Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2004

Η κατακριτέα διαγωγή του πρεσβύτερου υιού σε σχέση με την αληθινή μετάνοια του Ασώτου και την αγάπη του Θεού πατρός



Κυριακή του Ασώτου 2004

«Άνθρωπός τις, είχε δύο υιούς».
Την περασμένη Κυριακή είπαμε «Χρόνια Πολλά» επειδή υπήρξαμε και υπάρχουμε όλοι μας αμαρτωλοί και υποκριταί και Φαρισαίοι. Εγωιστές και κενόδοξοι. Να πούμε και σήμερα «Έτη Πολλά», για τη σημερινή μεγάλη ημέρα της επιστροφής του Ασώτου, και ας θεωρήσει και ημάς ο Θεός Πατήρ, ως επιστρέψαντας στην κιβωτό της σωτηρίας που είναι η Εκκλησία. Γι’ αυτό και σήμερα η Εκκλησία συγχαίρει πάντας ημάς.
Αμαρτωλός ο νεώτερος γιος, όπως τον ακούσαμε στην σημερινή παραβολή, όπως τον ακούμε τόσα και τόσα και τόσα και τόσα χρόνια, αυτή την Κυριακή, και όσες φορές από μας την παραβολή αυτή την διαβάσαμε μέσα στην Καινή Διαθήκη. Ο άσωτος που κατασπατάλησε την ουσία του πατρός αυτού στην αμαρτία, στην αμαρτωλή ζωή.
Αμαρτωλός όμως και ο πρεσβύτερος γιος. Που αντιπροσωπεύει τους Φαρισαίους και υποκριτάς, τους σκληρόκαρδους και εγωιστάς και υπερήφανους.
Άσωτος γιος είναι ο αμαρτωλός, ο απολωλός όμως που ευρέθη και ο νεκρός που ανέζησε. Ο άσωτος γιος είναι ο δίδυμος αδελφός μας. Είναι η σάρκα από τη σάρκα μας. Είμεθα εμείς οι ίδιοι. Στο πρόσωπο του ασώτου υιού, υπάρχουμε και μείς. Είμεθα εμείς και ολόκληρη η εποχή μας. Άσωτος γιός είμεθα πρώτος εγώ, ύστερα εσύ, και συ, και συ, και συ, και αυτός, και ο άλλος, και κείνος, και αυτοί που είναι απέξω, και όλοι μας. Είμεθα εμείς όλοι, άσωτος, που νομίζουμε, ότι πιστεύουμε, ότι μπορούμε να ζήσουμε και να σταθούμε στα πόδια μας χωρίς τον Πατέρα μας, χωρίς τον Θεόν. Με μόνο το μυαλό μας, ή με μόνες τις σωματικές μας δυνάμεις, τις ικανότητες που τυχόν έχουμε, και έτσι δεν Τον χρειαζόμαστε τον Θεόν. Είμαστε εμείς εκείνοι οι οποίοι φτιάχνουμε τους δικούς μας κανόνες για την παρούσα ζωή.
Ο μεγάλος πάλι και φρόνιμος δήθεν γιος, που στην εν μετανοία επιστροφή του αδελφού του, αντί να χαρεί, διαμαρτύρεται και αγανακτεί, - πολλοί θα το θεωρήσετε και φυσικό – σου λέει να παίρνει τη μισή περιουσία, να την τρώγει και να την κατασπαταλά στην ασωτία, στην βρωμιά και στην αμαρτία, και να ξαναγυρίζει πίσω, και να αποκτά πάλι ίσα δικαιώματα και να στήνεται και γλέντι. Διαμαρτύρεται όμως κατά τέτοιον τρόπον που αν προσέξατε καλά την παραβολή, δεν απεκάλεσε τον Θεόν ούτε «Πατέρα».
Τι είπε όμως ο αμαρτωλός, ο εν μετανοία επιστρέψας; «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Αυτός διαμαρτυρόμενος, δεν Τον αποκαλεί Πατέρα. Αυτός ο πρεσβύτερος γιος, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ο χριστιανός των τύπων. Των ξηρών των τύπων. Που νηστεύει, που δήθεν εξομολογείται, που δήθεν εκκλησιάζεται και δήθεν κοινωνεί επιδεικτικά, που προσεύχεται, μας λέει ότι προσεύχεται, μας λέει ότι κάνει και ελεημοσύνες, μερικές φορές είναι και φανερές, εν τούτοις όμως μέσα στην καρδιά του παραμένει σκληρός και άσπλαχνος, που δεν συγχωρεί εύκολα τον πλησίον του που αμαρτάνει. Που του φταίει. Έστω που του έκαμε κακό. Μπορεί να πιστεύει, μπορεί να πιστεύει ο ίδιος ότι είναι άνθρωπος του Θεού, μπορεί να σέβεται κιόλας και όλες τις εντολές, ας πούμε, και είναι μάλιστα ηθικός και άμεμπτος, δεν είναι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, και σαν και αυτούς μάλιστα που μας περιέγραψε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, όχι. Δεν είναι τέτοιος, είναι ηθικότατος, αλλά στην καρδιά του όμως, δεν επικρατεί καλοσύνη, ή συμπάθεια, ή συγχωρητικότητα, ή αγάπη.
Η μόνη εντολή και προτροπή της Αγίας Γραφής, που διαφεύγει από τον πρεσβύτερο γιο, και από τον καθέναν από μας που του μοιάζει, είναι το «ανεχόμενοι αλλήλων», και χαριζόμενοι εαυτοίς, εάν τινα προς τινα έχειν μομφήν, καθώς και ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο ημάς. Αναλύοντας αυτό το Αγιογραφικό χωρίο, από την προς Κολασσαείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, σε σχέση με την σημερινή παραβολή του Ασώτου υιού, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει τα εξής περίπου. «Μπορείς συ χριστιανέ μου, να μην παρέβης τις εντολές του Θεού, του Πατρός, όπως ο πρεσβύτερος γιος, μπορεί να τήρησες και το Νόμο, μπορεί να έχεις φυλαχτεί από καθαρές πτώσεις, μπορεί να έχεις διατηρήσει και καθαρό το σώμα σου. Μπορεί να έζησες δηλαδή με κάθε σωφροσύνη και αρετή, μπορεί και ακόμα και οι αμαρτίες σου να μην είναι καθόλου σοβαρές, και μεγάλες, τόσες, όσες ήταν του ασώτου υιού. Αλλά με την σκληροκαρδία σου, την αρνητική και την υπερήφανη στάση σου, απέναντι σε όλους εκείνους οι οποίοι σε αδικούν και σε κατατρέχουν, στους αδελφούς σου δηλαδή, κινδυνεύεις και συ αλίμονον, να μείνεις έξω από το πατρικό σπίτι πεισματικά, και να μην εισέρχεσαι σ’ αυτό, όπως ο πρεσβύτερος γιος. Να μείνεις δηλαδή έξω του Νυμφώνος Χριστού, και να μην ακούς τη φωνή της Εκκλησίας, εκείνη η φωνή της Εκκλησίας, που την επαναλαμβάνουν πάλιν και πολλάκις οι ιεροψάλτες μας τη Μεγάλη Εβδομάδα, «Μη μείνομεν έξω του Νυμφώνος Χριστού».

