Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2005

Το μέγιστο κακό της αχαριστίας.



190-γ
Κυριακή ΙΒ Λουκά 16.1.2005

«Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα που»;
Χριστιανοί μου το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το ακούσατε.
Εύκολη η παραβολή στην κατανόησή της. Για όσους δεν την πρόλαβαν στην ανάγνωσή της, μας λέγει ότι ο Κύριος θαυματουργικά εκαθάρισε δέκα λεπρούς. Από τους δέκα μόνον ένας εγύρισε για να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του. Να πει δηλαδή ένα ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ Κύριε που με έκανες καλά. Και αυτό βέβαια του είπε με όλη του την καρδιά, έβγαλε δηλαδή δυνατή κραυγή από μέσα του, και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Ο δε Κύριος βλέποντας την αχαριστία των άλλων εννέα λέγει με παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα που; Οι άλλοι εννέα που είναι; Που είναι οι άλλοι εννέα;» Ο Θεός τους ευεργέτησε και αυτοί εξαφανίσθησαν! Η αχαριστία λοιπόν σε όλο της το μεγαλείο.
Ο Κύριος όμως σε αυτό το παράπονο χριστιανοί μου, το απευθύνει και σε όλους εμάς, τους νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς. Όχι βέβαια σε όλους, αλλά στους περισσοτέρους τουλάχιστον από μας. Διότι και μείς στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, όταν μας βασανίζουν οι πειρασμοί, οι μεγάλες ελλείψεις, οι βαριές αρρώστιες και μας καταταλαιπωρούν, δεκάδες προβλήματα, οικογενειακά, και δράματα πολλές φορές, και οικονομικά και ηθικά, και ναυάγια μέσα στο σπίτι και στα ανδρόγυνα και χίλια δυο άλλα βάσανα, αμέσως τρέχουμε στις εκκλησίες και προσευχόμεθα τότε, με όλη μας την καρδιά, και κάνομε τάματα και ανάβομε λαμπάδες και καντήλια και θυμιατά, και ζητούμε την βοήθειαν των ιερέων, τους παρακαλούμε να διαβάσουν τα ονόματα των εχόντων την ανάγκην, να κάνομε παρακλήσεις αγιασμούς και ευχέλαια, και όλα αυτά για να ελκύσουν το έλεος του Θεού και λυθεί ο πειρασμός. Και μόλις ο Θεός δώσει λύση στο πρόβλημά μας, και κάμει το θαύμα του μέσα στη μεγάλη ανακούφιση που αισθανόμαστε παθαίνομε αμνησία. Ξεχνάμε τον Θεό και τους Αγίους και τις μεγάλες υποσχέσεις που δώσαμε.
Κακά τα ψέματα, φαίνεται πως άλλος πολύ και άλλος λιγότερο είμεθα αχάριστοι, και πρώτος βέβαια εγώ. Η αχαριστία αδελφοί μου είναι μια από τις πιο φοβερές αρρώστιες στον άνθρωπο, είναι η λέπρα της ψυχής. Σε παγκόσμια κλίμακα ο κόσμος δεν υποφέρει τόσο πολύ από τις διάφορες μορφές του καρκίνου, που προκαλεί βέβαια η διάχυτος ραδιενέργεια, μολύνοντας την ατμόσφαιρα και το περιβάλλον της γης, της θαλάσσης και των ποταμών, με τις ανεπανόρθωτες ζημιές που γίνονται στη γη και στη σπορά και σ’ όλα τα τρόφιμα που παράγονται, όσο υποφέρει από τη λέπρα της ψυχής που λέγεται αχαριστία. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αχαριστία. Αχαριστία! Αχαριστία! – να το πω τρείς φορές. Αχαριστία σχεδόν από όλους μας προς τον Θεόν, τον φιλόστοργο Πατέρα, τον Δημιουργόν μας και τον Πλάστη μας. Αχαριστία προς τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό που πέθανε πάνω στο Σταυρό, για να μας σώσει από τον αιώνιο θάνατο της Κολάσεως, από το διάβολο και την αμαρτία. Αχαριστία ακόμα και προς την Παναγία μας, την οποίαν την ξεχνάμε, όταν εκείνη ικανοποιεί τα αιτήματά μας. Αχαριστία και προς τους Αγίους και προς τους αγγέλους. Και γιατί σ’ αυτούς; Γιατί μας προστατεύουν από τόσους και τόσους κινδύνους της κάθε ημέρας, και όμως δεν είμεθα ευγνώμονες στην προσευχή μας όταν την κάνομε κάθε βράδυ.
Είμεθα όμως αχάριστοι και προς τους ανθρώπους, τους συνανθρώπους μας, που μας ευεργετούν με πολλούς τρόπους στις διάφορες ανάγκες μας. Μόλις πετύχουμε αυτό που θέλουμε αμέσως τους ξεχνάμε, τους αποφεύγουμε, άμα τους δούμε στο δρόμο αλλάζουμε δρόμο εμείς, για να μη βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο και κάνουμε πως δεν τους γνωρίζουμε.
Χάσαμε την πίστη μας γι’ αυτό και ξεπέσαμε σε μύρια κακά μεταξύ των οποίων την πρώτη θέση κατέχει η αχαριστία. Έτσι είμεθα διαρκώς ανικανοποίητοι και τίποτα δεν μας ευχαριστεί. Είμεθα αχάριστοι και εγωισταί, αχάριστοι και σκληρόκαρδοι, γι’ αυτό τι λέμε; - «Φταίνε πάντοτε οι άλλοι. Οι άλλοι πάντοτε κάνουν τα λάθη και όχι εμείς, οι άλλοι μας αδικούν, οι άλλοι μας κατατρέχουν, οι άλλοι μας καταπιέζουν και οι άλλοι μόνον θέλουν το κακό μας. Μόνον οι άλλοι έχουν υποχρεώσεις απέναντί μας και όχι εμείς απέναντι αυτών. Πάντοτε οι άλλοι δε μας καταλαβαίνουν, και πάντοτε οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν τις θυσίες μας». Μερικές φορές είναι αλήθεια ότι δεν τις αναγνωρίζουν και τα παιδιά μας. Αλλά εκείνο που είναι κακό είναι ότι συνεχώς γκρινιάζουμε, συνεχώς παραπονούμεθα, συνεχώς μεμψιμοιρούμε και συνεχώς κατακρίνουμε. Και το βαρύτερο! Γογγύζουμε κατά του Θεού και κατά των ανθρώπων.
Παγκόσμιο λοιπόν αυτό το φαινόμενο της ψυχικής λέπρας που λέγεται αχαριστία, με όλα τα κακά εκ γονάτοις που αναφέραμε. Αδειάζουν οι καρδιές των ανθρώπων από την αχαριστία και τα πάθη. Στεγνές και άδειες οι καρδιές μας από αγάπη, -δεν έχουμε αγάπη, μη λέμε ότι έχουμε αγάπη, δεν έχουμε,- ούτε ευγνωμοσύνη, ούτε καλοσύνη, ούτε συγγνώμη – δε λέμε συγγνώμη καμιά φορά. Λέμε «συγγνώμη, συγχώρεσέ με», λέμε στον άνδρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στον συνάνθρωπό μας, στον συνάδελφό μας, στον υπάλληλό μας, λέμε «συγγνώμη»; Ούτε υπομονή έχουμε, ούτε αληθινή μετάνοια, και προπαντός δεν έχουμε και φιλότιμο.
Η Αγία Γραφή χριστιανοί μου μας λέγει το εξής αξιοπρόσεκτο: «Αχαρίστου γαρ ελπίς ως τέχνη χειμέριος», είναι αυτό από τη σοφία Σειράχ. Δηλαδή η ελπίδα του αχαρίστου ανθρώπου, μοιάζει με χειμερινή πάχνη, που λειώνει στις πρώτες αχτίνες του ηλίου. Έτσι και η αχαριστία, ναρκώνει και νεκρώνει την ψυχή, όπως η πάχνη νεκρώνει και την άψυχη κτίση. Και αυτό συμβαίνει από την υπερηφάνειά μας. Και επειδή έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, θεωρούμε, και τον Θεό υποχρεωμένο να μας εξυπηρετεί σε όλες τις ανάγκες μας, και μάλιστα στις ανάγκες των αδυναμιών μας. Μη μας φαίνεται παράξενο, κάνετε μια αυτοκριτική, -πρώτος εγώ- και θα δείτε ότι οι Πατέρες που μας τα λένε αυτά, που τα βγάλαν μέσα απ’ τα βιώματά τους, έχουν πολύ πολύ δίκιο.

