανέ μου; Κωλύματα δεν έχεις. Από όσο τουλάχιστον εξομολογείσαι, τον ιδιαίτερο κανόνα σου τον κάνεις με συνέπεια και η Εκκλησία που συνιστά, και σε καλεί για Θεία Κοινωνία. Εσύ γιατί δεν κοινωνάς; Τι συμβαίνει;»
-«Α,παπαπαπαπα, τι λές πάτερ μου, να πάρω εγώ αυτή τη φωτιά που βλέπω και να καώ;»
-«Φωτιά; Τι φωτιά; Βλέπεις δηλαδή φωτιά; Και τι είδους φωτιά είναι αυτή που βλέπεις»;
-«Και βέβαια βλέπω. Από το Άγιο Ποτήριο πάτερ μου, που βγάζετε και λέτε «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε» βγαίνει φωτιά! Αληθινές φλόγες, που καμιά φορά γίνονται πολύ φωτεινές, πολύ φωτεινές, ολόλαμπρες. Και επειδή φοβήθηκα πήγα και σ’ άλλους ναούς, στην Παναγία των Βλαχερνών που είναι δίπλα μας, στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Υπαπαντή, στον Άγιο Δημήτριο Ταμπουρίων, στην Αγία Τριάδα και αλλού. Παντού το ίδιο πράγμα. Όταν όμως δεν βγάζει φωτιές το Άγιο Ποτήριο, τότε πάω και κοινωνάω. Τι να κάνω πάτερ μου; Πώς να κοινωνήσω με τέτοιες φωτιές;»
Αν και ήμουν, όπως και είμαι τελείως αδαής, και με πείρα μηδαμινή του είπα:
-«Να παρακαλείς κάθε μέρα το Χριστό να πάρει τις φωτιές για να μπορείς έτσι να κοινωνείς πλέον άφοβα. Και αν το κάνεις αυτό με συντριβή, με δάκρυα και με ταπείνωση και με όλη σου την καρδιά, ο Θεός θα σ’ ακούσει και θα πάρει αυτές τις παράδοξες φλόγες».
-«Αλήθεια; Θα το κάμει αυτό ο Χριστός μας;», με ρώτησε.
-«Και βεβαίως θα το κάμει.», του απάντησα.
Ύστερα από λίγον καιρό τον είδα να προσέρχεται στην Θεία Κοινωνία με το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά. Αργότερα με διαβεβαίωσε καταχαρούμενος ότι δεν υπήρχαν πια φωτιές και λάμψεις και όλα ήσαν φυσικά.
Ήταν πλάνη; Ήταν φαντασία; Ήταν κεχαριτωμένη αποκάλυψη; Ποιος ξέρει; Επειδή όμως τα παιχνίδια του διαβόλου με τις φαντασιώσεις και τις πλάνες είναι πολύ συχνά, γι’ αυτό και ήταν αυτή η σύστασις για να φυλαχτεί η καρδιά μας από οποιαδήποτε παγίδα. Αν ήταν πάλι μια αποκάλυψη του Αγίου Θεού, ποιος μπορεί αυτό να το γνωρίζει; Και καλώς επράξαμεν σύμφωνα και με τη σύσταση και την πείρα άλλων καταξιωμένων γερόντων και πατέρων.
Ευχαριστώ πάρα πολύ,
ο Θεός και η Παναγία νάναι πάντοτε μαζί μας