Ας αφήσουμε όμως τον πρεσβύτερο γιο, που άλλοι του μοιάζουμε και άλλοι όχι, και ας έλθουμε τον Άσωτο, τον δίδυμο αδελφόν μας.
Δύο πράγματα θα παρατηρήσουμε από τη σημερινή παραβολή, διότι επί εικοσιδύο χρόνια όλο και κάτι λέμε σ’ αυτήν την παραβολή.
Η έμπρακτη και αληθινή μετάνοια του αμαρτωλού, πρώτον είναι αυτό, και δεύτερον η άπειρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού Πατέρα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας βεβαιώνουν ότι αν εχάνετο ολόκληρος η Αγία Γραφή, και εσώζετο απ’ αυτήν μόνον αυτή η παραβολή του Ασώτου Υιού, ήταν αρκετή αυτή η παραβολή, υπέρ αρκετή μάλιστα, για να μας σώσει. Να σώσει ολόκληρον τον κόσμο, να σώσει όλους τους εν μετανοία αμαρτωλούς. Και να καταδείξει και να φανερώσει εις όλους μας, το άπειρον έλεος του Θεού, την άπειρη μακροθυμία Του, την άπειρη φιλανθρωπία Του, την άπειρη αγάπη που έχει ο Θεός, για τον άνθρωπο τον αμαρτωλό που μετανοεί, διότι αμαρτωλούς ήλθε να σώσει. Επιστρέφει ο άσωτος γιος, δηλαδή ο αμαρτωλός άνθρωπος, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε έγγαμος, είτε άγαμος, είτε μεγάλος, είτε μικρός. Πάντως είναι αμαρτωλός. Και επιστρέφει με αληθινή μετάνοια, με συντριβή και με δάκρυα. Πέφτει στα πόδια του πνευματικού και φωνάζει «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Πάτερ μου, «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, συγχώρεσέ με, υπήρξα αμαρτωλός». Και την έμπρακτη αυτή μετάνοια δεν ντρέπεται να την ομολογήσει και στον πλησίον του, όταν και εφόσον κάθε φορά του έχει φταίξει, ή τον έχει πληγώσει θανάσιμα. Και τότε η στάση του Αγίου Θεού, του Πατρός και Δημιουργού και Πλάστου, γίνεται θάλασσα αγάπης, γίνεται ωκεανός αγάπης, σπλάχνα οικτιρμών.
Η Πατρική αυτή καρδιά συγκινείται μέχρι στα κατάβαθά της. Προσέξατε μία φράση του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, τι είπε, ότι «ειδών αυτόν ο Πατήρ εσπλαχνίσθη». Και μετά το «εσπλαχνίσθη» υπάρχει άλλη μια λεξούλα. Και η λεξούλα αυτή λέγει «και δραμών», τι θα πεί «δραμών»; Θα πει έτρεξε τροχάδην, να πάει να αγκαλιάσει το παιδί του, που επέστρεφε στο πατρικό το σπίτι. Έτσι ο Πατέρας παρουσιάζεται ως «δραμών», αυτός που τρέχει όταν εμείς μετανοούμε, μας αγκαλιάζει, και κατόπιν μας ξεπλένει, μας καθαρίζει, μας φορά την στολήν την πρώτην, μας βάζει δακτύλιον εις την χείρα, και δεν ξέρω τι άλλο μας κάμει, εν τούτοις εμείς θα περιμέναμε κάτι άλλο, όταν το παιδί μας θα επιστρέψει ύστερα από δέκα χρόνια, αφού θα μας έχει φάει ολόκληρη την περιουσία, μέσα στην αμαρτία και στην ασωτία. Να του κάνουμε αυστηρές παρατηρήσεις, να τον επιπλήξουμε, να του δώσουμε βαριές τις κατηγορίες, να σηκώσουμε επιτέλους το χέρι και να του δώσουμε και ένα μπάτσο. Και όμως Αυτός τον αγκαλιάζει, τον καταφιλά, τον βάζει στο σπίτι του, τον περιποιείται, τον πλένει και τον καθαρίζει, του βάζει την στολή την πρώτη, και σανδάλια εις τους πόδας, δακτύλιον εις την χείρα, και σφάζει τον μόσχον τον σιτευτόν.