Κάποτε ένας παπάς κάποιου χωριού, είδε ένα χωρικό, πού ’χε μια μπροστά στο σπίτι του, ένα τεράστιο κομμάτι γης, και το σκάλιζε.
«Καλημέρα μπάρμπα Γιώργο» του λέει, «Ωραία μέρα σήμερα για το τσάπισμα που κάνεις».
«Ναι, ναι» μουρμούρισε κείνος δίχως να σηκώσει το κεφάλι και να ανταποδώσει την «Καλημέρα» του ιερέως, «ναι ωραία μέρα αλλά άσχημη για τις πατάτες, διότι η πατάτα θέλει δροσιά».
Μετά τρείς ημέρες ξαναπερνά ο παππούλης απ’ το ίδιο μέρος, συναντά πάλι τον μπάρμπα-Γιώργο, πάλι εκεί κάτι να φτιάχνει στη γη του. «Α, να» του λέει «που σήμερα ο καιρός είναι δροσερός και κατάλληλος για τις πατάτες. Ε, μπάρμπα-Γιώργο, τι λές;»
«Ναι αλλά είναι άσχημος όμως για το σιτάρι» απάντησε θυμωμένα ο μπάρμπα-Γιώργης.
Δεν περνάνε λίγες μέρες, και να λοιπόν που άρχισε η βροχούλα.
«Να» λέει «που έβρεξε τώρα και για το σιταράκι σου» λέει «να ανθίσει, να μεγαλώσει».
«Ναι,ναι,ναι, αλλά μου καταστρέφει το βαμβάκι».
Ε, τι να πεις τώρα για αυτόν τον άνθρωπο!
Έτσι είμαστε όλοι μας! Έτσι είμαστε όλοι μας!....

«Όποιος» λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «δεν ευχαριστεί το Θεό στα λίγα και στα μικρά, αυτός είναι αχάριστος και στα πολλά και στα μεγάλα. Και η αχαριστία τον κάμει και ψεύτη, και άδικο, και σκληρό και πονηρό.
«Το κλειδί του Παραδείσου το κρατάς με σιγουριά στα χέρια σου», λέγει ένας άγιος, «εφόσον να εξακολουθείς να επιμένεις να κάμεις τις καλοσύνες σου, και να ευεργετείς αυτόν που διαρκώς είναι αχάριστος απέναντί σου».
Δύσκολα τα πράγματα, αλλά αληθινά. Μόνο με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού, μπορεί ο χριστιανός, να συμπληρώσει αγάπη στην ευεργεσία που έκαμε, όταν συγχωρεί την αχαριστία του ευεργετηθέντος.
«Άνευ εμού δύνασθε ποιείν ουδέν». Θα ζητούμε τη βοήθεια του Θεού και στις περιπτώσεις αυτές, και ο Θεός θα μας βοηθεί για να μπολιάσει και να μεταβάλλει την αχαριστία σε ευγνωμοσύνη, αλλά και τη δική μας την καρδιά να γίνει ακόμα πιο μεγάλη, για να μπορεί να συγχωρεί τους αγνώμονες.
Εμείς όλοι μας, βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτό τον Ιερό Ναό, και προσευχηθήκαμε, για να κοινωνήσουμε και να πάρουμε των Αχράντων Μυστηρίων, Σώμα και Αίμα Χριστού, να λατρεύσομε τον Θεόν, να εκφράσομε την αγάπη μας και την ευγνωμοσύνη μας. Παρά ταύτα όμως είμαστε αμαρτωλοί, και πρώτος είμαι εγώ. Αμέτρητες φορές, άπειρες φορές αμάρτησα ενώπιόν Του. Αυτός όμως δεν με απαρνήθηκε ο Κύριος, μου χάρισε οικογένεια και παιδιά, και παιδιά των παιδιών μου. Καταδέχτηκε ακόμα να με κάμει και οικονόμον των μυστηρίων του. «Ουχί υμείς με εξελέξασθε, αλλά εγώ εξελεξάμην υμάς». «Δεν με εξέλεξες εσύ, εγώ σε εξέλεξα», με βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Και κάθε φορά που αμαρτάνω και δείχνω με την αμαρτία μου, αχάριστος απέναντί Του, εκείνος με ξεκουράζει με την Ιερά Εξομολόγηση, κάτω από το πετραχήλι του δικού μου πνευματικού και γέροντος. Εγώ αμαρτάνω και εκείνος με αγάπη και με στοργή πολλή που συγχωρεί τις πτώσεις και τις αμαρτίες. Και όχι μόνον αυτό αλλά και κάθε φορά που λειτουργώ, μου μεταγγίζει αιώνια ζωή γιατί με τρέφει με το Τίμιον Σώμα Του και το Πανάγιον Αίμα Του όπως έγινε μόλις προ ολίγου.
Πώς λοιπόν να μην αναφωνήσω
«Δόξα σοι ο Θεός,
Δόξα σοι ο Θεός,
Δόξα στη μακροθυμία σου Κύριε,
Δόξα στη φιλανθρωπία σου,
Θεέ και Σωτήρα μου,
Θεέ μου και Σωτήρα μου,
Σε ευχαριστώ,
Σε ευχαριστώ».
Ευχαριστώ και σας πουμε ανέχεσθε,

Αμήν.