Η πρώτη στολή χριστιανοί μου είναι η στολή της δικαιοσύνης, είναι η λαμπροφόρος εκείνη ενδυμασία η πάλλευκη, που την ενδύονται όσοι μετανοούν αληθινά, το επαναλαμβάνω, όσοι μετανοούν αληθινά, την αισθάνονται αυτή τη στολή ότι την φορούνε, διότι βγαίνουν από το ιερό εξομολογητήριο σα να πετάνε, ξελαφρωμένοι, αυτή είναι η ιδιότητα αυτής της πάλλευκης στολής της θείας δικαιοσύνης. Να φεύγεις απ’ την Ιερά Εξομολόγηση πετώντας.
Ποίος είναι και τι είναι, - επειδή υπάρχουν και άλλα πολλά και η ώρα πέρασε – να σταθούμε στο δαχτυλίδι του αρραβώνος, που είναι το δαχτυλίδι του Αγίου Πνεύματος, δια του οποίου σφραγιζόμεθα εις ημέραν απολυτρώσεως με το πετραχήλι του πνευματικού και τις σωτήριες εκείνες λέξεις, «έστω λελυμένος και συνκεχωρημένος και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Όταν ακούγονται αυτές οι λέξεις, και συ και γω βρισκόμεθα κάτω απ’ το πετραχήλι του πνευματικού, εκείνη τη στιγμή φορούμε το δαχτυλίδι του Αγίου Πνεύματος, τον αρραβώνα της Βασιλείας των Ουρανών. Και αποκτούμε δια του δακτυλιδίου αυτού, εκείνη τη στιγμή που βγαίνουμε από το εξομολογητήριο, τεράστια δύναμη και έχουμε τέτοια εξουσία ώστε να δυνάμεθα του «πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Έτσι πρέπει να αισθάνεται όποιος εξομολογείται. Τρέχουν, τρέχουν οι χριστιανοί, κατά χιλιάδες τώρα στις ημέρες μας και στην εποχή μας στην Ιερά Εξομολόγηση, αισθάνονται όμως αυτά τα δύο πράγματα; Αυτά τα δύο που σας είπα; Πρώτον τη στολή της δικαιοσύνης ότι πετάνε κυριολεκτικώς, και δεύτερον ότι απέκτησαν εξουσίαν και δύναμιν του να μπορούν να πατάνε επάνω στο διάβολο και σε κάθε εξουσία και δύναμη του εχθρού; Τότε έχουμε αληθινή μετάνοια, τότε έχουμε αληθινή εξομολόγηση. Αυτά ακριβώς τα δύο πράγματα είναι και τα δείγματα της απείρου φιλανθρωπίας, μακροθυμίας και αγάπης και της παντοδυναμίας του Θεού, που χαρίζονται, που δωρίζονται μέσα απ’ το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, όταν όλοι μας έλθουμε σε μετάνοια.

Αδελφοί μου, συ και γω, πρώτος εγώ, είμαι ο απολωλός που ευρέθη, και ο νεκρός που ανέζησε.
Χαρείτε, βρισκόμαστε στην κιβωτό της σωτηρίας, μέσα στην Εκκλησία.
Αμήν.